Η φαντασία είναι όπως ένας σπόρος μέσα στο χώμα. Όσο περισσότερη τροφή και ελεύθερο χώρο του δίνεις, τόσο δημιουργεί νέες φύτρες.
Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012
Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012
Soulmates "36. Never Forget"
Έντουαρτ
Καθώς καθίσαμε στο αμφιθέατρο και η πρόβα ξεκίνησε άφησα έναν αναστεναγμό καθώς είδα ότι εκείνη δεν είχε ακούσει κουβέντα από όσα της είπα και η Άλις με κοίταξε με απορία, κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά και καθώς έβγαλα από την τσάντα μου που μου την είχε φέρει η Άλις το σενάριο για να διαβάσω ξανά τα λόγια μου αν και δεν το χρειαζόμουν ώστε να απασχολήσω για λίγο το μυαλό μου για να μην σκέφτομαι ένιωσα κάποιον να κάθετε δίπλα μου και γύρισα την ματιά μου με απορία για να δω ποιος ήταν και μόλις είδα την Μπέλλα έμεινα σοκαρισμένος να την κοιτώ, ο πρόγονος μου πάλι για κάποιον λόγο αντί να ικανοποιηθεί από αυτήν της την πράξη έγινε πιο νευρικός και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί, άλλωστε αυτό δεν ήθελε;
~Ευχαριστημένος;~... ρώτησε μέσα στην σκέψη μου και αυθόρμητα της χαμογέλασα ευχαριστώντας την με την ματιά μου και εκείνη αμέσως μου ανταπέδωσε το χαμόγελο... ~Τι λέει το πρόγραμμα;~... ρώτησε πειραχτικά και αναστέναξα.
«Μακάρι να ήξερα» είπα κάτω από την ανάσα μου και γυρίζοντας στην ματιά μου προς τα παιδιά που έκαναν πρόβα έμεινα σιωπηλός να περιμένω την σειρά μου τελείως περίεργος γι αυτό που εκείνος ετοίμαζε όμως καθώς ένιωθα τον εκνευρισμό του να φουντώνει περισσότερο δεν άντεξα άλλο.
~Αυτό δεν ήθελες να έρθει στην πρόβα; Τώρα τι ζόρι τραβάς;~... τον ρώτησα εκνευρισμένα και έγινε χειρότερα... ~Δεν ξέρω τι άλλο να πω πια~... είπα απηυδισμένα καθώς το μόνο συμπέρασμα που μπορούσα να βγάλω από όλα αυτά ήταν ότι ο λόγος που τώρα ήταν εκνευρισμένος ήταν επειδή εγώ ήμουν αυτός που κατάφερε να την κάνει να έρθει και όχι εκείνος.
Όπως ήμουν απορροφημένος στις σημειώσεις μου ένιωσα το σκούντημα της και ξαφνιασμένος γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της.
~Που ταξιδεύεις;~... ρώτησε με απορία μέσα στην σκέψη μου και ανασήκωσα τους ώμους μου αδιάφορα.
«Πουθενά, απλά προσπαθώ να μην σκέφτομαι» τις ψιθύρισα ενώ χαμήλωνα ξανά την ματιά μου στις σημειώσεις μου αποφεύγοντας την ματιά της.
~Γιατί το κάνεις αυτό;~... δεν άντεξε τελικά και με ρώτησε.
~Εσύ μου είπες να βάλω στόχο~... της πέρασα μέσα από την σκέψη μου ελπίζοντας να κατάφερνε να με ακούσει και μόλις γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της την είδα να με κοιτά έχοντας ζαρωμένα τα φρύδια της.
~Και ο στόχος σου είναι να μας τα φτιάξεις;~... ρώτησε δύσπιστα και κούνησα το κεφάλι μου αμέσως αρνητικά.
~Όχι~
~Τότε ποιος;~... ρώτησε ενώ με ένα περίεργο ύφος που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω.
~Να καταφέρω να σε κάνω να βρεις ξανά τον εαυτό σου, τις ψυχικές σου ισορροπίες γιατί αν δεν το κάνεις έτσι όπως το βλέπω εγώ είμαστε και οι τρεις καταδικασμένοι, χωρίς εσένα είτε μείνω εγώ μέσα σε αυτό το σώμα είτε εκείνος, ποτέ δεν θα καταφέρουμε να σώσουμε και τους υπόλοιπους~... της είπα ειλικρινά την σκέψη μου και έμεινε σοκαρισμένη να με κοιτάει χωρίς να λέει τίποτα.
«Έντουαρτ και Έλενα» προσφώνησε η κυρία Βάλταζαρ και παίρνοντας τα χαρτιά μου στο χέρι σηκώθηκα και προσπερνώντας την άρχισα να κατεβαίνω προς την σκηνή.
«Η Έλενα χρειάστηκε να φύγει για λίγο» πετάχτηκε η Καρολάιν για να την ενημερώσει και η κυρία Βάλταζαρ γύρισε αυτόματα την ματιά της προς το μέρος της σοκαρισμένη.
«Και τώρα πως θα συνεχίσουμε, είναι οι δύο πιο βασικοί ήρωες του έργου» είπε εκείνη απηυδισμένα και καθώς άκουσα την Μπέλλα να μιλά γύρισα την ματιά μου ξαφνιασμένος προς το μέρος της.
«Μπορώ να πάρω εγώ την θέση της μέχρι να γυρίσει...» είπε και την κοίταξα σοκαρισμένος... ~Αυτός δεν ήταν από την αρχή ο σκοπός όλης αυτής της παράστασης;~... ρώτησε αμέσως μέσα στην σκέψη μου και δεν ήξερα τι να πω... ~Γιατί να μην σας το κάνω πιο εύκολο~... συμπλήρωσε ενώ ταυτόχρονα εξέφραζε δυνατά... «Αν φυσικά το θέλετε»
«Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε η κυρία Βάλταζαρ με απορία.
«Η Ίζαμπελλα Κουιν» της είπε η Μπέλλα και η κυρία Βάτλαζαρ σούφρωσε τα φρύδια της με απορία ενώ άρχισε να κοιτάει τα χαρτιά της.
«Α ναι η καινούργια... Και ξέρεις καθόλου το έργο;» ρώτησε ξανά.
«Μην ανησυχείτε γι αυτό άλλωστε είναι για μια μέρα» συνέχισε εκείνη πιο δυναμικά καθώς σηκωνόταν και άρχισε να με πλησιάζει.
«Ας είναι ελάτε να πάρετε θέσεις να ξεκινήσουμε» τελικά έδωσε την άδεια της με έναν αναστεναγμό απρόθυμα και μόλις η Μπέλλα έφτασε κοντά μου πέρασε το χέρι της γύρω από την μέση μου και ψιθύρισε στο αυτί μου καθώς με παρέσερνε προς τα κάτω.
«Ελπίζω να μην αλλάξει γνώμη μετά από αυτήν την παράσταση και αρχίζει να με κυνηγάει για να αντικαταστήσω την Έλενα» μου είπε πειραχτικά και άρχισα να γελάω καθώς κατεβαίναμε μαζί τα σκαλιά.
«Και να το κάνει είμαι σίγουρος ότι θα βρεις τον τρόπο να της αλλάξεις γνώμη» της γύρισα το πείραγμα και άρχισε να γελάει και εκείνη ευδιάθετα ενώ ο πρόγονος μου άρχισε να τα παίρνει περισσότερο.
Ήξερε όλα τα λόγια απ’ έξω, η ερμηνείας της ήταν ανεπανάληπτη, δεν είχε καμία σχέση με την ερμηνεία της Έλενας που ήταν σαν αγγούρι πάνω στην σκηνή που με το ζόρι προσπαθούσα να σώσω την κατάσταση με όποιον τρόπο μπορούσα και η κυρία Βάλταζαρ είχε μείνει σοκαρισμένη να μας κοιτά εκστασιασμένη με κομμένη την ανάσα... Φτάνοντας όμως στο σημείο που θα έπρεπε να τραγουδήσουμε και στο τέλος να την φιλήσω εκείνη ξαφνικά έγινε αμήχανη.
«Δεν χρειάζεται να το κάνεις αν δεν θες» της ψιθύρισα εγώ καθώς περιμέναμε να ανέβουν στην σκηνή τα παιδιά της μουσικής για να στήσουν τα όργανα τους αλλά εκείνη δεν απάντησε, δεν γύρισε καν να με κοιτάξει και τα παράτησα... Ας έκαναν ότι ήθελαν, αρκετά ασχολήθηκα και με τους δύο τους.
~Θες να πάρεις την θέση μου;~... ρώτησα ρητορικά τον πρόγονο μου και χωρίς να μου απαντήσει αυτόματα εκείνος πήρε το πάνω χέρι.
Πρίγκιπας
Δεν μπορούσα να το πιστέψω πως κατάφερνε τόσο εύκολα ο πιτσιρίκος να την φέρνει στα μέτρα του... Την είχε ψυχολογήσει τόσο καλά που δεν μου άρεσε καθόλου όλο αυτό, αυτός ήταν ικανός να την ρίξει με δύο λόγια, πως θα μπορούσα να τον σταματήσω χωρίς να το καταλάβει ο ίδιος; Ώρες ώρες η αφέλεια του με στέλνει αδιάβαστο... Δεν συνειδητοποιεί καν ότι εκείνη μέσα της θα ευχόταν να ήταν διαφορετικά τα πράγματα ώστε να μπορούσε να είχε μια ευκαιρία μαζί του και αυτή η διαπίστωση με έβγαζε από τα ρούχα μου, δεν θα του επέτρεπα ποτέ να μου την κλέψει μέσα από τα χέρια μου.
~Έκανες όλη αυτήν την παράσταση μόνο και μόνο για να κερδίσεις ένα φιλί;~... αμέσως με ρώτησε και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της αργά χωρίς να της απαντώ κοιτώντας την με νόημα.
~Ποιο τραγουδάκι θα παίξει σήμερα;~... συνέχισε εκείνη με ειρωνικό τόνο στην φωνή της και χαμογέλασα αυτάρεσκα, συνεχίζοντας να μην της απαντώ.
~Κάποια πράγματα δεν θα αλλάξουν ποτέ~... τελικά σχολίασε και σταμάτησε να μου δίνει σημασία γυρίζοντας την ματιά της προς τα παιδιά που είχαν πάρει θέση πάνω στην σκηνή ενώ κούρδιζαν τα όργανα τους και πλησιάζοντας τους πήγε και στάθηκε μπροστά από μια κοπέλα που κράταγε ένα βιολί και την κοίταξα με περιέργεια καθώς εκείνη της ψιθύριζε κάτι στο αυτί ενώ το κορίτσι κατένευσε σε απάντηση σε αυτό που της είχε μόλις πει.
Γυρίζοντας κοντά μου η υπεύθυνη του θεατρικού μας ζήτησε να πάρουμε τις θέσεις μας και αυτόματα το κάναμε πράξη... Έχοντας ήδη απομνημονεύσει τα λόγια την στιγμή που εκείνος τα διάβαζε δεν χρειαζόμουν πολλά για να μπω μέσα στο έργο και να το αποδώσω όπως του έπρεπε για να απογειωθεί και αυτόματα η υπεύθυνη μόνο που δεν ζητωκραύγαζε από την χαρά της αλλά ποιος της έδινε σημασία αυτής.
Την στιγμή που έπρεπε να ξεκινήσουμε να τραγουδάμε η ορχήστρα δεν ξεκίνησε να παίζει και η Ίζαμπελ άρχισε να πλησιάζει την κοπέλα που μίλαγε πριν μαζί της, η υπεύθυνη της παράστασης πήγε να διαμαρτυρηθεί αλλά μόλις είδε την Βασίλισσα μου να βάζει το βιολί που είχε πάρει στα χέρια της πάνω στον ώμο της και να δίνει τις πρώτες νότες σε μένα την κοίταξα με απορία ενώ η υπεύθυνη πάγωσε και τελικά δεν την σταμάτησε.
~Πως το ήξερες;~... την ρώτησα και εκείνη ανασήκωσε το ένα της φρύδι προκαλώντας με ανοιχτά και εγώ αυτόματα ξεκίνησα με εκείνην να σε συνοδεύει.
She‘s singing softly in the night
Praying for the morning light
She dreams of how they used to be
At dawn they will be free.
Memories they haunt his mind
Save him from the endless night
She whispers warm and tenderly
Please come back to me.
And when the golden sun arises far across the sea
The dawn will break as darkness fades forever we‘ll be free.
Never forget what I did, what I said
When I gave you all my heart and soul.
Morning will come and I know we‘ll be one
Cause I still believe that you‘ll remember me.
She mourns beneath the moonlit sky
Remembering when they said goodbye
Where‘s the one he used to know
It seems so long ago.
Καθώς πλησιάσαμε ο ένας τον άλλον με εκείνην να συνεχίζει να
παίζει με ζωντάνια την μελωδία που είχε γράψει τότε πάνω στους στοίχους που
είχα γράψει εγώ όταν είχα γυρίσει πίσω για εκείνην συνέχισε να τραγουδάει το
τραγούδι με περισσότερο πάθος και καθώς εκείνο τελείωσε και άφησε το βιολί στην
άκρη την άρπαξα μέσα στην αγκαλιά μου με την καρδιά μου να χτυπάει σε τόσο
μεγάλο βαθμό που με έκανε να πονάω ολόκληρος και καθώς τα χείλια μου κάλυψαν τα
δικά της εκείνη αυτόματα πέρασε το ελεύθερο χέρι της γύρω από τον λαιμό μου και
βυθίζοντας τα δάχτυλα της μέσα στα μαλλιά μου με συγκράτησε απάνω της και
παραδόθηκε στο φιλί μου χωρίς καμία αντίσταση.
Το σώμα μου αυτόματα πήρε φωτιά, τα χείλια μου απαιτητικά ζήταγαν για μια ανάσα ζωής και αγνοώντας παντελώς και οι δύο το που βρισκόμαστε, παραδοθήκαμε στα συναισθήματα μας άνευ όρων και κλέβοντας την ευκαιρία δώσαμε μέσα σε αυτό το φιλί όλα όσα μας βάραιναν... Αφήνοντας το βιολί να πέσει κάτω το χέρι που το κράταγε πέρασε πάνω από τον ώμο μου και κλείδωσε γύρω από το κορμί μου... Δεν ήθελα τίποτα παραπάνω, αυτή η επιβεβαίωση με έκανε να πάρω όλα όσα χρειαζόμουν για να συνεχίσω, με είχε ανάγκη όσο την είχα και εγώ, τι άλλο χρειαζόμουν για να το επιβεβαιώσω.
«Έντουαρτ» ακούσαμε την φωνή της Έλενας από μακριά και αυτόματα η Ίζαμπελ σταματώντας το φιλί μας, γύρισε την ματιά της προς το μέρος της ξαφνιασμένη και σαν μόλις να είχε καταλάβει τι ακριβώς έκανε κοίταξε για λίγο νευρικά γύρω της και σπρώχνοντας με μακριά της άρχισε να τρέχει προσπαθώντας πολύ σκληρά να τρέξει με έναν ανθρώπινο ρυθμό για να μην προδοθεί.
Κοιτώντας με μίσος προς την μεριά της Έλενας που είχε καταστρέψει αυτήν την στιγμή δεν έκατσα να το σκεφτώ και τρέχοντας πίσω της προσπάθησα να την προλάβω πριν εκείνη φύγει μακριά μου και αρχίσει πάλι να σκέφτεται το σωστό και το λάθος γιατί τότε θα έπρεπε πάλι να προσπαθήσω από την αρχή και δεν είχα χρόνο για τέτοια... Βλέποντας ότι δεν μπορούσα να την προφτάσω έτρεξα προς το αυτοκίνητο του μικρού και ξεκλειδώνοντας το αμέσως μπήκα μέσα.
«Μην σου ξεφύγει, δεν πρέπει να την αφήσουμε να το σκεφτεί περισσότερο» τον διέταξα και μόλις πήρε τον έλεγχο αμέσως το σανίδωσε χωρίς καν να το σχολιάσει.
~Γιατί με βοηθάς;~... δεν άντεξα και τον ρώτησα.
«Γιατί αυτό κάνει κάποιος όταν αγαπά πραγματικά... Δίνει και την ίδια του την ψυχή αν χρειαστεί προκειμένου να δει ευτυχισμένο τον άνθρωπο που αγαπά ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει ο ίδιος να θυσιαστεί για την ευτυχία της, όχι το αντίθετο» μου χτύπησε σκληρά και άρχισα να τα παίρνω στο κρανίο.
~Μου κάνεις κήρυγμα μικρέ ή είναι η ιδέα μου~... του είπα εριστικά και εκείνος άφησε ένα γελάκι να του ξεφύγει.
«Όταν θα καταλάβεις τα λάθη σου θα είναι πολύ αργά για να τα διορθώσεις, γι αυτό άρχισε να προετοιμάζεσαι από τώρα για την ήτα σου» μου είπε το ίδιο σκληρά και δεν είχα ιδέα πως κατάφερα να συγκρατήσω τα ένστικτα μου για να τον κάνω να το πάρει πίσω αυτό που είχε μόλις πει χωρίς να μας προκαλέσω κανένα ατύχημα... Φυσικά και είχα ψυλλιαστεί από την πρώτη στιγμή ότι εκεί ακριβώς αποσκοπούσε, δηλαδή να την κάνω με τις λάθος κινήσεις μου να στραφεί προς το μέρος του, πόσο λίγο με ήξερε.
~Αυτό θα το δούμε~... του γύρισα το ίδιο σκληρά με εκείνον και μόλις σταμάτησε το αμάξι έξω από το σπίτι της που είχε σταματήσει και εκείνη πήρα ξανά τον έλεγχο και άρχισα να τρέχω πίσω της πριν προλάβει να μπει και να κλείσει την πόρτα αλλά για κακή μου τύχη στο σπίτι ήταν ο Στέφαν και καθώς πήγε να μου κλείσει την πόρτα στην μούρη, κλώτσησα την πόρτα με όση δύναμη υπήρχε μέσα μου και καθώς τον έκανα να πέσει πίσω συνέχισα να τρέχω προς το δωμάτιο της.
Το σώμα μου αυτόματα πήρε φωτιά, τα χείλια μου απαιτητικά ζήταγαν για μια ανάσα ζωής και αγνοώντας παντελώς και οι δύο το που βρισκόμαστε, παραδοθήκαμε στα συναισθήματα μας άνευ όρων και κλέβοντας την ευκαιρία δώσαμε μέσα σε αυτό το φιλί όλα όσα μας βάραιναν... Αφήνοντας το βιολί να πέσει κάτω το χέρι που το κράταγε πέρασε πάνω από τον ώμο μου και κλείδωσε γύρω από το κορμί μου... Δεν ήθελα τίποτα παραπάνω, αυτή η επιβεβαίωση με έκανε να πάρω όλα όσα χρειαζόμουν για να συνεχίσω, με είχε ανάγκη όσο την είχα και εγώ, τι άλλο χρειαζόμουν για να το επιβεβαιώσω.
«Έντουαρτ» ακούσαμε την φωνή της Έλενας από μακριά και αυτόματα η Ίζαμπελ σταματώντας το φιλί μας, γύρισε την ματιά της προς το μέρος της ξαφνιασμένη και σαν μόλις να είχε καταλάβει τι ακριβώς έκανε κοίταξε για λίγο νευρικά γύρω της και σπρώχνοντας με μακριά της άρχισε να τρέχει προσπαθώντας πολύ σκληρά να τρέξει με έναν ανθρώπινο ρυθμό για να μην προδοθεί.
Κοιτώντας με μίσος προς την μεριά της Έλενας που είχε καταστρέψει αυτήν την στιγμή δεν έκατσα να το σκεφτώ και τρέχοντας πίσω της προσπάθησα να την προλάβω πριν εκείνη φύγει μακριά μου και αρχίσει πάλι να σκέφτεται το σωστό και το λάθος γιατί τότε θα έπρεπε πάλι να προσπαθήσω από την αρχή και δεν είχα χρόνο για τέτοια... Βλέποντας ότι δεν μπορούσα να την προφτάσω έτρεξα προς το αυτοκίνητο του μικρού και ξεκλειδώνοντας το αμέσως μπήκα μέσα.
«Μην σου ξεφύγει, δεν πρέπει να την αφήσουμε να το σκεφτεί περισσότερο» τον διέταξα και μόλις πήρε τον έλεγχο αμέσως το σανίδωσε χωρίς καν να το σχολιάσει.
~Γιατί με βοηθάς;~... δεν άντεξα και τον ρώτησα.
«Γιατί αυτό κάνει κάποιος όταν αγαπά πραγματικά... Δίνει και την ίδια του την ψυχή αν χρειαστεί προκειμένου να δει ευτυχισμένο τον άνθρωπο που αγαπά ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει ο ίδιος να θυσιαστεί για την ευτυχία της, όχι το αντίθετο» μου χτύπησε σκληρά και άρχισα να τα παίρνω στο κρανίο.
~Μου κάνεις κήρυγμα μικρέ ή είναι η ιδέα μου~... του είπα εριστικά και εκείνος άφησε ένα γελάκι να του ξεφύγει.
«Όταν θα καταλάβεις τα λάθη σου θα είναι πολύ αργά για να τα διορθώσεις, γι αυτό άρχισε να προετοιμάζεσαι από τώρα για την ήτα σου» μου είπε το ίδιο σκληρά και δεν είχα ιδέα πως κατάφερα να συγκρατήσω τα ένστικτα μου για να τον κάνω να το πάρει πίσω αυτό που είχε μόλις πει χωρίς να μας προκαλέσω κανένα ατύχημα... Φυσικά και είχα ψυλλιαστεί από την πρώτη στιγμή ότι εκεί ακριβώς αποσκοπούσε, δηλαδή να την κάνω με τις λάθος κινήσεις μου να στραφεί προς το μέρος του, πόσο λίγο με ήξερε.
~Αυτό θα το δούμε~... του γύρισα το ίδιο σκληρά με εκείνον και μόλις σταμάτησε το αμάξι έξω από το σπίτι της που είχε σταματήσει και εκείνη πήρα ξανά τον έλεγχο και άρχισα να τρέχω πίσω της πριν προλάβει να μπει και να κλείσει την πόρτα αλλά για κακή μου τύχη στο σπίτι ήταν ο Στέφαν και καθώς πήγε να μου κλείσει την πόρτα στην μούρη, κλώτσησα την πόρτα με όση δύναμη υπήρχε μέσα μου και καθώς τον έκανα να πέσει πίσω συνέχισα να τρέχω προς το δωμάτιο της.
Φτάνοντας στην πόρτα της προσπάθησα να την ανοίξω αλλά εκείνη μένοντας από πίσω της με εμπόδιζε να μπω.
«Άνοιξε την πόρτα τώρα...» απαίτησα αλλά δεν μου έκανε την χάρη... «Δεν φεύγω από εδώ αν δεν την ανοίξεις» φώναξα με πείσμα.
«Σε παρακαλώ Έντουαρτ μην το κάνεις αυτό, προσπάθησε να καταλάβεις» παρακάλεσε μέσα από τους λυγμούς της.
«Να καταλάβω τι;...» ρώτησα έξαλλος... «Εδώ μέχρι και ο μικρός κατάλαβε το πόσο ανάγκη με έχεις και εσύ ακόμα εξακολουθείς να με αρνείσαι;» την ρώτησα χωρίς να πιστεύω όλο αυτό που ζώ.
«Δεν είναι σωστό...» αναφώνησε πίσω... «Πως μπορώ να βασίσω την ευτυχία μου εις βάρος μιας αθώας ψυχής που δεν φταίει σε τίποτα, πως θα μπορέσω ποτέ να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι αυτό» συνέχισε καταβεβλημένη.
«Σε παρακαλώ βασίλισσα μου άνοιξε την πόρτα...» παρακάλεσα πιο ήρεμα απελπισμένα... «Περίμενα 1200 χρόνια μέσα στο σκοτάδι γι αυτήν την ημέρα, οι ερινύες κόντεψαν να με τρελάνουν βασανίζοντας με αλύπητα αλλά εγώ έκανα κουράγιο μόνο για να σε δω έστω και για άλλη μια φορά, μην με βασανίζεις άλλο και εσύ» την ικέτεψα ακουμπώντας το σώμα μου πάνω στην πόρτα με την καρδιά μου να χτυπάει άρρυθμα ενώ όλο μου το σώμα άρχισε να τρέμει από την αγανάκτηση και την αδικία που ένιωθα καθώς η φωνή μου έσπαγε αλλά εκείνη δεν άνοιξε, δεν είπε τίποτα, την άκουγα μόνο που πάλευε να σταματήσει τα αναφιλητά της και αυτό με έκανε κομμάτια... Δεν ήθελα να την χάσω, δεν μπορούσα να το δεχτώ αυτό, πέρασα τόσα για να την κερδίσω, δεν διανοούμαι να τα περάσω από την αρχή, είμαι δικός της και είναι δική μου για πάντα... Ανήκει μόνο σε μένα ακριβώς όπως ανήκω και εγώ μόνο σε εκείνην.
«Σε παρακαλώ βασίλισσα μου άνοιξε την πόρτα» έκανα άλλη μια απελπισμένη προσπάθεια.
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό» την άκουσα που με τα βίας είπε τρεμάμενα και το πείσμα μου έγινε ακόμα πιο ισχυρό.
«Μπορείς να το κάνεις, εκείνος θέλει να το κάνεις» συνέχισα με περισσότερο πείσμα.
«Είναι μόνο ένα παιδί, δεν έχει ζήσει τίποτα, πως μπορώ να φερθώ τόσο εγωιστικά και να του κλέψω την ζωή;» αναφώνησε αγανακτισμένα.
«Άνοιξε την πόρτα γιατί αλλιώς θα την σπάσω...» μούγκρισα μέσα από τα δόντια μου ενώ παίρνοντας φόρα άρχισα να κοπανάω το σώμα μου απάνω της προκειμένου να την ανοίξω... «Άνοιξε τηνννννν» απαίτησα ξανά.
«Σταμάταααααα» ούρλιαξε.
«Άνοιξε τηννννν» είπα πιο απαιτητικά ενώ συνέχιζα με περισσότερο πείσμα να πέφτω απάνω της.
«Σε παρακαλώ σταμάτα» παρακάλεσε για άλλη μια φορά μέσα από τα αναφιλητά της ενώ με το σώμα της εμπόδιζε την πόρτα να ανοίξει.
«Δεν πρόκειται... να τα παρατήσω... ποτέ...» ούρλιαξα ενώ κοπάναγα και κλότσαγα την πόρτα με όλη την δύναμη της ψυχής μου με τα χέρια μου και τα πόδια μου... «Με ακούςςςς... ΠΟΤΕΕΕΕ... Με έχεις ανάγκη όπως σε έχω και εγώ...» έλεγα απελπισμένος με τα μάτια μου να αρχίζουν να δακρύζουν από όλον τον εκνευρισμό που με είχε καταβάλει... «Γιατί συνεχίζεις να με αρνείσαιιιιι» φώναξα αγανακτισμένα.
«Έντουαρτ αρκετά, άφησε την ήσυχη» άκουσα τον Στέφαν από πίσω μου και γυρίζοντας προς το μέρος του απότομα τον κοίταξα με ένα δολοφονικό ύφος τρίζοντας τα δόντια μου απειλητικά ενώ έτρεμα ολόκληρος από τα νεύρα μου.
«Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να ανακατεύεσαι;» τον ρώτησα σκληρά με όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου να σκληραίνουν και εκείνος για λίγο τινάχτηκε από αυτό που είδε μέσα στο βλέμμα μου και σήκωσε τα χέρια του αμυντικά στον αέρα.
«Ηρέμησε φίλε, θα πάθεις τίποτα» είπε σοκαρισμένος αλλά δεν λογάριασα τίποτα.
«Πάρε δρόμο από εδώ, πριν...»
«Αρκετά» απαίτησε η Ίζαμπελ από πίσω μου και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της... Για να υπερασπιστεί εκείνον άνοιξε την πόρτα ενώ πριν όταν την ικέτευα εγώ όχι;... Αυτό δεν μπορούσα να το ανεχτώ, όχι άλλο.
Πιάνοντας την από το μπράτσο της την έσπρωξα με το ζόρι προς το δωμάτιο της και κλείνοντας την πόρτα πίσω μου με το πόδι μου την κλείδωσα ενώ δεν την άφηνα από το σφιχτό μου κράτημα και αφού πέταξα το κλειδί γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της αμείλικτα.
«Μην κάνεις κάτι που θα το μετανιώσεις» με προειδοποίησε αλλά δεν άκουγα τίποτα πια.
Καρφώνοντας την πάνω στην πόρτα με τα μηλίγγια μου να πάλλονται σαν τρελά, τα πάντα να φαίνονται στην περιφερική μου όραση κόκκινα και την καρδιά μου να καλπάζει σαν τρελή καθώς το αίμα στις φλέβες μου να έρεε τόσο γρήγορα όσο δεν το είχα νιώσει ποτέ ξανά να ρέει άλλη φορά στην ζωή μου πλησίασα το πρόσωπο μου σε απόσταση αναπνοής από το δικό της χωρίς να έχω ιδέα τι πρόδιδαν τα χαρακτηριστικά μου άλλα ότι και να είδε μέσα σε αυτά την έκανε για λίγο να κάνει πίσω και να μην αντιδράσει.
«Ποιος είναι ο λόγος που ακόμα εξακολουθείς να με αρνείσαι» απαίτησα να μου πει κροταλίζοντας τα δόντια μου έχοντας ξεπεράσει κάθε προσωπικό μου όριο.
«Μικρέ μου πρίγκιπα» είπε με μια σπασμένη φωνή καθώς προσπάθησε να μου χαϊδέψει το πρόσωπο αλλά δεν την άφησα.
«Σταμάτα να με κανακεύεις και πες μου...» απαίτησα ενώ απομάκρυνα με δύναμη το χέρι της που ήταν έτοιμο να μου χαϊδέψει
«Μοναδική μου αγάπη...» είπε σπαρακτικά και χωρίς να έχει κουράγιο για άλλα λόγια έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας με αναφιλητά... Μην μπορώντας να την βλέπω άλλο έτσι την έσφιξα απάνω μου και χώνοντας το κεφάλι μου μέσα στα μαλλιά της άρχισα να εισπνέω άπληστα το γλυκό τους άρωμα αφήνοντας το να καταλαγιάσει τον εκνευρισμό μου ενώ παράλληλα την φίλαγα πάνω στο λαιμό της καθώς τα χέρια μου την παρηγορούσαν και την άκουσα που πάλευε να καταπνίξει τους λυγμούς της.
Συγκρατώντας το πρόσωπο της και με τα δύο μου χέρια, άρχισα να ανηφορίζω προς το πρόσωπο της χωρίς να σταματώ να την φιλώ και μόλις έφτασα στα χείλια της πριν ακόμα προλάβω να τα ακουμπήσω απάνω στα δικά της εκείνη τα σφράγισε πρώτη και άρχισε να με φιλάει τόσο απελπισμένα που μου έκοψε αμέσως την ανάσα μου, η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά και καθώς ένιωσα κάθε τι που με έπνιγε να εξανεμίζεται την τράβηξα προς τα πίσω και βύθισα την ματιά μου μέσα στην δική της.
Δεν είπαμε τίποτα, η ματιές μας ήταν αρκετές για να πουν όσα τα λόγια θα ωχριούσαν μπροστά στις λέξεις... Συγκρατώντας την με το ένα μου χέρι πάνω στην πλάτη της, έβαλα το άλλο μου κάτω από τα γόνατα της και ανασηκώνοντας την στην αγκαλιά μου αμέσως την παρέσυρα προς το κρεβάτι της χωρίς να της δίνω το δικαίωμα της επιλογής... Ήταν δική μου και θα της το υπενθύμιζα με κάθε δυνατό τρόπο.
Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012
Soulmates "35. Ο μεσολαβητής"
Έντουαρτ
~Τόσο βαρετά είναι πάντα όταν κάνετε μάθημα;~... ρώτησε και ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλια μου.
~Γιατί στα δικά σου χρόνια ήταν πιο ενδιαφέρον τα μαθήματα που έκανες;~... τον ρώτησα πειραχτικά.
~Μακάρι να ήταν εδώ να μας δίδασκε εκείνη, δεν θα ήθελες να τελειώσει ποτέ το μάθημα... Είχε τόσο πάθος όταν δίδασκε~... είπε και αναστέναξα.
~Δεν θα με αφήσεις να παρακολουθήσω το μάθημα~... διαπίστωσα και καθώς έβαλα το χέρι μου να ακουμπήσει πάνω στην παλάμη μου άρχισα να κάνω διάφορες μουτζούρες πάνω στο τετράδιο μου ενώ ταυτόχρονα σιγομουρμούριζα μέσα μου την μελωδία από το τραγούδι της παράστασης που θα δίναμε και αυτό φάνηκε να του κινεί την περιέργεια.
~Τι είναι αυτό;~... ρώτησε αμέσως.
~Είμαι στην θεατρική ομάδα και αυτό είναι ένα από τα τραγούδια που τραγουδάω με την Έλενα~... τον ενημέρωσα και αμέσως ένιωσα κάτι να αλλάζει μέσα του αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω ακριβώς το τι.
~Μπορείς να μου πεις και τους στοίχους;~... ρώτησε με έναν περίεργο προβληματισμό να βαραίνει την φωνή του.
~Γιατί όχι~... ανταποκρίθηκα εγώ πρόθημα και καθώς άρχισα να τραγουδάω το τραγούδι από μέσα μου εκείνος με σταμάτησε.
~Άσ’ το, τα λόγια την καταστρέφουν την μελωδία~... με διέκοψε και το σκέφτηκα για λίγο.
~Η γραφή σου την μάγευε τότε, γιατί δεν της γράφεις και τώρα κάτι;~... ρώτησα και ένιωσα εκείνον να ανεβαίνει ξαφνικά.
~Δεν χρειάζεται να γράψω κάτι καινούργιο... Πότε έχεις την επόμενη πρόβα;~
~Την τέταρτη ώρα~... του απάντησα με μια περίεργη υποψία να με βασανίζει... ~Τι έχεις σκοπό να κάνεις;~... ρώτησα αλλά εκείνος προσπέρασε την ερώτηση μου.
~Κανόνισε να λείπει η ξινή και θα δεις~... με διέταξε και τα παράτησα.
Γράφοντας πάνω στο τετράδιο μου ~Μπορείς να εξαφανίσεις την Έλενα από το μάθημα της τέταρτης ώρας;~ προς τον Έμετ, το πήγα προς το πλάι και τον άφησα να τον διαβάσει.
«Τι έχεις σκοπό να κάνεις;» ψιθύρισε αμέσως εκείνος και αναστέναξα.
Μακάρι να ήξερα... απάντησα από μέσα μου και έγραψα πάλι... ~Σε παρακαλώ μπορείς να μου κάνεις αυτήν την χάρη;~
«Θες να την εξαφανίσω μια και καλή ή μόνο για την τέταρτη ώρα;» ρώτησε εκείνος και πάλι ψιθυριστά στο αυτί μου και γύρισα απότομα την ματιά μου σοκαρισμένος προς το μέρος του.
«Κάλλεν και Χέιλ» μας επανέφερε η κυρία Κόουπ στην τάξη και γυρίζοντας μπροστά πήρα μια ανάσα και έγραψα ξανά.
~Μόνο για την τέταρτη ώρα και μην κάνεις καμία βλακεία, απλά δεν θέλω να έρθει στο μάθημα μπας και γλυτώσω την πρόβα~ έγραψα ψέματα και τον άφησα πάλι να τον διαβάσει και εκείνος μου άρπαξε το τετράδιο και κοιτώντας διακριτικά προς τα πίσω τον είδα που έγραφε κάτι.
Τελειώνοντας χτύπησε το τετράδιο στο κεφάλι μου και τον πέταξε μπροστά μου.
«Χέιλ αρκετά» φώναξε την κυρία Κόουπ και καθώς ο Έμετ σοβάρεψε μουρμουρίζοντας ένα συγνώμη εγώ άνοιξα το τετράδιο και διάβασα αυτό που μου είχε γράψει.
~Είμαι μέσα αλλά να ξέρεις ότι μου το χρωστάς~... διάβασα τις λέξεις μέσα από τις καρικατούρες που εκείνος θεωρούσε γράμματά και αναστέναξα.
~Οκ πάει και αυτό, κάτι άλλο μεγαλειότατε;~... τον ειρωνεύτηκα και αμέσως ένιωσα την ταραχή του.
~Μην με ειρωνεύεσαι εμένα νεαρέ μου, χάρη σου κάνω~... είπε σκληρά με μια βαριά χροιά και στριφογύρισα τα μάτια μου απελπισμένα... Ποιος κάνει χάρης σε ποιον... πήγα να του πω αλλά τελικά άλλαξα γνώμη.
~Σταμάτα να φέρεσαι σαν κακομαθημένο για να μην σε ειρωνεύομαι~... του γύρισα εγώ και έπεσε για λίγο η απόλυτη σιωπή.
Την στιγμή που ρώτησε κάτι η κυρία Κόουπ η Άλις σήκωσε το χέρι της για να απαντήσει και καθώς της έδωσε την άδεια εγώ γύρισα την ματιά μου αυτόματα προς το μέρος της... Τα ίδια συναισθήματα που ένιωσα πριν από τον πρόγονο μου ήρθαν ξανά να με κάνουν να θυμηθώ όλα όσα είχα σκεφτεί και πριν αλλά πριν προλάβω να τον ρωτήσω αυτό που με βασάνιζε εκείνος με πρόλαβε ακριβώς την στιγμή που η Άλις σταμάτησε να μιλάει.
~Τι λαμπρό παιδί, αυτή να μου το θυμηθείς μια μέρα θα πάει ψηλά και όλοι θα έχουν να λένε για εκείνην!~... είπε με έναν αμέριστο θαυμασμό με βαθιά συγκίνηση και χωρίς να καταφέρω να το συγκρατήσω άλλο πέταξα την ερώτηση που τόσο με βασάνιζε όλη αυτήν την ώρα.
~Σε εκείνην βλέπεις την Αλίσια που έχασες~... ήταν δήλωση παρά ερώτηση... Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
~Αγάπησα όλα μου τα παιδιά, ένα προς ένα...~... ξεκίνησε με μια βαθιά θλίψη να καλύπτει τα λόγια του... ~Εκείνα με έκαναν να νιώθω ολοκληρωμένος, η αγάπη τους με γέμιζε, με έκανε καλύτερο βασιλιά ίσως μπορείς να πεις και άνθρωπο... Για εκείνα και μόνο θα μπορούσα να φτιάξω έναν καλύτερο πλανήτη ώστε να μην γνωρίσουν ποτέ, πολέμους, πείνα ή πόνο αλλά δυστυχώς κανένα τους δεν κατάφερε να μου αναπληρώσουν το κενό που ένιωσα μέσα μου όταν έχασα την μικρή μου Αλίσια... Βλέπεις ήταν η πρώτη που αγάπησα με όλη μου την καρδιά πέρα από την Βασίλισσα μου... Μου χαμογελούσε και ένιωθα ότι σταματούσε η καρδιά μου να χτυπά, με φώναζε μπαμπά και δεν ήξερα πως να εκφράσω την χαρά μου, την άκουγα να χαχανίζει καθώς την γαργαλούσα και δάκρυζα από την ευφορία και την αγαλλίαση που πλημμύριζε την καρδιά μου, μου έβγαζε τέτοια συναισθήματα που δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν και πήγε η σκρόφα και τα κατέστρεψε όλα~... κατέληξε με μίσος και για λίγο έμεινα άφωνος χωρίς να ξέρω τι να πω πάνω σε αυτό.
~Να φανταστώ ότι δεν την συγχώρεσες ποτέ;~... ρώτησα γνωρίζοντας ήδη την απάντηση.
~Πως θα μπορούσα να της συγχωρήσω ποτέ κάτι τέτοιο; Μου γκρέμισε όλον μου τον κόσμο, όλα μου τα όνειρα τα έκανε στάχτη αλλά μην ανησυχείς το πλήρωσε πολύ ακριβά... Φυσικά για τα μάτια του κόσμου...~
~Της Μπέλλας πες καλύτερα~... τον διόρθωσα εγώ και γέλασε.
~Όλα για εκείνην...~ είπε κάτω από τον αναστεναγμό του... ~Έστω, για τα μάτια της βασίλισσας μου της φερόμουν σαν να ήταν η γυναίκα της ζωής μου αλλά όταν ερχόταν το βράδυ και επιτέλους μέναμε μόνοι μας την έκανα να πληρώσει κάθε πόνο που μου είχε προκαλέσει~... συνέχισε με απόλυτη ικανοποίηση.
~Δεν είχα καμία αμφιβολία γι αυτό...~... του επιβεβαίωσα ότι το είχα καταλάβει και εγώ... ~Όταν εννοείς όνειρα;~... συνέχισα τις απορίες μου και εκείνος πρόθυμα συνέχισε.
~Είχα κάνει τόσα όνειρα για την μικρή μου Αλίσια, μόνο να την κοίταζες έφτανε για να καταλάβεις το πόσο έξυπνο πλάσμα ήταν πόσο λαμπρό, ένα μικρό αστέρι που θα βασίλευε με σοφία... Τα είχα σκεφτεί όλα τόσο άψογα μέσα στο μυαλό μου, θα περίμενα μέχρι να μεγαλώσει, θα την δασκάλευα φυσικά σωστά για να ξέρει πως να χειρίζεται τις καταστάσεις και όταν θα ήταν έτοιμη γι αυτό θα της παρέδιδα την βασιλεία μου και εγώ θα μπορούσα επιτέλους να είμαι μαζί με το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που ήθελα να είμαι~... είπε και ζάρωσα τα φρύδια μου παραξενευμένος.
~Μα ήταν κορίτσι πως θα μπορούσε να βασιλέψει;~... ρώτησα με απορία.
~Κάποια στιγμή θα παντρευόταν~... είπε σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο και μπερδεύτηκα περισσότερο.
~Άρα ο άντρας της θα βασίλευε και όχι εκείνη~... διαπίστωσα και τον ένιωσα να γελά.
~Αν νομίζεις ότι τότε βασίλευαν οι άντρες είναι βαθιά νυχτωμένος... Οι γυναίκες ήταν αυτές που βασίλευαν και απλά εκείνοι επαναλάμβαναν τα λόγια τους για να τα επικυρώσουν... Εκτός φυσικά επί της δικής μου βασιλείας, δεν άφησα ποτέ γυναίκα να μου πει το τι θα κάνω και τι όχι τον πρώτο λόγο και τον τελευταίο τον είχα μόνο εγώ~... είπε με έναν βαρύ τόνο που με έκανε να καταλάβω το πόσο μισούσε γενικότερα τις γυναίκες και όχι μόνο την Κατρίνα.
~Και θα τα παρατούσες όλα για χάρη της;~... ρώτησα χωρίς να το πιστεύω.
~Ποτέ δεν ήθελα να δεχτώ την κληρονομιά μου, όλα αυτά τα έκανα γιατί εκείνοι το θέλανε... Είσαι γεννημένος ηγέτης λέγανε, όλοι θα έχουν να λένε για την βασιλεία σου, μπούρδες, αν είχα την επιλογή δεν θα γινόμουν ποτέ βασιλιάς, θα την έκλεβα με την πρώτη ευκαιρία και θα πηγαίναμε στο πιο απομακρυσμένο μέρος που υπήρχε πάνω στην γη για να ζήσουμε μόνο εκείνη και εγώ μακριά από όλους όσους μας χωρίζανε~... οκ τώρα έμεινα μαλάκας... Ειλικρινά τι θα μπορούσα να πω πάνω σε αυτό;;;
~Τους γονείς σου δεν τους αγάπησες ποτέ;~... ρώτησα το πρώτο που
μου έκανε εντύπωση μέσα από όλα αυτά.
~Ήταν γονείς μου, φυσικά και τους αγαπούσα αλλά μόνο γιατί έπρεπε, ποτέ δεν ένιωσα για εκείνους τίποτα περισσότερο από αυτό~... απάντησε ευθέως και με ειλικρίνεια και το σκέφτηκα για λίγο.
~Η αγάπη σου για εκείνην επισκίαζε την δική τους αγάπη;~... ρώτησα το προφανές αλλά εκείνος αμέσως μου το αρνήθηκε.
~Έτσι το βλέπανε όλοι, ιδίως η μητέρα μου, γι αυτό και δεν την ευχαρίστησε ποτέ για το καλό που της έκανε αλλά δεν ήταν αυτή η αλήθεια, αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα τότε θα είχαν σίγουρα την αγάπη μου~... απάντησε με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και αναστέναξα.
~Ήταν αυταρχικοί;~... ρώτησα με πόνο έχοντας στο μυαλό μου το πως ήταν ο πατέρας μου μαζί μας αλλά και πάλι διαφώνησε.
~Την μητέρα θα μπορούσες να την θεωρήσεις και έτσι αλλά εγώ προτιμώ τον όρο δολοπλόκα... Ήταν δαιμόνιο μυαλό έκανε τον πατέρα μου αλοιφή για κάλους, ξέρεις σήκω – σήκω, κάτσε – κάτσε, τον κοίταζα και πραγματικά με αηδίαζε τόσο πολύ που άφηνε να τον κάνει ότι ήθελε εκείνη αλλά και πάλι δεν είχε καμία σχέση με τον πατέρα σου, τουλάχιστον εκείνη με ήθελε ζωντανό~... μου είπε και σφράγισα τα χείλια μου σε αντίδραση πάνω σε αυτό, η καρδιά μου αμέσως σφίχτηκε μέσα στο στήθος μου και τα μάτια μου αυτόματα ένιωσα να ψάχνουν τρόπο να ξεγλιστρήσουν το δάκρυ που ερχόταν απειλητικά να με προδώσει.
~ΩΩΩ έλα τώρα, μην μου πεις ότι θα βάλεις και τα κλάματα~... ειρωνεύτηκε με μια δόση αηδίας στην φωνή του και κόντεψα να εκραγώ.
~Ξέρεις δεν ήμαστε όλοι αναίσθητοι σαν και εσένα~... του γύρισα πίσω εκνευρισμένα και ένιωσα τον ίδιο εκνευρισμό να διακατέχει και τον ίδιο.
~Κάτσε να περάσει η επήρεια του αίματος της και τα λέμε το πόσο αναίσθητος είμαι και το πόσο όχι~... μου γύρισε σκληρά και αυτό για λίγο με προβλημάτισε.
~Γι αυτό χρειάζεσαι το αίμα τους για να μπορείς να σβήνεις τα συναισθήματα σου;...~... ρώτησα αλλά δεν απάντησε... ~Όταν το πίνεις μπορείς να έχεις τα επιπλέον προτερήματα τους~... διαπίστωσα και ένιωσα για λίγο τον εκνευρισμό του να καταλαγιάζει.
~Δεν είναι το ίδιο σαν και εκείνους αλλά ναι μπορώ να τα χρησιμοποιώ υπέρ μου~... επιβεβαίωσε τελικά.
~Και εγώ γιατί δεν μπορώ να το κάνω;~... ρώτησα παραξενευμένος.
~Γιατί είσαι ακόμα άνθρωπος, όταν σπάσεις την κατάρα και ενσωματώσεις την ψυχή σου με την ψυχή του δικού σου λύκου τότε μόνο θα μπορείς να εκμεταλλεύεσαι τα προτερήματα του αίματος τους~... με ενημέρωσε.
~Πως τα ξέρεις όλα αυτά;~... δεν μπορούσα να μην ρωτήσω μου είχε εξάψει την περιέργεια.
~Τι νόμιζες ότι έκανα τα πέντε χρόνια που έλειπα;~... με ρώτησε δύσπιστα.
~Τους μελετούσες;~... ρώτησα χωρίς να το πιστεύω.
~Πως αλλιώς θα κατάφερνα να την ρίξω αν δεν μάθαινα όλα τα αδύναμα σημεία της;~... είπε και έμεινα σοκαρισμένος από την διαπίστωση που μόλις έκανα.
~Δεν γύρισες για να την κερδίσεις, γύρισες για να την εκδικηθείς~... δήλωσα σοκαρισμένος την διαπίστωση μου.
~Ναι, ήθελα να την κάνω να μου το πληρώσει...~... επιβεβαίωσε εκείνος σκληρά... ~Η μοναδική γυναίκα της ζωής μου, το μοναδικό πλάσμα που μου είχε απομείνει με πρόδωσε με τον χειρότερο τρόπο, υπερασπίστηκε εκείνην την άχρηστη, μπήκε μπροστά της και μου δήλωσε πως αν ήθελα να την σκοτώσω θα έπρεπε να περάσω πρώτα πάνω από το πτώμα της, το διανοείσαι; Δεν έχω ιδέα πως κατάφερα να σταματήσω τον εαυτό μου για να μην την πληγώσω, ποδοπάτησα τον εγωισμό μου για να μην της κάνω κακό και εκείνη δεν έψαξε καν να με βρει, την στιγμή που την είχα περισσότερο ανάγκη μου γύρισε την πλάτη και με άφησε να παλέψω μόνος μου να βρω τα λογικά μου, πως θα μπορούσα ποτέ να της το συγχωρέσω αυτό;~... είπε με πικρία και ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγετε.
~Όμως την συγχώρεσες~... είπα την διαπίστωση μου και για λίγο έμεινε στην σιωπή.
~Όταν την είδα ξανά, όταν άκουσα την ρυθμική της ανάσα...~... δεν μπορούσε να συνεχίσει.
~Βρήκες την λογική σου~... συμπλήρωσα εγώ.
~Δεν μπορούσα να την μισήσω, ότι και να έκανα όσο και να το προσπαθούσα δεν το κατάφερα ποτέ αλλά αυτό το γιατί πάντα με βασάνιζε, φυσικά εκείνη ποτέ δεν μου το αποκάλυψε ποτέ~
~Τι σε σταμάτησε;~... ρώτησα περίεργος.
~Μόλις ξάπλωσα δίπλα της και ήμουν έτοιμος να της ξεριζώσω την καρδιά χωρίς καν να το προσπαθήσω ξαφνικά άρχισα να βλέπω τα όνειρα της... Οι εικόνες ήταν η ίδιες που είδες και εσύ το βράδυ, πάντα η τρυφερή μου ηλικία, όταν είδα τον εαυτό μου πως ήταν ένιωσα την καρδιά μου να χάνετε, κατάλαβα ότι αυτόν τον πρίγκιπα αναζητάει η καρδιά της αλλά εκείνος ο πρίγκιπας είχε πλέον χαθεί... Μετανιωμένος προσπάθησα να φύγω μακριά της, είχα σκοπό να χαθώ για πάντα από όλους και από όλα αλλά εκείνη ξύπνησε και με σταμάτησε, τότε σκέφτηκα ότι αν της προσφέρω αυτό που ήθελε, αν την έκανα υπερήφανη για μένα ίσως τότε να κατάφερνα να την κερδίσω και πάλι, έτσι και έμεινα~ ολοκλήρωσε και αυτό μου έφερε αυτόματα και άλλες απορίες.
~Και το αίμα των βρικολάκων που το έβρισκες;~ ρώτησα με μια περίεργη υποψία να με κάνει να θέλω να πάρω πίσω την ερώτηση μου.
~Είχα κρατήσει τους βρικόλακες που είχα πιάσει όσο έλειπα από το βασίλειο μας και τους επισκεπτόμουν καθημερινά~... είπε και δεν μου έκανε εντύπωση.
~Να φανταστώ ότι τους βασάνιζες κιόλας;~... ρώτησα χωρίς να είμαι σίγουρος αν θέλω να ξέρω την απάντηση.
~Όσο περισσότερο άυπνοι και ταλαιπωρημένοι είναι τόσο μεγαλύτερη δύναμη έχει το αίμα τους~... είπε με πονηριά και αναστέναξα.
~Οκ αυτό μου αρκεί δεν θέλω να ξέρω άλλα~... του είπα για να σταματήσει εδώ και τον ένιωσα να γελά σατανικά ενώ παράλληλα άρχισα να βλέπω διάφορες εικόνες που μου μετέφερε.
Μόλις ένιωσα να μπαίνω σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι αυτόματα η ανάσα μου άρχισε να γίνετε γρήγορη.
~Είσαι τρελός;;;... Δεν θέλω να ξέρω σου είπα~... φώναξα μέσα στην σκέψη μου και εκείνος γέλασε περισσότερο.
~Ωρίμασε επιτέλους, μην κάνεις σαν μωρό παιδί~... με επέπληξε εκείνος και τα πήρα στο κρανίο.
~Τώρα καταλαβαίνω απόλυτα γιατί κάθε φορά που προσπαθεί να σε συγχωρήσει πάντα βρίσκει έναν λόγο να μην το κάνει... Κάθε φορά που νιώθω ότι βρίσκω ένα λόγο για να μπορέσω με όλη μου την θέληση να σας δώσω μια ευκαιρία να είσαστε μαζί, εκεί έρχεται κάτι μέσα από τις πράξεις σου ή τα λόγια σου να με κάνει να το μετανιώσω πάλι... Αν θες την γνώμη μου, ούτε εγώ θα σου έδινα δεύτερη ευκαιρία, οι πράξεις σου σε έκαναν να χάσεις όλο το δίκιο που είχες... Την γέμισες τύψεις, δεν σταμάτησες ποτέ να της υπενθυμίζεις ότι ήταν υπαίτια για την κατάντια σου, τι περίμενες ότι αυτό θα την έκανε να λυγίσει θετικά;... Είσαι τόσο αξιολύπητος~... του γύρισα εγώ και αμέσως ένιωσα όλον τον εκνευρισμό που τον κατέβαλε αλλά καθώς το κουδούνι χτύπησε άρχισα να μαζεύω με νεύρο τα πράγματα μου για να πάω στο επόμενο μάθημα και η Άλις με πλησίασε αμέσως... Αυτόματα εκείνος σταμάτησε ότι προσπάθησε να μου εξαπολύσει.
«Είσαι καλά;» ρώτησε η Άλις με αγωνία και κατένευσα.
«Μην ανησυχείς για μένα, απλά είναι δύσκολες μέρες, ότι και να έχω θα μου περάσει»... την διαβεβαίωσα καθώς πέρασα το χέρι μου από την μέση της και αφού της έδωσα ένα φιλί πάνω στα μαλλιά της την παρέσυρα προς το επόμενο μάθημα... Ο πρόγονος μου μέχρι και το μεγάλο διάλλειμα δεν ξαναμίλησε ενώ η Έλενα έψαχνε με κάθε τρόπο να με πλησιάσει αλλά εγώ την απέφευγα συστηματικά, δεν με έφταναν όλα τα αλλά θα είχα και εκείνην τώρα;
Φτάνοντας στην καφετέρια την στιγμή που ήμουν στον αυτόματο πωλητή για να πάρω ένα αναψυκτικό είδα μέσα από την τζαμαρία τον Έμετ με την Έλενα να ξεμακραίνουν και τότε θυμήθηκα το πιο βασικό.
~Μήπως ξεχνάς κάτι;~... τον ρώτησα εριστικά.
~Όπως;~... με ρώτησε πίσω στον ίδιο τόνο.
~Η Μπέλλα δεν παρακολουθεί κανένα μάθημα εκτός αυτό της ιστορίας, οπότε ότι και να σχεδιάζεις εκείνη δεν θα είναι εκεί για να το δει~... του χτύπησα χαιρέκακα.
~Αυτό θα το δούμε~... είπε μόνο και χωρίς προειδοποίηση πήρε ξανά τον έλεγχο.
Πρίγκιπας
Βγαίνοντας από το κτήριο πήρα μια βαθιά εισπνοή και μόλις ένιωσα την μυρωδιά της να έρχεται από τα νότια άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση για να την κάνω να έρθει εκείνη σε μένα, φυσικά αυτό δεν άργησε να γίνει.
«Πηγαίνεις κάπου;» ρώτησε καθώς ξαφνικά βρέθηκε μπροστά μου εμποδίζοντας μου το δρόμο και πέφτοντας απάνω της με την φόρα που είχα πάρει την έκανα να πέσει στο έδαφος και εκείνη αμέσως με ξεκόλλησε από πάνω της και σηκώθηκε ξανά όρθια ενώ τίναζε τα ρούχα της από το χώμα προσπαθώντας πολύ σκληρά να συγκρατήσει τα νεύρα της.
«Είναι τόσο βαρετά χωρίς εσένα» είπα μελοδραματικά ενώ ανασήκωσα το πάνω μέρος του σώματος μου χωρίς να κάνω τον κόπο να σηκωθώ όρθιος και στριφογύρισε τα μάτια της απελπισμένα.
«Και σκέφτηκες να βγεις καμία βόλτα μπας και πετύχεις καμία μπεκάτσα;»... με ειρωνεύτηκες και γέλασα με το πιο δελεαστικό μου χαμόγελο ενώ την κοίταζα παιχνιδιάρικα.
«Και πέτυχα την καλύτερη»... συνέχισα το πείραγμα της αλλά εκείνη δεν πτοήθηκε.
«Τι ετοιμάζεις πάλι;» ρώτησε κουρασμένα ενώ σταύρωνε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της.
«Εγώ;...» ρώτησα δύσπιστα... «Τίποτα» της απάντησα και καλά αθώα.
«Ναι και τώρα με έπεισες... Γιατί ο Έμετ τραβολόγαγε την Έλενα κακήν κακός;» ρώτησε κατευθείαν ψυλλιασμένη.
«Και που θες να ξέρω εγώ;» της γύρισα την ερώτηση κάνοντας τον ανήξερο και αναστέναξε απηυδισμένα.
«Ότι και να ετοιμάζεις δεν θα πιάσει» μου δήλωσε και ανασήκωσα το φρύδι μου με ειρωνεία.
«Γι αυτό με αποφεύγεις» της χτύπησα.
«Σε αποφεύγω; Κάνε μου την χάρη» είπε με μια απελπισμένη γκριμάτσα αλλά δεν με έπεισε καθόλου.
«Τότε γιατί δεν εμφανίζεσαι σε κανένα μάθημα;» συνέχισα εγώ και αναστέναξε.
«Πήγαινε με τους υπόλοιπους Έντουαρτ και παράτα με στην ησυχία μου» είπε κουρασμένα.
«Δεν πάω πουθενά αν δεν έρθεις μαζί μου» είπα με πείσμα ενώ σταύρωσα τα χέρια μου μπροστά στο στήθος μου.
«Δεν περίμενα κάτι καλύτερο από αυτό αλλά δεν θα σου κάνω την χάρη» είπε και γυρίζοντας την πλάτη της άρχισε να ξεμακραίνει αδειάζοντας με κανονικότητα.
«Περίμενα...» ξεκίνησα νευριασμένα καθώς αυτόματα σηκώθηκα όρθιος και πριν συνεχίσω εκείνη γυρίζοντας απότομα προς την μεριά μου έκοψε την φράση μου στην μέση περνώντας στην σκέψη μου.
~Ο αδελφός μου είναι μέσα στα δέντρα και παραφυλάει για μια τέτοια στιγμή ώστε να κλέψει την ευκαιρία να σε αρπάξει και να σε πάει στον πατέρα του και το σινάφι του για να σε κλειδώσουν σε κανένα μπουντρούμι ώστε να βεβαιωθούν ότι δεν θα καταφέρεις να σπάσεις την κατάρα, συνειδητοποιείς τι θα συμβεί αν καταλάβουν ότι είσαι ήδη μέσα στο σώμα του;~... μου χτύπησε σκληρά και άρχισα να ανασαίνω γρήγορα κοιτώντας την σκληρά τρίζοντας τα δόντια μου με μανία και μόλις η φωνή της Άλις έφτασε στα αυτιά μου για λίγο σάστισα.
«Έντουαρτ είσαι καλά;» ρώτησε με αγωνία καθώς έτρεχε κατά πάνω μου και μόλις την ένιωσα να με αγκαλιάζει γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της σοκαρισμένος... Τα συναισθήματα που μου ανέσυρε στην επιφάνεια αυτό της το άγγιγμα με ξάφνιασαν σε τέτοιο βαθμό που δεν είχα ιδέα πως να τα διαχειριστώ και μην αντέχοντας το άλλο όλο αυτό άφησα τον μικρό να πάρει ξανά τον έλεγχο χωρίς καν να τον προειδοποιήσω.
Έντουαρτ
Μόλις ένιωσα να παίρνω τον έλεγχο ξανά έσφιξα την Άλις μέσα στην αγκαλιά μου και της χάιδεψα την πλάτη παρηγορητικά.
«Είμαι καλά» την καθησύχασα ενώ γύριζα την ματιά μου προς την Μπέλλα και εκείνη με μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού της με διαβεβαίωσε ότι κατάλαβε την αλλαγή... «Γιατί δεν πας με τον Τζάσπερ μέσα και θα σας ακολουθήσουμε και εμείς» συνέχισα χωρίς να αποχωρίζομαι την ματιά της Μπέλλας.
«Σίγουρα είσαι καλά;» με ρώτησε η Άλις και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της.
«Ναι, πηγαίνετε μέσα» της είπα ξανά με περισσότερη αυτοπεποίθηση και καθώς γύρισε και κοίταξε την Μπέλλα για λίγο τελικά τα παράτησε και το δέχτηκε.
«Μην αργήσετε» τόνισε και αφού μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο πήγε κοντά στον Τζάσπερ που μας κοίταζε καλά, καλά σαν να υποψιαζόταν κάτι και έφυγαν.
«Πρέπει να μιλήσουμε» ξεκίνησα χωρίς να χάνω χρόνο προς την Μπέλλα.
«Δεν έχουμε να πούμε τίποτα» μου το ξέκοψε εκείνη αμέσως και καθώς μου γύρισε την πλάτη της άρχισε να ξεμακραίνει αλλά εγώ δεν την άφησα το περιθώριο να το κάνει... Τρέχοντας πίσω της την άρπαξα από το μπράτσο της και την γύρισα προς το μέρος μου.
«Έχετε...» ξεκίνησα και εκείνη όπως και στον πρόγονο μου πριν με διέκοψε πριν συνεχίσω περνώντας μου μέσα στην σκέψη μου.
~Χρειάζεται να σου υπενθυμίσω ότι αυτή την στιγμή έχουμε κοινό που μας ακούει;~... ρώτησε με μια δόση ειρωνείας και τα πήρα περισσότερο.
«Δεν με ενδιαφέρει ποιος μας ακούει... θα με ακούσεις θες δεν θες...» είπα επιτακτικά και με κοίταξε ξαφνιασμένα... «Έχετε και οι δύο άδικο, αντί να χτίσετε την σχέση σας την καταστρέψατε με τα ανόητα πείσματα σας... Εσύ από ηθικής άποψης εκείνος από εμμονή, γιατί αυτό έγινες για εκείνον μια εμμονή... Ήσουν η μόνη που του είχε απομείνει, γιατί του γύρισες την πλάτη; Γιατί ποτέ δεν έψαξες να τον βρεις, το ξέρεις ότι αυτό το γιατί είναι αυτό που τον βασανίζει ακόμα και σήμερα;...» γυρίζοντας το κεφάλι της στο πλάι έτριξε τα δόντια της και ανασαίνοντας γρήγορα έμεινε έτσι χωρίς να ανταποκρίνεται... «Περίμενε 1200 χρόνια γι αυτήν την στιγμή, είτε τον αρνηθείς είτε όχι νομίζω ότι αξίζει έστω και λίγο την προσοχή σου» συνέχισα εγώ και αφήνοντας το χέρι της από το σφιχτό μου κράτημα την προσπέρασα και άρχισα με γρήγορα βήματα να πλησιάζω την Άλις με τον Τζάσπερ για να τους προλάβω ώστε να πάμε μαζί στην πρόβα που είχαμε για την παράσταση που θα ανεβάζαμε.
~Ήταν γονείς μου, φυσικά και τους αγαπούσα αλλά μόνο γιατί έπρεπε, ποτέ δεν ένιωσα για εκείνους τίποτα περισσότερο από αυτό~... απάντησε ευθέως και με ειλικρίνεια και το σκέφτηκα για λίγο.
~Η αγάπη σου για εκείνην επισκίαζε την δική τους αγάπη;~... ρώτησα το προφανές αλλά εκείνος αμέσως μου το αρνήθηκε.
~Έτσι το βλέπανε όλοι, ιδίως η μητέρα μου, γι αυτό και δεν την ευχαρίστησε ποτέ για το καλό που της έκανε αλλά δεν ήταν αυτή η αλήθεια, αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα τότε θα είχαν σίγουρα την αγάπη μου~... απάντησε με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και αναστέναξα.
~Ήταν αυταρχικοί;~... ρώτησα με πόνο έχοντας στο μυαλό μου το πως ήταν ο πατέρας μου μαζί μας αλλά και πάλι διαφώνησε.
~Την μητέρα θα μπορούσες να την θεωρήσεις και έτσι αλλά εγώ προτιμώ τον όρο δολοπλόκα... Ήταν δαιμόνιο μυαλό έκανε τον πατέρα μου αλοιφή για κάλους, ξέρεις σήκω – σήκω, κάτσε – κάτσε, τον κοίταζα και πραγματικά με αηδίαζε τόσο πολύ που άφηνε να τον κάνει ότι ήθελε εκείνη αλλά και πάλι δεν είχε καμία σχέση με τον πατέρα σου, τουλάχιστον εκείνη με ήθελε ζωντανό~... μου είπε και σφράγισα τα χείλια μου σε αντίδραση πάνω σε αυτό, η καρδιά μου αμέσως σφίχτηκε μέσα στο στήθος μου και τα μάτια μου αυτόματα ένιωσα να ψάχνουν τρόπο να ξεγλιστρήσουν το δάκρυ που ερχόταν απειλητικά να με προδώσει.
~ΩΩΩ έλα τώρα, μην μου πεις ότι θα βάλεις και τα κλάματα~... ειρωνεύτηκε με μια δόση αηδίας στην φωνή του και κόντεψα να εκραγώ.
~Ξέρεις δεν ήμαστε όλοι αναίσθητοι σαν και εσένα~... του γύρισα πίσω εκνευρισμένα και ένιωσα τον ίδιο εκνευρισμό να διακατέχει και τον ίδιο.
~Κάτσε να περάσει η επήρεια του αίματος της και τα λέμε το πόσο αναίσθητος είμαι και το πόσο όχι~... μου γύρισε σκληρά και αυτό για λίγο με προβλημάτισε.
~Γι αυτό χρειάζεσαι το αίμα τους για να μπορείς να σβήνεις τα συναισθήματα σου;...~... ρώτησα αλλά δεν απάντησε... ~Όταν το πίνεις μπορείς να έχεις τα επιπλέον προτερήματα τους~... διαπίστωσα και ένιωσα για λίγο τον εκνευρισμό του να καταλαγιάζει.
~Δεν είναι το ίδιο σαν και εκείνους αλλά ναι μπορώ να τα χρησιμοποιώ υπέρ μου~... επιβεβαίωσε τελικά.
~Και εγώ γιατί δεν μπορώ να το κάνω;~... ρώτησα παραξενευμένος.
~Γιατί είσαι ακόμα άνθρωπος, όταν σπάσεις την κατάρα και ενσωματώσεις την ψυχή σου με την ψυχή του δικού σου λύκου τότε μόνο θα μπορείς να εκμεταλλεύεσαι τα προτερήματα του αίματος τους~... με ενημέρωσε.
~Πως τα ξέρεις όλα αυτά;~... δεν μπορούσα να μην ρωτήσω μου είχε εξάψει την περιέργεια.
~Τι νόμιζες ότι έκανα τα πέντε χρόνια που έλειπα;~... με ρώτησε δύσπιστα.
~Τους μελετούσες;~... ρώτησα χωρίς να το πιστεύω.
~Πως αλλιώς θα κατάφερνα να την ρίξω αν δεν μάθαινα όλα τα αδύναμα σημεία της;~... είπε και έμεινα σοκαρισμένος από την διαπίστωση που μόλις έκανα.
~Δεν γύρισες για να την κερδίσεις, γύρισες για να την εκδικηθείς~... δήλωσα σοκαρισμένος την διαπίστωση μου.
~Ναι, ήθελα να την κάνω να μου το πληρώσει...~... επιβεβαίωσε εκείνος σκληρά... ~Η μοναδική γυναίκα της ζωής μου, το μοναδικό πλάσμα που μου είχε απομείνει με πρόδωσε με τον χειρότερο τρόπο, υπερασπίστηκε εκείνην την άχρηστη, μπήκε μπροστά της και μου δήλωσε πως αν ήθελα να την σκοτώσω θα έπρεπε να περάσω πρώτα πάνω από το πτώμα της, το διανοείσαι; Δεν έχω ιδέα πως κατάφερα να σταματήσω τον εαυτό μου για να μην την πληγώσω, ποδοπάτησα τον εγωισμό μου για να μην της κάνω κακό και εκείνη δεν έψαξε καν να με βρει, την στιγμή που την είχα περισσότερο ανάγκη μου γύρισε την πλάτη και με άφησε να παλέψω μόνος μου να βρω τα λογικά μου, πως θα μπορούσα ποτέ να της το συγχωρέσω αυτό;~... είπε με πικρία και ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγετε.
~Όμως την συγχώρεσες~... είπα την διαπίστωση μου και για λίγο έμεινε στην σιωπή.
~Όταν την είδα ξανά, όταν άκουσα την ρυθμική της ανάσα...~... δεν μπορούσε να συνεχίσει.
~Βρήκες την λογική σου~... συμπλήρωσα εγώ.
~Δεν μπορούσα να την μισήσω, ότι και να έκανα όσο και να το προσπαθούσα δεν το κατάφερα ποτέ αλλά αυτό το γιατί πάντα με βασάνιζε, φυσικά εκείνη ποτέ δεν μου το αποκάλυψε ποτέ~
~Τι σε σταμάτησε;~... ρώτησα περίεργος.
~Μόλις ξάπλωσα δίπλα της και ήμουν έτοιμος να της ξεριζώσω την καρδιά χωρίς καν να το προσπαθήσω ξαφνικά άρχισα να βλέπω τα όνειρα της... Οι εικόνες ήταν η ίδιες που είδες και εσύ το βράδυ, πάντα η τρυφερή μου ηλικία, όταν είδα τον εαυτό μου πως ήταν ένιωσα την καρδιά μου να χάνετε, κατάλαβα ότι αυτόν τον πρίγκιπα αναζητάει η καρδιά της αλλά εκείνος ο πρίγκιπας είχε πλέον χαθεί... Μετανιωμένος προσπάθησα να φύγω μακριά της, είχα σκοπό να χαθώ για πάντα από όλους και από όλα αλλά εκείνη ξύπνησε και με σταμάτησε, τότε σκέφτηκα ότι αν της προσφέρω αυτό που ήθελε, αν την έκανα υπερήφανη για μένα ίσως τότε να κατάφερνα να την κερδίσω και πάλι, έτσι και έμεινα~ ολοκλήρωσε και αυτό μου έφερε αυτόματα και άλλες απορίες.
~Και το αίμα των βρικολάκων που το έβρισκες;~ ρώτησα με μια περίεργη υποψία να με κάνει να θέλω να πάρω πίσω την ερώτηση μου.
~Είχα κρατήσει τους βρικόλακες που είχα πιάσει όσο έλειπα από το βασίλειο μας και τους επισκεπτόμουν καθημερινά~... είπε και δεν μου έκανε εντύπωση.
~Να φανταστώ ότι τους βασάνιζες κιόλας;~... ρώτησα χωρίς να είμαι σίγουρος αν θέλω να ξέρω την απάντηση.
~Όσο περισσότερο άυπνοι και ταλαιπωρημένοι είναι τόσο μεγαλύτερη δύναμη έχει το αίμα τους~... είπε με πονηριά και αναστέναξα.
~Οκ αυτό μου αρκεί δεν θέλω να ξέρω άλλα~... του είπα για να σταματήσει εδώ και τον ένιωσα να γελά σατανικά ενώ παράλληλα άρχισα να βλέπω διάφορες εικόνες που μου μετέφερε.
Μόλις ένιωσα να μπαίνω σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι αυτόματα η ανάσα μου άρχισε να γίνετε γρήγορη.
~Είσαι τρελός;;;... Δεν θέλω να ξέρω σου είπα~... φώναξα μέσα στην σκέψη μου και εκείνος γέλασε περισσότερο.
~Ωρίμασε επιτέλους, μην κάνεις σαν μωρό παιδί~... με επέπληξε εκείνος και τα πήρα στο κρανίο.
~Τώρα καταλαβαίνω απόλυτα γιατί κάθε φορά που προσπαθεί να σε συγχωρήσει πάντα βρίσκει έναν λόγο να μην το κάνει... Κάθε φορά που νιώθω ότι βρίσκω ένα λόγο για να μπορέσω με όλη μου την θέληση να σας δώσω μια ευκαιρία να είσαστε μαζί, εκεί έρχεται κάτι μέσα από τις πράξεις σου ή τα λόγια σου να με κάνει να το μετανιώσω πάλι... Αν θες την γνώμη μου, ούτε εγώ θα σου έδινα δεύτερη ευκαιρία, οι πράξεις σου σε έκαναν να χάσεις όλο το δίκιο που είχες... Την γέμισες τύψεις, δεν σταμάτησες ποτέ να της υπενθυμίζεις ότι ήταν υπαίτια για την κατάντια σου, τι περίμενες ότι αυτό θα την έκανε να λυγίσει θετικά;... Είσαι τόσο αξιολύπητος~... του γύρισα εγώ και αμέσως ένιωσα όλον τον εκνευρισμό που τον κατέβαλε αλλά καθώς το κουδούνι χτύπησε άρχισα να μαζεύω με νεύρο τα πράγματα μου για να πάω στο επόμενο μάθημα και η Άλις με πλησίασε αμέσως... Αυτόματα εκείνος σταμάτησε ότι προσπάθησε να μου εξαπολύσει.
«Είσαι καλά;» ρώτησε η Άλις με αγωνία και κατένευσα.
«Μην ανησυχείς για μένα, απλά είναι δύσκολες μέρες, ότι και να έχω θα μου περάσει»... την διαβεβαίωσα καθώς πέρασα το χέρι μου από την μέση της και αφού της έδωσα ένα φιλί πάνω στα μαλλιά της την παρέσυρα προς το επόμενο μάθημα... Ο πρόγονος μου μέχρι και το μεγάλο διάλλειμα δεν ξαναμίλησε ενώ η Έλενα έψαχνε με κάθε τρόπο να με πλησιάσει αλλά εγώ την απέφευγα συστηματικά, δεν με έφταναν όλα τα αλλά θα είχα και εκείνην τώρα;
Φτάνοντας στην καφετέρια την στιγμή που ήμουν στον αυτόματο πωλητή για να πάρω ένα αναψυκτικό είδα μέσα από την τζαμαρία τον Έμετ με την Έλενα να ξεμακραίνουν και τότε θυμήθηκα το πιο βασικό.
~Μήπως ξεχνάς κάτι;~... τον ρώτησα εριστικά.
~Όπως;~... με ρώτησε πίσω στον ίδιο τόνο.
~Η Μπέλλα δεν παρακολουθεί κανένα μάθημα εκτός αυτό της ιστορίας, οπότε ότι και να σχεδιάζεις εκείνη δεν θα είναι εκεί για να το δει~... του χτύπησα χαιρέκακα.
~Αυτό θα το δούμε~... είπε μόνο και χωρίς προειδοποίηση πήρε ξανά τον έλεγχο.
Πρίγκιπας
Βγαίνοντας από το κτήριο πήρα μια βαθιά εισπνοή και μόλις ένιωσα την μυρωδιά της να έρχεται από τα νότια άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση για να την κάνω να έρθει εκείνη σε μένα, φυσικά αυτό δεν άργησε να γίνει.
«Πηγαίνεις κάπου;» ρώτησε καθώς ξαφνικά βρέθηκε μπροστά μου εμποδίζοντας μου το δρόμο και πέφτοντας απάνω της με την φόρα που είχα πάρει την έκανα να πέσει στο έδαφος και εκείνη αμέσως με ξεκόλλησε από πάνω της και σηκώθηκε ξανά όρθια ενώ τίναζε τα ρούχα της από το χώμα προσπαθώντας πολύ σκληρά να συγκρατήσει τα νεύρα της.
«Είναι τόσο βαρετά χωρίς εσένα» είπα μελοδραματικά ενώ ανασήκωσα το πάνω μέρος του σώματος μου χωρίς να κάνω τον κόπο να σηκωθώ όρθιος και στριφογύρισε τα μάτια της απελπισμένα.
«Και σκέφτηκες να βγεις καμία βόλτα μπας και πετύχεις καμία μπεκάτσα;»... με ειρωνεύτηκες και γέλασα με το πιο δελεαστικό μου χαμόγελο ενώ την κοίταζα παιχνιδιάρικα.
«Και πέτυχα την καλύτερη»... συνέχισα το πείραγμα της αλλά εκείνη δεν πτοήθηκε.
«Τι ετοιμάζεις πάλι;» ρώτησε κουρασμένα ενώ σταύρωνε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της.
«Εγώ;...» ρώτησα δύσπιστα... «Τίποτα» της απάντησα και καλά αθώα.
«Ναι και τώρα με έπεισες... Γιατί ο Έμετ τραβολόγαγε την Έλενα κακήν κακός;» ρώτησε κατευθείαν ψυλλιασμένη.
«Και που θες να ξέρω εγώ;» της γύρισα την ερώτηση κάνοντας τον ανήξερο και αναστέναξε απηυδισμένα.
«Ότι και να ετοιμάζεις δεν θα πιάσει» μου δήλωσε και ανασήκωσα το φρύδι μου με ειρωνεία.
«Γι αυτό με αποφεύγεις» της χτύπησα.
«Σε αποφεύγω; Κάνε μου την χάρη» είπε με μια απελπισμένη γκριμάτσα αλλά δεν με έπεισε καθόλου.
«Τότε γιατί δεν εμφανίζεσαι σε κανένα μάθημα;» συνέχισα εγώ και αναστέναξε.
«Πήγαινε με τους υπόλοιπους Έντουαρτ και παράτα με στην ησυχία μου» είπε κουρασμένα.
«Δεν πάω πουθενά αν δεν έρθεις μαζί μου» είπα με πείσμα ενώ σταύρωσα τα χέρια μου μπροστά στο στήθος μου.
«Δεν περίμενα κάτι καλύτερο από αυτό αλλά δεν θα σου κάνω την χάρη» είπε και γυρίζοντας την πλάτη της άρχισε να ξεμακραίνει αδειάζοντας με κανονικότητα.
«Περίμενα...» ξεκίνησα νευριασμένα καθώς αυτόματα σηκώθηκα όρθιος και πριν συνεχίσω εκείνη γυρίζοντας απότομα προς την μεριά μου έκοψε την φράση μου στην μέση περνώντας στην σκέψη μου.
~Ο αδελφός μου είναι μέσα στα δέντρα και παραφυλάει για μια τέτοια στιγμή ώστε να κλέψει την ευκαιρία να σε αρπάξει και να σε πάει στον πατέρα του και το σινάφι του για να σε κλειδώσουν σε κανένα μπουντρούμι ώστε να βεβαιωθούν ότι δεν θα καταφέρεις να σπάσεις την κατάρα, συνειδητοποιείς τι θα συμβεί αν καταλάβουν ότι είσαι ήδη μέσα στο σώμα του;~... μου χτύπησε σκληρά και άρχισα να ανασαίνω γρήγορα κοιτώντας την σκληρά τρίζοντας τα δόντια μου με μανία και μόλις η φωνή της Άλις έφτασε στα αυτιά μου για λίγο σάστισα.
«Έντουαρτ είσαι καλά;» ρώτησε με αγωνία καθώς έτρεχε κατά πάνω μου και μόλις την ένιωσα να με αγκαλιάζει γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της σοκαρισμένος... Τα συναισθήματα που μου ανέσυρε στην επιφάνεια αυτό της το άγγιγμα με ξάφνιασαν σε τέτοιο βαθμό που δεν είχα ιδέα πως να τα διαχειριστώ και μην αντέχοντας το άλλο όλο αυτό άφησα τον μικρό να πάρει ξανά τον έλεγχο χωρίς καν να τον προειδοποιήσω.
Έντουαρτ
Μόλις ένιωσα να παίρνω τον έλεγχο ξανά έσφιξα την Άλις μέσα στην αγκαλιά μου και της χάιδεψα την πλάτη παρηγορητικά.
«Είμαι καλά» την καθησύχασα ενώ γύριζα την ματιά μου προς την Μπέλλα και εκείνη με μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού της με διαβεβαίωσε ότι κατάλαβε την αλλαγή... «Γιατί δεν πας με τον Τζάσπερ μέσα και θα σας ακολουθήσουμε και εμείς» συνέχισα χωρίς να αποχωρίζομαι την ματιά της Μπέλλας.
«Σίγουρα είσαι καλά;» με ρώτησε η Άλις και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της.
«Ναι, πηγαίνετε μέσα» της είπα ξανά με περισσότερη αυτοπεποίθηση και καθώς γύρισε και κοίταξε την Μπέλλα για λίγο τελικά τα παράτησε και το δέχτηκε.
«Μην αργήσετε» τόνισε και αφού μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο πήγε κοντά στον Τζάσπερ που μας κοίταζε καλά, καλά σαν να υποψιαζόταν κάτι και έφυγαν.
«Πρέπει να μιλήσουμε» ξεκίνησα χωρίς να χάνω χρόνο προς την Μπέλλα.
«Δεν έχουμε να πούμε τίποτα» μου το ξέκοψε εκείνη αμέσως και καθώς μου γύρισε την πλάτη της άρχισε να ξεμακραίνει αλλά εγώ δεν την άφησα το περιθώριο να το κάνει... Τρέχοντας πίσω της την άρπαξα από το μπράτσο της και την γύρισα προς το μέρος μου.
«Έχετε...» ξεκίνησα και εκείνη όπως και στον πρόγονο μου πριν με διέκοψε πριν συνεχίσω περνώντας μου μέσα στην σκέψη μου.
~Χρειάζεται να σου υπενθυμίσω ότι αυτή την στιγμή έχουμε κοινό που μας ακούει;~... ρώτησε με μια δόση ειρωνείας και τα πήρα περισσότερο.
«Δεν με ενδιαφέρει ποιος μας ακούει... θα με ακούσεις θες δεν θες...» είπα επιτακτικά και με κοίταξε ξαφνιασμένα... «Έχετε και οι δύο άδικο, αντί να χτίσετε την σχέση σας την καταστρέψατε με τα ανόητα πείσματα σας... Εσύ από ηθικής άποψης εκείνος από εμμονή, γιατί αυτό έγινες για εκείνον μια εμμονή... Ήσουν η μόνη που του είχε απομείνει, γιατί του γύρισες την πλάτη; Γιατί ποτέ δεν έψαξες να τον βρεις, το ξέρεις ότι αυτό το γιατί είναι αυτό που τον βασανίζει ακόμα και σήμερα;...» γυρίζοντας το κεφάλι της στο πλάι έτριξε τα δόντια της και ανασαίνοντας γρήγορα έμεινε έτσι χωρίς να ανταποκρίνεται... «Περίμενε 1200 χρόνια γι αυτήν την στιγμή, είτε τον αρνηθείς είτε όχι νομίζω ότι αξίζει έστω και λίγο την προσοχή σου» συνέχισα εγώ και αφήνοντας το χέρι της από το σφιχτό μου κράτημα την προσπέρασα και άρχισα με γρήγορα βήματα να πλησιάζω την Άλις με τον Τζάσπερ για να τους προλάβω ώστε να πάμε μαζί στην πρόβα που είχαμε για την παράσταση που θα ανεβάζαμε.
Τρίτη 12 Ιουνίου 2012
Soulmates "34. Αδέρφια"
Πρίγκιπας
Καθώς άκουσα τα απαλά της βήματα να καταβαίνουν την σκάλα γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της και ένιωσα την ανάσα μου να χάνετε μακριά... Φορώντας μόνο ένα αντρικό τεράστιο απάνω της πουκάμισο, με κουμπωμένα μόνο τα δύο τελευταία κουμπιά του ήταν η προσωποποίηση της ομορφιάς.
«Δεν κοιμήθηκες;» ρώτησε ανάλαφρα και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Με απορρόφησε το βιβλίο που μου έδωσες» είπα απαλά και εκείνη κατένευσε.
«Ο Ματθαίο ήταν ένας από τους καλύτερους συγγραφείς που πέρασαν από τους Σάλβατορ, η γραφή του σε ταξιδεύει» είπε με έναν υπερήφανο τόνο και γύρισα την ματιά μου προς το βιβλίο.
«Πράγματι...» είπα ψέματα ενώ μέσα μου σχολίαζα ταυτόχρονα... ~Πέρασε και δεν ακούμπησε... Τα δικά μου ήταν καλύτερα~... «Θα βγεις για κυνήγι;» ρώτησα πριν πει και άλλες τέτοιες αηδίες καθώς κοίταζα με νόημα το μενταγιόν της.
«Τι καλύτερο από το να ξεκινάς την ημέρα σου με ένα δυναμωτικό πρωινό...» είπε πειραχτικά και χαμογέλασα για απάντηση, ήταν τόσο ευδιάθετη, τόσο αεράτη που με έκανε να νιώθω κάπως περίεργα... «Θα σου συνιστούσα να κάνεις και εσύ το ίδιο» συνέχισε και καθώς άφησα τον αγκώνα μου να ακουμπήσει πάνω στην πλάτη του καναπέ άφησα το κεφάλι μου να ξεκουραστεί απαλά πάνω στην παλάμη μου και την κοίταξα με ένα πειραχτικό ύφος.
«Τι; Να πάω και εγώ για κυνήγι;» την ρώτησα και αμέσως γέλασε ευδιάθετα.
«Όχι μικρέ πρίγκιπα, να πας να φτιάξεις...» τόνισε... «Ένα δυναμωτικό πρωινό και να το φας πριν εξαντληθείς από την αϋπνία γιατί σε λίγες ώρες θα εξατμιστεί το αίμα μου από το σύστημα σου και τότε να σε δω τι θα κάνεις» μου γύρισε με αυστηρό τόνο αλλά πάντα πειραχτικά και ανασήκωσα το ένα μου φρύδι με απορία.
«Δεν σε ξεγέλασα» σχολίασα.
«Ούτε για μια στιγμή» επιβεβαίωσε εκείνη και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία.
«Και δεν σε ενοχλεί αυτό;» δεν μπορούσα να μην ρωτήσω η περιέργεια μου είχε χτυπήσει κόκκινο και εκείνη ανασηκώνοντας τους ώμους της αδιάφορα απάντησε απόλυτα ειλικρινά.
«Δικιά του είναι η ζωή ότι θέλει την κάνει αλλά προς ενημέρωση και των δύο σας, η κατάσταση δεν αλλάζει πάρτε το απόφαση...» δήλωσε και γύρισε την πλάτη της για να φύγει αλλά στα μισά το μετάνιωσε και σταματώντας γύρισε ξανά προς το μέρος μου... «Α και που είσαι, η κουζίνα είναι εκεί...» είπε δείχνοντας με το χέρι της την κλειστή πόρτα που ήταν δίπλα από την σκάλα... «Μην περιμένεις κανέναν να σε υπηρετήσει, εδώ δεν έχουμε υπηρέτριες...» συνέχισε με μια δόση αηδίας; Θα μπορούσες να το πεις και έτσι... «Δεν θα αργήσω, μην φύγεις χωρίς εμένα» τελείωσε τελικά την φράση της και χωρίς να περιμένει την ανταπόκριση μου έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
~Να φανταστώ ότι δεν είχες αφήσει υπηρέτρια για υπηρέτρια που να μην την είχε ξεπατώσει;~... ρώτησε ο μικρός τσιμπώντας αμέσως με την ίδια αηδία στην φωνή του και στριφογύρισα τα μάτια μου απηυδισμένα.
~Είχα και ανάγκες ξέρεις, δεν μπορούσα να την περιμένω αιώνια... άλλωστε δεν ήμασταν ουσιαστικά μαζί~... του απάντησα εγώ και εκείνος έγινε χειρότερος.
~Και μετά λες ότι την αγαπάς... Αυτό είναι αγάπη για σένα;~... συνέχισε με περισσότερο πείσμα και τα πείρα στο κρανίο.
~Σκάσε επιτέλους νιάνιαρο, όταν μεταμορφωθώ θα δεις την γλύκα... Δεν έχεις ιδέα πως είναι γι αυτό μην με πρήζεις άσκοπα~... απαίτησα και καθώς σηκώθηκα πήγα στον επάνω όροφο για να κάνω ένα κρύο ντουζ ώστε να μπορέσω να χαλαρώσω, πράγμα που ήξερα ότι ήταν μια μάταιη προσπάθεια καθώς με το που θα την έβλεπα ξανά το τέρας μέσα μου δεν θα με άφηνε σε ησυχία, θα γινόταν πιο απαιτητικό σε σημείο να με τρελάνει για να εκμεταλλευτεί το κορμί που θα διεκδικήσω όταν βρει την πρώτη ευκαιρία.
Κατεβαίνοντας ξανά στον κάτω όροφο, φορώντας αναγκαστικά τα ίδια ρούχα, αφού είδα ότι ο Στέφαν δεν είχε ξυπνήσει ακόμα κατέβηκα στο υπόγειο και αυτόματα ο μικρός έγινε νευρικός.
~Τι πας να κάνεις;~... ρώτησε τρομοκρατημένος.
~Χρειάζομαι περισσότερη δύναμη~... δήλωσα και μόλις έφτασα στην αποθήκη και είδα το ψυγείο κλειδωμένο κόντεψα να ουρλιάξω... Φυσικά τι περίμενα από εκείνην να καταλάβει; Που τέτοια τύχη.
Παρατώντας τα γύρισα απάνω και μόλις άκουσα θόρυβο από την κουζίνα μπήκα μέσα και βρήκα τον Στέφαν να ετοιμάζει πρωινό.
«Καλημέρα... είσαι καλύτερα από εχθές;» ρώτησε φιλικά και αναστέναξα.
«Φτιάχνεις πρωινό;» ρώτησα προσπερνώντας την ερώτηση του και εκείνος κατένευσε.
«Σου έχω αφήσει ρούχα πάνω στο κρεβάτι σου, μέχρι να αλλάξεις θα είναι έτοιμο» μου απάντησε εκείνος αδιάφορα και έφυγα κατευθείαν χωρίς να πω κάτι άλλο, δεν ήθελα να είχα καμία σχέση μαζί του, ποτέ δεν μου άρεσε η παρέα που έκανε εκείνη μαζί τους.
Την ώρα που τρώγαμε δεν ανταλλάξαμε καμία κουβέντα, βλέποντας ότι δεν έχω όρεξη το σεβάστηκε και παίρνοντας την εφημερίδα του έφαγε αγνοώντας με... Δεν ήθελα τίποτα παραπάνω.
«Καλημέρα όμορφε, πως κοιμήθηκες;» τον καλημέρισε εκείνη καθώς μπήκε στο σπίτι χωρίς να μας πλησιάζει και έτριξα τα δόντια μου καρφώνοντας την ματιά μου στο ποτήρι που κρατούσα προσπαθώντας πολύ σκληρά να μην το σπάσω μέσα στην χούφτα μου.
«Καλημέρα Μπέλλα μου μια χαρά, το δικό σου κυνήγι πως ήταν;» ανταπέδωσε εκείνος θερμά και κάρφωσα την ματιά μου απάνω του εκνευρισμένα... Για λίγο με κοίταξε με απορία αλλά αμέσως το ξεπέρασε μόλις εκείνη μίλησε και πάλι.
«Η απόλυτη ηδονή» είπε με μια τεράστια ικανοποίηση στην χροιά της φωνής της και αμέσως γύρισα την ματιά μου απάνω της κοιτώντας την σκληρά... Ήξερα ότι το έκανε επίτηδες για να μου την μπει και αυτό με έκανε χειρότερα.
«Σε πέντε φεύγουμε» μου δήλωσε ψυχρά και έφυγε πριν της απαντήσω καταλλήλως.
Μόλις την είδα να κατεβαίνει με ένα τελείως... πως το λέει η σημερινή γενιά, ξέκωλο;... φόρεμα με μπότες που κάλυπταν τα πόδια της μέχρι πάνω από το γόνατο και το δερμάτινο μπουφάν της ριγμένο στην πλάτη της συγκρατώντας το με το ένα της δάχτυλο, τα μάτια μου πετάχτηκαν έξω και δεν είχα ιδέα πως κρατήθηκα για να μην την αρπάξω από το μαλλί που το είχε αφήσει ριχτό να καλύπτει τους ώμους της για να την πάω απάνω να αλλάξει αμέσως... Έχε χάρη που δεν είχα την δύναμη αλλιώς θα της έλεγα εγώ.
«Συμβαίνει κάτι;» με ρώτησε εριστικά και άρχισα να βγάζω καπνούς από τα αυτιά μου.
«Αυτό το φόρεμα δεν καλύπτει τίποτα» είπα σκληρά με μια αμείλικτη ματιά.
«Αυτό είναι το όλο θέμα, αν τα κάλυπτε όλοι θα ψάχνατε να μάθετε τι κρύβεται από κάτω, τώρα ξέρετε» με ειρωνεύτηκε και προσπερνώντας με άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω αφήνοντας την ανοιχτή για μένα.
~Πες της ότι θα περάσουμε πρώτα από το σπίτι να πάρουμε τα αδέλφια μου~... με ενημέρωσε ο μικρός την στιγμή που έφτασα μπροστά από το αυτοκίνητο του.
«Λέει ότι πρέπει να περάσουμε από το σπίτι του για να πάρουμε τα αδέλφια του» επανέλαβα σε εκείνην την στιγμή που έβαζε το μπουφάν της πριν ανέβει στην μηχανή της και γύρισε την ματιά της προς το μέρος μου και κατένευσε μόνο χωρίς να πει κάτι άλλο.
Καθώς μπήκα μέσα στο αμάξι κοίταξα γύρω μου με απορία... Τόσα κουμπιά σε τι χρησιμεύουν;... αναρωτήθηκα.
«Πάρ’ το εσύ» του είπα και καθώς χαλάρωσα τον άφησα να πάρει ξανά τον έλεγχο του κορμιού του.
Έντουαρτ
Παίρνοντας ξανά τον έλεγχο του κορμιού μου κάρφωσα την ματιά μου πάνω της ακριβώς την στιγμή που εκείνη καβαλούσε την μηχανή της κάνοντας τα κωλομέρια της να τουρλωθούν και ένιωσα τον πρόγονο μου να τραντάζετε σε τέτοιο βαθμό που λίγο ήθελε ξανά να πάρει τον έλεγχο του κορμιού μου σίγουρα για να κάνει σκηνή.
Πριν το κάνει πράξη, έβαλα μπρος την μηχανή και τον ένιωσα να δειλιάζει για λίγο.
«Μην το κάνεις θέμα, όλες λίγο πολύ έτσι ντύνονται σήμερα» τον πρόλαβα και βάζοντας ταχύτητα κατέβασα το χειρόφρενο για να ξεκινήσω ώστε εκείνος να κάνει πίσω.
~Όχι η δική μου η γυναίκα~... μούγκρισε νευριασμένος και γέλασα για λίγο.
«Αλήθεια δεν κατάλαβα τελικά, προλάβατε να παντρευτείτε ή όχι;» συνέχισα εγώ αποσπώντας του την προσοχή.
~Όχι~... μούγκρισε και πάλι και αυτόματα σοβάρεψα... ~Αλλά με το που πάρω τον έλεγχο αυτού του κορμιού είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνω θέλει δεν θέλει και θα της μάθω εγώ πως να ντύνεται~... συνέχισε με τα νεύρα του να χτυπάνε κόκκινο.
«Αααα εσύ έχεις χοντρό πρόβλημα τελικά... Πάρ’ το απόφαση οι εποχές έχουν αλλάξει, το ίδιο και εκείνη και αν συνεχίσεις με τα ίδια μυαλά δεν πρόκειται να την κερδίσεις ποτέ ξανά» του είπα και εκείνος αν είναι δυνατόν έγινε χειρότερος.
~Μιλάει και ειδικός~... ειρωνεύτηκε πικρόχολα και αυτόματα τα πήρα στο κρανίο.
«Εγώ τουλάχιστον ξέρω πως να σέβομαι τα συναισθήματα μου και των άλλων, όταν αγαπάω κάποιαν δεν την προδίδω με τον χειρότερο τρόπο που υπάρχει είτε την έχω διεκδικήσει είτε όχι» του χτύπησα πίσω.
~Ναι καλά τραγούδα, όταν νιώσεις την δύναμη του λύκου να σε δω θα λες τα ίδια;~ μου γύρισε πίσω.
«Εκείνη πως τα κατάφερνε, γιατί είμαι σίγουρος ότι δεν σε απάτησε ποτέ» του γύρισα το σχόλιο του ειρωνικά.
~Εκείνη είναι γυναίκα~... ήταν το μόνο που βρήκε να πει και άρχισα να γελάω με την κατάντια του.
«Ναι και τώρα το έσωσες...» του είπα εγώ μέσα από τα γέλια μου και πριν μου την πει πάλι συνέχισα πιο δυναμικά... «Έχουν αλλάξει οι εποχές πρίγκιπα αυτά που ήξερες δεν ισχύουν πια, οι γυναίκες έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες... Γουστάρουν κάποιον; Τον διεκδικούν, τον θέλουν; Τον ρίχνουν στο κρεβάτι πριν πει κύμινο, δεν τον γουστάρουν πια; Τον ξεφορτώνονται εν ριπή οφθαλμού... Μην τρελαίνεσαι και μην παραλογίζεσαι γιατί αν συνεχίσεις έτσι θα χάσεις και το λίγο που έχεις... Ξέχνα όσα ήξερες, προσπάθησε να προσαρμοστείς και κάνε τον σταυρό σου εκείνη έστω και λίγο να γυρίσει να σε κοιτάξει γιατί έτσι όπως το βλέπω εγώ θα φας άλλα διακόσια χρόνια να την κυνηγάς και πίστεψε με δεν θα φτάσουν για να την κατακτήσεις και πάλι»
~Αυτό θα το δούμε~... μου γύρισε σκληρά και δεν είπα τίποτα άλλο μέχρι που έφτασα στο σπίτι.
Όλη την διάρκεια που ήμουν μέσα στο σπίτι και μίλαγα με την μαμά μου και τα αδέλφια μου δεν έβγαλε άχνα αυτό όμως που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν όταν η ματιά μου γύριζε προς την Άλις ή ακόμα περισσότερο όταν την αγκάλιασα την στιγμή που μπήκα σπίτι... Η ταραχή που ένιωσα μέσα από εκείνον δεν μου πέρασε απαρατήρητη.
Καθώς άλλαξα και φόρεσα επιτέλους κάτι δικό μου άλλαξα τα βιβλία στην τσάντα μου και πήγα προς το αυτοκίνητο για να φύγουμε.
Μόλις οι πόρτες έκλεισαν όπως φαντάζεστε άρχισε επιτέλους η ανάκριση που την κράταγαν μακριά από τ’ αυτιά της μητέρας μου για να μην την ταράξουν περισσότερο... Καθώς τους είπα σε μέσες άκρες τι συνέβη και επιτέλους τελείωσε αυτό το κομμάτι γύρισα την συζήτηση αυτόματα για να τους σταματήσω έστω και για λίγο αν και ήξερα ότι δεν είχαν τελειώσει ακόμα μαζί μου.
«Εσείς πως τα περάσατε εδώ εχθές;» ρώτησα και ενώ η Άλις απάντησε.
«Ξέρεις μωρέ τα ίδια» τα λόγια του Έμετ αμέσως επισκίασαν τα δικά της λόγια.
«Η Άλις έφερε στο σπίτι αυτόν τον καινούργιο» είπε και αυτόματα την κοίταξα μέσα από τον καθρέφτη για να δω τις αντιδράσεις της... Φυσικά και το είχα καταλάβει όταν τον είδα τον Τζάσπερ να τρέχει με τόσο αέρα εχθές το βράδυ μες την καλή χαρά.
«Καιιιι... πως ήταν;» ρώτησα πειραχτικά και ο Έμετ τα πήρε στο κρανίο ταυτόχρονα με τον απόγονο μου.
«Πας καλά; Αντί να την κατσαδιάσεις ρωτάς και από πάνω πως πέρασαν τα πιτσουνάκια;» ρώτησε ο Έμετ εκνευρισμένα ταυτόχρονα με τον απόγονο μου που έκανε σχεδόν την ίδια ερώτηση με άλλα λόγια.
«Δεν σε καταλαβαίνω βρε Έμετ, δεν θες να την δεις ευτυχισμένη;...» ρώτησα αγανακτισμένα και είδα μέσα από τον καθρέφτη την Άλις που με ευχαριστούσε άηχα... «Στο κάτω - κάτω ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είναι καμία επιπόλαιη κοπέλα σαν αυτές που βγαίνεις εσύ και αν νιώθει έτοιμη να κάνει το επόμενο βήμα είναι δικαίωμα της να το κάνει, ποιοι ήμαστε εμείς που θα την σταματήσουμε και με πιο δικαίωμα στην τελική να κάνουμε κάτι τέτοιο;» συνέχισα εγώ με περισσότερο πείσμα και ένιωσα το χέρι της Άλις στον ώμο μου και εγώ το χάιδεψα παρηγορητικά.
«Ήταν μόνη στο σπίτι με έναν...» ξεκίνησε ο Έμετ και αμέσως του έκοψα την φράση στην μέση.
Καθώς άκουσα τα απαλά της βήματα να καταβαίνουν την σκάλα γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της και ένιωσα την ανάσα μου να χάνετε μακριά... Φορώντας μόνο ένα αντρικό τεράστιο απάνω της πουκάμισο, με κουμπωμένα μόνο τα δύο τελευταία κουμπιά του ήταν η προσωποποίηση της ομορφιάς.
«Δεν κοιμήθηκες;» ρώτησε ανάλαφρα και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Με απορρόφησε το βιβλίο που μου έδωσες» είπα απαλά και εκείνη κατένευσε.
«Ο Ματθαίο ήταν ένας από τους καλύτερους συγγραφείς που πέρασαν από τους Σάλβατορ, η γραφή του σε ταξιδεύει» είπε με έναν υπερήφανο τόνο και γύρισα την ματιά μου προς το βιβλίο.
«Πράγματι...» είπα ψέματα ενώ μέσα μου σχολίαζα ταυτόχρονα... ~Πέρασε και δεν ακούμπησε... Τα δικά μου ήταν καλύτερα~... «Θα βγεις για κυνήγι;» ρώτησα πριν πει και άλλες τέτοιες αηδίες καθώς κοίταζα με νόημα το μενταγιόν της.
«Τι καλύτερο από το να ξεκινάς την ημέρα σου με ένα δυναμωτικό πρωινό...» είπε πειραχτικά και χαμογέλασα για απάντηση, ήταν τόσο ευδιάθετη, τόσο αεράτη που με έκανε να νιώθω κάπως περίεργα... «Θα σου συνιστούσα να κάνεις και εσύ το ίδιο» συνέχισε και καθώς άφησα τον αγκώνα μου να ακουμπήσει πάνω στην πλάτη του καναπέ άφησα το κεφάλι μου να ξεκουραστεί απαλά πάνω στην παλάμη μου και την κοίταξα με ένα πειραχτικό ύφος.
«Τι; Να πάω και εγώ για κυνήγι;» την ρώτησα και αμέσως γέλασε ευδιάθετα.
«Όχι μικρέ πρίγκιπα, να πας να φτιάξεις...» τόνισε... «Ένα δυναμωτικό πρωινό και να το φας πριν εξαντληθείς από την αϋπνία γιατί σε λίγες ώρες θα εξατμιστεί το αίμα μου από το σύστημα σου και τότε να σε δω τι θα κάνεις» μου γύρισε με αυστηρό τόνο αλλά πάντα πειραχτικά και ανασήκωσα το ένα μου φρύδι με απορία.
«Δεν σε ξεγέλασα» σχολίασα.
«Ούτε για μια στιγμή» επιβεβαίωσε εκείνη και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία.
«Και δεν σε ενοχλεί αυτό;» δεν μπορούσα να μην ρωτήσω η περιέργεια μου είχε χτυπήσει κόκκινο και εκείνη ανασηκώνοντας τους ώμους της αδιάφορα απάντησε απόλυτα ειλικρινά.
«Δικιά του είναι η ζωή ότι θέλει την κάνει αλλά προς ενημέρωση και των δύο σας, η κατάσταση δεν αλλάζει πάρτε το απόφαση...» δήλωσε και γύρισε την πλάτη της για να φύγει αλλά στα μισά το μετάνιωσε και σταματώντας γύρισε ξανά προς το μέρος μου... «Α και που είσαι, η κουζίνα είναι εκεί...» είπε δείχνοντας με το χέρι της την κλειστή πόρτα που ήταν δίπλα από την σκάλα... «Μην περιμένεις κανέναν να σε υπηρετήσει, εδώ δεν έχουμε υπηρέτριες...» συνέχισε με μια δόση αηδίας; Θα μπορούσες να το πεις και έτσι... «Δεν θα αργήσω, μην φύγεις χωρίς εμένα» τελείωσε τελικά την φράση της και χωρίς να περιμένει την ανταπόκριση μου έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
~Να φανταστώ ότι δεν είχες αφήσει υπηρέτρια για υπηρέτρια που να μην την είχε ξεπατώσει;~... ρώτησε ο μικρός τσιμπώντας αμέσως με την ίδια αηδία στην φωνή του και στριφογύρισα τα μάτια μου απηυδισμένα.
~Είχα και ανάγκες ξέρεις, δεν μπορούσα να την περιμένω αιώνια... άλλωστε δεν ήμασταν ουσιαστικά μαζί~... του απάντησα εγώ και εκείνος έγινε χειρότερος.
~Και μετά λες ότι την αγαπάς... Αυτό είναι αγάπη για σένα;~... συνέχισε με περισσότερο πείσμα και τα πείρα στο κρανίο.
~Σκάσε επιτέλους νιάνιαρο, όταν μεταμορφωθώ θα δεις την γλύκα... Δεν έχεις ιδέα πως είναι γι αυτό μην με πρήζεις άσκοπα~... απαίτησα και καθώς σηκώθηκα πήγα στον επάνω όροφο για να κάνω ένα κρύο ντουζ ώστε να μπορέσω να χαλαρώσω, πράγμα που ήξερα ότι ήταν μια μάταιη προσπάθεια καθώς με το που θα την έβλεπα ξανά το τέρας μέσα μου δεν θα με άφηνε σε ησυχία, θα γινόταν πιο απαιτητικό σε σημείο να με τρελάνει για να εκμεταλλευτεί το κορμί που θα διεκδικήσω όταν βρει την πρώτη ευκαιρία.
Κατεβαίνοντας ξανά στον κάτω όροφο, φορώντας αναγκαστικά τα ίδια ρούχα, αφού είδα ότι ο Στέφαν δεν είχε ξυπνήσει ακόμα κατέβηκα στο υπόγειο και αυτόματα ο μικρός έγινε νευρικός.
~Τι πας να κάνεις;~... ρώτησε τρομοκρατημένος.
~Χρειάζομαι περισσότερη δύναμη~... δήλωσα και μόλις έφτασα στην αποθήκη και είδα το ψυγείο κλειδωμένο κόντεψα να ουρλιάξω... Φυσικά τι περίμενα από εκείνην να καταλάβει; Που τέτοια τύχη.
Παρατώντας τα γύρισα απάνω και μόλις άκουσα θόρυβο από την κουζίνα μπήκα μέσα και βρήκα τον Στέφαν να ετοιμάζει πρωινό.
«Καλημέρα... είσαι καλύτερα από εχθές;» ρώτησε φιλικά και αναστέναξα.
«Φτιάχνεις πρωινό;» ρώτησα προσπερνώντας την ερώτηση του και εκείνος κατένευσε.
«Σου έχω αφήσει ρούχα πάνω στο κρεβάτι σου, μέχρι να αλλάξεις θα είναι έτοιμο» μου απάντησε εκείνος αδιάφορα και έφυγα κατευθείαν χωρίς να πω κάτι άλλο, δεν ήθελα να είχα καμία σχέση μαζί του, ποτέ δεν μου άρεσε η παρέα που έκανε εκείνη μαζί τους.
Την ώρα που τρώγαμε δεν ανταλλάξαμε καμία κουβέντα, βλέποντας ότι δεν έχω όρεξη το σεβάστηκε και παίρνοντας την εφημερίδα του έφαγε αγνοώντας με... Δεν ήθελα τίποτα παραπάνω.
«Καλημέρα όμορφε, πως κοιμήθηκες;» τον καλημέρισε εκείνη καθώς μπήκε στο σπίτι χωρίς να μας πλησιάζει και έτριξα τα δόντια μου καρφώνοντας την ματιά μου στο ποτήρι που κρατούσα προσπαθώντας πολύ σκληρά να μην το σπάσω μέσα στην χούφτα μου.
«Καλημέρα Μπέλλα μου μια χαρά, το δικό σου κυνήγι πως ήταν;» ανταπέδωσε εκείνος θερμά και κάρφωσα την ματιά μου απάνω του εκνευρισμένα... Για λίγο με κοίταξε με απορία αλλά αμέσως το ξεπέρασε μόλις εκείνη μίλησε και πάλι.
«Η απόλυτη ηδονή» είπε με μια τεράστια ικανοποίηση στην χροιά της φωνής της και αμέσως γύρισα την ματιά μου απάνω της κοιτώντας την σκληρά... Ήξερα ότι το έκανε επίτηδες για να μου την μπει και αυτό με έκανε χειρότερα.
«Σε πέντε φεύγουμε» μου δήλωσε ψυχρά και έφυγε πριν της απαντήσω καταλλήλως.
Μόλις την είδα να κατεβαίνει με ένα τελείως... πως το λέει η σημερινή γενιά, ξέκωλο;... φόρεμα με μπότες που κάλυπταν τα πόδια της μέχρι πάνω από το γόνατο και το δερμάτινο μπουφάν της ριγμένο στην πλάτη της συγκρατώντας το με το ένα της δάχτυλο, τα μάτια μου πετάχτηκαν έξω και δεν είχα ιδέα πως κρατήθηκα για να μην την αρπάξω από το μαλλί που το είχε αφήσει ριχτό να καλύπτει τους ώμους της για να την πάω απάνω να αλλάξει αμέσως... Έχε χάρη που δεν είχα την δύναμη αλλιώς θα της έλεγα εγώ.
«Συμβαίνει κάτι;» με ρώτησε εριστικά και άρχισα να βγάζω καπνούς από τα αυτιά μου.
«Αυτό το φόρεμα δεν καλύπτει τίποτα» είπα σκληρά με μια αμείλικτη ματιά.
«Αυτό είναι το όλο θέμα, αν τα κάλυπτε όλοι θα ψάχνατε να μάθετε τι κρύβεται από κάτω, τώρα ξέρετε» με ειρωνεύτηκε και προσπερνώντας με άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω αφήνοντας την ανοιχτή για μένα.
~Πες της ότι θα περάσουμε πρώτα από το σπίτι να πάρουμε τα αδέλφια μου~... με ενημέρωσε ο μικρός την στιγμή που έφτασα μπροστά από το αυτοκίνητο του.
«Λέει ότι πρέπει να περάσουμε από το σπίτι του για να πάρουμε τα αδέλφια του» επανέλαβα σε εκείνην την στιγμή που έβαζε το μπουφάν της πριν ανέβει στην μηχανή της και γύρισε την ματιά της προς το μέρος μου και κατένευσε μόνο χωρίς να πει κάτι άλλο.
Καθώς μπήκα μέσα στο αμάξι κοίταξα γύρω μου με απορία... Τόσα κουμπιά σε τι χρησιμεύουν;... αναρωτήθηκα.
«Πάρ’ το εσύ» του είπα και καθώς χαλάρωσα τον άφησα να πάρει ξανά τον έλεγχο του κορμιού του.
Έντουαρτ
Παίρνοντας ξανά τον έλεγχο του κορμιού μου κάρφωσα την ματιά μου πάνω της ακριβώς την στιγμή που εκείνη καβαλούσε την μηχανή της κάνοντας τα κωλομέρια της να τουρλωθούν και ένιωσα τον πρόγονο μου να τραντάζετε σε τέτοιο βαθμό που λίγο ήθελε ξανά να πάρει τον έλεγχο του κορμιού μου σίγουρα για να κάνει σκηνή.
Πριν το κάνει πράξη, έβαλα μπρος την μηχανή και τον ένιωσα να δειλιάζει για λίγο.
«Μην το κάνεις θέμα, όλες λίγο πολύ έτσι ντύνονται σήμερα» τον πρόλαβα και βάζοντας ταχύτητα κατέβασα το χειρόφρενο για να ξεκινήσω ώστε εκείνος να κάνει πίσω.
~Όχι η δική μου η γυναίκα~... μούγκρισε νευριασμένος και γέλασα για λίγο.
«Αλήθεια δεν κατάλαβα τελικά, προλάβατε να παντρευτείτε ή όχι;» συνέχισα εγώ αποσπώντας του την προσοχή.
~Όχι~... μούγκρισε και πάλι και αυτόματα σοβάρεψα... ~Αλλά με το που πάρω τον έλεγχο αυτού του κορμιού είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνω θέλει δεν θέλει και θα της μάθω εγώ πως να ντύνεται~... συνέχισε με τα νεύρα του να χτυπάνε κόκκινο.
«Αααα εσύ έχεις χοντρό πρόβλημα τελικά... Πάρ’ το απόφαση οι εποχές έχουν αλλάξει, το ίδιο και εκείνη και αν συνεχίσεις με τα ίδια μυαλά δεν πρόκειται να την κερδίσεις ποτέ ξανά» του είπα και εκείνος αν είναι δυνατόν έγινε χειρότερος.
~Μιλάει και ειδικός~... ειρωνεύτηκε πικρόχολα και αυτόματα τα πήρα στο κρανίο.
«Εγώ τουλάχιστον ξέρω πως να σέβομαι τα συναισθήματα μου και των άλλων, όταν αγαπάω κάποιαν δεν την προδίδω με τον χειρότερο τρόπο που υπάρχει είτε την έχω διεκδικήσει είτε όχι» του χτύπησα πίσω.
~Ναι καλά τραγούδα, όταν νιώσεις την δύναμη του λύκου να σε δω θα λες τα ίδια;~ μου γύρισε πίσω.
«Εκείνη πως τα κατάφερνε, γιατί είμαι σίγουρος ότι δεν σε απάτησε ποτέ» του γύρισα το σχόλιο του ειρωνικά.
~Εκείνη είναι γυναίκα~... ήταν το μόνο που βρήκε να πει και άρχισα να γελάω με την κατάντια του.
«Ναι και τώρα το έσωσες...» του είπα εγώ μέσα από τα γέλια μου και πριν μου την πει πάλι συνέχισα πιο δυναμικά... «Έχουν αλλάξει οι εποχές πρίγκιπα αυτά που ήξερες δεν ισχύουν πια, οι γυναίκες έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες... Γουστάρουν κάποιον; Τον διεκδικούν, τον θέλουν; Τον ρίχνουν στο κρεβάτι πριν πει κύμινο, δεν τον γουστάρουν πια; Τον ξεφορτώνονται εν ριπή οφθαλμού... Μην τρελαίνεσαι και μην παραλογίζεσαι γιατί αν συνεχίσεις έτσι θα χάσεις και το λίγο που έχεις... Ξέχνα όσα ήξερες, προσπάθησε να προσαρμοστείς και κάνε τον σταυρό σου εκείνη έστω και λίγο να γυρίσει να σε κοιτάξει γιατί έτσι όπως το βλέπω εγώ θα φας άλλα διακόσια χρόνια να την κυνηγάς και πίστεψε με δεν θα φτάσουν για να την κατακτήσεις και πάλι»
~Αυτό θα το δούμε~... μου γύρισε σκληρά και δεν είπα τίποτα άλλο μέχρι που έφτασα στο σπίτι.
Όλη την διάρκεια που ήμουν μέσα στο σπίτι και μίλαγα με την μαμά μου και τα αδέλφια μου δεν έβγαλε άχνα αυτό όμως που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν όταν η ματιά μου γύριζε προς την Άλις ή ακόμα περισσότερο όταν την αγκάλιασα την στιγμή που μπήκα σπίτι... Η ταραχή που ένιωσα μέσα από εκείνον δεν μου πέρασε απαρατήρητη.
Καθώς άλλαξα και φόρεσα επιτέλους κάτι δικό μου άλλαξα τα βιβλία στην τσάντα μου και πήγα προς το αυτοκίνητο για να φύγουμε.
Μόλις οι πόρτες έκλεισαν όπως φαντάζεστε άρχισε επιτέλους η ανάκριση που την κράταγαν μακριά από τ’ αυτιά της μητέρας μου για να μην την ταράξουν περισσότερο... Καθώς τους είπα σε μέσες άκρες τι συνέβη και επιτέλους τελείωσε αυτό το κομμάτι γύρισα την συζήτηση αυτόματα για να τους σταματήσω έστω και για λίγο αν και ήξερα ότι δεν είχαν τελειώσει ακόμα μαζί μου.
«Εσείς πως τα περάσατε εδώ εχθές;» ρώτησα και ενώ η Άλις απάντησε.
«Ξέρεις μωρέ τα ίδια» τα λόγια του Έμετ αμέσως επισκίασαν τα δικά της λόγια.
«Η Άλις έφερε στο σπίτι αυτόν τον καινούργιο» είπε και αυτόματα την κοίταξα μέσα από τον καθρέφτη για να δω τις αντιδράσεις της... Φυσικά και το είχα καταλάβει όταν τον είδα τον Τζάσπερ να τρέχει με τόσο αέρα εχθές το βράδυ μες την καλή χαρά.
«Καιιιι... πως ήταν;» ρώτησα πειραχτικά και ο Έμετ τα πήρε στο κρανίο ταυτόχρονα με τον απόγονο μου.
«Πας καλά; Αντί να την κατσαδιάσεις ρωτάς και από πάνω πως πέρασαν τα πιτσουνάκια;» ρώτησε ο Έμετ εκνευρισμένα ταυτόχρονα με τον απόγονο μου που έκανε σχεδόν την ίδια ερώτηση με άλλα λόγια.
«Δεν σε καταλαβαίνω βρε Έμετ, δεν θες να την δεις ευτυχισμένη;...» ρώτησα αγανακτισμένα και είδα μέσα από τον καθρέφτη την Άλις που με ευχαριστούσε άηχα... «Στο κάτω - κάτω ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είναι καμία επιπόλαιη κοπέλα σαν αυτές που βγαίνεις εσύ και αν νιώθει έτοιμη να κάνει το επόμενο βήμα είναι δικαίωμα της να το κάνει, ποιοι ήμαστε εμείς που θα την σταματήσουμε και με πιο δικαίωμα στην τελική να κάνουμε κάτι τέτοιο;» συνέχισα εγώ με περισσότερο πείσμα και ένιωσα το χέρι της Άλις στον ώμο μου και εγώ το χάιδεψα παρηγορητικά.
«Ήταν μόνη στο σπίτι με έναν...» ξεκίνησε ο Έμετ και αμέσως του έκοψα την φράση στην μέση.
«Δεν σε
πιστεύω...» η Άλις πήγε να παραπονεθεί αλλά εγώ κάλυψα τα λόγια της καθώς έλεγα
ταυτόχρονα.
«Ήταν η μαμά εκεί και η Άλις σίγουρα δεν θα σκεφτόταν ποτέ να κάνει αυτό που υπονοείς» του γύρισα σκληρά αλλά εκείνος δεν τα παρατούσε.
«Ναι αλλά δεν ήταν ούτε ο μπαμπάς ούτε εμείς, άνετα θα μπορούσε να την ξεγελάσει» συνέχισε εκείνος σκληρά και τα έχασα τελείως.
~Αυτό το αγόρι πολύ το γουστάρω~... σχολίασε ο πρόγονος μου αλλά δεν του έδωσα σημασία.
«Δεν το πιστεύω ότι πιστεύεις κάτι τέτοιο για την Άλις» είπα εγώ εντελώς σοκαρισμένος.
«Δεν σου έχω δώσει ποτέ το δικαίωμα να σκέφτεσαι κάτι τέτοιο για μένα...» είπε η Άλις ταυτόχρονα εκτός εαυτού... «Και στην τελική δεν σου πέφτει λόγος η προσωπική μου ζωή, θα κάνω ότι θέλω και δεν θα σου δώσω αναφορά» συμπλήρωσε σκληρά και αμέσως την υπερασπίστηκα.
«Μην εξάπτεσαι αδελφούλα και δεν πρόκειται να τον αφήσω να ανακατευτεί αλλά αν τον δω να σε πληγώνει...» συμπλήρωσα και κοίταξα τον Έμετ με νόημα.
«Τότε να βρει τρύπα να κρυφτεί, την αδελφή μου εμένα δεν την πειράζει κανείς χωρίς να το πληρώσει» συμπλήρωσε εκείνος αμείλικτα και του έδωσα μια ψεύτικη μπουνιά στον ώμο.
«Αυτό κάνουν τα αδέλφια» είπα γελώντας κλείνοντας το μάτι μου προς την Άλις μέσα από τον καθρέφτη και εκείνη αναστέναξε βαριά.
Παρκάροντας στην συνηθισμένη μας θέση στο παρκινγκ του σχολείου είδα την Μπέλλα να έρχεται προς το μέρος μας με ένα ψυχρό ύφος και για λίγο ένιωσα να τραντάζομαι, σίγουρα τα είχε πάρει και μαζί μου, δεν είχα καμία αμφιβολία γι αυτό.
«Μείνετε μαζί του και μην αφήσετε να τον πλησιάσει κανένας που δεν γνωρίζετε» απευθύνθηκε προς τον Έμετ και την Άλις την στιγμή που βγαίναμε από το αυτοκίνητο χωρίς να με κοιτάει.
«Μπέλλα...» προσπάθησα να την μιλήσω αλλά μόλις γύρισε την ματιά της προς το μέρος μου, μου έκοψε τα ύπατα.
«Ο Τζάσπερ δεν θα αργήσει να έρθει...» συμπλήρωσε χωρίς να μου δίνει το δικαίωμα να συνεχίσω και ο Έμετ αυτόματα αντέδρασε με αυτήν της την δήλωση.
«Τι θα μας αναγκάσεις να τον κάνουμε και παρέα τώρα;» ρώτησε ειρωνικά και τον κοίταξα με ένα σκληρό βλέμμα.
«Είναι ο μόνος που μπορείς να σας προστατέψει όσο δεν θα είμαι κοντά σας, γι αυτό καλό θα είναι να τον υποδεχτείτε όπως του αρμόζει, χάρη σας κάνει» του απάντησε στον ίδιο τόνο με πριν και η Άλις για να κατευνάσει τα πνεύματα πήρε τον λόγο.
«Θα φροντίσω εγώ γι αυτό» την διαβεβαίωσε και καθώς γύρισε την ματιά της προς το μέρος της αμέσως όλα της τα χαρακτηριστικά γλύκαναν και κατένευσε για απάντηση.
«Πρέπει να κανονίσετε να βρεθείτε...» πήγε να πει αλλά ο Έμετ την διέκοψε ξανά.
«Ε αυτό παραπάει» σχολίασε εκνευρισμένος.
«Για να μιλήσετε... Οι δύο σας» συνέχισε από εκεί που την είχε διακόψει ο Έμετ τονίζοντας το ~Οι δύο σας~ κοιτώντας τον Έμετ αυστηρά στα μάτια.
«Έχουμε ήδη φροντίσει γι αυτό» πετάχτηκε η Άλις και αυτόματα γυρίσαμε την ματιά μας προς το μέρος της ξαφνιασμένοι.
«Γιατί δεν έφτασε...» πήγε να την ειρωνευτεί ο Έμετ και δεν κρατήθηκα άλλο.
«Έμετ» τον σταμάτησα εγώ κοιτώντας τον με νόημα και τελικά τα παράτησε.
«Μακριά από αγνώστους» η Μπέλλα τόνισε ξανά και άρχισε να προχωράει προς το κτήριο χωρίς να περιμένει άλλη ανταπόκριση από μας.
«Θα χαλαρώσεις επιτέλους;» είπα προς τον Έμετ νευριασμένος βρίσκοντας την ευκαιρία ενώ αγκάλιαζα την Άλις.
«Αν την πηδήξει και σου έρθει κλαίγοντας μην μου πεις μετά ότι δεν σου τα είπα εγώ» μου γύρισε εκείνος σκληρά και γυρίζοντας την πλάτη του άρχισε να ξεμακραίνει.
«Εεεε που πας;» ρώτησε η Άλις με απορία πριν από μένα και εκείνος χωρίς να σταματά τον βηματισμό του γύρισε όλο του το σώμα προς το μέρος μας ενώ συνέχιζε την πορεία του με πίσω βήματα.
«Μην σας χαλάσω την παρεούλα σας άλλωστε θα έχετε κάποιον να σας προστατεύει» σχολίασε πικρόχολα και αναστέναξα κουνώντας το κεφάλι μου απελπισμένα.
«Μην του δίνεις σημασία... Κάνε αυτό που σου λέει η καρδιά σου» της ψιθύρισα καθώς της έδωσα ένα φιλί πάνω στα μαλλιά της και εκείνη αμέσως έσφιξε τα χέρια της γύρω από το σώμα μου ευχαριστώντας με, με αυτόν τον τρόπο ενώ παράλληλα ζητούσε παρηγοριά.
«Τι θα έκανα χωρίς εσένα;» με ρώτησε με παράπονο.
«Υπομονή;» ρώτησα πειραχτικά και αναστέναξε.
«Καλημέρα» ακούσαμε την φωνή του Τζάσπερ από πίσω μας και αυτόματα γυρίσαμε προς το μέρος του χωρίς να ξεκολλάμε μεταξύ μας.
«Καλημέρα» είπαμε ταυτόχρονα ζεστά καλωσορίζοντας τον και καθώς κοιταχτήκαμε στα μάτια με την Άλις αρχίσαμε να γελάμε ταυτόχρονα.
«Που είναι το αστείο;» ρώτησε με περιέργεια ο Τζάσπερ ενώ μια περίεργη αμηχανία άρχισε να τον κάνει νευρικό.
«Κάτι οικογενειακό, δεν έχει σχέση με σένα» το διαβεβαίωσα εγώ και εκείνος δεν ήξερε πως να απαντήσει.
«Τι λέτε δεν πάμε προς τα μέσα πριν χάσουμε την πρώτη ώρα;» πρότεινε η Άλις και καθώς συμφωνήσαμε μαζί της αρχίσαμε να πηγαίνουμε προς το κτήριο χωρίς να την αποχωρίζομαι από την αγκαλιά μου.
Για κάποιον λόγο όταν την κράταγα στην αγκαλιά μου ένιωθα ολόκληρος, πάντα έλεγα ότι ήταν η δύναμη μου ο λόγος που ακόμα ζω για να μπορώ να την προστατεύω από τον πατέρα μου και ότι θα μπορούσε να την απειλήσει και με κάποιον τρόπο ένιωθα ότι το ίδιο ίσχυε και για εκείνην... Αυτό που μου έκανε όμως περισσότερο εντύπωση ήταν ότι όσο την είχα στην αγκαλιά μου τα ίδια συναισθήματα ένιωθε και ο πρόγονος μου και αυτό δεν μπορούσε παρά να μου εξάψει την περιέργεια μου αλλά δεν ήθελα να ανοίξω μαζί του κουβέντα μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους σίγουρα στα μάτια τους θα φάνταζα περίεργος αν το έκανα και έτσι το άφησα στην άκρη για αργότερα.
Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012
Soulmates "33. Playing Fair"
Έντουαρτ
~Αυτό το πράγμα είναι απελπισία~... γκρίνιαξα μέσα μου καθώς τα μάτια μου δεν
έκλειναν με τίποτα.
~Ένα από τα επιπλέον πλεονεκτήματα του να πίνεις αίμα βρικόλακα, δεν νιώθεις
ποτέ κουρασμένος~... σχολίασε ο πρόγονος μου και κόντεψα να ουρλιάξω.
~Ναι αλλά το πρωί θα νιώθω κομμάτια με όλες αυτές τις σκέψεις να με
βασανίζουν~... συνέχισα εγώ την γκρίνια.
~Και να χάσουμε όλο το καλό για λίγο ύπνο;~... ρώτησε ρητορικά και καθώς τον
ένιωσα να σηκώνετε άρχισε να προχωράει προς την πόρτα για να βγει από το
δωμάτιο.
~Τι έχεις σκοπό να κάνεις;~... ρώτησα τρομοκρατημένος.
~Σκάσε και απόλαυσε το~... ήταν τα μοναδικά του λόγια και καθώς κινήθηκε προς
το δωμάτιο της με γατήσια βήματα άνοιξε την πόρτα και έμεινε στο κατώφλι της να
την κοιτά να κοιμάται από μακριά ενώ ένιωσα αμέσως όλη την ανατριχίλα που
διαπέρασε το σώμα μου.
~Γιατί κάτι μου λέει ότι δεν θα μου αρέσει η συνέχεια;~... ρώτησα απελπισμένα.
Πρίγκιπας
Άκουγα τον μικρό να γκρινιάζει αλλά δεν του έδινα σημασία, μου είχε λείψει τόσο
πολύ που δεν θα έχανα με τίποτα την ευκαιρία να εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι έχω
την δύναμη, λόγο του αίματος της, να κλέψω λίγο από τις σκέψεις της, να της
θυμίσω πως ήταν όταν ήμασταν μαζί, να την κάνω να με αναζητήσει ξανά.
Καθώς προχώρησα με απαλά βήματα κοντά της εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα καθώς
γύριζε το κεφάλι της στο πλάι για λίγο και αφού το άφησε ξανά πάνω στο μαξιλάρι
που είχε αγκαλιάσει με όλο της το σώμα καθώς το είχε παράλληλα μπροστά της, με
το πόδι της περασμένο από πάνω του, η ανάσα της για άλλη μια φορά έγινε ρυθμική
και συνέχισε τον απαλό της ύπνο ανενόχλητη.
Η ομορφιά προσωποποιημένη, με το απαλό της δέρμα να έχει ανατριχιάσει, φορώντας
ένα λεπτό αραχνοΰφαντο λευκό ύφασμα που κάλυπτε με το ζόρι τα επίμαχα σημεία
του σώματος της, με ένα σεντόνι που η μια του άκρη ήταν περασμένη από την μέση
της, με καλούσε κοντά της και χωρίς να αντέχω λεπτό μακριά της, ξάπλωσα δίπλα
της με τον πιο απαλό τρόπο και περίμενα την επόμενη της αντίδραση.
Ενώ ταράχτηκε για λίγο, τελικά νιαούρισε σαν γατούλα και συνέχισε τον ύπνο της
χωρίς να καταλάβει την παρουσία μου... Ήταν σίγουρα εξαντλημένη ψυχολογικά
αλλιώς τώρα δεν θα γλίτωνα την κατσάδα... σκέφτηκα καθώς γέλασα για λίγο μέσα
μου και φέρνοντας το πρόσωπο μου κοντά στα μαλλιά της άρχισα να εισπνέω το
γλυκό της άρωμα άπληστα.
~Πόσο μου έχεις λείψει βασίλισσα μου~... είπα από μέσα μου καθώς δεν ήθελα να
διακινδυνεύσω να την ξυπνήσω, ανατριχιάζοντας ολόκληρος και καθώς κράτησα μια
τούφα από τα μαλλιά της την έφερα κοντά στο πρόσωπο μου αφήνοντας την απαλότητα
της να χαϊδέψει το μάγουλο μου και ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγετε σε βαθμό
να με πονάει αβάσταχτα.
Χαμηλώνοντας το σώμα μου για να είμαι στο ίδιο ύψος με εκείνην, παραμέρισα τα
μαλλιά της από τον ώμο της και μόλις άφησα ένα φιλί πάνω στην βελούδινη της
επιδερμίδα εκείνη γύρισε το κεφάλι της προς την ευθεία και έμεινε στην ίδια
θέση ζαρώνοντας τα φρύδια της... Η γλυκιά της ανάσα πλημμύρησε όλες μου τις
αισθήσεις και καθώς κόλλησα το σώμα μου απόλυτα απάνω της, πέρασα το χέρι μου
γύρω από την μέση της και ακουμπώντας ανεπαίσθητα το κεφάλι μου πάνω στο δικό
της κλείνοντας τα μάτια μου, άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να το απολαύσει στο
έπακρο με όλο μου το σώμα να πονά από την προσμονή.
«Έντουαρτ;» τα χείλια της ψιθύρισαν με μια αρχαία θλίψη στην χροιά της φωνής
της και η ανάσα μου χάθηκε μακριά.
«Εδώ είμαι αγαπημένη μου» ψιθύρισα με βαθιά φωνή και πνίγοντας έναν λυγμό
γύρισε το κεφάλι της ξανά προς την μεριά που ήταν το μαξιλάρι της ενώ με το
χέρι της το έφερε περισσότερο κοντά της σφίγγοντας το απάνω της με περισσότερη
δύναμη καθώς ανάσαινε πιο γρήγορα χωρίς να πει κάτι άλλο.
Ακουμπώντας το κεφάλι μου απαλά πάνω στην πλάτη της, άρχισα να ακούω την
ρυθμική της ανάσα να μπαινοβγαίνει μέσα από το σώμα της και ένιωσα ότι μόλις
μου χάρισαν ξανά όλον τον κόσμο στα πόδια μου, ένιωσα την καρδιά μου να γυρίζει
ξανά στην θέση της και καθώς το σώμα της χαλάρωσε αυτόματα χαλάρωσε και το δικό
μου σώμα και ήξερα ότι τώρα ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχα για να καταφέρω
να μπω μέσα στο μυαλό της.
Δεν ήταν εύκολο, οι δυνάμεις που μου πρόσφερε το αίμα της ήταν περιορισμένες
λόγω του ότι αυτό το σώμα δεν είχε ακόμα απελευθερώσει όλη του την δύναμη αλλά
όταν τα κατάφερα ένιωσα ο ποιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου... Τα όνειρα
της ήταν πλημυρισμένα με τις δικές μου εικόνες που δεν χόρταινα να της βλέπω
ξανά και ξανά και ξανά μέσα και από τις δικές μου αναμνήσεις όλα αυτά τα
απελπιστικά ατελείωτα χρόνια ώστε να καταφέρω να κρατήσω τις ισορροπίες μου για
να μην χάσω τελείως το μυαλό μου.
Όσες φορές και να είχα μπει στο μυαλό της στο παρελθόν οι εικόνες ήταν πάντα οι
ίδιες, η γλυκιά τρυφερή μου ηλικία με εκείνη να είναι πάντα δίπλα μου και να με
φροντίζει με τόση τρυφερότητα, τόσο αγάπη που με έκανε να χαμογελώ και να νιώθω
την καρδιά μου να είναι πιο ζωντανή από κάθε άλλη φορά αλλά εγώ δεν ήθελα να
θυμάται αυτήν την εποχή είχα ανάγκη να θυμηθεί την εποχή που με αναζητούσε σαν
γυναίκα, την εποχή που επιτέλους την είχα μόνο δική μου, ψυχή και σώμα.
Παίρνοντας μερικές ανάσες για να χαλαρώσω περισσότερο, έκανα μια προσπάθεια
αλλά δεν πέτυχα τίποτα καθώς ήταν πιο δυνατή από μένα αλλά δεν τα παρατούσα,
ήξερα ότι μπορούσα να τα καταφέρω όσο αδύναμος και να ήμουν... Με περισσότερο
πείσμα προσπάθησα ξανά και μπαίνοντας στο άδυτο του μυαλού της κατάφερα να της
περάσω τις εικόνες που εγώ ήθελα να βλέπει.
Μπέλλα
Ξαπλώνοντας στο κρεβάτι ψυχικά ήμουν τόσο κομμάτια που αν δεν έκλεινα τα μάτια
μου έστω και για λίγο δεν είχα ιδέα πως θα μπορούσα να καταφέρω να συγκρατήσω
ότι με έπνιγε μέσα μου και αυτό δεν το ήθελα με τίποτα καθώς η λυκίσια μου
υπόσταση, αν δεν το έκανα, θα έβρισκε την ευκαιρία να με βασανίσει περισσότερο.
Καθώς τα όνειρα μου πλημύρισαν με την εικόνα του μικρού μου πρίγκιπα να
χοροπηδάει από εδώ και από εκεί σαν κατσικάκι, να γελάει με όλη του την καρδιά
και να με κάνει την πιο ευτυχισμένη γυναίκα σε ολόκληρο τον πλανήτη ένιωσα την
παρουσία του δίπλα μου και αυτόματα ταράχτηκα... Ήμουν τόσο βαθιά μέσα στα
όνειρα μου που δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω αν ήταν πράγματι εδώ.
Καθώς αφουγκράστηκα τον γύρω χώρο δεν ένιωσα κάτι περίεργο και έτσι ανενόχλητη
συνέχισα τον ύπνο μου... Τα όνειρα μου άλλαξαν και καθώς ο μικρός μου πρίγκιπας
άρχισε να μεγαλώνει τόσο πιο υπερήφανη ένιωθα για εκείνον κοιτώντας τον να
είναι σε όλα πρώτος, υπάκουος, σοβαρός, επιμελής, με μια απίστευτη γοητεία που
μαγνήτιζε κάθε γυναικείο βλέμμα αλλά εκείνος να έχει μάτια μόνο για τα βιβλία
του και την γραφή του.
Τον κοίταζα με τις ώρες που διάβαζε με μεγάλη προσήλωση, που έγραφε κάθε τι που
του κινούσε την περιέργεια που μελετούσε με τις ώρες την φύση και τους
ανθρώπους πάντα από μακριά.
Η θέρμη του κορμού του με έκανε αυτόματα να ανατριχιάσω και καθώς κίνησα το
κεφάλι μου έμεινα ακίνητη να αφουγκράζομαι για άλλη μια φορά τον γύρω χώρο όμως
το όνειρο μου με απορροφούσε τόσο που δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αλήθεια
και τι όχι.
Τα όνειρα μου αυτόματα αλλάξανε και για άλλη μια φορά γυρίσανε σε εκείνες τις
γλυκές αναμνήσεις που ο μικρός μου ζητούσε κλαίγοντας παρηγοριά στην αγκαλιά
μου που προσπαθούσε απεγνωσμένα να ακουμπήσει πάνω στο στερνό μου για να αφήσει
την ανάσα μου να τον νανουρίσει χαρίζοντας του την σιγουριά και την ασφάλεια
που τόσο είχε ανάγκη να νιώσει για να μπορέσει να κλείσει τα μάτια του ήρεμος.
«Έντουαρτ;» ρώτησα με πόνο στην φωνή μου για να βεβαιωθώ ότι είναι εκείνος.
«Εδώ είμαι αγαπημένη μου» εκείνος μου απάντησε και μόλις κατάλαβα ότι ήταν
πράγματι δίπλα μου έπνιξα με κόπο τον λυγμό μου και γυρίζοντας προς το μαξιλάρι
μου, το έσφιξα με δύναμη απάνω μου προσπαθώντας σκληρά να κρατηθώ από πάνω του
για να μην ανοίξω τα μάτια μου, να μην αντιδράσω, να αφήσω έστω και για λίγο
την ψευδαίσθηση να με τραβήξει κοντά της ώστε να νιώσω ξανά για άλλη μια φορά όπως
και όταν ήμασταν μαζί, τότε που όλα είχαν καταλαγιάσει, τότε που το όνειρο
έγινε πραγματικότητα, τότε που όλα ήταν έτσι όπως θα έπρεπε να ήταν από τότε
που αφήσαμε τους εαυτούς μας να παρασυρθούν για να νιώσουν την απόλυτη
ολοκλήρωση.
Αφήνοντας το κορμί μου να χαλαρώσει απόλυτα γύρισα στα όνειρα μου και τον άφησα
να κλέψει λίγο από τις σκέψης μου αλλά μόλις προσπάθησε να μου αλλάξει το
όνειρο αμέσως αμύνθηκα, δεν ήξερα αν ήθελα να δω αυτό που θα μου περάσει, δεν
ήξερα αν ήμουν έτοιμη για κάτι τέτοιο... όμως ήξερα ότι ήταν πολύ πεισματάρης
για να κάνει πίσω αλλά δεν ήθελα να διακινδυνεύσω περισσότερο την ψυχική μου
ηρεμία καθώς όμως άκουσα την μελωδία από την ανάμνηση που προσπαθούσε να μου
περάσει δεν μπόρεσα να αντισταθώ άλλο, ήξερε πολύ καλά ποια ανάμνηση να
διαλέξει για να με δελεάσει ώστε να λυγίσω τις αντιστάσεις μου.
Ήμουν καθισμένη μπροστά από το παράθυρο του δωματίου παίζοντας στην άρπα μου
την μελωδία που είχα γράψει πάνω στους στοίχους που είχε γράψει για μένα
τραγουδώντας τους καθώς εκείνος με κοίταζε από το κατώφλι της πόρτας περνώντας
στην σκέψη μου μια φαντασίωση για να με δελεάσει.
Τα μεταξένια χέρια του χάιδευαν απαλά τα πόδια μου καθώς ανέβαζαν το ύφασμα του
φορέματος μου με το πρόσωπο του να είναι χωμένο μέσα στα πυκνά μου μαλλιά
εισπνέοντας άπληστα το άρωμα τους και καθώς το σώμα μου ανατρίχιασε τα χέρια
μου αυτόματα μπέρδεψαν τις νότες και σταμάτησαν να παίζουν την μελωδία.
«Μην σταματάς» παρακάλεσε με βαθιά παθιασμένη φωνή και αυτόματα τα χέρια μου
μαγεμένα υπάκουσαν την εντολή του και συνέχισαν να παίζουν την απαλή μελωδία
ενώ εκείνος με την αναπνοή του χάιδευε απαλά τον λοβό του αυτιού μου καθώς τα
χείλια του ακουμπούσαν ανεπαίσθητα την επιδερμίδα μου διασκορπίζοντας διάφορα
φιλιά ακριβώς σε εκείνο το σημείο.
Η ανάσα μου άρχισε να γίνετε πιο γρήγορη, το σώμα μου να τρέμει από προσμονή
ενώ η φωνή μου γέμιζε με πάθος καθώς το σώμα του με πλησίαζε με αργά βήματα που
σχεδόν χάνονταν μέσα στις νότες που έβγαιναν από την άρπα... Τα χέρια του και
τα χείλια του πήραν σάρκα και αντικατέστησαν την φαντασία χαρίζοντας μου το
άγγιγμα που είχα τόσο ανάγκη να νιώσω πάνω στο κορμί μου, τα φιλιά που
αναζητούσα με όλη την ψυχή μου και καθώς το όνειρο άρχισε να γίνετε
πραγματικότητα μην αντέχοντας άλλο γύρισα το κεφάλι μου προς την μεριά του
αναζητώντας τα χείλια του για να γευτώ για άλλη μια φορά το φιλί που θα μου
χάριζε την αιωνιότητα.
Έντουαρτ
Έβλεπα την - Ανάμνηση; Φαντασίωση; - θα σας γελάσω και ένιωθα την ψυχή μου να
τραντάζεται ολόκληρη, καθώς το σώμα μου έπαιρνε φωτιά αλλά μόλις είδα να κάνει
το όνειρο πραγματικότητα δεν άντεξα άλλο, ήταν τόσο ανήθικο αυτό που ήταν
έτοιμος να κάνει που δεν μπορούσα με τίποτα να συγκρατήσω τον εαυτό μου άλλο.
~Είσαι τελείως ανώμαλος; Σταμάτα τώρα~... απαίτησα φωνάζοντας μέσα στην σκέψη
του αλλά εκείνος δεν ταράχτηκε ούτε στο ελάχιστο.
Χαϊδεύοντας το σώμα της με τον πιο αισθησιακό τρόπο που έκανε όλο της το κορμί
να τρέμει με τα χείλια μου να ακουμπούν ανεπαίσθητα τον τρυφερό λαιμό της με
την ανάσα μου να τρέχει χιλιόμετρα και την καρδιά μου να καλπάζει έτσι όπως δεν
έχει καλπάσει ποτέ άλλοτε, συνέχιζε να την ερεθίζει με έναν τόσο πρωτόγνωρο
τρόπο που για λίγο σάστισα και δεν είχα ιδέα αν ήθελα να συνεχίσει η όχι.
Καθώς ένιωσε τα υγρά μου φιλιά να την βασανίζουν αλύπητα, παίρνοντας μια βαθιά
ανάσα το κεφάλι της γύρισε προς την μεριά μου και εκεί που ήταν έτοιμος να την
φιλήσει με το χέρι μου να ανηφορίζει προς την φλόγα της που ήταν τόσο καυτή που
ένιωθα το χέρι μου να το τυλίγει μια απίστευτη ζεστασιά, τότε δεν άντεξα άλλο
και ακριβώς την στιγμή που εκείνος ήταν απορροφημένος από την μαγεία της
στιγμής έκλεψα την ευκαιρία και πήρα τον έλεγχο με το έτσι θέλω και αυτόματα
απομακρύνθηκα από κοντά της ενώ με όσο πιο γατίσια γρήγορα βήματα μπορούσα
προσπάθησα να τρέξω προς το δωμάτιο μου πριν εκείνη καταλάβει τίποτα και
ξεσπάσει απάνω μου και με το δίκιο της με τον πρόγονο μου να ουρλιάζει μέσα
στην σκέψη μου.
~Είσαι τελείως ηλίθιος πιααααααα~
~Δεν θα σε αφήσω ποτέ να κάνεις κάτι παρά την θέληση της... Αυτός είναι βιασμός
όχι έρωτας~... είπα εκνευρισμένος και τα πήρε τελείως.
~Σου φάνηκε σαν να μην το ήθελε;~
~Κοιμόταν δεν ήξερε τι έκανε, αν ξύπναγε...~
~Θα συνέχιζε από εκεί που μας έκοψες~... με διέκοψε και τα πήρα στο κρανίο.
~Με αυτόν τον τρόπο την προετοίμαζες; Έκλεβες τα όνειρα της και τα άλλαζες με
το όπως τα ήθελες εσύ για να την κάνεις να νομίζει ότι είναι δικά της
όνειρα;~... τον ρώτησα απαιτητικά ενώ πήγαινα πάνω κάτω στο δωμάτιο με τα νεύρα
μου να χτυπάνε κόκκινο.
~Τι θες τώρα;~
~Να μου πεις την αλήθεια... Με αυτόν τον τρόπο την προετοίμαζες γι αυτό είπε
ότι δεν το καταλάβαινε; Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσες να την ρίξεις;~
~Τραβάς κανένα ζόρι;~
~Με αυτόν τον τρόπο πιστεύεις ότι θα την ρίξεις και πάλι;~ συνέχισα εγώ πιο
απαιτητικά.
~Έχεις καμία καλύτερη ιδέα;~
~Και να είχα τώρα δεν πρόκειται να σε βοηθήσω μετά από αυτό... Δεν πρόκειται να
σε αφήσω να την βασανίσεις άλλο~... είπα με πείσμα και ένιωσα να εκρήγνυται
μέσα μου.
~Είναι δικιά μου~... μούγκρισε.
~Διεκδίκησε την τότε σωστά και θα σου την χαρίσω αλλιώς ξέχασε την~... του
απάντησα εγώ με τον ίδιο τρόπο και καθώς έπεσα στο κρεβάτι βαριά έκλεισα τα
μάτια μου με τα χέρια μου και προσπάθησα να ηρεμήσω την ένταση μου με πολύ
μεγάλη δυσκολία.
~Συνειδητοποιείς ότι δεν έχουμε πολύ χρόνο; Πρέπει να την κατακτήσω πριν την
πανσέληνο που έρχεται και χάρης εσένα τώρα δεν θα έχω άλλη ευκαιρία να την
δελεάσω~... με πίεσε περισσότερο.
~Σκάσε δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο από το βρομόστομα σου... Με αηδιάζεις~...
ούρλιαξα μέσα μου και νευριασμένα σηκώθηκα απάνω και βγαίνοντας από το δωμάτιο
μου άρχισα να πηγαίνω προς τα κάτω σχεδόν τρέχοντας.
Φτάνοντας στο σαλόνι έψαξα για το φως και καθώς το άνοιξα πήγα κατευθείαν προς
το έπιπλο με τα ποτά... Ανοίγοντας ένα μπουκάλι γέμισα ένα ποτήρι με ουίσκι και
πίνοντας το με μια ανάσα η ματιά μου έπεσε πάνω στα βιβλία της... Αφήνοντας το
ποτήρι πάνω στο έπιπλο πήγα μπροστά στην βιβλιοθήκη και άρχισα να ψάχνω με την
ματιά μου να βρω ένα οποιοδήποτε βιβλίο για να διαβάσω ώστε να μπορέσω να
απασχολήσω για λίγο το μυαλό μου ελπίζοντας αυτό να βοηθήσει να μην τον ακούω ή
να μην σκέφτομαι τίποτα από όλα όσα είχα μάθει μέχρι στιγμής.
«Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο;» άκουσα την φωνή της κοντά μου και ξαφνιασμένος
γύρισα προς το μέρος της ενώ σκοντάφτοντας έπεσα πάνω στην βιβλιοθήκη και
κοπάνησα το κεφάλι μου.
Βάζοντας το χέρι μου πάνω στο σημείο που είχα χτυπήσει έμεινα να την κοιτώ με
κομμένη την ανάσα χωρίς να ξέρω πως να ανταποκριθώ και το κοροϊδευτικό της
γελάκι με έκανε αυτόματα να χαλαρώσω.
«Μπορώ να βοηθήσω;» ρώτησε με την πιο απαλή χροιά της φωνής της και η καρδιά
μου αυτόματα σταμάτησε να χτυπά ενώ όλο μου το σώμα αντέδρασε κάνοντας με να τα
χάσω τελείως.
Κλείνοντας για λίγο τα μάτια μου ίσιωσα το κορμί μου και αφού άφησα την ανάσα
που κράταγα όλη αυτήν την ώρα μέσα μου γύρισα την ματιά μου προς την βιβλιοθήκη
για να αποφύγω το βλέμμα της.
«Ψάχνω κάτι να με βοηθήσει να μην σκέφτομαι ή να μην τον ακούω» παραδέχτηκα
κάτω από τον αναστεναγμό μου και την ένιωσα που ήρθε με τον πιο απαλό τρόπο
κοντά μου.
Το χέρι της αυτόματα έπιασε ένα βιβλίο και καθώς το έτεινε προς το μέρος μου
γύρισα την ματιά μου προς τα εκείνην... Μόλις η ματιά της με αιχμαλώτισε το
σώμα μου ανατρίχιασε ολόκληρο, ήταν τόσο ήρεμη τόσο... δεν υπήρχαν λόγια να το
περιγράψω... που έκανε αυτόματα την καρδιά μου να φτερουγίσει.
«Είναι το πιο ανάλαφρο βιβλίο από όσα έχει εδώ, αν δεν θες να σου θυμίζει κάτι
από την κληρονομιά σου, απάνω έχω και βιβλία λογοτεχνίας» είπε πρόθυμη να με
βοηθήσει καταλαβαίνοντας το πόσο υπέφερα αυτήν την στιγμή και αφήνοντας την
ανάσα μου να βγει βαριά χαμηλώνοντας την ματιά μου προς το βιβλίο που κρατούσε
ακόμα στο χέρι της κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Όχι μια χαρά είναι και αυτό...» είπα καθώς το πήρα στα δικά μου χέρια... «Σε
ευχαριστώ» συμπλήρωσα σηκώνοντας την ματιά μου προς το μέρος της αβέβαιος αν θα
άντεχα να κρατηθώ μακριά της την στιγμή που θα την κοίταζα και πάλι.
Χαμογελώντας μου απαλά δεν είπε τίποτα άλλο και καθώς την είδα να κινείτε πάλι
προς τις σκάλες ένιωσα να παίρνει την ανάσα μου μαζί της... Πως μπορώ να τον
αφήσω να την πληγώσει περισσότερο; Φαίνεται τόσο εύθραυστη, τόσο διαφορετική
όταν είναι ο πραγματικός της εαυτός που όλα τα μέσα μου φωνάζουν να την
προστατέψω.
«Μπέλλα;» την κάλεσα και εκείνη καθώς σταμάτησε πάνω στην σκάλα γύρισε προς το
μέρος μου και περίμενε υπομονετικά να συνεχίσω... Πλησιάζοντας προς τις σκάλες
έμεινα στο πρώτο σκαλί χωρίς να αποχωρίζομαι την ματιά της... «Δεν θα τον αφήσω
να σε πληγώσει ξανά» υποσχέθηκα και με την ματιά της να γλυκαίνει περισσότερο
μου χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που έκανε την ματιά μου να μην είναι ανίκανη να
κοιτάξει κάπου άλλου.
«Το ξέρω» μου είπε και καθώς τα χείλια της κινήθηκαν μια ακατανίκητη δύναμη
μέσα μου με έκανε να θέλω να σβήσω την απόσταση που μας χώριζε αλλά
καταλαβαίνοντας το χαμήλωσα την ματιά μου και έκανε αυτόματα ένα βήμα προς τα
πίσω.
«Καληνύχτα» μουρμούρισα και γυρίζοντας την πλάτη μου άρχισα να προχωρώ προς το
σαλόνι αλλά εκείνη με σταμάτησε.
«Οι στόχοι μας είναι αυτοί που μας βοηθάνε να κρατάμε το πάνω χέρι...» την
άκουσα να μου λέει και σταματώντας γύρισα προς την μεριά της... «Αν θες
πραγματικά την ζωή σου πίσω θα την έχεις, στο χέρι σου είναι» συμπλήρωσε και
παραμένοντας στην ίδια θέση συνέχισα να την κοιτώ χωρίς να ξέρω τι να πω πάνω
σε αυτό, τι να έλεγα άλλωστε;
Πάντα καταριόμουν την ώρα και την στιγμή που γεννήθηκα, πάντα ήθελα να τελειώνω
με αυτήν την ζωή γιατί δεν την άντεχα άλλο, μόνο εκείνη με έκανε να νιώσω ότι
έχω μια ελπίδα... Θα μπορούσε να ήταν ο δικός μου στόχος αλλά πως θα μπορούσα
να βασιστώ πάνω της αν είναι να την χάσω ή ακόμα χειρότερα αν είναι να μην
μπορέσω ποτέ να την κερδίσω... Όσο και να μην ήθελα να το παραδεχτώ ο πρόγονος
μου είχε δίκιο, άνηκε σε εκείνον, τα όνειρα της το αποδεδεικνύανε περίτρανα,
πως εγώ θα μπορούσα ποτέ να κερδίσω την καρδιά της από την στιγμή που είναι
κλειδωμένη στην δική του;
«Χρειάζομαι χρόνο» επανέλαβα τα λόγια της και εκείνη κατένευσε με κατανόηση.
«Όσο χρόνο θες» μου απάντησε με τα ίδια μου τα λόγια και καθώς κατένευσα γύρισα
στο σαλόνι.
Καθώς έκατσα στον καναπέ κοίταξα το βιβλίο που κράταγα ακόμα στα χέρια μου
χωρίς πραγματικά να το κοιτώ και αναστέναξα βαριά.
~Μην τολμήσεις ξανά να κάνεις καμία βλακεία σαν την προηγούμενη... Αν θες να
την κερδίσεις θα τα καταφέρεις μόνο με τον τρόπο που την κέρδισες την πρώτη
φορά πριν ακόμα καταλάβεις ότι την αγαπάς, αυτόν τον πρίγκιπα έχει ανάγκη να
δει~... τον βοήθησα τελικά και ανοίγοντας το βιβλίο προσπάθησα να συγκεντρωθώ
στις σελίδες αγνοώντας την απόλυτη ικανοποίηση που ένιωσε εκείνος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
-
Σβήνοντας το τσιγάρο μου πήρα τον καφέ στα χέρια μου και γύρισα στην θέση μου... Μέχρι να γυρίσει η Τζέσικα όλο το συμβ...
-
11 χρόνια μετά....... >>> Μαρίνα – Νες > Ετών 18 <<< «Δεν το πιστεύω ότι φεύγουμε επιτέλους» είπα την ώρα που έκλ...





