Ετικέτες

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

The Destiny "3. Απόπειρα απόδρασης"





Αρπάζοντας την κάπα της από το χέρι του υπηρέτη που την περίμενε, την πέρασε από τους ώμους της. Προσπερνώντας τον με γρήγορα βήματα αγνοώντας την παράκληση του να τον ακολουθήσει έτρεξε για να προλάβει τον Φράνσις. Λίγο πριν ο εκείνος βγει από τις σκιές των δέντρων τον έπιασε από το μπράτσο και προσπάθησε να τον σταματήσει.
«Φράνσις» φώναξε και εκείνος εκνευρισμένος τίναξε το χέρι του ώστε να τραβήξει το δικό του μακριά από το κράτημα της.
«Τι θέλεις επιτέλους από μένα;» απαίτησε να του πει. «Δεν φτάνουν όσα έκανες για μια μέρα;» συνέχισε με τα νεύρα του να κάνουν τα λευκά του μάγουλα να βάφονται κατακόκκινα.
«Ήθελα μόνο να βοηθήσω» προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό της αλλά αυτό φάνηκε να τον κάνει χειρότερα.
«Να με βοηθήσεις πως; Αποδεικνύοντας σε όλους ότι είμαι δειλός; Ότι δεν μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου απέναντι στον ίδιο μου τον αδελφό;» την ρώτησε έξαλλος από οργή.
«Προτιμούσες να τον αφήσω να σε σακατέψει;» τον ρώτησε χωρίς πράγματι να το πιστεύει.
«Ναι αυτό ακριβώς προτιμούσα… να έχω μια ευκαιρία να αντιδράσω όπως εγώ ξέρω» της απάντησε και η Μάριαν έκανε ένα βήμα προς τα πίσω σοκαρισμένη.
«Μα θα σε χτύπαγε με το σπαθί του» είπε κάτω από την ανάσα της χωρίς να είναι ικανή ακόμα να πιστέψει ότι προτιμούσε να χάσει από εκείνον έστω και αν αυτό σήμαινε ότι την επόμενη μέρα θα βρισκόταν με λιγότερα δόντια.
«Είμαι άντρας Μάριαν όχι μωρό, μπορώ να αντέξω μια γροθιά στο σαγόνι όχι όμως μια ξευτίλα σαν και αυτήν» της είπε με τόση απέχθεια που έκανε την καρδιά της Μάριαν να σταματήσει.
«Τι μπορώ να κάνω για να επανορθώσω;» των παρακάλεσε να της πει με μεταμέλεια.
«Θες πραγματικά να επανορθώσεις; Τότε κάνε μου την χάρη και εξαφανίσου. Δεν θέλω να σε δω ποτέ ξανά στην ζωή μου» της απάντησε και πριν προλάβει η Μάριαν να αντιδράσει εκείνος γυρίζοντας την πλάτη του άρχισε να φεύγει.
Κοιτάζοντας να προχωράει προς το άνοιγμα όπου ήταν όλος ο κόσμος συγκεντρωμένος και αμέριμνος, η Μάριαν χωρίς να αντέχει άλλο όλη αυτήν την αδικία, άρχισε να τρέχει. Στην αρχή δεν είχε ιδέα που ήθελε να πάει αλλά μόλις αντίκρισε τον φράχτη όπου είχαν στήσει για να περιορίσουν τα άλογα για ιππασία ήξερε ακριβώς τι ήθελε να κάνει. 
Χωρίς να σταματά να τρέχεις προς το σημείο όπου ένα άλογο ήταν κοντά στον φράχτη με το κεφάλι του προς τα κάτω μασουλώντας το χορτάρι, ανέβηκε με ευκολία στον φράχτη και καθώς καβάλησε το άλογο έπιασε τα γκέμια του. Το καστανό άλογο από το ξάφνιασμα, ανασηκώνοντας το κεφάλι έκανε πιο πίσω αλλά η Μάριαν προσπάθησε να το καλμάρει. Τραβώντας τα γκέμια του, έγειρε μπροστά τρίβοντας καθησυχαστικά τον λαιμό του ενώ ψιθύρισε.
«Ήσυχα αγόρι μου. Ήσυχα» μόλις το άλογο σταμάτησε να αντιστέκεται τραβώντας τα γκέμια προς τα δεξιά το ανάγκασε να στρίψει το κεφάλι και το σώμα του προς την μεριά που του είχε επιβάλει να πάει.
«Τώρα δείξε μου τι μπορείς να κάνεις» είπε στο άλογο χτυπώντας τα πλευρά του με δύναμη βγάζοντας μια κραυγή και το άλογο άρχισε να τρέχει με όλη του την δύναμη. 
Λίγο πριν φτάσει στον φράχτη η Μάριαν ανάγκασε το άλογο να πηδήξει. Φτάνοντας από την απέναντι μεριά του φράχτη ένιωσε να παίρνει μια ανάσα.
‘Επιτέλους ελεύθερη’… σκεφτόταν και νιώθοντας τον αέρα να της στεγνώνει τα δάκρυα άρχισε να ανασαίνει με περισσότερη ευκολία.

Καθώς κάλπαζε μανιασμένα χωρίς προορισμό μέσα στο δάσος άκουσε κάποιον να την φωνάζει.
«Μάριαν σταμάτα» στην αρχή δεν ήταν σίγουρη αλλά όταν άκουσε ξανά την φωνή του να έρχεται από κάπου κοντά τότε σιγουρεύτηκε. Ήταν η φωνή του Φράνσις.
«Σταμάτα ηλίθιο κορίτσι… σε διατάζω» συνέχισε εκείνος εκνευρισμένος να της λέει και με τα νεύρα της να χτυπάνε κόκκινο επέβαλε το άλογο να τρέξει πιο γρήγορα.
‘Κανείς δεν με διατάζει εμένα’… έλεγε με πείσμα μέσα της αλλά μόλις άκουσε το άλογο που ήταν πίσω της να χλιμιντρίζει άγρια, χωρίς να σταματά να καλπάζει γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω.
Βλέποντας το άλογο του Φράνσις να σηκώνετε στα δύο του πόδια και να τον ρίχνει στο έδαφος, σκέφτηκε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία της να του ξεφύγει αλλά μόλις είδε το άλογο να κλωτσάει τον αέρα μανιασμένα και τον κακόμοιρο τον Φράνσις να προσπαθεί να αποφύγει το άλογο πριν τον χτυπήσει ήξερε ότι δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι. Αλλάζοντας πορεία στο άλογο της, το γύρισε προς το μέρος που ήταν ο Φράνσις. Καλπάζοντας χωρίς δισταγμό, την στιγμή που εκείνος κατρακύλησε στο έδαφος για να αποφύγει το άλογο του, έδωσε ένα σάλτο πάνω από το σώμα του Φράνσις με το άλογο της. Μόλις τα μπροστινά πόδια του αλόγου της πάτησαν ξανά την γη, έγειρε το σώμα της στο πλάι και πιάνοντας τα γκέμια του αλόγου του Φράνσις το τράβηξε μαζί της ώστε να το πάρει μακριά του.
Αφήνοντας τα άλογα με ασφάλεια λίγο πιο μακριά από εκεί που κείτονταν ο Φράνσις, κατεβαίνοντας από το άλογο της, τα έδεσε σε ένα κλαρί ενός δέντρου που σχεδόν άγγιζε το έδαφος και έτρεξε κοντά του. Ο Φράνσις δεν αγκομαχούσε από πόνο ωστόσο το ότι ήταν ακόμα ξαπλωμένος μπρούμυτα έκανε την Μάριαν να αγωνιά.
«Φράνσις είσαι καλά;» τον ρώτησε αγχωμένα και καθώς γονάτισε δίπλα από το σώμα του προσπάθησε να τον γυρίσει προς το μέρος της.
«Άφησε με ήσυχο» σύριξε προσπαθώντας πολύ σκληρά να την σταματήσει από το να τον γυρίσει ανάσκελα.
«Χτύπησες πουθενά; Θες να φέρω βοήθεια;» τον ρώταγε τρομοκρατημένη αγγίζοντας την πλάτη του δειλά.
«Δεν θέλω κανέναν. Άφησε με ήσυχο» φώναζε κουνώντας τους ώμους του για να αποφύγει το άγγιγμα της.
«Μα δεν μπορώ να σε αφήσω έτσι. Μόλις έπεσες από το άλογο, μπορεί να έχεις χτυπήσει» επέμενε απελπισμένη.
«Σου είπα παράτα με δεν έχω τίποτα» επέμενε εκείνος αλλά η Μάριαν δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια.
«Όχι που να σε πάρει δεν σε αφήνω» είπε νευριασμένα και καθώς έβαλε όλη της την δύναμη και κατάφερε να τον γυρίσει ανάσκελα έμεινε σοκαρισμένη να τον κοιτά.
«Χριστέ μου! Εσύ αιμορραγείς» αναφώνησε τρομοκρατημένη ενώ προσπάθησε να λύσει την ζώνη του παντελονιού του χωρίς πραγματικά να σκεφτεί τι ακριβώς έκανε.
«Τι διάολο κάνεις;» την σταμάτησε εκείνος ενώ τραβώντας τα χέρια της από πάνω του έκανε πιο πίσω για να την αποφύγει.
«Πρέπει να δούμε που χτύπησες» είπε γρήγορα ενώ προσπάθησε ξανά να τον φτάσει ώστε να συνεχίσει αυτό που είχε ξεκινήσει. «Πρέπει να σταματήσουμε το αίμα» συνέχισε και ο Φράνσις αυτόματα έπιασε τους καρπούς της και τους έσφιξε με τόση δύναμη που της έκοψε το αίμα.
«Δεν είναι αίμα ηλίθια» της φώναξε ενώ σπρώχνοντας την προς τα πίσω σηκώθηκε γρήγορα από το έδαφος και προχώρησε προς τον κορμό ενός δέντρου που ήταν εκεί κοντά αποφεύγοντας το βλέμμα της. 
«Δεν είναι αίμα;» ρώτησε η Μάριαν τελείως μπερδεμένη ενώ κοίταξε το στεγνό έδαφος. «Ούτε νερό…» είπε την διαπίστωση της δυνατά. Κοιτώντας προς την μεριά του, μόλις τον είδε να κάθετε κατάκοπος κοντά στον κορμό του δέντρου και να φέρνει τα πόδια του κοντά στο στήθος κοιτώντας μακριά τότε κατάλαβε.
«Ω! Χριστέ μου… Φράνσις σου ζητώ χίλιες φορές συγνώμη. Σου το ορκίζομαι δεν είχα σκοπό να σου κάνω κακό ήθελα μόνο να πάρω το άλογο μακριά σου» είπε απολογητικά ενώ σηκώθηκε όρθια και καθώς πήγε κοντά του γονάτισε μπροστά του πιάνοντας του τα χέρια παρηγορητικά.
«Δηλαδή δεν θα με κοροϊδέψεις που είμαι τόσο δειλός που τα έκανα επάνω μου;» την ρώτησε χωρίς να πιστεύει ότι πράγματι εκείνη ένιωθε ενοχές για ότι του είχε συμβεί.
«Δειλός;» αναφώνησε χωρίς να το πιστεύει. «Φράνσις, μόλις έπεσες από ένα αφηνιασμένο άλογο που προσπάθησε να σε πατήσει, είδες το άλογο μου να περνάει πάνω από το σώμα σου, μπορώ να φανταστώ πόσο πολύ τρομοκρατήθηκες» του είπε με ειλικρίνεια και ο Φράνσις έμεινε να την κοιτά χωρίς να ξέρει τι να πει.
«Είσαι πραγματικά καλά; Εννοώ σίγουρα δεν έχεις πληγωθεί πουθενά;» έκανε άλλη μια απελπισμένη προσπάθεια μαλακώνοντας την φωνή της και ο Φράνσις με έναν αναστεναγμό κοίταξε πέρα μακριά.
«Το μόνο που πληγώθηκε είναι η υπερηφάνεια μου» παραδέχτηκε και η Μάριαν βγάζοντας μια ανακουφισμένη ανάσα έκατσε δίπλα του χωρίς να πει τίποτα άλλο.
«Αυτό σημαίνει ότι δεν θα το πεις πουθενά;» την ρώτησε διστακτικά και η Μάριαν παίζοντας με το χορτάρι που ήταν μπροστά της απέφυγε το βλέμμα του.
«Όχι δεν θα το έκανα ποτέ αυτό» του είπε εννοώντας το και αμέσως χαμογέλασε θλιμμένα. «Άλλωστε και να το είχα σκοπό που θα μπορούσα να το πω;» τον ρώτησε και τον κοίταξε δειλά στα μάτια.
Εκείνος γέρνοντας το κεφάλι προς τα πίσω, το ακούμπησε πάνω στον κορμό και έκλεισε τα μάτια. Η Μάριαν νιώθοντας αμήχανα γύρισε την ματιά της προς τα χέρια της και συνέχισε να τραβάει τα αγριόχορτα με λίγη περισσότερη δύναμη από όσο χρειαζόταν. Η σιωπή του την πόναγε περισσότερο από τις προσβολές του.
«Την πρώτη φορά που έπεσα από το άλογο τρομοκρατήθηκα τόσο που νόμιζα ότι θα πεθάνω» μουρμούρισε διστακτικά σπάζοντας την αφόρητη σιωπή που είχε απλωθεί γύρω τους.
«Και είχες και εσύ το ίδιο ατύχημα με μένα;» την ρώτησε και η Μάριαν χωρίς να τον κοιτά κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
«Όχι, αλλά αν είχα χρόνο να αντιδράσω το πιθανότερο θα ήταν να μου είχε συμβεί το ίδιο» του απάντησε και τον ένιωσε δίπλα της να μετακινείτε προς το μέρος της.
«Σε χτύπησε; Το άλογο εννοώ» την ρώτησε με περισσότερο θάρρος τώρα.
«Έπεσε επάνω μου. Ήταν τόσο βαρύ που δεν μπορούσα να αναπνεύσω και αν δεν ήταν μαζί μου ο θείος μου δεν νομίζω ότι θα κατάφερνα να το κάνω» του απάντησε ενώ γύρισε το πρόσωπο της προς το μέρος του για να τον κοιτάξει.
«Αλλά το ξεπέρασες σωστά;» την ρώτησε γεμάτος ελπίδα και καθώς γύρισε την ματιά της προς τα άλογα κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε.
Δεν ήταν τόσο η ντροπή του που δεν ήθελε βοήθεια όσο ο φόβος του να ανέβει ξανά πάνω σε άλογο, ιδίως αν ήταν κάποιος μπροστά ώστε να καταλάβει το πόσο τον τρομοκρατούσε ακόμα και η ιδέα να χρειαστεί να το κάνει ξανά.
«Όταν κατάφερα να αναπνεύσω ξανά δεν ήθελα να δω ποτέ ξανά άλογο στα μάτια μου αλλά ο θείος μου δεν άφησε τον φόβο μου να με καταβάλει» του εκμυστηρευτικέ χωρίς ντροπή ενώ γύρισε το πρόσωπο της προς το μέρος του ελπίζοντας να την εμπιστευτεί και να την αφήσει να τον βοηθήσει όπως είχε κάνει ο θείος της σε εκείνη.
«Τι ακριβώς έκανε δηλαδή;» την ρώτησε κάπως διστακτικά προσέχοντας να μην παραδεχτεί ότι ο ίδιος φόβος είχε καταβάλει και τον ίδιο.
«Έχεις ανέβει ποτέ σε δέντρο;» τον ρώτησε πιο ζωηρά και εκείνος την κοίταξε παραξενευμένος.
«Τι σχέση έχει το δέντρο με τα άλογα;» δεν μπορούσε να καταλάβει το σκεπτικό της αλλά η Μάριαν δεν έκατσε να του εξηγήσει.
«Θα δεις» του είπε με περισσότερο ενθουσιασμό και καθώς σηκώθηκε όρθια άπλωσε τα χέρια της μπροστά σε μια προσπάθεια να τον πείσει να κάνει και εκείνος το ίδιο.
«Τι κάνεις;» προσπάθησε να την σταματήσει ενώ τράβαγε τα χέρια του μακριά για να αποφύγει τα δικά της.
«Σου υπόσχομαι ότι δεν θα σε αφήσω να πέσεις» προσπάθησε να τον μεταπείσει αλλά ήταν ανένδοτος.
«Ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω. Αρκετά διακινδύνευσα την ζωή μου για μια μέρα» της δήλωσε κατηγορηματικά και η Μάριαν ανασήκωσε τα φρύδια της προκλητικά.
«Ένας άντρας σαν και εσένα φοβάται ένα δέντρο;» τον προκάλεσε και η ματιά του αυτόματα την μαστίγωσε.
«Δεν φοβάμαι…» ξεκίνησε αλλά η Μάριαν δεν τον άφησε να συνεχίσει.
«Απόδειξε το» του χτύπησε τον εγωισμό του και εκείνος αμέσως έτριξε τα δόντια του με οργή ενώ άρχισε να ανασαίνει γρήγορα.
«Δεν χρειάζεται να αποδείξω τίποτα» της γύρισε αλλά η Μάριαν δεν έδωσε σημασία στον εκνευρισμό του.
«Τότε μείνε εκεί και περίμενε να έρθει η φρουρά να σε μαζέψει» του χτύπησε εκείνη πίσω τελείως αδιάφορα.
Χωρίς να περιμένει την αντίδραση του, γυρνώντας την πλάτη της άρχισε να περιπλανιέται μέσα στο δάσος ψάχνοντας ένα δέντρο που τα κλαδιά του θα μπορούσαν να ήταν αρκετά χαμηλά ώστε να τα φτάσει για να μπορέσει να τα ανέβει.
Ο Φράνσις αν και ήθελε όσο τίποτα να μην της κάνει την χάρη, ωστόσο ήταν και πολύ εγωιστής για να της δώσει την ικανοποίηση να φανεί εκείνη πιο δυνατή από εκείνον. Με τον εκνευρισμό του να χτυπάει ακόμα κόκκινο, τελικά πήρε την απόφαση και σηκώθηκε όρθιος. Βλέποντας την να στέκεται μπροστά από ένα δέντρο τεντώνοντας τα χέρια της προς τα πάνω προσπαθώντας να φτάσει το κλαρί τα παράτησε και πήγε κοντά της.
«Εσύ το φτάνεις;» τον ρώτησε πριν ακόμα εκείνος προλάβει να φτάσει αρκετά κοντά της. Κοιτώντας την για μια στιγμή, πήγε δίπλα της και τεντώνοντας τα χέρια του ψηλά άγγιξε το κλαδί του δέντρου.
«Τέλεια. Τώρα βοήθησε με να το φτάσω και μετά θα σε βοηθήσω να ανέβεις και εσύ» του είπε με απίστευτο ενθουσιασμό και ο Φράνσις αναστέναξε απηυδισμένα.
«Είναι η πιο ηλίθια ιδέα που θα μπορούσες να έχεις ποτέ» την κατηγόρησε αλλά δεν της χάλασε το χατίρι. 
Χαμηλώνοντας λίγο το σώμα του τύλιξε τα χέρια του γύρω από τα πόδια της και βάζοντας δύναμη της έδωσε ώθηση για να καταφέρει να πιάσει το κλαδί.
«Θα δεις, θα είναι τέλεια» του απάντησε η Μάριαν σίγουρη γι’ αυτό και καθώς έπιασε το κλαδί προσπάθησε να ανασηκωθεί για να καταφέρει να σκαρφαλώσει επάνω του. Μόλις το έκανε, έκανε πάλι πίσω και αφέθηκε πάνω στα χέρια του.
«Όχι, όχι, κατέβασε με κάτω» του ζήτησε επιτακτικά και ο Φράνσις με την αγωνία ότι κάτι είχε πάθει το έκανε αμέσως χωρίς να  της φέρει αντίρρηση.
«Τι έπαθες;» ρώτησε παραξενευμένος καθώς την είδε να βάζει το χέρι της πάνω στο στήθος και να προσπαθεί να πάρει μια ανάσα.
«Δεν μπορώ να πάρω ανάσα με αυτό το πράγμα» παραπονέθηκε αλλά μόλις το σκέφτηκε καλύτερα τα μάτια της άστραψαν και άρχισε να βγάζει την κάπα της. «Βοήθησε με να βγάλω τον κορσέ» του ζήτησε και ο Φράνσις προσπάθησε να την σταματήσει.
«Τι κάνεις;» την ρώτησε σχεδόν τρομοκρατημένος.
«Αν δεν μπορώ να αναπνεύσω πως θα ανέβω στο δέντρο;» τον ρώτησε αθώα.
«Μάριαν καταλαβαίνεις πόσο λάθος είναι όλο αυτό;» την μάλωσε και η Μάριαν τον κοίταξε με πληγωμένο ύφος.
«Μπορεί να είναι λάθος αλλά ίσως είναι η μοναδική ευκαιρία που έχω για να κάνω κάτι που με ευχαριστεί» του είπε παρακλητικά και καθώς τον είδε να μην αλλάζει ύφος συνέχισε πιο δυναμικά.
«Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να γυρίσουμε στο κάστρο και είμαι σίγουρη ότι η μητέρα σου πιθανότερα να μην με αφήσει να βγω ποτέ ξανά από το δωμάτιο μου χωρίς να έχω κάποιον να ακολουθεί κάθε μου βήμα. Δεν πρόκειται καν να με αφήσει να ιππεύσω άλογο πόσο μάλλον να ανέβω σε ένα δέντρο και έχω ανάγκη να το κάνω. Έχω ανάγκη να νιώσω έστω και λίγο ελεύθερη πριν κλειστώ για την υπόλοιπη ζωή μου μέσα σε ένα κάστρο που θα μου στερήσει ότι αγαπώ. Σε παρακαλώ» έκανε μια ύστατη προσπάθεια και ο Φράνσις έμεινε για λίγο να την κοιτάει αναποφάσιστος. 
«Συνειδητοποιείς τι έχει να γίνει αν το μάθει;» την ρώτησε λίγο πιο αυστηρά από όσο θα έπρεπε.
«Θα της το πεις;» τον ρώτησε αποκαρδιωμένη.
«Έχω αρκετά προβλήματα στο κεφάλι μου δεν θέλω να προσθέσω κι άλλα» της απάντησε πλαγίως και αυτόματα η Μάριαν αναθάρρησε.
«Τότε πως θα το μάθει;» τον ρώτησε με ελπίδα και ο Φράνσις κοίταξε προς τα κλαδιά που ήταν από πάνω του.
«Είσαι σίγουρη ότι δεν θα πέσεις;» την ρώτησε σχεδόν ηττημένα και η Μάριαν του χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση.
«Θα είμαι προσεκτική, στο υπόσχομαι» του έδωσε τον λόγο της και εκείνος κατένευσε.
«Γύρνα από την άλλη» της είπε αμέσως. Μόλις η Μάριαν το έκανε ο Φράνσις περίμενε μέχρι να λύσει την κάπα της πριν αρχίσει να ξεκουμπώνει τα κουμπιά της μπλούζας της.
«Το κάνεις συχνά αυτό;» την ρώτησε την στιγμή που σχεδόν είχε ξεκουμπώσει όλα τα κουμπιά.
«Ω! Κάθε μέρα ανελλιπώς» τον διαβεβαίωσε και τα χέρια του σταμάτησαν στο τελευταίο κουμπί. «Το να βρίσκομαι στην κορυφή ενός δέντρου με κάνει να νιώθω τόσο… Δεν μπορώ να σου το περιγράψω με λόγια, πρέπει να το νιώσεις μόνος σου για να το καταλάβεις» την άκουσε να συμπληρώνει και καθώς ξεκούμπωσε και το τελευταίο κουμπί την άφησε να βγάλει την μπλούζα της από πάνω της πριν συνεχίσει αυτό που είχε αρχίσει.
«Δεν εννοούσα το σκαρφάλωμα στα δέντρα» διευκρίνισε ενώ έλυνε το κορδόνι του κορσέ της.
«Α! Και τι εννοούσες;» τον ρώτησε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Εννοούσα βάζεις συχνά κάποιον να σου λύνει τον κορσέ για να σκαρφαλώνεις στα δέντρα» εξήγησε και η Μάριαν ακούγοντας τον τόνο της φωνής του που δεν είχε ιδέα τι σήμαινε γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του παραξενευμένη.
«Λοιπόν; Το κάνεις συχνά;» επέμενε ο Φράνσις.
«Κρατάς μυστικό;» τον ρώτησε συνωμοτικά και εκείνος περίεργος για το τι θα του έλεγε ένευσε θετικά.
«Η πρώτη φορά που φόρεσα αυτό το πράμα ήταν την ημέρα που ήρθε ο παππούς σου στο κάστρο μας» του ψιθύρισε σαν να φοβόταν ότι θα την άκουγε κανείς και γυρνώντας ξανά το κεφάλι της από την άλλη συνέχισε προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελο της.
«Ήταν τόσο άβολο που δεν μπορούσα να μείνω λεπτό ακίνητη» καθώς οι αναμνήσεις από εκείνη την ημέρα πλημύρισαν το μυαλό της άρχισε να χαχανίζει χωρίς να είναι ικανή να το σταματήσει.
«Ο κακομοίρης, όταν με είδε νόμιζε ότι με είχαν αντικαταστήσει με κάποια κόρη των υπηρετριών. Δεν πίστευε ότι ήμουν πράγματι η πριγκίπισσα Μάριαν» συνέχισε και μόλις ο Φράνσις έβγαλε τελείως το κορδόνι από τον κορσέ της έκανε δύο βήματα πιο πίσω και την άφησε ελεύθερη ώστε να το βγάλει από πάνω της.
Όταν η Μάριαν το έκανε έβαλε το χέρι της πάνω στο μεσοφόρι της και γυρίζοντας προς το μέρος του ακούμπησε την πλάτη της πάνω στον κορμό του δέντρου κλείνοντας τα μάτια της.
«Επιτέλους ανάσανα» αναφώνησε και προσπάθησε να ρουφήξει όσο περισσότερο οξυγόνο μπορούσαν να αντέξουν τα πνευμόνια της.
Ο Φράνσις κοιτάζοντας το ελεύθερο της στήθος να ανεβοκατεβαίνει κάτω από το λεπτό ύφασμα ένιωσε τόσο άβολα που αυτόματα έσκυψε και άρπαξε την κάπα της στο χέρι. Δεν ήθελε να την σκέφτεται έτσι, δεν ήθελε να ξέρει πόσο απαλό θα μπορούσε να ήταν το δέρμα της ή τι αίσθηση θα είχαν οι σκληρές της ρόγες που διαγράφοντας κάτω από το ύφασμα. 
«Απορώ πως έπεισες τον παππού μου ότι ήσουν το πιο κατάλληλο άτομο για μένα» μουρμούρισε περισσότερο στον εαυτό του παρά σε εκείνη και καθώς σήκωσε την ματιά του ξανά προς την δική της, την είδε να τον κοιτά πληγωμένα.
«Νομίζεις ότι εγώ το ήθελα αυτό;» τον ρώτησε χωρίς να πιστεύει ότι υπονοούσε ότι είχε τυλίξει τον παππού του και τον είχε ξεγελάσει για να την δεσμεύσει σε μια ζωή που δεν ήθελε.
«Και ποια δεν θα ήθελε να κλέψει την ευκαιρία να γίνει βασίλισσα» το ότι πραγματικά το πίστευε έκανε την Μάριαν να βγει από τα ρούχα της.
«Σίγουρα όχι εγώ» του επιτέθηκε νευριασμένα αρπάζοντας την κάπα της από το χέρι του και καθώς την πέρασε από τους ώμους της άρχισε να την δένει αποφεύγοντας την ματιά του.
«Αν είναι αλήθεια όσα έχω ακούσει για τον πατέρα σου…»
«Μπορεί να μην είχα την αγάπη ή την προσοχή που θα ήθελα από τον πατέρα μου αλλά είχα όλα όσα χρειαζόμουν» τον διέκοψε απότομα κοιτάζοντας τον κατάματα. «Μπορούσα να τρέξω ελεύθερα χωρίς να με νοιάζει να λερωθώ, να ιππεύσω και να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα, να σκαρφαλώσω σε δέντρα, να παίξω μπάλα ή χιονοπόλεμο με τα άλλα παιδιά, να κυλιστώ στο χώμα και να γυρίσω στο δωμάτιο μου όπου με περίμενε η ζεστή αγκαλιά από την μητέρα μου, ένα γλυκό πείραγμα από την κουβερνάντα μου…» μπορούσε να πει και τόσα άλλα αλλά η σουβλιά που ένιωσε στο στήθος της έκανε τα λόγια της να σβήσουν, τα μάτια της να γεμίσουν με δάκρυα.
«Λυπάμαι που χρειάστηκε να στερηθείς εξαιτίας μου την ζωή μίας χωριάτισσας για να αποκτήσεις μια ζωή γεμάτη από πλούτη και μεγαλεία» την ειρωνεύτηκε και αυτό έκανε το ποτήρι της να ξεχειλίσει.
«Και εγώ λυπάμαι δεν θα έχεις ποτέ την ευκαιρία να νιώσεις πως είναι να είσαι πραγματικά ελεύθερος» του γύρισε το σχόλιο του και προσπερνώντας τον άρχισε να ψάχνει για κάποιο άλλο δέντρο όπου θα μπορούσε να το ανέβει και χωρίς την βοήθεια του.
«Μα είμαι ελεύθερος. Και εγώ μπορώ να κάνω ότι θέλω» υπερασπίστηκε τον εαυτό του ενώ την ακολουθούσε.
«Δεν έχεις πέσει ποτέ από άλογο, δεν έχεις σκαρφαλώσει σε δέντρα, κόβω το κεφάλι μου ότι δεν έχεις αγγίξει ποτέ σου λάσπη…»
«Επειδή εγώ ξέρω την θέση μου δεν σημαίνει ότι η δική σου ζωή ήταν καλύτερη από την δική μου» της έφτυσε εκνευρισμένα.
Η Μάριαν βρίσκοντας αυτό που έψαχνε, έσπρωξε τα πέτα της κάπας της προς τα πίσω και απλώνοντας τα χέρια της ψηλά άγγιξε το κλαδί. Δίνοντας ώθηση στον εαυτό της έβαλε το γόνατο της πάνω στο κλαδί και σκαρφάλωσε επάνω του με τέτοια ευκολία που έκανε τον Φράνσις να σταματήσει το βήμα του και να την κοιτάξει απηυδισμένα.
«Πραγματικά θα το κάνεις τώρα αυτό;» την ρώτησε εκτός εαυτού πια.
«Εγώ δεν φοβάμαι να ζήσω» του χτύπησε σκληρά και συνέχισε να σκαρφαλώνει πιο ψηλά.
«Μάριαν» γκάριξε ο Φράνσις αλλά η Μάριαν δεν του έδωσε καμία σημασία. Είχε πεισμώσει τόσο πολύ που αν δεν έφτανε σχεδόν στην κορυφή δεν θα σταμάταγε για κανέναν λόγο.
«Αν πέσεις και γκρεμοτσακιστείς…»
«Τότε θα μας γλυτώσω από μια ζωή που κανείς από τους δύο μας δεν θέλει» του φώναξε από πιο ψηλά και ο Φράνσις τα παράτησε.
«Ξεροκέφαλο πλάσμα» έβρισε μέσα από τα δόντια του και κοιτώντας το κλαδί που είχε μόλις ανέβει ξεφύσησε νευριασμένα και το έπιασε.
Καθώς βρέθηκε πάνω στο κλαδί δεν ήταν σίγουρος για αν ήθελε πράγματι να συνεχίσει. Βλέποντας την να ανεβαίνει με τόση αποφασιστικότητα και ευκολία πίστευε ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει και ο ίδιος αλλά δεν το είχε κάνει ποτέ ξανά και δεν είχε ιδέα πως θα μπορούσε να το κάνει και μάλιστα μόνος.
«Υποσχέθηκες ότι δεν θα με αφήσεις να πέσω» της φώναξε αλλά καθώς δεν πήρε καμία απάντηση φαντάστηκε ότι θα ήταν ήδη πολύ ψηλά για να τον ακούσει.
‘Ήταν σίγουρος ότι ήθελε να το κάνει αυτό;’… αναρωτήθηκε βάζοντας το πόδι του πάνω στο επόμενο κλαδί που ήταν μπροστά του χωρίς να σταματά να κρατιέται από τον χοντρό κορμό του δέντρου.
«Το μυστικό είναι βάζεις όλη σου την δύναμη στα χέρια» άκουσε την φωνή της από πίσω του και ξαφνιασμένος γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω για να την κοιτάξει.
«Είσαι πανούργα» την κατηγόρησε.
«Αυτό είναι καλό ή κακό;» τον ρώτησε παραξενευμένη.
«Σίγουρα κακό» της απάντησε εκείνος. Η Μάριαν τον κοίταξε παραξενευμένη.
«Τότε τι κάνεις εδώ; Γιατί δεν φεύγεις;» τον ρώτησε με πραγματική περιέργεια.
«Γιατί δεν μπορώ να σε αφήσω εδώ μονάχη σου. Είτε μου αρέσει είτε όχι, ο παππούς μου έδεσε τις ζωές μας και έχω χρέος να σε προστατεύω» της απάντησε και η Μάριαν γέλασε κοροϊδευτικά.
«Συγνώμη που θα πληγώσω τον εγωισμό σου, ξανά, αλλά αυτός που χρειάζεται προστασία αυτήν την στιγμή είσαι εσύ όχι εγώ».
«Θα κατέβεις επιτέλους από εκεί;» της ζήτησε εκνευρισμένα και καθώς η Μάριαν κούνησε το κεφάλι της αρνητικά ο Φράνσις πήρε μια βαθιά ανάσα και με περισσότερο πείσμα άρχισε και πάλι να σκαρφαλώνει πάνω στα κλαδιά για να την φτάσει.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

The Destiny "2. Πολεμώντας με ίσους όρους"



Την άλλη μέρα το πρωί, οι υπηρέτριες ήρθαν από νωρίς για να ετοιμάσουν την μικρή πριγκίπισσα για το φεστιβάλ που είχαν διοργανώσει προς τιμήν της. Το φόρεμα που είχαν διαλέξει για εκείνη δεν ήταν δικό της. Ο κορσές που της είχαν φορέσει ήταν τόσο στενός που κάτω από το μετάξι δεν φαινόταν πια ότι υπήρχε ένα μικρό αλλά τελείως θηλυκό εφηβικό στήθος ενώ η φούστα της ήταν τόσο μακριά που για να κάνει ένα βήμα έπρεπε αναγκαστικά τα την ανασηκώνει λίγο.
Την στιγμή που μια υπηρέτρια τελείωσε με τα μαλλιά της – ένα περίεργο χτένισμα με διάφορες πλεξούδες να δημιουργούν ένα υπέροχο στεφάνι γύρω από το κεφάλι της - η πόρτα άνοιξε και μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα μπήκε μέσα κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση προς το μέρος της.
«Πριγκίπισσα Μάριαν, είμαι η νέα σας δασκάλα, η μαντάμ Σελζινάρ» η Μάριαν, θέλοντας να την υποδεχτεί, σηκώθηκε όρθια, πήγε κοντά της και της χαμογέλασε γλυκά.
«Χαίρω πολύ μαντάμ. Δεν χρειάζεται να μου μιλάς στον πληθυντικό και φυσικά μπορείς να με αποκαλείς απλά Μάριαν» της είπε ευγενικά και η περίεργη κοκκαλιάρα κυρία με το κατάλευκο δέρμα και τα τεράστια μάτια, ακούγοντας τα λόγια της την κοίταξε με φρίκη.
«Ο μοντιε…» αναφώνησε η μαντάμ Σελζινάρ και κούνησε το κεφάλι της επιδοκιμαστικά. «Ώστε είναι αλήθεια; Δεν έχετε καν την στοιχειώδη εκπαίδευση;» ρώτησε χωρίς να περιμένει κάποια απάντηση αλλά η Μάριαν της απάντησε έτσι κι αλλιώς.
«Φυσικά και έχω…»
«Ναι το βλέπω» την διέκοψε απότομα η μαντάμ Σελζινάρ και πριν προλάβει η Μάριαν να της πει κουβέντα εκείνη συνέχισε.
«Βλέπω ότι έχω να κάνω πολλά γι’ αυτό αρχίζουμε αμέσως. Και για αρχή είμαι η μαντάμ Σελζινάρ…»
«Είναι τόσο δύσκολο…» διαμαρτυρήθηκε. «Δεν μπορούμε απλά να το κάνουμε Σελ;» έκανε μια προσπάθεια αλλά η μαντάμ Σελζινάρ ήταν ανένδοτη.
«Είναι… μα-ντάμ Σελ-ζινάρ…» τόνισε σαν να μίλαγε σε ένα μωρό που μάθαινε μόλις τώρα να μιλά. «Παρακαλώ επαναλάβατε» την διέταξε και η Μάριαν αναστενάζοντας τα παράτησε.
«Μαντάμ Σελσανάρ» είπε με μεγάλη δυσκολία.
«Σελ-ζι-νάρ» συλλάβισε όχι και τόσο υπομονετικά.
«Σελ-σι-νάρ» την μιμήθηκε η Μάριαν και η μαντάμ Σελζινάρ μόνο που δεν λιποθύμησε από απελπισία.
«Ζι πριγκίπισσα όχι σι» την διόρθωσε ξανά.
«Σελ-ΖΙ-νάρ» κατάφερε τελικά να πει η Μάριαν τονίζοντας το ‘ζι’ επίτηδες και εκείνη ευχαριστημένη συνέχισε ακάθεκτη σε όλα όσα ήθελε να της δείξει πριν καταφέρει να την βγάλει στον έξω κόσμο. Όπως το να υποκλίνεται σωστά, να προχωράει όπως μια βαριεστημένη χελώνα αλλά με χάρη, καθώς και να μιλάει… μόνο ΑΝ και όποτε την ρωτάνε κάτι. Δηλαδή σχεδόν ποτέ.
Πίστευε ότι μόλις κατάφερναν να βγουν επιτέλους έξω στον καθαρό αέρα και βρεθεί ξανά με κόσμο θα γλύτωνε κάπως από εκείνη αλλά είχε κάνει λάθος. Όχι μόνο δεν την άφηνε να κάνει βήμα μόνη της αλλά της έκανε παρατηρήσεις για το κάθε τι.
«Κεφάλι ψηλά… μάτια στην ευθεία… μια πριγκίπισσα δεν χαχανίζει για κανέναν λόγο… δεν μιλάει σε αγνώστους… δεν περιφέρεται άσκοπα… δεν μασουλάει σαν κατσίκα… δεν… δεν… δεν…»
Η Μάριαν ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές αλλά μόλις είδε το τεράστιο λιβάδι με τα εμπόδια που είχαν παρατάξει σε σειρά για τα άλογα και την κοπέλα όπου κάλπαζε με καμάρι πάνω στο άλογο της πηδώντας τα εμπόδια με μεγάλη ευκολία τότε η καρδιά της πήρε τα πάνω της.
«Τουλάχιστον μπορώ να κάνω λίγη ιππασία;» ρώτησε με ελπίδα χωρίς να παίρνει τα μάτια της από την κοπέλα που απολάμβανε την βόλτα της.
«Ο μοντιέ… και βέβαια όχι» της είπε κατηγορηματικά και η Μάριαν την κοίταξε παραξενευμένη.
«Και εκείνη γιατί κάνει;» την ρώτησε δείχνοντας με το χέρι της προς την κοπέλα και η μαντάμ Σελζινάρ της κατέβασε αυτόματα το χέρι ενώ κοίταζε γύρω της μην τυχών είχε δει κάποιος την κίνηση της αυτή.
«Μία πριγκίπισσα δεν δείχνει πο-τε κάποιον με το χέρι της» την μάλωσε αυτόματα και η Μάριαν αναστενάζοντας αποκαρδιωμένη μουρμούρισε ηττημένα.
«Μάλιστα μαντάμ Σελζινάρ».
«Μία πριγκίπισσα δεν μουρμουρίζει πο-τε κάτω από τα δόντια της» συνέχισε εκείνη τις παρατηρήσεις της και η Μάριαν γυρίζοντας της την πλάτη άρχισε και πάλι να περπατάει αγνοώντας την πια επιδεκτικά.
«Μια πριγκίπισσα δεν γυρίζει πο-τε την πλάτη της σε κάποιον που της μιλάει… Πριγκίπισσα… Πριγκίπισσα» συνέχιζε αλλά η Μάριαν δεν σταμάτησε μέχρι που ένα παιδί έστειλε κατά λάθος την μπάλα του επάνω της. Πριν καταφέρει να την χτυπήσει η μπάλα στο στήθος, την έπιασε στον αέρα.
«Ο μοντιέ… πριγκίπισσα είσαστε καλά; Χτυπήσατε;» την ρώτησε αυτόματα η μαντάμ Σελζινάρ ενώ ήρθε κοντά της για να την ελέγξει.
«Είμαι μια χαρά» προσπάθησε να πει αλλά η μαντάμ Σελζινάρ δεν της έδωσε σημασία.
«Πως τολμάς να χτυπάς με την μπάλα σου την πριγκίπισσα Μάριαν» μάλωσε το αγοράκι που έτρεξε να πιάσει την μπάλα και η Μάριαν χωρίς να αντέχει άλλο μπήκε μπροστά για να το υπερασπιστεί.
«Είπα ότι είμαι μια χαρά, δεν χρειάζεται να τον μαλώνεις, δεν το έκανε επίτηδες» της έβαλε τις φωνές και η μαντάμ Σελζινάρ έβαλε το χέρι της πάνω στο στήθος της σοκαρισμένη.
«Ο μοντιέ… τι γλώσσα».
«Μπορεί να γίνει και χειρότερη… να είσαι σίγουρη» της είπε και γύρισε προς τον μικρό που τις κοίταζε μπερδεμένος.
«Πως σε λένε;» ρώτησε τον μικρό ταραξία που πάνω κάτω είχε τα μισά της χρόνια. Εκείνο πεταρίζοντας τα μάτια του της απάντησε διστακτικά.
«Πετίτο».
«Πετίτο, είσαι από την Ιταλία;» τον ρώτησε ενθουσιασμένα και εκείνος κατένευσε ενώ κοίταζε προς την μαντάμ Σελζινάρ που αν και η Μάριαν δεν την έβλεπε ήταν σίγουρη ότι η ματιά της σίγουρα μαστίγωνε το κακόμοιρο το παιδί.
«Πετίτο, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;» τον ρώτησε σε άπταιστα Ιταλικά ελπίζοντας να μην ήξερε η γεροπαράξενη δασκάλα της την γλώσσα και ο Πετίτο της ένευσε θετικά.
«Μόλις πάρεις την μπάλα, μπορείς να της βγάλεις την γλώσσα σου κοροϊδευτικά;» τον ρώτησε και τα ματάκια του αγοριού άστραψαν από χαρά. Από την ελλιπή αντίδραση της μαντάμ Σελζινάρ κατάλαβε ότι για καλή της τύχη τουλάχιστον δεν ήξερε την γλώσσα που είχε μόλις μιλήσει.
«Πάρε» του είπε στα Γαλλικά πια και του πρόσφερε την μπάλα.
Ο μικρός Πετίτο δεν ήθελε τίποτα άλλο. Πιάνοντας την μπάλα κοίταξε την μαντάμ Σελζινάρ άγρια στα μάτια και καθώς την είπε γριά καρακάξα στα Ιταλικά της έβγαλε την γλώσσα και άρχισε να τρέχει. Η Μάριαν χωρίς να μπορεί να κρατηθεί άρχισε να γελάει με την ψυχή της κάτι που φυσικά έκανε την μαντάμ Σελζινάρ έξαλλη.
«Ο μοντιέ… πριγκίπισσα σας ανακαλώ στην τάξη» της ζήτησε επιτακτικά και η Μάριαν συνέχισε να γελά σε πιο υστερικά γέλια προκαλώντας το μένος της περισσότερο.  
«Πριγκίπισσα Μάριαν» απαίτησε ξανά η μαντάμ Σελζινάρ και καθώς η Μάριαν έβαλε το χέρι της μπροστά από το στόμα της προσπάθησε να σταματήσει. Δεν είχε αποτέλεσμα μέχρι που η ματιά της έπεσε πάνω σε δύο γαλάζιες χάντρες που την κοιτούσαν από απόσταση.
Σταματώντας το γέλιο της αυτόματα, τον κοίταξε ευθεία στα μάτια και κάνοντας μια επιδέξια υπόκλιση του χαμογέλασε ζεστά. Ο πρίγκιπας Φράνσις σαν μόλις να τον είχε προσβάλει με κάτι, χωρίς να της ανταποδώσει τον χαιρετισμό, έκανε μεταβολή και γυρίζοντας την πλάτη του έφυγε.
«Σκληρό αγόρι» είπε στην μητρική της γλώσσα τα Γαέλικα και η μαντάμ Σελζινάρ κάνοντας αέρα με την βεντάλια της κούνησε το κεφάλι της απηυδισμένη.
«Ο θεός να μας βοηθήσει» είπε κουρασμένα και μόλις η Μάριαν άρχισε και πάλι να περπατά εκείνη την ακολούθησε σαν πιστό σκυλάκι χωρίς να χάνει ούτε ένα της βήμα.
Όταν φτάσανε μπροστά στο σημείο όπου ο περισσότερο κόσμος ήταν μαζεμένος σε πηγαδάκια, πρόσεξε ότι κανείς δεν της έδωσε σημασία. Μιλώντας ζωηρά απολαμβάνοντας τον ζεστό ήλιο, με ποτήρια στα χέρια. Η μαντάμ Σελζινάρ προς μεγάλη της έκπληξη αυτήν την φορά δεν της έδωσε καμία οδηγία. Τοποθετώντας την σε μια άκρη ώστε και να είναι σε σημείο που να φαίνεται αλλά και μακριά από όλους όσους ήταν μαζεμένοι εκεί, έμεινε σιωπηλά δίπλα της.
«Αν μια πριγκίπισσα δεν μπορεί να κάνει όλα όσα λέτε, τότε ΤΙ μπορεί να κάνει;» ρώτησε με μεγάλη περιέργεια η Μάριαν την μαντάμ Σελζινάρ.
«Να στέκεται στο ύψος της» απάντησε αυστηρά η μαντάμ Σελζινάρ. Η Μάριαν κατάλαβε ακριβώς το νόημα των λόγων της.
«Κατάλαβα. Δηλαδή τίποτα απολύτως» μουρμούρισε και προς μεγάλη της έκπληξη η μαντάμ Σελζινάρ δεν το σχολίασε.
Κοιτώντας την με απορία πρόσεξε ότι εκείνη κοίταζε σε ένα σημείο όπου ήταν μαζεμένα μερικά μέλη της αυλής. Το απαλό ροζ που είχε βάψει τα κατάλευκα μάγουλα της έκαναν την Μάριαν να καταλάβει ότι κάποιος από τους κυρίους που ήταν εκεί μάλλον έκανε την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα και δεν είχε πέσει έξω. Μόλις ένα μελαχρινός σγουρομάλλης με απίστευτα κατάμαυρα μάτια γύρισε την ματιά του προς το μέρος τους και χαμογέλασε ευγενικά τα μάτια της μαντάμ Σελζινάρ πετάρισαν από έκπληξη. Η βεντάλια που κράταγε στα χέρια της πήρε φωτιά κρύβοντας επιμελώς το αναψοκοκκίνισα της ενώ τα μάτια της άρχισαν να κοιτάζουν αριστερά και δεξιά σαν να έψαχναν να βρουν κάτι.
«Τουλάχιστον κάνει να πιω κάτι;» την ρώτησε προσπαθώντας να της αποσπάσει την προσοχή.
«Εεε…» ρώτησε αποπροσανατολισμένη και καθώς θυμήθηκε που ήταν αλλά κυρίως με ποιαν καθάρισε τον λαιμό της και πήρε την ίδια ξινισμένη της όψη.
«Ναι, φυσικά. Τι θα θέλατε να πιείτε;» την ρώτησε ευγενικά κάτι που παραξένεψε τελείως την Μάριαν.
«Τι κάνει να πιω;» την ρώτησε και η μαντάμ Σελζινάρ της χαμογέλασε.
«Θα σας φέρω κάτι δροσιστικό» της είπε αμέσως και πριν η Μάριαν προλάβει να αναρωτηθεί γιατί άξαφνα άλλαξε στάση απέναντι της την είδε να πλησιάζει προς το μέρος όπου εκείνος ο κύριος την είχε κοιτάξει λίγο πριν.
Καταλαβαίνοντας ότι αυτή ήταν η μοναδική της ευκαιρία να αποδράσει, κοίταξε για λίγο γύρω της. Προσέχοντας ότι τα μεγαλύτερα παιδιά της αυλής είχαν μαζευτεί μερικά μέτρα πιο μακριά δεν το σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή. Η περιέργεια της την ξεπερνούσε.
Κρυμμένη πίσω από τον κόσμο που ήταν μαζεμένος εκεί ώστε να γλυτώσει από τα μάτια της δασκάλας της προσπάθησε να πάει κοντά τους. Ένα πηγαδάκι από κοπέλες που οι περισσότερες ήταν μεγαλύτερες της την στιγμή που τις πλησίαζε χαχάνιζαν από κάποιο αστείο που σίγουρα κάποια από όλες είχε πει.
«Πόσο λυπάμαι τον κακόμοιρο τον πρίγκιπα» είπε μια καστανομάλλα με ζωηρό ύφος και αυτόματα η Μάριαν, καταλαβαίνοντας ότι πιθανόν μιλάγανε για εκείνη. Κριμένη στην σκιά ενός δέντρου που ήταν λίγο πιο πίσω τους έμεινε για να ακούσει την συνέχεια.
«Ω! Κακόμοιρε Φράνσις» συνέχισε με ένα μισοκακόμοιρο ύφος η ίδια κοπέλα που είχε μιλήσει πριν.
«Μπορεί να είναι καλή…» προσπάθησε να υπερασπιστεί την Μάριαν ένα μικρότερο κορίτσι που ήταν δίπλα της και η κοπέλα που είχε μιλήσει την αγριοκοίταξε.
«Καλύτερη από μένα!!!;;;» την προκάλεσε και η κοπελίτσα μαζεύτηκε προς τα πίσω. Καθώς κοίταξε νευρικά γύρω της για να κρύψει την απελπισία στο πρόσωπο της η μάτια της έπεσε στο σημείο όπου ήταν κριμένη η Μάριαν και την στιγμή που τα κορίτσια συνέχιζαν την κουβέντα τους προσπάθησε να τις σταματήσει.
«Φυσικά Κένα, καμία δεν είναι καλύτερη από εσένα αλλά το όνειρο σου να γίνεις γυναίκα του Φράνσις θα παραμείνει αυτό ακριβώς, ένα όνειρο» μια άλλη κοπέλα πείραξε την κοπέλα που είχε ακούσει να λέει τον Φράνσις κακόμοιρο και την λέγανε Κένα. Η κοπελίτσα που είχε δει την Μάριαν προσπάθησε να την προειδοποιήσει πριν απαντήσει στο σχόλιο της φίλης της.
«Αυτό θα το δούμε» είπε η Κένα ενώ η κοπελίτσα δίπλα της πάλευε να της τραβήξει το μανίκι. 
«Κένα…» είπε επιτακτικά και η Κένα γύρισε όλο οργή προς την μεριά της.
«Επιτέλους Λόλα, αν δεν με αφήσεις ήσυχη θα πω στους γονείς μας να σε κρατάνε στην κάμαρη σου» της είπε απότομα αλλά το κακόμοιρο το κορίτσι, η Λόλα, δεν τα παράταγε.
«Είναι εδώ» της είπε με νόημα και της έδειξε με το βλέμμα της προς την μεριά που η Μάριαν στεκόταν ακόμα και τις κοίταζε.
Η Κένα με μια υποτιμητική ματιά γύρισε προς το μέρος της Μάριαν και της χαμογέλασε προκλητικά.
«Κορίτσια, κορίτσια…» φώναξε άξαφνα ένα κορίτσι που πετάχτηκε από το πουθενά και μόλις όλες οι κοπέλες γυρίσανε προς το μέρος της εκείνη συνέχισε λαχανιασμένη. «Ο πρίγκιπας Φράνσις, θα μονομαχήσει με τον αδελφό μου» τις ενημέρωσε και όλες οι κοπέλες ταυτόχρονα ενθουσιάστηκαν.
«Δεν το χάνω με τίποτα» είπε πρώτη η Κένα που άρχισε να κινείται και όλες μαζί αυτόματα ακολούθησαν τα βήματα της.
Η Μάριαν, βλέποντας ότι η μαντάμ Σελζινάρ, δεν την είχε εντοπίσει ακόμα, χωρίς να χάνει χρόνο τις ακολούθησε. Φτάνοντας σε έναν αυτοσχέδιο κύκλο όπου είχαν στήσει με λεπτούς πάσσαλους είδε τον Φράνσις να κρατάει ένα ξύλινο σπαθί και με περίσσια χάρη και απόλυτη αυτοσυγκέντρωση μονομαχούσε με ένα πιο κοντό από εκείνον νέο. Πρέπει να ήταν στην ηλικία του αλλά από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν προσπαθούσε ιδιαίτερα να αντικρούσει με όλη του την δύναμη στα χτυπήματα που έδινε ο Φράνσις.
«Μα δεν είναι εκπληκτικός;» ρώτησε η Κένα τις φίλες της κάνοντας αέρα με την βεντάλια της στο πρόσωπο για να ηρεμίσει το αναψοκοκκίνισα της με θαυμασμό στην φωνή της.
«Ναι καλά…» της απάντησε η Μάριαν που επίτηδες πήγε και στάθηκε δίπλα της χωρίς να αποχωρίζεται από την ματιά της τον Φράνσις. «Έτσι μπορώ να κερδίσω μέχρι και εγώ» συνέχισε και ο Φράνσις ακούγοντας τα λόγια της γύρισε άξαφνα το κεφάλι του προς το μέρος της.
Ο αντίπαλος του που εκμεταλλευτικέ την ευκαιρία, έτεινε το ξύλινο ξίφος του μπροστά και το πέρασε ξυστά από το χέρι του. Από το ξάφνιασμα ο Φράνσις, γύρισε προς το μέρος του και αντικρούοντας το ξύλινο ξίφος του με το δικό του, τον κοίταξε προκλητικά με ένα βλέμμα που έμοιαζε να του λέει ‘Ετοιμάσου να πεθάνεις’.
«Υπονοείτε ότι ο πρίγκιπας σας δεν ξέρει να ξιφομαχεί;» την προκάλεσε η Κένα.
«Δεν είπα ότι δεν ξέρει απλά λέω ότι αυτή η μάχη δεν είναι με ίσους όρους. Για τον θεό, είναι διάδοχος του θρόνου, αν του χαρίζονται έτσι τότε πως θα μάθει να μάχεται; Σε μια πραγματική μάχη, ο αντίπαλος του δεν θα διστάσει να τον καρφώσει στο στήθος επειδή έτυχε να είναι ο γιος του βασιλιά» της απάντησε και πριν η Κένα αντιδράσει η φωνή της μαντάμ Σελζινάρ έκοψε τα σχόλια όλων όσων ήταν μαζεμένοι εκεί.
«Ο μοντιέ! Πριγκίπισσα Μάριαν, τι λόγια είναι αυτά…;» αναφώνησε αλλά πριν προλάβει να την πάρει από εκεί και να την επιπλήξει για την ανάρμοστη συμπεριφορά της μια άλλη πιο επιβλητική φωνή ήρθε να την διακόψει.
«Η πριγκίπισσα Μάριαν έχει απόλυτο δίκιο» μόλις όλοι συνειδητοποίησαν ότι αυτά τα λόγια τα είχε εκφράσει ο βασιλιάς ταυτόχρονα έκαναν μια βαθιά υπόκλιση προς το μέρος του αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία σε κανέναν άλλον πέρα από την Μάριαν.
«Τι λες Κωνσταντίν αγόρι μου, θα ήθελες να αποδείξουμε στην πριγκίπισσα Μάριαν ότι ο μέλλοντας σύζυγος της είναι εξίσου καλός ακόμα και όταν παλεύει με ίσους όρους;» ρώτησε ο βασιλιάς προς το μελαχρινό αγόρι με τα καστανά μάτια που ήταν δίπλα του. Εκείνος με ένα αυτάρεσκο ύφος κοίταξε προς τον Φράνσις.
«Με μεγάλη μου ευχαρίστηση… πατέρα» του απάντησε αμέσως και καθώς έβγαλε το μαύρο του πανωφόρι έσπευσε να μπει στον κύκλο για να αντιμετωπίσει τον αδελφό του.
‘Πατέρα;’… σκέφτηκε η Μάριαν και κοίταξε προς τον Φράνσις με απορία. Θα ορκιζόταν ότι η μητέρα της είχε πει ότι ήταν μοναχοπαίδι και αυτός φαινόταν πιο μεγάλος από το Φράνσις. Αν αυτό ήταν αλήθεια τότε πως γίνεται ο Φράνσις να είναι ο διάδοχος του θρόνου και όχι αυτός ο Κωνσταντίν;
Καθώς Φράνσις της ανταπέδωσε το βλέμμα με μια δολοφονική ματιά, η Μάριαν δαγκώνοντας τα χείλια της ντροπιασμένα χαμήλωσε το κεφάλι και κοίταξε τα χέρια της που ήταν μπλεγμένα πάνω στην φούστα της. Η κακιά συνήθεια που είχε να μιλάει πριν σκεφτεί τα λόγια της πάντα της έφερνε σε μπελάδες και αυτή η φορά δεν ήταν εξαίρεση. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να είχε μιλήσει όμως δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Φυσικά δεν ήθελε να τον προσβάλει αλλά δεν μπορούσε να κοκορεύεται κιόλας ότι είχε μόλις κερδίσει μια μάχη χωρίς να έχει καν αντίπαλο. 
«Μια πριγκίπισσα δεν σκύβει το κεφάλι της ποτέ. Ακόμα και όταν οι πράξεις της την οδηγούν στο να πληγώσουν κάποιον, εκείνη πρέπει να κρατά το κεφάλι ψηλά και να κοιτά τι συνέπειες των πράξεων της κατάμουτρα» άκουσε το βασιλιά Ενρίκο να της λέει και σηκώνοντας το κεφάλι τον κοίταξε στα μάτια.
Δεν ήταν θυμωμένος, αντίθετα η Μάριαν μπορούσε να πει με βεβαιότητα ότι ήταν βαθιά ικανοποιημένος από εκείνη.
«Ναι, δεν θύμωσα…» της επιβεβαίωσε τις υποψίες της. «Αντίθετα χαίρομαι αφάνταστα που βλέπω ότι ο πατέρας μου έκανε την καλύτερη επιλογή για τον γιο μου αλλά να θυμάσαι πάντα ότι τα μάτια και τα αυτιά της βασίλισσας σου είναι παντού και γνωρίζουν τα πάντα. Γι’ αυτό, αν θες ακόμα να τον ξυπνήσεις από τον λήθαργο, σου συνιστώ να το κάνεις όταν οι κατάσκοποι της δεν είναι εκεί κοντά για να το δουν» της ψιθύρισε συνωμοτικά μόλις είδε το ξάφνιασμα στο βλέμμα της.
Επιδοκιμαστικά επιφωνήματα έκαναν την ματιά της Μάριαν να γυρίσει να κοιτάξει προς το μέρος του Φράνσις μόλις όμως είδε την μάχη που μαινόταν της κόπηκε η ανάσα. Ο Κωνσταντίν όχι απλά ήταν καλύτερος από τον Φράνσις αλλά ήταν και αδίστακτος. Στην κυριολεξία δεν του χαριζόταν με αποτέλεσμα ο Φράνσις να δέχεται τόσο δυνατά χτυπήματα που τον έκαναν να χάνει την αυτοσυγκέντρωση του και την ισορροπία του. 
Με τις τύψεις της να την κάνουν να θέλει να ανοίξει η γη να την καταπιεί, η Μάριαν έκανε ένα βήμα μπροστά αλλά ο βασιλιάς δεν την άφησε να κουνηθεί από την θέση της.
«Ήθελες να του δώσεις ένα μάθημα. Άσ’ τον να το πάρει» της είπε τελείως ψυχρά ενώ την κράταγε από το μπράτσο για να μην μπορέσει να τον αψηφήσει.
«Μα είναι άδικο» φώναξε η Μάριαν και όλοι όσοι είχαν μαζευτεί για να δουν την μάχη μεταξύ των δύο αδελφών γύρισαν το βλέμμα τους προς το μέρος της.
«Άδικο;» ρώτησε δύσπιστα ο βασιλιάς προκαλώντας την.
«Ο Κωνσταντίν παίζει βρώμικα. Φράνσις δεν ξέρει να χρησιμοποιεί τις γροθιές του ενώ κρατά το ξίφος του» συνέχισε η Μάριαν χωρίς να χάνεις το θάρρος της.
«Και τι προτείνεις να γίνει; Να λήξω τον αγώνα και να ρίξω περισσότερο τον Φράνσις στα μάτια του λαού του;» την ρώτησε ο βασιλιάς και η Μάριαν ένοιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της.
Κοιτώντας ξανά προς το μέρος των δύο αγοριών που πάλευαν άγρια με τον Φράσις να χάνει συνέχεια έδαφος προσπάθησε να σκεφτεί γρήγορα αλλά η βασίλισσα δεν της το έκανε πιο εύκολο.
«Τι γίνεται εδώ;» άκουσε να λέει και κρατώντας την ανάσα της περίμενε τα χειρότερα αλλά ο βασιλιάς μπήκε στην μέση και της έφραξε τον δρόμο πριν κάνει την κίνηση να τους σταματήσει.
«Τίποτα καλή μου. Απλά διασκεδάζουμε» της είπε με νόημα αλλά εκείνη δεν άκουγε κουβέντα.
«Διασκεδάζεται;» αναφώνησε και την στιγμή που ο βασιλιάς άφησε το χέρι της Μάριαν για να γυρίσει προς την βασίλισσά του η Μάριαν βρήκε την ευκαιρία που χρειαζόταν. Κρατώντας την φούστα της στα χέρια της έτρεξε προς τον Κωνσταντίν που μόλις είχε ρίξει στο έδαφος τον Φράνσις και με την λαβή του ξύλινου σπαθιού του ετοιμάστηκε να χτυπήσει τον αδελφό του στο πρόσωπο.
«Άφησε τον ηλίθιε θα τον σκοτώσεις» φώναξε ενώ βάζοντας όλη της την δύναμη έπεσε από το πλάι επάνω στο μπράτσο του Κωνσταντίν και τον παρέσυρε μαζί της στο χώμα. 
«Τι στο…» είπε ο Κωνσταντίν ξαφνιασμένος από την εισβολή της και τινάζοντας το κεφάλι του γύρισε την ματιά του προς την Μάριαν που εκείνη την στιγμή ανακαθόταν στο χώμα.
«Αυτό το λες εσύ με ίσους όρους;» του επιτέθηκε λεκτικά και ο Κωνσταντίν την κοίταξε με ενδιαφέρον διασκεδάζοντας το.
«Νόμιζα ότι ήθελες να του δώσεις ένα μάθημα» της κάρφωσε επιδεκτικά αλλά η Μάριαν δεν τα έχασε ούτε για μια στιγμή.
«Ήθελα απλά να παλέψει με κάποιον που μπορεί να τον αντιμετωπίσει σαν αντίπαλο όχι σαν διάδοχο του θρόνου».
«Και τι ακριβώς έκανα εγώ;» την ρώτησε κοροϊδευτικά.
«Ο Φράνσις ξέρει να χρησιμοποιεί μόνο το σπαθί όχι και τις γροθιές του και εσύ το ήξερες και το εκμεταλλευτικές» τον κατηγόρησε και η έκπληξη που ένιωσε ο Κωνσταντίν έκαναν τα μάτια του να αστράψουν. 
«Αν θες να παίξεις βρώμικα τότε κάντο με κάποιον που μπορεί να σου το ανταποδώσει» συνέχισε η Μάριαν προκαλώντας τον τελείως ανοιχτά.
«Υπονοείς μαζί σου;» ρώτησε με έκπληξη και τα επιφωνήματα σε συνδυασμό με τα σούσουρα που ακολούθησαν έφταναν στα αυτιά της Μάριαν σαν να ήταν ένας σμήνος από μέλισσες.   
«Φοβάσαι μην χάσεις από ένα κορίτσι;» τον προκάλεσε περισσότερο αλλά δεν πρόλαβε να ανταποκριθεί.
«Ενρίκο κάνε κάτι» τσίριξε η βασίλισσα τρομερά σοκαρισμένη από όλα αυτά αλλά ο βασιλιάς σηκώνοντας το χέρι του προς την βασίλισσα κοίταξε τον γιο του Κωνσταντίν. 
«Τι λες γιε μου; Δέχεσαι την πρόκληση;» ρώτησε ο βασιλιάς τον γιο του και η αριστερή άκρη του χειλιού του Κωνσταντίν ανασηκώθηκε αυτάρεσκα. 
«Με μεγάλη μου χαρά».
«Ενρίκο» αναφώνησε η βασίλισσα αλλά εκείνος δεν της έκανε την χάρη.
«Αυτό… θέλω να το δω» της είπε και εκείνη εκνευρισμένη, κράτησε την φούστα της και πήγε να πλησιάσει τον γιο της.
Ο Φράνσις βλέποντας την να τον πλησιάζει, με μια γρήγορη κίνηση σηκώθηκε όρθιος και πηγαίνοντας προς το πλήθος άρχισε να τους σπρώχνει για να φύγει από εκεί πριν τον φτάσει η μητέρα του. Η Μάριαν βλέποντας το αυτό ένιωσε την καρδιά της να γίνεται κομμάτια. Δεν ήθελε να τον κάνει ρεζίλι ήθελε μόνο να βοηθήσει αλλά όπως φαίνεται τα είχε κάνει χειρότερα.
«Για να είναι δίκαιη αυτή η μάχη, ή εγώ θα φορέσω παντελόνι ή ο Κωνσταντίν φούστα» φώναξε η Μάριαν δυνατά και καθώς η βασίλισσα ξέχασε τον γιο της για μια στιγμή γύρισε προς το μέρος της μην πιστεύοντας στα αυτιά της ενώ ο Φράνσις σταμάτησε το βήμα του και γύρισε για να δει τις αντιδράσεις των γονιών του.
«Δώσ’ της το παντελόνι σου» είπε ο βασιλιάς προς έναν νεαρό που ήταν δίπλα του και εκείνος κοίταξε γύρω του χωρίς να ξέρεις τι να κάνει.
«Κουφός είσαι παιδί μου;» τον ρώτησε ο βασιλιάς εξαγριωμένος και εκείνος τρομερά ντροπιασμένος άρχισε να ξελύνει τα κορδόνια του παντελονιού του ενώ η Μάριαν δεν πίστευε στα μάτια της ότι πράγματι ο βασιλιάς είχε συμφωνήσει σε αυτό.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να το επιτρέψω αυτό» φώναξε η βασίλισσα και ο βασιλιά την κοίταξε αποδοκιμαστικά.
«Θα πας κόντρα στην θέληση του βασιλιά σου;» την ρώτησε δύσπιστα. Η βασίλισσα, προς απάντηση του, βράζοντας από θυμό έσμιξε τα χείλια της με τόση δύναμη που εκείνα άσπρισαν.
«Τότε, ετοίμασε την μελλοντική μας βασίλισσα για την πρώτη της μάχη» της είπε ενώ της έτεινε το παντελόνι που είχε πάρει από τα χέρια του κακόμοιρου του παιδιού που είχε αναγκαστεί να το βγάλει. 
Η βασίλισσα, αρπάζοντας από το χέρι του το παντελόνι, γύρισε προς το μέρος του Κωνσταντίν και τον κοίταξε με το πιο δολοφονικό της ύφος. 
«Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις» του είπε και ο Κωνσταντίν της χαμογέλασε με το πιο λαμπερό του χαμόγελο. 
«Είμαι καλός στο να δίνω μαθήματα ζωής» της επιβεβαίωσε και η βασίλισσα ικανοποιημένη από τα λόγια του γύρισε προς μέρος της Μάριαν.
«Εσείς…» φώναξε στις κοπέλες που ήταν μαζεμένες πίσω από την Μάριαν. «Καλύψτε την με το σώμα σας» τις διέταξε και φυσικά οι κοπελίτσας δεν τόλμησαν να φέρουν αντίρρηση.
Το παντελόνι ήταν τεράστιο αλλά ευτυχώς η ζώνη που είχε έσωζε κάπως την κατάσταση. Η κινήσεις της βασίλισσας ήταν τόσο νευρικές και άγαρμπες που έκαναν το σώμα της Μάριαν να τραντάζεται.
«Αν νομίζεις ότι θα την γλυτώσεις τόσο εύκολα από αυτό…»
«Αν είναι να το μετανιώσω… τότε καλό είναι να φροντίσω να το ευχαριστηθώ πρώτα» της έκοψε τα λόγια της στην μέση και η βασίλισσα την κοίταξε μέσα στα μάτια.
«Κρίμα και πίστευα ότι θα μπορούσαμε να τα βρούμε εμείς οι δύο» της αντέκρουσε τα λόγια της αλλά δεν ίδρωσε το αυτί της Μάριαν.
«Και εγώ το ίδιο» της είπε με ειλικρίνεια και καθώς η βασίλισσα ίσιωσε το κορμί της χωρίς να σταματά να κοιτά την Μάριαν κατάματα έδωσε εντολή να ανοίξουν τον κύκλο.
«Μου επιτρέπεται;» ρώτησε η Μάριαν την βασίλισσα και καθώς εκείνη της έκανε χώρο για να περάσει εκείνη γύρισε στον κύκλο της μάχης με το κεφάλι ψηλά.
«Δεν πρόκειται να σου χαριστώ μόνο και μόνο επειδή είσαι ένα μυξιάρικο κορίτσι που δεν σκέφτεται πριν μιλήσει» της είπε αμέσως ο Κωνσταντίν την στιγμή που Μάριαν έπιανε το ξύλινο σπαθί που χρησιμοποιούσε πριν ο Φράνσις από το έδαφος.
«Από το πρωί έχω βαρεθεί να παίρνω ‘Μαθήματα Ζωής’…» του ανταπέδωσε με ειρωνικό τόνο καθώς κοίταζε το σπαθί της και πριν συνεχίσει γύρισε την ματιά της και την κάρφωσε στην δική του αμείλικτα. «Είναι καιρός να δώσω και εγώ μερικά» κατέληξε και πριν προλάβει να της αντικρούσει ο Κωνσταντίν τα λόγια της, έβγαλε μια δυνατή κραυγή όπως ακριβώς κάνουν οι συμπατριώτες στην χώρα της πριν την μάχη και όρμησε επάνω του. 
Ο ήχος που έβγαζαν τα ξύλινα σπαθιά ήταν πνιχτός αλλά εξίσου δυνατός σαν να χρησιμοποιούσαν πραγματικά σπαθιά. Ο Κωνσταντίν πράγματι είχε κρατήσει τον λόγο του και μαχόταν σαν να είχε απέναντι του κάποιον άντρα στα δικά του κυβικά αλλά αυτό δεν έφτασε στο ελάχιστο να πτοήσει την Μάριαν. Είχε μεγαλώσει με άλλα τρία αδέλφια όπου το μικρότερο είχε την ηλικία και το ύψος του Κωνσταντίν οπότε δεν την φόβιζε. Από την άλλη εκείνη σαφώς και βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση. Λόγω του ότι ήταν πιο κοντή και πιο ευλύγιστη από εκείνον μπορούσε άνετα να αποφεύγει το ξίφος του όταν στόχευε εκείνος ψιλά ενώ όταν το σπαθί του χαμήλωνε, ο Κωνσταντίν ήταν αυτός που βρισκόταν σε μειονεκτική θέση επειδή αναγκαζόταν να χαμηλώσει το σώμα πράγμα που επέτρεπε στην Μάριαν, με μια δυνατή σπρωξιά ή μια γερή κλοτσιά στα καλάμια να τον κάνει να χάνει την ισορροπία του. 
Τα σπαθιά χτυπάγανε το ένα το άλλο ξανά και ξανά μέχρι που έσμιξαν σε χιαστή και μαζί με τα σπαθιά έσμιξαν και τα χέρια τους. Ο Κωσταντίν ήταν σαφώς πιο δυνατός από την Μάριαν αλλά η Μάριαν δεν τον άφησε να το εκμεταλλευτεί. Σηκώνοντας το πόδι της με όλη της την δύναμη κατάφερε να του δώσει μια δυνατή κλωτσιά ανάμεσα στα πόδια. Μόλις ο Κωνσταντίν έγειρε μπροστά, τράβηξε το χέρι της που κράταγε το σπαθί της και του έδωσε μια δυνατή μπουνιά στο σαγόνι με την ξύλινη λαβίδα του ξίφους της. Καθώς ο Κωνσταντίν σωριάστηκε στο έδαφος σφαδάζοντας η Μάριαν πήγε από πάνω του.
«Το καλό του να είσαι κορίτσι σε μια μάχη είναι ότι δεν φοβάσαι να σου σακατέψει κάποιος την οικογένεια» του είπε με ένα δασκαλίστικο τρόπο σαν να του έδινε το πρώτο του μάθημα.
«Επίσης…» συνέχισε ακάθεκτη χωρίς να δίνει σημασία στο αιμοβόρο βλέμμα του την στιγμή που έφτυνε το αίμα που είχε μαζευτεί στο στόμα του. «Το καλό του να είσαι πιο κοντός σου δίνει το πλεονέκτημα να κάνεις τον αντίπαλο σου να χάνει εύκολα την ισορροπία του. Επίσης… όσο πιο αδύνατος, τόσο πιο ευλύγιστος. Επίσης… το καλό του να ΜΗΝ είσαι διάδοχος του θρόνου σημαίνει ότι έχεις το ελεύθερο να κάνεις αυτό που θες χωρίς να σκέπτεσαι μην τραυματιστείς. Εντάξεις τα μαθήματα για σήμερα; Είναι αρκετά; Τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε να πολεμάμε;» τον ρώτησε ενώ του έτεινε το χέρι για να τον βοηθήσει να σηκωθεί.
«Σε υποτίμησα. Δεν θα επαναληφθεί αυτό ξανά» της είπε εννοώντας την κάθε λέξη ξεχωριστά ενώ την άφηνε να τον τραβήξει για να σηκωθεί.
«Αυτό είναι το νόημα… Με ίσους όρους» του απάντησε εκείνη και καθώς του έδωσε το ξύλινο σπαθί του έκανε πιο πίσω και ετοιμάστηκε ξανά…
Η ώρα περνούσε, οι αντοχές τους μειωνόντουσαν αλλά κανείς από τους δύο δεν έλεγε να τα παρατήσει ή έστω να κάνει πίσω. Το πείσμα τους πραγματικά τους ξεπερνούσε και κάπου ανάμεσα σε όλη αυτή την άγρια βιαιότητα και οι δύο είχαν αρχίσει να το απολαμβάνουν. Από ένα σημείο και έπειτα περισσότερο μαχόντουσαν σαν να έκαναν εξάσκηση παρά γιατί ήθελε ο ένας να κερδίσει τον άλλο. Ήταν σαν να είχαν κάνει μια μυστική συμφωνία μεταξύ τους ώστε να το παρατείνουν λίγο ακόμα αλλά κάποιος έπρεπε να κερδίσει και το ήξεραν πολύ καλά αυτό.
Σε μια λάθος στροφή της Μάριαν, ο Κωνσταντίν βρήκε την ευκαιρία και τύλιξε τα χέρια του γύρω από το σώμα της. Με την πλάτη της Μάριαν να ακουμπάει πάνω στο στήθος του και με τα ξύλινα σπαθιά χιαστή μπροστά από το στήθος της Μάριαν η διαφυγής της ήταν σχεδόν ακατόρθωτη.
«Ήταν περισσότερο από χαρά μου να χορέψω τον χορό του πολέμου με έναν αντάξιο αντίπαλο αλλά δυστυχώς όλα τα καλά κάποτε τελειώνουν. Ελπίζω να το επαναλάβουμε πολύ σύντομα» της είπε ο Κωνσταντίν στο αυτί αλλά η Μάριαν δεν τα παράτησε.
Όσο εκείνος της μιλούσε, με το μυαλό της να παίρνει φωτιά και τα μάτια της να ψάχνουν διέξοδο προσπαθούσε από κάπου να πιαστεί. 
‘Στο αριστερό σου πόδι’… άκουσε την γνώριμη φωνή που είχε ακούσει και το προηγούμενο βράδυ στην αίθουσα της δεξίωσης και μόλις το έκανε είδε έκπληκτη μπροστά στο πόδι της, ένα από τα ξύλα που όριζαν το πεδίο της μάχης να έχει αντικατασταθεί με ένα πραγματικό ξίφος.
«Η χαρά ήταν όλη δική μου» του είπε ενώ σπρώχνοντας το πόδι της κατάφερε να βάλει το πέλμα της κάτω από το ξίφος. «Λυπάμαι που δεν θα μας δοθεί η ευκαιρία να το ξανακάνουμε».
«Και γιατί αυτό;» την ρώτησε με πραγματική περιέργεια εκείνος.
«Γιατί είναι μάλλον δύσκολο να το κάνεις χωρίς κεφάλι» του απάντησε ενώ βγάζοντας μια κραυγή τίναξε το πόδι της κάνοντας το πραγματικό ξίφος να πεταχτεί στον αέρα.
Καθώς ο Κωνσταντίν χαλάρωσε το κράτημα του από το ξάφνιασμα, η Μάριαν έκλεψε την ευκαιρία και τον έσπρωξε με δύναμη προς τα πίσω. Ελευθερώνοντας το αριστερό της χέρι, άρπαξε το ξίφος και καθώς γύριζε το σώμα της προς το δικό του άλλαξε χέρι το ξίφος. Κρατώντας το σταθερά με το δεξί, το έτεινε μπροστά και σημάδεψε τον λαιμό του.
Ο Κωνσταντίν έχοντας τα τελείως χαμένα κοίταξε προς τον πατέρα του.
«Δεν ήταν τα ξίφη μέρος της μάχης» προσπάθησε να την κάνει να φανεί ότι δεν έπαιζε τίμια αλλά η Μάριαν δεν έκανε πίσω.
«Σε μια μάχη μπορείς να χρησιμοποιήσεις ότι σου δίνεται» του αντέκρουσε τα λόγια του και εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
«Δεν θα το χρησιμοποιήσεις» της είπε αλλά δεν ήταν και τόσο σίγουρος γι’ αυτό.
«Μην με προκαλέσεις να το κάνω» του είπε ενώ πιέζοντας την λεπίδα στο μαλακό σημείο κάτω από το σαγόνι του έκανε ένα βήμα μπροστά για να του δηλώσει ότι το εννοούσε.
Ο Κωνσταντίν ηττημένος, άνοιξε τα χέρια του, άφησε τα ξύλινα σπαθιά να πέσουν και λύγισε το ένα του γόνατο ώστε να ακουμπήσει στο χώμα. Κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση με το κεφάλι του να χαμηλώνει δήλωσε αυτόματα την ήτα του.
Γύρω της έπεσε η απόλυτη σιωπή. Κανείς δεν τόλμαγε να ζητωκραυγάσει αλλά ούτε και να γιουχάρει. Η Μάριαν τελείως αμήχανα έκανε ένα βήμα προς τα πίσω πέταξε το ξίφος της στο πλάι και έγειρε προς τον Κωνσταντίν.
«Δεν κατεβάζουμε ποτέ το κεφάλι σε έναν φίλο» του είπε και εκείνος ανασηκώνοντας το κεφάλι την κοίταξε ξαφνιασμένος.
Η Μάριαν κοιτώντας τον έντονα στα μάτια έτεινε το χέρι της μπροστά του και έμεινε να περιμένει την αντίδραση του. Ο Κωνσταντίν καθώς δέχτηκε το χέρι της έσκασε ένα χαμόγελο και σηκώθηκε όρθιος. Ένα ζευγάρι χέρια άρχισε να χτυπάει παλαμάκια. Παραξενευμένη η Μάριαν γύρισε να κοιτάξει ποιος ήταν αυτός που είχε κάνει την παρέμβαση και ήθελε με αυτόν τον τρόπο να την συγχαρεί για την νίκη της. Αυτός που είχε ξεκινήσει να χειροκροτεί δεν ήταν άλλος από τον βασιλιά και μετά από εκείνον άρχισαν να τον μιμούνται και όλοι υπόλοιποι.
«Άντε τι περιμένεις;» την ρώτησε ο Κωνσταντίν και η Μάριαν τον κοίταξε με περιέργεια. «Το κέρδισες» της είπε συνωμοτικά και καθώς κατάλαβε ότι εννοεί την εύνοια του βασιλιά η Μάριαν πήγε κοντά στον βασιλιά και έκανε μια βαθιά υπόκλιση κοιτώντας χαμηλά.
Μόλις τα χέρια του βασιλιά αγκάλιασαν τα μπράτσα της σηκώθηκε όρθια και τον κοίταξε στα μάτια.
«Να έχεις την ευλογία μου παιδί μου» της είπε εκείνος και την φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα.
Η Μάριαν δεν ήξερε τι έπρεπε να πει ή τι να κάνει έτσι κοίταξε γύρω της. Μόλις είδε τον Φράνσις να σπρώχνει τον κόσμο για να φύγει η καρδιά της κόντεψε να σπάσει. Γυρίζοντας την ματιά της προς τον βασιλιά τον ικέτεψε με το βλέμμα της. Καθώς εκείνος κατάλαβε τι του ζητούσε, ένευσε θετικά και πιάνοντας την γυναίκα του από το μπράτσο άρχισε να την παρασέρνει μαζί του για να της δώσει λίγο χρόνο ώστε να προσπαθήσει να τον βρει πριν η βασίλισσα διατάξει να την κλείσουν ξανά μέσα στο δωμάτιο της, ίσως και για πάντα. 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

The Destiny "1. Παιχνίδι υποταγής"




Το ταξίδι της φάνηκε ατελείωτο. Με το βιβλίο της να της κρατάει συντροφιά, η Μάριαν αδιαφορούσε για της ομορφιές της φύσης. Αδιαφορούσε για τα άγρυπνα μάτια των δύο γυναικών που την συντρόφευαν σε αυτό το ταξίδι για να της παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Αδιαφορούσε ακόμα και για το ταρακούνημα που έκανε η άμαξα. Το μόνο που ήθελε ήταν να τελειώσει όλο αυτό αλλά μόλις η άμαξα σταμάτησε ευχόταν να μπορούσε να το πάρει πίσω. Ήταν ολομόναχη σε ξένη γη, σε μια χώρα τελείως διαφορετική από την δική της, που μίλαγαν μια γλώσσα που εκείνη ακόμα πάλευε να μάθει.
Ο ερχομός της εδώ είχε αυτό ακριβώς τον χαρακτήρα. Γεννημένη στα Χάιλαντς της Σκοτίας ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωσε στην φύση. Ερχόμενη όμως στην Γαλλία έπρεπε να ξεχάσει ότι ήξερε και να μάθει μια νέα ζωή που μέχρι εκείνη την στιγμή αγνοούσε.

«Πριγκίπισσα» άκουσε μια άγνωστη φωνή μόλις η άμαξα σταμάτησε με ένα έντονο τράνταγμα και πνίγοντας την κραυγή αγωνίας της, πήρε μια βαθιά ανάσα.
Σηκώνοντας το κεφάλι της ψηλά όπως της είχε δείξει η μητέρα της να κάνει, έτεινε το χέρι της μπροστά και επέτρεψε στον υπηρέτη που είχε ανοίξει την πόρτα της να την βοηθήσει για να βγει από την άμαξα. Μόλις τα μικρά της πόδια άγγιξαν τα χαλίκια η Μάριαν, με μάτια στεγνά, λαμπερά και γεμάτα υπερηφάνεια να κοιτάνε μπροστά, έκανε τα πρώτα της βήματα.
Το κάστρο αυτό δεν είχε καμία σχέση με το κάστρο του πατέρα της. Ήταν σίγουρα μεγαλύτερο και ο κόσμος που είχε μαζευτεί ήταν πολύ περισσότερος από όσο είχε στο δικό τους παλάτι. Τα μάτια τους τώρα έπεφταν επάνω της. Μάτια που έμοιαζαν μεταξύ τους. Επικριτικά, υποτιμητικά, γεμάτα σχόλια που δεν έβλεπαν την ώρα να αρχίσουν να σιγομουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη της αλλά την Μάριαν δεν την ένοιαζαν αυτά τα μάτια.
Καθώς η ματιά της έπεσε πάνω σε δύο γαλανές χάντρες γεμάτες ζωή η καρδιά της άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Ήξερε ότι ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος της αλλά δεν ήξερε ότι ήταν τόσο ψηλός. Αρκετά πιο ψηλός από εκείνη. Τα καστανόξανθά μαλλιά του ήταν κομμένα κοντά και πέταγαν σε κάθε κατεύθυνση. Τα χέρια του λεπτά, αδούλευτα, έκαναν την Μάριαν να καταλάβει ότι αυτό το αγόρι δεν είχε αγγίξει τίποτα άλλο πέρα από μετάξι και ρουμπίνια ίδια με αυτά που στόλιζαν τώρα την κατάλευκη του στολή. Δεν είχε σκαρφαλώσει σε δέντρα, δεν είχε κυλιστεί στο χιόνι, στα λασπόνερα, δεν είχε εξερευνήσει την άγρια φύση όπως εκείνη και αυτό έκανε τον δισταγμό της μεγαλύτερο.
Και αν ήταν κανένας κακομαθημένος όπως ο ξάδελφος της που της έκανε την ζωή της δύσκολη κάθε φορά που ερχόταν με τον πατέρα του στο παλάτι;
«Πριγκίπισσα, Μάριαν» άκουσε τον μεγαλύτερο άντρα με το ξυρισμένο κεφάλι και την μικρή γενειάδα.
Βλέποντας την κορώνα που διακοσμούσε το κεφάλι του αυτόματα η Μάριαν σταμάτησε το βήμα της για να κάνει μια βαθιά υπόκλιση. Η ασταθή της υπόκλιση δεν διέφυγε κανενός την προσοχή.
«Βασιλιά μου» προσφώνησε στην γλώσσα τους και καθώς γύρισε προς την γυναίκα που στεκόταν δίπλα του με τα σκούρα ξανθιά μαλλιά και τα γαλανά μάτια αποκλήθηκε ξανά. «Βασίλισσα μου».
«Αυτή είναι;» άκουσε το καστανόξανθό αγόρι που στεκόταν ανάμεσα τους να λέει υποτιμητικά γυρίζοντας την ματιά του προς την μητέρα του.
«Δεν μου αρέσει. Ούτε μια λέξη δεν είναι ικανή να πει σωστά, πόσο μάλλον να στηθεί ευπρεπώς μπροστά στον βασιλιά και την βασίλισσα της. Επιπλέον…» τόνισε κοιτώντας τώρα την Μάριαν κατάματα. «Είναι κακάσχημη» έφτυσε τις λέξεις με αηδία. Πριν προλάβει η Μάριαν ή οποιοσδήποτε άλλος να αντιδράσει εκείνος γύρισε την πλάτη του για να φύγει.
Όχι είχε κάνει λάθος, δεν ήταν σαν τον αφόρητο ξάδελφο της, ήταν χειρότερος.
«Ούτε εμένα μου αρέσεις παλιό κακομαθημένο καχεκτικό σκιάχτρο» του γύρισε αυθάδικα πριν προλάβει να το σταματήσει και μια φιγούρα που μπήκε μπροστά της, της επέβαλε να σηκώσει το κεφάλι. Ήταν η νέα της βασίλισσα και από το βλέμμα της κατάλαβε αμέσως ότι δεν ήταν καθόλου καλά τα πράγματα.
«Πρέπει να ήταν πολύ μακρύ και δύσκολο ταξίδι. Τι θα έλεγες να σε συνοδέψω στην κάμαρη σου για να ξεκουραστείς πριν την μεγάλη γιορτή που ετοιμάσαμε προς τιμή σου για να σε καλωσορίσουμε;» τα λόγια της έσταζαν μέλι αλλά δεν ξεγέλασαν την Μάριαν.
Η βασίλισσα σίγουρα δεν θα την άφηνε ατιμώρητη που είχε το θράσος να αυθαδιάσει τόσο απροκάλυπτα μπροστά σε όλους τους ανθρώπους της αυλής. 
«Δεν μπορώ απλά να γυρίσω πίσω;» ρώτησε η μικρή Μάριαν αποκαρδιωμένη.
«Λυπάμαι πως όχι» δήλωσε η βασίλισσα Κάθριν και βάζοντας το χέρι της λίγο πιο δυνατά από όσο χρειαζόταν πάνω στον ώμος της Μάριαν την ανάγκασε να την ακολουθήσει.
«Πες μου γλυκιά μου Μάριαν, γνωρίζεις γιατί έπρεπε να σταλείς σε εμάς από τόσο μικρή ηλικία;» την ρώτησε η βασίλισσα Κάθριν όταν βρέθηκαν στους διαδρόμους του κάστρου που οδηγούσαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματα.
«Για να με ξεφορτωθεί ο πατέρας μου;» ρώτησε η Μάριαν που ήταν σίγουρη γι’ αυτό.
«Όχι» απάντησε η βασίλισσα καθώς συνέχιζε να περπατά κοιτώντας ευθεία μπροστά της. «Ο όρος μου για να συμφωνήσω σε αυτήν την…»
«Αγοραπωλησία;» ρώτησε η Μάριαν πικρόχολα διακόπτοντας την και η βασίλισσα σταματώντας το βήμα της, την κοίταξε μέσα στα μάτια.
«Για την ηλικία σου βλέπω γνωρίζεις πολλές λέξεις που δεν θα έπρεπε καν να ξέρεις τι σημαίνουν… αναρωτιέμαι το πώς».
«Έχω αυτιά και ακούω» απάντησε η Μάριαν με θάρρος υψώνοντας το κεφάλι της ψηλά δηλώνοντας ανοιχτά ότι δεν την φοβόταν. Καθώς η βασίλισσα συνέχιζε να προχωρά χωρίς να αφήνει το χέρι της από τον ώμο της Μάριαν συνέχισε.
«Εφόσον έχεις αυτιά και ακούς τότε άκουσε την συμβουλή μου και κράτα την καλά μέσα στο μυαλό σου. Ο λόγος που βρίσκεσαι εδώ, είναι για να μάθεις τα ήθη, τα έθιμα και την κατάλληλη συμπεριφορά που πρέπει να έχει η μελλοντική βασίλισσα της Γαλλίας. Δηλαδή εσύ» της είπε ενώ σταμάτησε το βήμα της ξανά μπροστά από μια κλειστή πόρτα όπου οι δύο φύλακες που εκεί υποκλίθηκαν αυτόματα μόλις η βασίλισσα τους στάθηκε μπροστά τους.
«Και μιας που μιλάμε για μαθήματα συμπεριφοράς πιστεύω ότι είναι ώρα να πάρεις το πρώτο σου μάθημα. Δεν ξέρω τι συνηθίζεται να κάνουν στα μέρη σας οι βασίλισσες αλλά στα μέρη μας είναι απόλυτα υποταγμένες στον σύζυγο τους, στον βασιλιά τους και υπακούνε σε κάθε του θέλημα» της τόνισε με νόημα και η Μάριαν έμεινε να την κοιτά σαν να μην καταλάβαινε τα λόγια της.
Φυσικά είχε την δικαιολογία γιατί δεν γνώριζε ακόμα άπταιστα Γαλλικά αλλά ο λόγος που έδειχνε ότι δεν καταλαβαίνει ήταν απλά γιατί τα λόγια της δεν είχαν καμία αξία για εκείνη. Μπορεί να ήταν μόλις δέκα χρονών αλλά ήξερε πολύ καλά ποια ήταν και σίγουρα δεν ήταν ένα υποτακτικό πλάσμα.
«Καταλαβαίνεις τι σου λέω γλυκιά μου Μάριαν ή θα προτιμούσες να το επαναλάβω στην γλώσσα σου για να γίνει πιο κατανοητό;» της κάρφωσε με σκληρότητα στην φωνή της η βασίλισσα. Η Μάριαν της χαμογέλασε θαρραλέα.
«Πρέπει να υπακούω στην θέληση του κυρίου μου» επανέλαβε το νόημα του μαθήματος που μόλις είχε πάρει. Η βασίλισσα Κάθριν της χαμογέλασε ευχαριστημένη.
«Χαίρομαι που πράγματι έχεις αυτιά και ακούς, χρησιμοποίησε τα συνετά και θα τα πάμε μια χαρά» της τόνισε με έναν απαλό αλλά ταυτόχρονα τόσο απειλητικό τόνο που έκανε την Μάριαν σχεδόν να χαμογελάσει. Σχεδόν…
Την στιγμή που η βασίλισσα έκανε νόημα προς τους φρουρούς αυτόματα ο ένας από τους δύο άνοιξε την πόρτα για να περάσουν μέσα. Το δωμάτιο που της παραχωρούσαν ήταν το διπλάσιο σε μέγεθος και πλούτο από το δωμάτιο στο δικό τους κάστρο αλλά δεν είχε ούτε στο ελάχιστο την ζεστασιά που ένοιωθε όταν βρισκόταν στην κάμαρά της. Μπορεί ήταν ένα δωμάτιο προορισμένο για μια πριγκίπισσα αλλά σίγουρα δεν ήταν για εκείνη.
*~*~*
Οι υπηρέτριες που έρχονταν η μία μετά την άλλη, την βοήθησαν να κάνει ένα ζεστό μπάνιο για να χαλαρώσει τους μύες της από το κουραστικό ταξίδι και την έντυσαν με μια τουαλέτα που δεν έμοιαζε σε τίποτα με αυτές που είχε συνηθίσει. Ο κορσές που της φόρεσαν την στένευε τόσο πολύ που της έκοβε στην κυριολεξία την ανάσα αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε. Ούτε είπε τίποτα όταν το τεράστιο φουρό κράταγε σε απόσταση τα χέρια της από το σώμα της. Ήξερε ότι η ζωή της πια ήταν εδώ. Σε ένα ξένο αφιλόξενο κάστρο που όλοι πίστευαν ότι ο ρόλος της ήταν μόνο συμβολικός, κάτι σαν ένα μπιμπελό που δεν είχε καμία αξία, αλλά τι μπορούσε να κάνει; Ακόμα και αν προσπαθούσε να το σκάσει το σπίτι της ήταν τόσο μακριά που δεν θα κατάφερνε ποτέ να φτάσει εκεί αλλά ακόμα και αν έφτανε ο πατέρας της δεν θα την δεχόταν πίσω.
Ήταν αποκλεισμένη, καταδικασμένη, δυστυχισμένη αλλά θυμόταν πάντα να κρατάει το κεφάλι της ψηλά. Η μητέρα της πάντα έλεγε ότι: «Η δύναμη μας φαίνεται από το πόσο ξέρουμε να κρατάμε τα συναισθήματα μας μακριά από τα αδιάκριτα μάτια που περιμένουν να δουν τις αδυναμίες μας για να τις εκμεταλλευτούνε»… και αυτό είχε σκοπό να κάνει. Δεν θα άφηνε ποτέ κανέναν να δει το πόσο υπέφερε… ιδίως το κακομαθημένο αγόρι που πιστεύει από τώρα ότι ήταν ο κύριος της και μπορούσε να την μειώνει χωρίς συνέπιες.
*~*~*
«Δεν μας είπες γλυκιά μου» άκουσε την βασίλισσα από δίπλα της να λέει μόλις έκατσε στο βασιλικό τραπέζι και περίμενε να της σερβίρουν κάτι για να φάει. Πείναγε τόσο πολύ!
«Πως ήταν το ταξίδι σου;» συνέχισε μελιστάλαχτα. Η Μάριαν γυρίζοντας το κεφάλι της προς το μέρος της, της ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Πολύ ασφαλή. Σας ευχαριστώ που το κάνατε τόσο άνετο για μένα» φυσικά τα λόγια δεν ήταν δικά της. Ήταν ακριβώς τα λόγια που της είχε επιβάλει η μητέρα της να πει στην περίπτωση που κάποιος από την νέα της οικογένεια θα την ρωτούσε.
«Πολύ χαίρομαι που το ακούω» είπε προσποιητά η βασίλισσα και έκανε νόημα στον υπηρέτη να πλησιάσει ώστε να σερβίρει.
Μόλις είδε το κρέας που περιείχε το πιάτο της η Μάριαν άρχισε να ψάχνει για μαχαίρι αλλά δεν το έβρισκε πουθενά.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα γλυκιά μου;» την ρώτησε η βασίλισσα με αμέριστο ενδιαφέρον.
«Δεν βρίσκω το μαχαίρι» απάντησε η Μαριαν ενώ συνέχιζε να ψάχνει με την ματιά της και τα χέρια της το τραπέζι μήπως και είχε παραπέσει κάπου και δεν το είχε προσέξει.
«Δεν το βρίσκεις γιατί τους απαγόρεψα να σου βάλουν ένα. Για την ασφάλεια σου… φυσικά!» τόνισε και η Μάριαν την κοίταξε μπερδεμένη.
«Είμαι αρκετά μεγάλη για να κόβω μόνη το φαγητό μου. Σας το ορκίζομαι ότι ξέρω να το χρησιμοποιώ, δεν θα σας κάνω ρεζίλι» της απάντησε η Μάριαν με ειλικρίνεια αλλά σε αυτό που δεν υπολόγιζε ήταν ότι αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός της βασίλισσας - να την κάνει ρεζίλι. Να αποδείξει μπροστά σε όλους αλλά περισσότερο σε εκείνη, πως δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα τίποτα. Ένα μυξιάρικο μικρό που έπρεπε να μάθει τα πάντα από το Α έως το Ω υπό την δική της και μόνο καθοδήγηση.
«Μέχρι να σιγουρευτούμε ότι μπορείς να το χρησιμοποιείς χωρίς τον κίνδυνο να κοπείς, επέτρεψε μου…» της απάντησε εκείνη και κάνοντας νόημα με το χέρι αυτόματα ένας υπηρέτης άπλωσε τα χέρια του μπροστά και άρχισε να της κόβει ότι υπήρχε μέσα στο πιάτο της σε πολύ μικρά κομματάκια λες και προοριζόταν για ένα μωρό που μόλις άρχιζε να μαθαίνει να μασουλάει.
«Με όλο τον σεβασμό Μεγαλειοτάτη, αλλά ο γιος σας φαίνεται να χρειάζεται να του κόψουν το φαγητό του περισσότερο από μένα» είπε μισό αστεία, μισό σοβαρά κοιτώντας το πρίγκιπα που καθόταν δίπλα από τον πατέρα του και πάλευε να κόψει το κρέας που υπήρχε μέσα στο πιάτο του με χωρίς μεγάλη επιτυχία.
Η βασίλισσα Κάθριν την αγριοκοίταξε για μια στιγμή αλλά μόλις είδε το αίμα στο χέρι του γιού της τότε άλλαξε τελείως.
Αφήνοντας ασχολίαστη την φράση της, σηκώθηκε αυτόματα όρθια και τον πλησίασε. Πήρε μια πετσέτα την τύλιξε γύρω από το χέρι του και αρπάζοντας τον από τους ώμους τον παρέσυρε προς μια πόρτα. Φυσικά δεν χρειαζόταν τόση μεγάλη αναταραχή. Για τον θεό, ένα γρατζούνισμα ήταν μόνο, όχι όμως για την βασίλισσα.
«Μην ανησυχείτε, δεν είναι τίποτα» είπε η Μάριαν καλοσυνάτα προς τον βασιλιά που κοίταζε επίμονα προς την κατεύθυνση που είχε πάει ο γιος του και η γυναίκα του και εκείνος την κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Βλέπω γνωρίζεις αρκετά από αυτά» παρατήρησε κοιτώντας την ευδιάθετα.
«Από κοψίματα εννοείτε;» ρώτησε κάπως διστακτικά.
«Μμμχχχμμμ» επιβεβαίωσε εκείνος και η Μάριαν ανασήκωσε τους ώμους για απάντηση αποφεύγοντας το βλέμμα του. Ένα βλέμμα που σίγουρα της προκαλούσε ταραχή και όχι με την καλή έννοια.
«Ελπίζω να τα βρείτε…» τον άκουσε να μουρμουρίζει και γύρισε να τον κοιτάξει με απορία. «Με την γυναίκα μου εννοώ, την βασίλισσα σου. Θα του έκανε καλό να έχει στο πλάι του μια γυναίκα που ξέρει να αψηφά τον κίνδυνο ακόμα και αν είναι μόλις δέκα χρονών».
«Μα χρησιμοποιώ μαχαίρι από όταν ήμουν τεσσάρων. Δεν είναι και τόσο δύσκολο» του απάντησε μπερδεμένη από τα λόγια του.
«Είμαι σίγουρος ότι ξέρουμε και οι δύο μας ότι δεν εννοούσα το μαχαίρι καλή μου» της είπε συνωμοτικά εκείνος και κλείνοντας της το μάτι γύρισε την προσοχή του στο πιάτο του.
~*~*~*~
«Μητέρα… άφησε με πια, μια γρατζουνιά είναι μόνο» διαμαρτυρήθηκε ο πρίγκιπας Φράνσις μόλις βρέθηκε μόνος του με την μητέρα του, την βασίλισσα Κάθριν, μέσα στο δωμάτιο που τον είχε μεταφέρει για να του περιποιηθεί το τραύμα.
«Δεν είναι μόνο μια γρατζουνιά Φράνσις, είναι η υπόληψη μας, η εικόνα μας. Είσαι το μέλλον αυτής της χώρας, ο διάδοχος του θρόνου, ο αυριανός βασιλιάς της Γαλλίας και δεν πρόκειται ποτέ… Με ακούς; ΠΟ-ΤΕ… να επιτρέψω να σε περιγελάει μια παρακατιανή. Μπορεί να είναι το πέμπτο παιδί του βασιλιά της Σκοτίας και να θεωρεί τον εαυτό της πριγκίπισσα αλλά δεν παύει να είναι μια Χάιλαντ, μια άξεστη χωριάτισσα. Πως πίστεψε ο τρελός ο παππούς σου ότι είναι η ιδανική για σένα. Ποτέ δεν θα το καταλάβω αλλά είναι πλέον αργά για να κάνουμε οτιδήποτε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα την αφήσω να μας χλευάζει και από πάνω. Μπορεί να μην μπορώ να σε απαλλάξω από εκείνη αλλά μπορείς εσύ να απαλλάξεις τον εαυτό σου από το βάρος της. Είσαι ο μελλοντικός της σύζυγος, δείξ’ της λοιπόν τι κάνει ένας σωστός σύζυγος. Βάλ’ την από τώρα στην θέση της, πριν σου πάρει τον αέρα. Με ακούς; Πριν σου τον πάρει» απαίτησε και ο Φράνσις έσκυψε το κεφάλι υποτακτικά.
«Μάλιστα μητέρα».
~*~*~*~
Από την στιγμή που γύρισε ο Φράνσις με την μητέρα του ήταν τελείως αλλαγμένος. Μπορεί και πριν να έδειχνε υπερόπτης και κακόκεφος αλλά τώρα είχε κάτι παραπάνω επάνω του. Είχε έναν αέρα που δεν θα έλεγε η Μάριαν ότι άρμοζε στην ηλικία του. Δεν ήταν πως δεν ήξερε πως είναι να έχεις το βάρος της διαδοχής του θρόνου. Στην οικογένεια της ήταν πέντε παιδιά στο σύνολο. Τα τρία πρώτα της αδέλφια ήταν αγόρια και παρόλο που ο θρόνος του πατέρα της δικαιωματικά άνηκε στον πρώτο της αδελφό τον Άλεχ που ήταν ήδη εικοσιπέντε ετών, ωστόσο ο πατέρας της προετοίμαζε για την διαδοχή και τα υπόλοιπα δύο της αδέλφια. Ήταν μια σκληρή και επίπονη για τ’ αδέλφια της διαδικασία ωστόσο εκείνα ήταν πάντα ζεστά, γεμάτα αγάπη και ζωντάνια δεν ήταν σαν τον Φράνσις, σκυθρωπά και δυστυχισμένα κάτω από την μάσκα της σκληρότητας που παρουσίαζε.
«Μουσική» φώναξε ο βασιλιάς μόλις το δείπνο έφτασε στο τέλος και όλοι μεταφερθήκανε σε μια στολισμένη με λουλούδια αίθουσα γεμάτη με τραπέζια που είχαν όλου του κόσμου τα γλυκά, φρούτα και μπόλικο κρασί.
Καθώς διάφορα ζευγάρια άρχισαν να χορεύουν και να διασκορπίζονται μέσα στην αίθουσα κουτσομπολεύοντας και γελώντας, η Μάριαν έκατσε σε μια γωνιά χωρίς πραγματικά να ξέρει τι έπρεπε να κάνει.
«Μια τόσο όμορφη πριγκίπισσα και να είναι μόνη;» άκουσε μια ψιθυριστή φωνή πίσω της και από το ξάφνιασμα αναπήδησε.  Γύρισε προς το μέρος όπου είχε έρθει η φωνή για να δει ποιος της μιλούσε αλλά προς μεγάλη της έκπληξη δεν βρήκε κανέναν.
«Ποιος είναι;» ρώτησε κοιτώντας προς την σκοτεινή γωνιά που ήταν λίγο πιο πέρα από το σημείο που καθόταν.
«Αναρωτιέμαι…» συνέχισε η φωνή ενώ ερχόταν και πάλι από πίσω της. «Μια τόσο ατίθαση καρδιά, θα μπορούσε ποτέ να φυλακιστεί και να υποταχτεί στο θέλημα του μέλλοντα συζύγου της;»
«Αν είναι αυτό που ορίζει η μοίρα μου» απάντησε σκυθρωπά ενώ γύριζε πάλι από την άλλη για να δει τον άνθρωπο που της απεύθυνε τον λόγο.
Το ότι για άλλη μια φορά δεν είδε κανέναν να είναι κοντά της άρχισε να την προβληματίζει και να την τρομάζει ταυτόχρονα αλλά σκέφτηκε προς το παρόν να το κρατήσει καλά κριμένο μέσα της. Τουλάχιστον μέχρι να ανακαλύψει το πρόσωπο που κρυβόταν πίσω από αυτήν την φωνή. Όλοι όσοι ήταν στην αίθουσα ήταν τόσο απορροφημένοι με τον εαυτό τους και με αυτούς που βρισκόντουσαν γύρω τους που δεν της έδινε κανένας σημασία. Ποιος στο καλό ήταν αυτός που νοιαζόταν τώρα για εκείνη; 
«Η μοίρα ή η βασίλισσα σου;» της χτύπησε χαιρέκακα η ίδια φωνή και η Μάριαν άρχισε να απελπίζεται.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε ενώ τα χέρια της άρχισαν να ιδρώνουν και η καρδιά της να χτυπάει άρρυθμα μέσα στο στήθος της από τον τρόμο που της προκαλούσε αυτό το μυστήριο που δεν είχε καμία λογική.
«Ο μόνος που θα σε στηρίξει μέσα σε αυτό το παλάτι. Ο μόνος που ξέρει ποιο είναι το καλό σου» της απάντησε και η Μάριαν άρχισε να τα χάνει τελείως.
«Τι θες από μένα;» ρώτησε κάπως διστακτικά με την ανάσα της να βγαίνει γρήγορα και κοφτά από μέσα της.
«Θέλω να δεις» της είπε μόνο αινιγματικά και καθώς ένα ψυχρό αεράκι άγγιξε το δεξί της μάγουλο γύρισε το σώμα της προς τα δεξιά και είδε τις φλόγες των κεριών να τρεμοπαίζουν σαν κάποιος μόλις να τις είχε φυσήξει.
Πηγαίνοντας κόντρας στο ένστικτο της που της φώναζε να τρέξει μακριά, ακολούθησε διστακτικά τα κεριά που τρεμόπαιζαν και καθώς χώθηκε στις σκιές συνέχισε να προχωράει ακολουθώντας εκείνο το κρύο αεράκι που την είχε αγγίξει λίγο πριν μέχρι που άκουσε την φωνή της βασίλισσας και σταμάτησε. 
«Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το αυθάδικο πλάσμα» την άκουσε να λέει και από ένστικτο κρύφτηκε περισσότερο μέσα στις σκιές γνωρίζοντας ήδη ότι η βασίλισσα μίλαγε για εκείνη.
«Ηρέμισε βασίλισσα μου και θα μάθει να σε υπακούει με τον καιρό, όπως όλοι μας άλλωστε» το ότι αυτή η φωνή άνηκε στο βασιλιά την άφησε άφωνη.
«Τι σκεφτόταν ο πατέρας σου όταν μας την φόρτωνε;» τον ρώτησε και η Μάριαν κράτησε την ανάσα της.
«Τον ήξερες τον πατέρα μου…»
«Πολύ λιγότερο από όσο πραγματικά θα ήθελα…» συμπλήρωσε την φράση του διακόπτοντας τον με αυθάδεια. «Αν μπορούσα να ελέγξω τις πράξεις του…»
«Κάτι που δεν θα καταλάβω ποτέ μου. Πραγματικά πως σου ξέφυγε εκείνος!» της γύρισε τα λόγια της ο βασιλιάς με χλευαστική διάθεση λες και το διασκέδαζε ότι υπήρχε έστω και ένας άνθρωπος σε αυτό το βασίλειο όπου η βασίλισσα δεν μπορούσε να τον κάνει να υποταχτεί στην θέληση της.
Η Μάριαν δεν άκουσε κάποια απάντηση από την βασίλισσα και πιστεύοντας ότι η κουβέντα τους είχε τελειώσει εδώ, άρχισε να υποχωρεί με προσοχή πριν κάποιος την πάρει είδηση ότι ήταν εκεί αλλά δεν κατάφερε να πάει πολύ μακριά. Το ίδιο αεράκι που είχε νιώσει πριν τώρα την κύκλωσε ολοκληρωτικά.
«Πλέον ξέρεις ότι τα μαθήματα περί υπακοής προς τον μέλλοντας σύζυγο σου, δεν τηρείται απόλυτα από την ίδια σου την δασκάλα» ψιθύρισε η φωνή στο αυτί της και η έκρηξη οργής που ένιωσε μέσα της την ξάφνιασε ευχάριστα.
Το να νιώθει ηττημένη δεν ήταν στην φύση της.
«Φοβάται μην πάρω τον πρίγκιπα Φράνσις με το μέρος μου γιατί θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο εκείνη» εξωτερίκευσε την διαπίστωση της.
«Πόσο χρονών είπαμε ότι είσαι αγαπητή μου;» ρώτησε δύσπιστα η φωνή και η Μάριαν ένιωσε κάπως αμήχανα ωστόσο δεν απάντησε.
«Ω γλυκιά μου ύπαρξη! Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα από μένα. Μην ψάξεις να με βρεις, όμως να ξέρεις ότι θα είμαι κοντά σου».
«Τουλάχιστον μπορώ να μάθω το όνομα σου;» ρώτησε και πάλι διστακτικά η Μάριαν και ένοιωσε ένα σιγανό γέλιο κάπου κοντά της.
«Θα το μάθεις όταν έρθει η ώρα να το μάθεις, άσε που δεν έχει και πολύ σημασία αφού έτσι κι αλλιώς πάντα θα καταλήγεις να με φωνάζεις μπάσταρδο…» ξαφνιασμένη από τα λόγια του η Μάριαν προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να του εξηγήσει ότι δεν ήταν τέτοιο κορίτσι αλλά εκείνος δεν της έδωσε την ευκαιρία. «Μέχρι όμως να γίνει αυτό, μέχρι να μάθεις ποιος πραγματικά είμαι, σου έχω μια ερώτηση…» συνέχιζε και πριν προλάβει να αντιδράσει η Μάριαν, η κουρτίνα που ήταν δίπλα της άνοιξε τόσο όσο να κοιτάξει τον κόσμο που ήταν από πίσω.
«Θα τους επιτρέψεις να σου το κάνουνε αυτό; Θα τους επιτρέψεις να σε υποτάξουνε; Να ορίσουν την ζωή σου σαν να τους ανήκει;» συνέχισε και η ματιά της έπεσε πάνω στα καστανόξανθα μαλλιά του Φράνσις όπου εκείνη την στιγμή διασκέδαζε με κάποια άλλα παιδία της ηλικίας του γελώντας ξένοιαστος.
«Μόνο πάνω από το πτώμα μου» ψιθύρισε η Μάριαν αποφασιστικά και προχωρώντας πλέον μπροστά πήρε την απόφαση να βγει από τις σκιές.
«Πρίγκιπα Φράνσις» είπε με θάρρος μόλις έφτασε μπροστά από τον πρίγκιπα της κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση.
«Εσύ πάλι» είπε δυσανασχετώντας ο Φράνσις αντικαθιστώντας το πονηρό χαμόγελο που είχε μόλις τον πλησίασε με φανερή αηδία σαν να έβλεπε μπροστά του ένα τραπέζι γεμάτο με χαλασμένα τρόφιμα.
«Τι θες;» την ρώτησε τρομερά ενοχλημένος από την παρουσία της.
«Σκεφτόμουν…»
«Για να σκεφτεί κάποιος πρέπει πρώτα να έχει μυαλό ξέρεις και εσύ… δεν φαίνεται να διαθέτεις και πολύ» την διέκοψε ο Φράνσις και όλα τα παιδία της ηλικίας του που ήταν γύρω του άρχισαν να χαχανίζουν χωρίς κανέναν δισταγμό.
«Σκεφτόμουν… αν θα ήθελες να κάνουμε κάτι;» συνέχισε η Μάριαν σαν να μην είχε ακούσει λέξη από όσα είχε εκείνος πει.
«Το μόνο που θα ήθελα ΕΣΥ να κάνεις, είναι να εξαφανιστείς από την γη μου μια για πάντα αλλά μιας και που αυτό δεν πρόκειται να γίνει, τι θα έλεγες να πας για ύπνο; Μμμμ ναι, θέλω να πας για ύπνο» είπε πιο αποφασιστικά περιμένοντας τις αντιδράσεις της και η Μάριαν του χαμογέλασε γλυκά.
«Η επιθυμία σας είναι για μένα διαταγή. Πρίγκιπα μου!» του απάντησε κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση και αφήνοντας τον αποστομωμένο του γύρισε την πλάτη.
«Α!» αναφώνησε μόλις έκανε δύο βήματα μακριά του και γύρισε ξανά προς το μέρος του.
«Πριν φύγω, ήθελα να σε ρωτήσω… ξέρεις να κάνεις ιππασία;» τον ρώτησε και ο Φράνσις την κοίταξε με φρίκη.
«Τι είδους ερώτηση είναι αυτή. Είμαι ο διάδοχος του θρόνου, ο μελλοντικός βασιλιάς της Γαλλίας, φυσικά και ξέρω»  είπε με καμάρι και η Μάριαν του χαμογέλασε.
«Τότε ελπίζω να μου δείξεις μια από αυτές τις ημέρες τα άλογα στο στάβλο» του έδωσε μια ευκαιρία για να κάνει κάποιο βήμα προς το μέρος της έστω τις επόμενες μέρες.
«Και να τρομάξουν τα κακόμοιρα τα άλογα από την ασχήμια σου; Δεν τα λυπάσαι τα κακόμοιρα;» την ειρωνεύτηκε και η Μάριαν ζάρωσε τα φρύδια της και τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια κάτι που ευχαρίστησε αφάνταστα τον Φράνσις.
«Τώρα σίγουρα είναι ώρα να πας για να νανάκια» της είπε με ικανοποίηση ενώ της έκανε νόημα να φύγει με μια κίνηση του χεριού του που έμοιαζε πολύ σαν να έδιωχνε μια ενοχλητική μύγα από μπροστά του.
Η Μάριαν διατηρώντας το προσποιητό θλιμμένο της ύφος κατευθύνθηκε αμέσως προς την βασίλισσα Κάθριν.
«Βασίλισσα μου» είπε πνιγμένα ενώ με την απίστευτη δεξιοτεχνία της κατάφερε να χύσει τα πρώτα δάκρυα στα μάγουλα της κάτι που δεν ήταν και τόσο δύσκολο για εκείνη μιας και ήξερε πάρα πολύ καλά πώς να τα χειρίζεται.
«Όλα καλά γλυκιά μου;» την ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Η επιθυμία του πρίγκιπα μου» τόνισε. «Είναι να πάω για ύπνο. Έχω την άδεια σας να γυρίσω στο δωμάτιο μου;» την ρώτησε αποφεύγοντας το βλέμμα της ενώ μάζευε τα κροκοδείλια δάκρια της κάνοντας πιο πειστική την παράσταση της.
Η βασίλισσα βάζοντας το χέρι της κάτω από το σαγόνι της ανασήκωσε το πρόσωπο της και μόλις αντίκρισε τα μάτια της έμεινε για μια στιγμή να την κοιτάει σκεπτική αλλά τελικά της χαμογέλασε γλυκά και της έδωσε την άδεια να το κάνει κάνοντας νόημα σε δύο φύλακες να την συνοδέψουν.
Μέχρι και που μπήκε μέσα στο δωμάτιο της ένιωθε εκείνη την περίεργη παγωνιά να την ακολουθεί αλλά δεν μίλησε, δεν έδειξε καν να την παρατηρεί ώσπου επιτέλους, μετά από τις φροντίδες των υπηρετριών της, έμεινε μόνη.
«Νόμιζα ότι είπες πάνω από το πτώμα σου» άκουσε την φωνή να της λέει κάπως εκνευρισμένα και κρατώντας το βιβλίο της μπροστά στο στήθος της σαν ασπίδα χαμογέλασε με τα σχέδια που είχε ήδη κάνει μέσα στο μυαλό της.
«Ο θείος μου πάντα έλεγε: ‘Πριν πάρεις τον έλεγχο κάποιου, κάν’ τον πρώτα να πιστέψει ότι τον έχει εκείνος εξολοκλήρου. Άφησε τον να πατάει πάνω σε αυτήν την ιδέα ότι σε κάνει ότι θες και πολύ σύντομα θα σου δείξει τα αδύνατα και δυνατά του σημεία. Βρες τι είναι αυτό που θα τον γεμίσει με τύψεις και μετά θα μπορείς να τον κάνεις ότι θες’» απάντησε η Μάριαν στην φωνή που για έναν περίεργο λόγο δεν ένοιωθε πια να την φοβάται και η φωνή ξέσπασε στα γέλια.
«Ω γλυκιά μου! Έχω πει ποτέ πόσο λατρεύω το μυαλό σου;»
«Από όσο θυμάμαι όχι» του απάντησε η Μάριαν.
«Τότε σου το λέω τώρα».

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Πρόλογος

The destiny
Μια ιστορία βασισμένη στις σειρές "Reing - Outlander & Once Upon a Time" ... Καλή σας ανάγνωση <3

Μέρος Πρώτο
~Η ζωή που ζήσαμε~ 




“All alone in a strange world”


Once Upon A Time… εκεί που οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες κατείχαν όλη την εξουσία, ζούσε ένα κορίτσι που η μοίρα της είχε γραφτεί με λευκό μελάνι.
Καθισμένη μπροστά στον ολόχρυσο καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας της κοίταζε το είδωλο της. Ένα είδωλο θολό να της θυμίζει ότι η ευτυχία που ήθελε να νιώσει δεν είχε έρθει ακόμη. Τα μάτια της βούρκωναν και η απελπισία που ένιωθε μέσα της μεγάλωνε λεπτό το λεπτό όλο και πιο πολύ. Η στιγμή που θα γνώριζε τον πρίγκιπα της, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον μελλοντικό της βασιλιά είχε έρθει αλλά εκείνη δεν ένιωθε έτοιμη γι’ αυτό.
Ήταν μόλις δέκα χρονών, δεν είχε γευτεί τίποτα ακόμα και όμως η μοίρα της ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη από τα χέρια του βασιλιά της, του πατέρα της, ένα πατέρα που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κάνει άλλη μια καλή συμφωνία. Όμως είχε και την μητέρα της, μια γλυκιά ύπαρξη που την αγαπούσε με όλη της την καρδιά και η μικρή μας πριγκίπισσα δεν ήθελε τίποτα παραπάνω.
‘Πως θα μπορέσω να την αποχωριστώ;’… σκεπτόταν η μικρή μας και τα δάκρυα στα μάγουλα της έτρεχαν ποτάμι. ‘Πως θα μπορέσω να βρεθώ “ All alone in a strange world” χωρίς εκείνη και να επιβιώσω;’…
«Είναι έτοιμη η μικρή μου πριγκίπισσα;» η Μάριαν άκουσε την φωνή της μητέρα της και κλείνοντας τα μάτια της πήρε μια βαθιά ανάσα.
Μόλις τα άνοιξε ξανά κοίταξε το είδωλο της μπροστά στον ολόχρυσο καθρέφτη της και βούλιαξε στην απελπισία περισσότερο.
«Ω! Χαρά της ζωής μου!» τα λόγια της μητέρα της ήρθαν από τόσο κοντά της που από το ξάφνιασμα γύρισε προς τα πίσω για να την κοιτάξει.
Η μητέρα της, γονατίζοντας μπροστά της, φυλάκισε τα χέρια της μέσα στα δικά της και την κοίταξε με την πιο στοργική της ματιά.
«Δεν είναι αυτό το τέλος πριγκίπισσα μου, αυτό σου το ορκίζομαι» της έλεγε και τα μάτια της Μάριαν δάκρυσαν περισσότερο. «Μέχρι να σου λείψω θα είμαι ξανά μαζί σου. Σου το ορκίζομαι» της έδωσε όρκο ψυχής αλλά η μικρή πριγκίπισσα δεν καθησυχάστηκε ούτε για ένα λεπτό.
«Γιατί δεν μπορείς να έρθεις μαζί μου;» την ρώτησε για μια τελευταία φορά.
«Ξέρεις τους λόγους» της απάντησε η μητέρα της και η μικρή πριγκίπισσα ρίχνοντας το κεφάλι της πάνω στον ώμο της ξέσπασε σε γοερά κλάματα.
«Θα είμαι εκεί πριν προλάβω να σου λείψω» επανέλαβε η μητέρα της αλλά ο τόνος της δεν έπεισε ούτε την ίδια.
«Και αν δεν του αρέσω;» ρώτησε το μικρό τρομοκρατημένο κοριτσάκι και η μητέρα του, κρατώντας την από τους ώμους την ανάγκασε να την κοιτάξει.
«Πως θα μπορούσε ποτέ να κοιτάξει αυτόν τον καστανό χείμαρρο των μαλλιών σου, αυτά τα σοκολατένια μάτια και να μην γοητευτεί; Αλλά ακόμα και αυτό να συμβεί τότε είμαι σίγουρη ότι αν δεν του αρέσεις εξωτερικά δεν θα καταφέρει να αντισταθεί σε αυτό που κρύβεις μέσα σου. Την υπέροχη χρυσή σου καρδιά» της απάντησε εκείνη καθώς σκούπιζε τα δάκρυα από τα μάγουλα της με το χρυσοκέντητο μαντίλι της. Η μικρή πριγκίπισσα καταπίνοντας τα δάκρυα της έμεινε στην σιωπή. Τι θα μπορούσε να πει που δεν είχε πει ήδη;
«Πρέπει να ξεκινήσεις» την παρακάλεσε η μητέρα της με την πιο τρυφερή της φωνή και η Μάριαν χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα άλλο, ένευσε θετικά.
«Έλα» την προέτρεψε.
Η Μάριαν κλείνοντας το βιβλίο της που δεν το αποχωριζόταν ποτέ, το κράτησε στην αγκαλιά της και άφησε την μητέρα της να την οδηγήσει προς την άμαξα που θα την οδηγούσε στο καινούργιο της σπίτι. Στο σπίτι όπου θα έμενε για το υπόλοιπο της ζωής της, στο κάστρο όπου ζούσε εκείνος, ο πρίγκιπας Φράνσις, ο μελλοντικός της σύζυγος.
«Ο μπαμπάς; Τ’ αδέλφια μου;» ρώτησε η Μάριαν κοιτώντας γύρω της όλους όσους είχαν μαζευτεί για να την αποχαιρετήσουν με μια βαθιά υπόκλιση.
«Ξέρεις πόσες υποχρεώσεις έχει ένας βασιλιάς πόσο μάλλον οι διάδοχοι του» ο άχρωμος τόνος της φωνής της μητέρας της έκανε την Μάριαν να γυρίσει να την κοιτάξει.
«Πήγε στο κυνήγι που άκουσα ότι ετοιμάζανε και τους πήρε μαζί του! Αλλά και η αδελφή μου;» διαπίστωσε η Μάριαν και η μητέρα της σταματώντας μπροστά από την άμαξα που θα έπαιρνε την λατρεμένη της κόρη μακριά της για πάντα πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε την μικρή της στα μάτια.
«Ο πατέρας σου…»
«Είναι ευτυχισμένος που επιτέλους κατάφερε να με ξεφορτωθεί» συμπλήρωσε τα λόγια της κατεβάζοντας το βλέμμα της χαμηλά μην αντέχοντας να κοιτάει άλλο την μητέρα της στα μάτια.
«Κανείς δεν είναι ευτυχισμένος που φεύγεις» άκουσε την γνώριμη φωνή του θείου της, τον ετεροθαλή αδελφό του πατέρα της και σηκώνοντας τα μάτια της τον κοίταξε θλιμμένα.
«Κοίτα γύρω σου πριγκίπισσα μου. Κοίτα πόσοι θρηνούν που δεν θα σε έχουν πια κοντά τους» συνέχισε ο θείος της και χωρίς να νοιαστεί για τους τύπους η Μάριαν έπεσε στην αγκαλιά του.
«Δεν θέλω να φύγω. Σε παρακαλώ θείε, πάρε με μαζί σου, πάρε με μακριά…»
«Από την ευτυχία σου;» την ρώτησε δύσπιστα διακόπτοντας την με τον αυστηρό του τόνο που ήξερε και αναγνώριζε πάνω του.
«Θυμάσαι την πρώτη φορά που έπεσες από το άλογο τι σου είπα;» την ρώτησε τρυφερά ενώ γονάτιζε μπροστά της για να είναι στο ίδιο ύψος. Η Μάριαν κατένευσε για απάντηση.
«Αγκάλιασε τους φόβους σου Μάριαν, κλείσε τα μάτια και αφουγκράσου τους, νιώσε τους, γίνε ένα με αυτούς, κάνε τους δικούς σου, αγάπησε τους και θα σε αγαπήσουν και εκείνοι» επανέλαβε τα λόγια που της είχε πει κάποτε και πριν σηκωθεί ξανά άφησε ένα απαλό φιλί πάνω στο μέτωπο της.
«Να είσαι πάντα ευλογημένη παιδί μου» κατέληξε με πάθος και συγκίνηση στην φωνή του ενώ πιάνοντας το χέρι της την βοήθησε να ανέβει στην άμαξα που την περίμενε για να ξεκινήσει.
«Να είσαι υπάκουη, λιγομίλητη και να θυμάσαι όλα όσα σου είπα» βιάστηκε η μητέρα της να συμπληρώσει.
«Τα θυμάμαι» είπε υπάκουα η μικρή και καθώς ο θείος της έκλεισε την πόρτα της άμαξας η Μάριαν ένιωσε να κλείνετε μέσα σε ένα χρυσό κλουβί… Ένα κλουβί που δεν ήταν φτιαγμένο για εκείνη.

ESCAPE POLH FANTASMA