Ετικέτες

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Haunted Love M2o "11. Already Over"




Μπέλλα

«Καλωσόρισες αγαπητή μου» άκουσα μια φωνή να με καλεί και με δυσκολία άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα γύρω μου χωρίς πραγματικά να εστιάζω κάπου... Το σώμα μου πόναγε αφόρητα όπως και κάθε έκφραση στο πρόσωπο μου ενώ τα μάτια μου ήταν τόσο θολά που τα πάντα τα έβλεπα πίσω από ένα διάφανο, λευκό πέπλο που με τύφλωνε.

Τι μου συνέβαινε; Που βρισκόμουν;

«Σίγουρα θα αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι» συνέχισε ο άγνωστος άντρας που μου μιλούσε λες και είχε ακούσει τις σκέψεις μου... «Και είμαι ακόμα πιο σίγουρος πως θα αναρωτιέσαι ποιος είμαι εγώ» είπε και εστιάζοντας καλύτερα προς το μέρος του, είδα έναν επιβλητικό άντρα να με κοιτάει... Τα πάντα απάνω του με τρομάζανε, ήταν τόσο ανατριχιαστικός.

«Που είμαι;» κατάφερα με κόπο να πω και ένιωσα να χαμογελάει με ικανοποίηση.

«Είσαι στο νοσοκομείο, θυμάσαι ποιος είναι ο λόγος που σε έφεραν εδώ;» με ρώτησε πίσω και έπρεπε για λίγο να το σκεφτώ.

«Αμυδρά» είπα ειλικρινά και εκείνος με τον πιο απλό τρόπο έκατσε πάνω στο κρεβάτι και πλησίασε το πρόσωπο του προς το δικό μου... Αμυντικά το σώμα μου προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά δεν κατάφερα και πολλά γιατί αμέσως αυτή μου η κίνηση έφερε αφόρητους πόνους σε όλο μου το κορμί.

«Καλό θα ήταν να μην μετακινείσαι, είσαι ακόμα αδύναμη...» με επέπληξε εκείνος και παίρνοντας μια κοφτή ανάσα έκανα ότι μου ζήτησε... «Μπράβο καλό μου κορίτσι... Τώρα για πες μου, το όνομα Άαρον σου θυμίζει κάτι;» ρώτησε και για λίγο το σκέφτηκα, αλλά αμέσως μετά κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά... Δεν το είχα ακούσει ποτέ ξανά αυτό το όνομα... «Μμμμ βλέπω ο φίλτατος φίλος μας κράτησε τον λόγο του, σε έχει ακόμα στο σκοτάδι» είπε σκεπτικός και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία.

«Ποιος;» ρώτησα με δυσκολία.

«Ο φίλος μας ο Έντουαρντ, ποιος άλλος» είπε με μια δόση ειρωνείας και ξαφνικά με το άκουσμα και μόνο του ονόματος του, όλα όσα είχαν συμβεί κατέκλισαν τον νου μου και ο σωματικός πόνος ως δια μαγείας εξαφανίστηκε και την θέση του πήρε ένας άλλος πόνος, μεγαλύτερος από αυτόν που ήδη ένιωθα, ένας πόνος που μου διέλυσε κάθε λογική.

«Που είναι» σύριξα μέσα από τα δόντια μου ενώ ταυτόχρονα προσπάθησα να σηκωθώ αλλά ο άντρας που ήταν μπροστά μου δεν με άφησε να κάνω ρούπι.

«Δεν είναι εδώ, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είμαι εγώ εδώ... Βλέπεις γλυκιά μου έχουμε ένα ασυνήθιστο πρόβλημα εδώ... Εσύ τον θες νεκρό και εγώ ζωντανό, ποιος από τους δύο μας λες να επικρατήσει;» ρώτησε σκληρά και έμεινα για λίγο να τον κοιτώ.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησα και έκανε μια κουρασμένη γκριμάτσα.

«Ας πούμε το αφεντικό του» είπε και έμεινα για λίγο να τον κοιτώ... «Και είμαι εδώ για να κάνουμε μια συμφωνία»

«Δεν κάνω συμφωνίες μαζί σας πια» του δήλωσα με δηλητήριο στην φωνή μου και εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.

«Εσύ χάνεις, εγώ θέλω μόνο το καλό σου» είπε και τον κοίταξα δύσπιστα.

«Όλοι έτσι λέτε και στο τέλος η μόνη που βγαίνω ζημιωμένη είμαι εγώ» του γύρισα πίσω και χαμογέλασε ειρωνικά.

«Τώρα όμως σου δίνεται η ευκαιρία να πάρεις το αίμα σου πίσω για όλα αυτά» συνέχισε εκείνος και μπερδεύτηκα τελείως... Τι θα μπορούσε να εννοεί;

«Πως;» ρώτησα και μια σπίθα στην ματιά του έκανε όλο του το πρόσωπο να λάμψει από ελπίδα, λογικά για το ενδιαφέρον που έδειξα.

«Ο φίλτατος Έντουαρντ προς το παρόν μου είναι απαραίτητος και δεν είμαι διατεθειμένος να τον χάσω για τίποτα και για κανέναν...» δήλωσε και εφόσον είδε ότι δεν είχα τίποτα να σχολιάσω πάνω σε αυτό συνέχισε... «Όμως είναι χρόνια στην δουλειά και ξέρει πάρα πολλά και πάρα πολύ επικίνδυνα μυστικά και την στιγμή που πλέον δεν θα τον χρειάζομαι άλλο, θα χρειαστώ κάποιον να τον βγάλει από την μέση... Τι λες, έχεις την υπομονή να περιμένεις;...» ρώτησε και δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι’ αυτό, θα μπορούσα ποτέ να εμπιστευτώ αυτόν τον άνθρωπο;... «Φυσικά στο μεταξύ δεν θα σε αφήσω έτσι... Μαζί γλυκιά μου μπορούμε να κάνουμε πολλά, πάρα πολλά πράγματα που θα επωφελούσαν και τους δύο μας... Λοιπόν τι λες;... Προτιμάς να κάνεις μερικά χρόνια υπομονή και μια μέρα να πάρεις το αίμα σου πίσω ή προτιμάς να χάσεις άδικα αυτήν την στιγμή την ζωή σου και να βρω κάποιον άλλον να κάνει αυτό που λαχταράς να κάνεις εσύ τώρα;» με ρώτησε ευθέως και έμεινα για λίγο να το επεξεργάζομαι.

«Θα κάνω υπομονή»... δήλωσα με σθένος. Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο και για να το απολαύσει κάνεις χρειάζεται αντίτιμο… Υπομονή ήταν το παν αυτή την στιγμή, να πάρω το αίμα μου πίσω. Τον είχα προειδοποιήσει για τις συνέπειες, αν πάθαινε κάτι οι μικρή μου θα το πλήρωνε ακριβά… Όλα έχουν ένα τίμημα σε αυτή τη ζωή… και στην περίπτωση μου είναι του είναι θάνατος!



Έντουαρντ

Φτάνοντας στο αεροδρόμιο, πήγα γρήγορα στον κισσέ για να βγάλω εισιτήριο αλλά τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα... Η μοναδική πτήση για Ρίο ήταν την άλλη μέρα το πρωί και εκεί που πάλευα να βρω μια λύση βρίζοντας και απειλώντας την κοπέλα που ήταν στον κισσέ, χτύπησε το κινητό μου και το σήκωσα με την ψυχή στα πόδια.

«Ρόουζ» είπα με κομμένη την ανάσα και μόλις μου ανακοίνωσε ότι την έχασα για πάντα τα πόδια μου λύγισαν και έκατσα στην πρώτη καρέκλα που βρήκα μπροστά μου άδειος.

Το μυαλό μου είχε παγώσει και όλα γύρω μου κατέρρευσαν... Με τα χέρια μου να κλείνουν το πρόσωπο μου και την ανάσα μου να χάνεται, ξαφνικά ένιωσα στο χέρι μου μια υγρασία... Περίεργος το σήκωσα για να το κοιτάξω... Αυτό είναι δάκρυ;... σκέφτηκα και σκουπίζοντας το πρόσωπο μου διαπίστωσα ότι πράγματι ήταν.

Δεν θυμάμαι ποτέ στην ζωή μου να είχα δακρύσει ξανά, ούτε καν όταν έμαθα ότι η μητέρα μου είχε πλέον χαθεί... Μου φάνηκε τόσο περίεργο, ήταν πραγματικά κάτι πρωτόγνωρο για μένα.

Δεν ξέρω πόσες ώρες είχαν περάσει... Έμενα εκεί, ακίνητος να κοιτώ τον κόσμο να πηγαίνει και να έρχεται αλλά στην πραγματικότητα δεν έβλεπα τίποτα, ήμουν τελείως άδειος.

Το κινητό μου χτύπαγε ξανά και ξανά αλλά δεν του έδινα σημασία, δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι την είχα χάσει για πάντα και τώρα;... Τώρα τι θα μπορούσα να κάνω;... Πως θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνην... Εκείνη ήταν τα πάντα για μένα, ο λόγος που υπήρχα ακόμα, τώρα ποιος ο λόγος να ζω;

Τα πόδια μου με οδήγησαν στον έξω κόσμο... Η βροχή μαστίγωνε το πρόσωπο μου και εγώ την καλωσόριζα, ήθελα αν ήταν δυνατόν να σταματήσω να υπάρχω αυτήν την στιγμή αλλά ακόμα και τα αυτοκίνητα με προσπερνούσαν... Περπάταγα μέσα στην μέση του δρόμου και εκείνα με αγνοούσαν, με αφήνανε να ζω το αβάσταχτο αυτό μαρτύριο, δεν με λυπόταν κανείς... Κανείς δεν υπήρχε πια να νοιαστεί για μένα, πέρα από τον ουρανό που συνέχιζε να με μαστιγώνει κάνοντας με να πληρώνω για όλα τα λάθη που είχα κάνει στην ζωή μου.

Κάποια φώτα μου κίνησαν την περιέργεια και εγώ τα ακολούθησα, μπήκα μέσα στην περίεργη πόρτα και μόλις ανακάλυψα ότι ήταν μπαρ, κάθισα σε μια γωνιά και άρχισα να πίνω... Δεν ξέρω σε πιο μπουκάλι βρέθηκε κάποιος να με αφυπνίσει, να μου πει ότι ήμουν λιώμα και ότι δεν ήμουν ικανός να πάρω ούτε τα πόδια μου... να πάω κάπου... αλλά που θα μπορούσα να πάω... Όλα είχαν τελειώσει, εγώ είχα τελειώσει και ξαφνικά βρέθηκα στο πουθενά, σε ένα στενό αγκαλιά με ένα μπουκάλι να κοιτώ το κενό με μοναδική εικόνα την δική της να με κοιτάει παρακλητικά και να μου λέει.

«Κάνε το καλύτερο για εκείνην»

Το χέρι μου αυτόματα βρέθηκε μέσα στην τσέπη μου που είχα κρατήσει το φυλακτό της και μόλις το κράτησα στα χέρια μου η καρδιά μου σφίχτηκε...

«Ήθελα να της το δώσω εγώ την πρώτη φορά που θα την κράταγα στην αγκαλιά μου... Κάντο εσύ για μένα»

Έλεγε και σφίγγοντας το χέρι μου σε μπουνιά, το έφερα κοντά στο στόμα μου και κλείνοντας τα μάτια μου σφιχτά άφησα τον εαυτό μου για πρώτη φορά στην ζωή μου να εκφραστεί και να βγάλει από μέσα του ότι με έπνιγε, ενώ η βροχή δεν σταμάταγε να με λυτρώνει.

Είχε πλέον ξημερώσει και εγώ μούσκεμα πια, παρέμενα στο ίδιο σημείο αναποφάσιστος... Τι θα μπορούσα να κάνω εγώ για εκείνην;... Ήμουν τελείως άχρηστος, ούτε το πιο σημαντικό άτομο στον κόσμο μου δεν μπόρεσα να προφυλάξω από εκείνους, πως θα μπορούσα να προφυλάξω αυτό το άτυχο μωρό;... Η καλύτερη λύση θα ήταν να την αφήσω στην Έλενα, εκείνη θα μπορούσε ακόμα και μόνη της να την μεγαλώσει και να της δώσει όλα τα εφόδια που χρειάζεται, να την κάνει να ζήσει μια ζωή που της αξίζει... Φυσικά από μακριά θα μπορούσα να την ενισχύσω και εγώ... Τα λεφτά δεν ήταν το πρόβλημα, όλοι εκτός της Ρόουζ την έχουν για νεκρή... Η Έλενα δεν γνωρίζει ποιος είμαι, ούτε καν το όνομα μου δεν ρώτησε, δεν θα μπορούσε κανείς να ξέρει ότι αυτό το μωρό είναι της Μπέλλας μου.

Ναι είναι η καλύτερη λύση για εκείνην, η μοναδική που μου απομένει...

Και αν την πάει στην αστυνομία για να σε βρει;... ρώτησε η φωνή της λογικής και ξαφνικά με αφύπνισε... Δεν έχει ούτε χαρτιά ούτε τίποτα, θα χρειαστεί να ψάξει για να τα βρει, συνέχισε και αυτόματα, τρεκλίζοντας σηκώθηκα όρθιος... Όχι δεν πρέπει να μάθει κανείς για την ύπαρξη της, το χρωστάω στην Μπέλλα μου, πρέπει να την προστατέψω, έλεγα μέσα μου με πείσμα... Αλλά πως;... συνέχισα και αυτόματα για μια ακόμα φορά κατάρρευσα στο κρύο και υγρό πάτωμα άδειος... Τι στο διάολο θα κάνω;

Το κινητό μου για ακόμα μια φορά χτύπησε και αναστέναξα... Το σήκωσα χωρίς να κοιτάξω το καντράν.

«Ναι;» ρώτησα με βαθιά φωνή χωρίς να κάνω τον κόπο να την καθαρίσω.

«Έντουαρντ είσαι καλά, σε παίρνω τόση ώρα και δεν απαντάς... Είχα αρχίσει να ανησυχώ» άκουσα την φωνή της Ρόουζ να λέει με αγωνία και κοίταξα για λίγο γύρω μου.

«Μην φοβάσαι, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει» ειρωνεύτηκα και εκείνη πήρε μια ανακουφιστική ανάσα.

«Πάρε το αεροπλάνο και γύρνα πίσω, εκείνοι θέλουν να σε δουν» μου δήλωσε και γέλασα ειρωνικά.

«Δεν ξέρω αν θα γυρίσω» της είπα τον προβληματισμό μου και για λίγο μείναμε στην σιωπή, εκείνη δεν ήξερε τι να πει.

«Έντουαρντ μην τα παρατάς τώρα...» προσπάθησε να με μεταπείσει και σμίγοντας τα χείλια μου σε μια ίσια γραμμή άρχισα να κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά.

«Με πούλησαν Ρόουζ και θες να τους πω και ευχαριστώ;» την διέκοψα απότομα και την άκουσα να αναστενάζει.

«Πιστεύανε ότι με αυτόν τον τρόπο σε προστατεύανε Έντουαρντ... Η Μπέλλα ήταν αποφασισμένη να σε σκοτώσει» προσπάθησε να τους υπερασπιστεί και αυτό έκανε το αίμα να μου ανέβει στο κεφάλι.

«Χίλιες φορές να με σκότωνε παρά αυτό... Χίλιες φορές» έλεγα με πείσμα και η κακομοίρα η Ρόουζ τα έχασε τελείως δεν ήξερε τι άλλο να πει.

«Θέλω χρόνο να σκεφτώ» είπα τελικά και ξεφύσησε απηυδισμένα.

«Τι να τους πω;» ρώτησε τελικά.

«Να πάνε να γαμηθούνε» της απάντησα εγώ και κλείνοντας το κινητό το πέταξα στο πάτωμα, με τα χίλια ζόρια σηκώθηκα όρθιος και πατώντας το, το έκανα κομμάτια.

Δεν έχω ιδέα το πως αλλά τελικά μετά από αρκετή ώρα βρέθηκα ξανά έξω από το σπίτι της Έλενας αλλά δεν έκανα καμία κίνηση για να πάω να χτυπήσω την πόρτα... Στεκόμουν εκεί σαν άγαλμα και κοίταζα το σπίτι χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα άλλο... Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και η Έλενα έτρεξε κατευθείαν προς το μέρος μου φορώντας ένα νυχτικό και μια ρόμπα από πάνω... Τι ώρα να είχε πάει άραγε;

«Είσαι καλά;...» ρώτησε με αγωνία καθώς με πλησίασε αλλά κοιτώντας με καλύτερα, αυτό που είδε στο ύφος μου, την τρόμαξε τόσο πολύ που έμεινε μακριά μου... «Ανησύχησα για σένα, νόμιζα ότι δεν θα γύριζες για μια στιγμή...» συνέχισε διστακτικά.

«Την έχασα Ελένα, την έχασα για πάντα» κατάφερα μόνο να πω και είδα να με πλησιάζει με πόνο στην ματιά της.

«Λυπάμαι πάρα πολύ» είπε με βαθιά φωνή από την συγκίνηση.

«Δεν έχω ιδέα τι κάνω εδώ, γιατί γύρισα... Εκείνη θα έπρεπε να ήταν εδώ όχι εγώ, εκείνη έπρεπε να την κρατάει στην αγκαλιά της...» συνέχισα μέσα στο παραλήρημα μου και με κοίταξε με κατανόηση.

«Θα τα καταφέρεις...» προσπάθησε και τότε ξέσπασα χωρίς να το υπολογίσω.

«Είμαι ένα τέρας Ελένα., ένα άψυχο τέρας... Πως θα μπορούσα ποτέ εγώ να της προσφέρω όσα της αξίζουν...Αν την πιάσω στα χέρια μου θα την μολύνω, θα την καταστρέψω όπως κατέστρεψα και εκείνην... Πως μπορείς να μου λες ότι θα τα καταφέρω;» σχεδόν ούρλιαξα και ο Φλικ που ήταν ήδη δίπλα μου αλλά εγώ δεν είχα πάρει είδηση, άρχισε να γρυλίζει παραπονιάρικα ενώ έτριβε την μουσούδα του πάνω στο υγρό μου μπατζάκι και τον κοίταξα ξαφνιασμένος.

«Έλα μέσα να κάνεις ένα μπάνιο να συνέλθεις πριν παγώσεις και να κοιμηθείς λίγο... Θα δεις ότι αν ξεκουραστείς, θα μπορέσεις να σκεφτείς πιο λογικά» είπε με απαλή φωνή ενώ διστακτικά έβαλε το χέρι της πάνω στον ώμο μου και την κοίταξα σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά... Όλη της η συμπεριφορά μου θύμιζε τόσο πολύ την Μπέλλα μου που αυτό με έκανε ακόμα χειρότερα, αλλά δεν είχα άλλες αντοχές, δεν είχα άλλο κουράγιο για τίποτα... Την άφησα απλά να με παρασύρει μέσα στο σπίτι και μόλις άκουσα το κλάμα της μικρής έπιασα το κεφάλι μου και με τα δύο μου χέρια και έμεινα ακίνητος.

«Σε ικετεύω κάν’ την να σταματήσει» ικέτεψα και η Έλενα αμέσως έσπευσε να πάει προς τα μέσα.

«Πήγαινε να κάνεις ένα ζεστό μπάνιο και θα την φροντίσω εγώ» είπε και εξαφανίστηκε πριν προλάβω να βγάλω τα χέρια μου από τα μάτια μου.

Όσα ακολούθησαν έγιναν όλα μηχανικά που τελικά στο τέλος δεν είχα ιδέα πως κατέληξα στο κρεβάτι της να κοιμάμαι... Μέσα στον λήθαργο το μόνο που άκουγα, ήταν φωνές από μακριά που με έκαναν σταδιακά να ξυπνώ και με περιέργεια πιάνοντας το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να εκραγεί από τον πόνο, ακολουθώντας τες, πήγα να δω τι συμβαίνει.

«Γι αυτό μου τα έστειλες άρον των άρον για να φέρεις τον γκόμενο στο σπίτι;» άκουσα μια αντρική φωνή να λέει και μόλις μπήκα στο σαλόνι και είδα έναν άντρα να κρατάει βίαια και να ταρακουνά την Έλενα, τότε το μυαλό μου πήρε στροφές και πλησιάζοντας τους τον άρπαξα από το μπράτσο του και τον απομάκρυνα από κοντά της.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις εκεί;» τον ρώτησα σκληρά και ξαφνιασμένος γύρισε προς το μέρος μου.

«Εσύ ποιος νομίζεις ότι είσαι για να κάνεις τσαμπουκάδες μέσα στο σπίτι μου;» ρώτησε εκείνος πίσω το ίδιο σκληρά και κοίταξα την Έλενα.

«Αυτός είναι ο άντρας σου;» την ρώτησα και εκείνη κατένευσε τρομοκρατημένα και τον άφησα καθώς πισωπάτησα.

«Κοίτα δεν είμαι εδώ για να δημιουργήσω προβλήματα... Δεν τρέχει τίποτα με την γυναίκα σου, απλά με φιλοξενεί» του δήλωσα πιο ήρεμα και εκείνος με κοίταξε δύσπιστα.

«Και σε κοιμίζει και στο κρεβάτι μας;... Σε ποιον πάτε να τα πουλήσετε αυτά;» ρώτησε εκείνος έξαλλος.

«Στέφαν... ο άνθρωπος έχασε την γυναίκα του, ήρθε πριν λίγο λιώμα... Τι να έκανα να τον πέταγα έξω;» πήγε να υπερασπιστεί τον εαυτό της και ο Στέφαν γύρισε την ματιά του άγρια προς το μέρος της.

«Και θες να σε πιστέψω;» της είπε με δηλητήριο στην φωνή του.

«Είναι η αλήθεια...» επενέβηκα εγώ και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου... «Κοίτα μην κάνεις και εσύ τα ίδια λάθη όπως και εγώ γιατί σίγουρα θα το μετανιώσεις όπως μετανιώνω και εγώ τώρα... Όταν θα την χάσεις και καταλάβεις τι διαμάντι είναι η γυναίκα σου θα είναι αργά... φίλε... γι αυτό σταμάτα να το κάνεις τόσο μεγάλο θέμα και άνοιξε τα μάτια σου... Εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι περαστικός... Εσύ κοίτα να γίνεις μόνιμος και να σταματήσεις της μαλακίες που ξέρεις» του είπα κυνικά και σαν από μηχανής θεός η μικρή εκείνην την στιγμή άρχισε να κλαίει και ο Στέφαν μας κοίταξε με περιέργεια... «Είναι στο δωμάτιο;» ρώτησα την Έλενα και μόλις εκείνη κατένευσε για απάντηση, τους άφησα μόνους για να τα πούνε ενώ πήγα να ηρεμίσω την μικρή... Δεν είχα ιδέα το πως αλλά θα προσπαθούσα.

Πλησιάζοντας την κούνια όπου ήταν εκείνη μέσα, την κοίταξα για μια στιγμή και αναστέναξα... Ήταν τόσο μικροσκοπική που ένιωθα ότι αν την ακουμπούσα θα έσπαγε μέσα στα χέρια μου... Κατεβάζοντας το προστατευτικό κάγκελο, γονάτισα μπροστά της και διστακτικά άπλωσα το χέρι μου να την αγγίξω απαλά... Μόλις ένιωσε το άγγιγμα μου γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μου και αυτόματα με το μικροσκοπικό της χεράκι έπιασε το δάχτυλο μου και σταματώντας να κλαίει άρχισε να με κοιτάει με παράπονο ενώ το σαγόνι της συνέχιζε να τρέμει... Μπορεί να μου μοιάζει άλλα όλες της οι εκφράσεις, μου θυμίζουν τόσο πολύ την Μπέλλα μου που αυτό με τσάκιζε.

Κοιτώντας γύρω από την μικρή παρατήρησα ότι της είχε φύγει η πιπίλα και καθώς την πήρα με το ελεύθερο μου χέρι, την έφερα κοντά στο στόμα της και εκείνη την άρπαξε κατευθείαν και άρχισε να την πιπιλίζει με τέτοια ένταση που για μια στιγμή με έκανε να πιστέψω ότι θα μπορούσε μέχρι και να την καταπιεί... Αυτό φαινόταν ότι την ηρεμούσε οπότε τράβηξα το χέρι μου από το δικό της και μόλις το απελευθέρωσα, πετώντας με δύναμη την πιπίλα, ξανά από την αρχή, άρχισε να κλαίει με ένταση και εκείνην την στιγμή μου φάνηκε τόσο αστείο που πραγματικά με έκανε να γελάσω... Ήταν πραγματικά παμπόνηρη, την βλέπω την δουλειά δεν την βγάζω καθαρή μαζί της, σκέφτηκα και αφού της έδωσα ξανά την πιπίλα της, πήρα την απόφαση να την κρατήσω στην αγκαλιά μου.

Εκείνη ήρεμη πια χωρίς να κλείνει τα μάτια της, γαντζώθηκε από το μπλουζάκι που φόραγα και άρχισε να κοιτάει γύρω της... Δεν ξέρω εκείνην την στιγμή αν ένιωσα κάτι αλλά μια δύναμη που με ξεπερνούσε με έκανε να ψάξω να βρω το φυλαχτό της Μπέλλας και αυτό και έκανα... Βρίσκοντας το μέσα στο μπουφάν μου, έκατσα για λίγο στο κρεβάτι της Έλενας με την μικρή ακόμα στην αγκαλιά μου και μόλις το κοίταξα για λίγο, η ματιά της Μπέλλας μου, μου κατέκλυσε το νου και η καρδιά μου έγινε χίλια κομμάτια... Εκείνη έπρεπε να είναι τώρα εδώ και να την κρατάει, όχι εγώ... σκέφτηκα για μια στιγμή και το γουργούρισμα της μικρής με έκανε να την κοιτάξω.

«Η μητέρα σου ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος... Είμαι σίγουρος ότι το ξέρεις ήδη» είπα και την είδα να με κοιτάει μέσα στα μάτια με ένα απλανές βλέμμα, αλλά ένιωθα ότι είχα όλη της την προσοχή... «Αυτό μου το έδωσε για σένα» συνέχισα και μόλις έφερα το φυλαχτό της Μπέλλας πιο κοντά της, εκείνη άπλωσε το χέρι και αμέσως το κράτησε σφιχτά μέσα στην χούφτα της ενώ ταυτόχρονα έφτυσε την πιπίλα της και φέρνοντας το κοντά στο στόμα της προσπάθησε να το βάλει μέσα αλλά δεν την άφησα και αυτό έφερε νέο κύμα κλάματος και τότε πραγματικά άρχισα να γελάω δυνατά... «Πεισματάρα...» σχολίασα αλλά εκείνη δεν έδωσε σημασία, συνέχισε να κάνει το δικό της χωρίς να σταματά αλλά δεν θα της περνούσε... Τραβώντας το φυλαχτό από το χέρι της, το έβαλα δίπλα μου και παίρνοντας ξανά την πιπίλα προσπάθησα να της την δώσω πάλι αλλά αυτήν την φορά δεν είχε αποτέλεσμα... «Αν βάλεις κάτι στο μυαλό σου δεν σου αλλάζουν γνώμη εεεε;;;» την ρώτησα και εκείνη για λίγο σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια με παράπονο αλλά μόλις είδε ότι δεν της το ξαναέδινα, συνέχισε πιο δυναμικά να κλαίει για να με λυγίσει αλλά δεν ήξερε με ποιον είχε μπλέξει.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Haunted Love M2o "10. World So Cold"





«Έντουαρντ με ακούς;» άκουσα την φωνή της Ρόουζ και κοίταξα για λίγο γύρω μου.

«Όχι» είπα την αλήθεια και άκουσα τον αναστεναγμό της.

«Τίποτα δεν τελείωσε ακόμα Έντουαρντ... θα τα καταφέρει... έχε πίστη» έλεγε αλλά εγώ για ακόμα μια φορά δεν άκουγα πραγματικά τι μου έλεγε... «Τι θα κάνεις τώρα;» ρώτησε και σήκωσα το ανάστημα μου.

«Που είσαι τώρα;» απαίτησα να μου πει.

«Στο νοσοκομείο, στο Ρίο» απάντησε απαλά και κατένευσα λες και εκείνη ήταν ικανή να με δει.

«Θα πάρω το πρώτο αεροπλάνο και θα έρθω...» η φωνή μου έβγαινε βραχνή από την ένταση της στιγμής αλλά παρ’ όλα αυτά ακουγόταν σταθερή και αποφασιστική δεν έπρεπε να παραμείνω όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμος.

«Δηλαδή είναι αλήθεια;» με διέκοψε και έσμιξα τα φρύδια μου με απορία... Για ποιο πράγμα μιλάει;

«Τι είναι αλήθεια;» ρώτησα αποπροσανατολισμένος.

«Είναι νεκρό;» απάντησε αμέσως και αυτόματα γύρισα την ματιά μου προς το αυτοκίνητο... ο κακόμοιρος ο Φλικ τα είχε παίξει τελείως, καθόταν έξω από το αμάξι και πηγαινοερχόταν πάνω κάτω ενώ με κοίταζε ικετευτικά... Δεν απάντησα, δεν ήξερα ποιον να εμπιστευτώ πια... «Έντουαρντ το ξέρεις ότι μπορείς να μου έχεις εμπιστοσύνη» συνέχισε η Ρόουζ σαν να είχε διαβάσει την σκέψη μου και άφησα την ανάσα μου να βγει βίαια από μέσα μου.

«Θέλω να την δω... δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι αλήθεια» ήταν τα μόνα λόγια που βγήκαν από μέσα μου άψυχα και εκείνη το κατάλαβε.

«Θα είμαι εγώ μαζί της... Θα της πω πως όλα είναι καλά... Κοίτα να μην κάνεις καμία ανοησία γιατί τότε θα είναι που δεν θα σου το συγχωρέσει ποτέ» μου απάντησε και ήξερα ότι είναι η αλήθεια.

«Δεν έχω ιδέα τι να κάνω πια» παραδέχτηκα και την άκουσα να αναστενάζει.

«Όταν της πω την αλήθεια θα βρει το κουράγιο να κάνει υπομονή... κοίτα να βρεις τρόπο να έρθετε κοντά μας και όλα τα άλλα θα τα κανονίσω εγώ... Αν δεν είναι μαζί σου δεν θα σε πιστέψει Έντουαρντ... πρέπει να βρεις έναν τρόπο να μην έρθεις μόνος» είπε με νόημα και έσφιξα την μπουνιά μου αγανακτισμένος.

«Θα έρθω όσο πιο γρήγορα μπορώ» την διαβεβαίωσα.

«Θα σε πάρω τηλέφωνο μόλις με ενημερώσουν για την κατάσταση της» ανταπέδωσε και κλείσαμε το τηλέφωνο.

Πως σκατά θα καταφέρω να την πάρω μαζί μου και να περάσει απαρατήρητη;;;

Με αργά αβέβαια βήματα γύρισα προς το αμάξι... Δεν είχα ιδέα τι να κάνω ή πως να την ηρεμήσω αλλά περισσότερο, δεν ήθελα καν να την δω... όλο μου το είναι ούρλιαζε και το τελευταίο πράγμα που ήθελα αυτήν την στιγμή ήταν να νταντέψω ένα μωρό που στην τελική αν δεν υπήρχε τώρα η Μπέλλα μου θα ήταν στην αγκαλιά μου και όχι σε ένα ψυχρό χειρουργείο να παλεύει για την ζωή της.

Δεν είχα άλλη επιλογή, έπρεπε να την ηρεμήσω αλλά πως;

Άνοιξα την πίσω πόρτα και μόλις το ουρλιαχτό της έφτασε στα αυτιά μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και άνοιξα τον σάκο για να την κοιτάξω... είχε σχεδόν μελανιάσει από το πολύ κλάμα και για μια στιγμή η καρδιά μου σφίχτηκε... Τι έφταιγε το κακόμοιρο και αυτό για την μοίρα του;

Την ανασήκωσα στην αγκαλιά μου για να την ηρεμήσω και η μπόχα που ήρθε με έκανε για λίγο να σαστίσω... Τι στο καλό;... την έβαλα πάνω στο κάθισμα ξανά και ανοίγοντας την κουβέρτα της, το θέαμα που αντίκρισα με άφησε άφωνο... Πως σκατά ένα τόσο μικρό πλασματάκι μπορεί να κάνει τόσα πολλά κακά;... Αν είναι δυνατών.

Καθώς έπρεπε να τα αφήσω όλα όπως ήταν για να είναι πιο πειστικό, δεν πήρα τίποτα μαζί μου και τώρα τα πάντα ήταν λερωμένα... Ωραία και τώρα;;;

Δεν έκατσα να το σκεφτώ πολύ... έτσι όπως το πήγαινε την είχα ικανή να σκάσει από το πολύ κλάμα που δεν έλεγε να μειωθεί ούτε στο ελάχιστο... Πήγα στο πορτμπαγκάζ, έβγαλα ένα μπλουζάκι μου από την βαλίτσα και γυρίζοντας ξανά σε εκείνην άρχισα να βγάζω όλα τα ρούχα που είχαν λερωθεί από πάνω της ενώ ταυτόχρονα την σκούπιζα όπως μπορούσα... Τα πάντα τα έκανα μηχανικά... το μυαλό μου είχε μπλοκάρει στην εικόνα της Μπέλλας, δεν μπορούσα να το διανοηθώ ότι με πουλήσανε, τους έδωσα τα πάντα και εκείνοι μου την έφεραν με αυτόν τον τρόπο;... Γιατί;... η απάντηση ήταν απλή, γιατί σε αυτήν την δουλειά δεν υπάρχουν συναισθηματισμοί, όποιος μας είναι εμπόδιο απλά φεύγει από την μέση.

Βάζοντας τα βρόμικα ρούχα και την κουβέρτα της μέσα στον σάκο όπου την είχα, πήγα στο πρώτο κάδο που βρήκα μπροστά μου και τον πέταξα, γύρισα ξανά κοντά της και μόλις τύλιξα το μπλουζάκι μου γύρω από το κορμί της διαπίστωσα ότι είχε ξεπαγιάσει... Δεν μπορούσα να την αφήσω έτσι... Άνοιξα το μπουφάν μου, ξεκούμπωσα το πουκάμισο που φόραγα και την έβαλα κατάστηθα για να μπορέσει να ζεσταθεί πιο γρήγορα... Ήταν τόσο παγωμένη που σε άλλη περίπτωση θα με έκανε να ανατριχιάσω ολόκληρος αλλά όχι τώρα... Τώρα όλη μου η ύπαρξη ήταν τόσο παγωμένη που δεν με άγγιζε τίποτα, ούτε το σπαρακτικό της κλάμα, ούτε η παγωμένη της επιδερμίδα, ούτε καν το γεγονός ότι έπρεπε να κάνω τα πάντα για να την κρατήσω ασφαλή... Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να φτάσω κοντά της, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να δω με τα μάτια μου όσα η Ρόουζ μου έλεγε, να κάνω τα πάντα για να την γλυτώσω από τα νύχια τους αλλά στο βάθος του μυαλού μου ήξερα ότι έπρεπε να σώσω και αυτό το μικρό πλασματάκι που η ζωή του πλέον εξαρτιόταν από μένα αποκλειστικά... Της το χρωστούσα.

Κάθισα στην θέση του οδηγού και μόλις εκείνη βολεύτηκε καλύτερα μέσα στην αγκαλιά μου άρχισε σταδιακά να ηρεμεί το κλάμα της... καλά μην φανταστείτε και πολύ αλλά κάτι ήταν και αυτό, μια πρόοδος... Άναψα την μηχανή και κοίταξα προς τον Φλικ που ο κακομοίρης είχε γίνει πολύ νευρικός από το κλάμα της μικρής... Δεν του είπα τίποτα, έβαλα πρώτη και ξεκίνησα για να πάω να βρω ένα μαγαζί που θα μπορούσα να της πάρω τα απαραίτητα... η πλάκα είναι ότι πραγματικά δεν είχα ιδέα ποια ήταν αυτά.

Το στόμα της άρχισε να ψάχνει πάνω στο στήθος μου και τα νεύρα μου άρχιζαν να τα παίζουν, μέχρι που βρήκε την θηλή μου και την δάγκωσε, ε αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε και επιτέλους άρχισα να αντιδρώ.

Σταμάτησα το αυτοκίνητο στην άκρη και την ξεκόλλησα για λίγο από πάνω μου.

«Εεεε δεν είμαι η μητέρα σου εντάξει;... Εγώ είμαι...» τι διάολο είμαι; Τι διάολο θα μπορούσα να είμαι πια;... «Ο άντρας της υπόθεσης» συνέχισα και εκείνη σταματώντας το κλάμα της, με το σαγόνι της να τρέμει με κοίταζε σαν πληγωμένο κουτάβι...

Δεν είχα ιδέα τι έκανα ή τι έπρεπε να νιώσω γι’ αυτό... όταν το έκανε αυτό η Μπέλλα πάντα με λύγιζε... στην δική της περίπτωση με άφηνε παγερά αδιάφορο... Κανένα συναίσθημα δεν υπήρχε μέσα μου περά από τον απέραντο πόνο που ένιωθα να μου ξεσκίζει το στήθος μου αλλά δεν τα παρατούσα... Έπρεπε να έχω πίστη... θα γίνει καλά... Έλεγα ξανά και ξανά μέσα μου κοιτώντας μακριά προσπαθώντας πολύ σκληρά να το πιστέψω... μέχρι που κάτι καυτό άρχισε να ζεσταίνει την κοιλιά μου και κοιτώντας προς τα κάτω είδα την μικρή να χαμογελά με μια ανακούφιση και έπιασα το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να εκραγεί.

«Ανακουφιστικές;» την ρώτησα και εκείνη για απάντηση έβαλε τον αντίχειρα της μέσα στο στόμα της και άρχισε να κλείνει τα μάτια της σταδιακά... Η εικόνα της Μπέλλας να κάνει το ίδιο κάθε φορά που ήθελε να νιώσει παρηγοριά από ότι την προβλημάτιζε, ήρθε στην μνήμη μου και με αποτελείωσε.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και αφού την άφησα ξανά να ακουμπήσει πάνω στο στήθος μου, μισοέκλεισα το μπουφάν μου για να την συγκρατεί απάνω μου ώστε να μην χρειάζεται να την κρατώ και βάζοντας ξανά πρώτη, συνέχισα την άγνωστη πορεία μου.

Η νύχτα μας προφύλασσε από οτιδήποτε θα μπορούσε να προδώσει την πορεία μας αλλά αυτό δεν έφτανε, ήξερα ότι αργά η γρήγορα εκείνοι θα άρχισαν να με ψάχνουν... έπρεπε να δράσω γρήγορα.

Στο πρώτο κατάστημα που βρήκα στον δρόμο μου με βρεφικά είδη, πάρκαρα και πήρα μια βαθιά ανάσα... Ελπίζω να μπορέσουν να με βοηθήσουν... σκέφτηκα και κρατώντας την με το ένα μου χέρι ώστε να μην γλιστρήσει από την αγκαλιά μου, έδωσα στον Φλικ εντολή να μας περιμένει στο αυτοκίνητο και πήγα προς το κατάστημα.

«Συγνώμη κύριε αλλά κλείνουμε» άκουσα μια γυναικεία φωνή πίσω μου και γυρίζοντας είδα μια κοπέλα να με πλησιάζει.

«Μπορείτε να κάνετε μια εξαίρεση;» την ρώτησα και εκείνη με κοίταξε απολογητικά.

«Επείγεστε τόσο πολύ;» ρώτησε με ένα ύφος που δεν είχα εκείνην την στιγμή την ψυχραιμία να την ψυχολογήσω.

«Όσο δεν φαντάζεσαι» της απάντησα αγανακτισμένος και εκείνη γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω της.

«Πόσο γρήγορα μπορείτε να κάνετε;» με ρώτησε και ανασήκωσα τους ώμους μου.

«Δεν θα αργήσω» είπα αλλά δεν ήμουν και τόσο σίγουρος γι’ αυτό.

Μπαίνοντας μέσα στους διαδρόμους πραγματικά τα έχασα... δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπήρχαν τόσα πολλά πράγματα που χρειαζόντουσαν τα παιδιά... και επιπλέων δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να πάρω ή ακόμα χειρότερα πως να τα χρησιμοποιήσω όλα αυτά.

«Μοιάζετε να τα έχετε χαμένα, μπορώ να βοηθήσω;» άκουσα μια άλλη γυναικεία φωνή και γύρισα προς το μέρος της.

«Όλα αυτά χρειάζονται;» ρώτησα σαν χαμένος με τα μάτια μου να έχουν βγει έξω από τις κόγχες τους σοκαρισμένος.

«Για να τα έχουμε εδώ» μου απάντησε ευγενικά και αναστέναξα.

«Ωραία» είπα και αναστέναξα απελπισμένα.

«Πόσο χρονών είναι το μικρό σας;» ρώτησε και για λίγο το σκέφτηκα.

«Πέντε μηνών;» ρώτησα παρά δήλωσα και εκείνη με κοίταξε καχύποπτα.

«Και τι θα χρειαστείτε;» συνέχισε το ίδιο ευγενικά.

«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα... είχα την ελπίδα να με διαφωτίσετε εσείς» είπα με ελπίδα και το νιαούρισμα της μικρής μέσα από το μπουφάν μου την έκανε ακόμα πιο προβληματισμένη και πριν βγάλει τα δικά της συμπεράσματα, προσπάθησα να δικαιολογηθώ πριν τρομάξει και πάρει την αστυνομία τηλέφωνο.

«Κοιτάξτε... ξέρω πως μπορεί να φαίνεται αυτό αλλά σας διαβεβαιώνω ότι είναι...» κόμπιασα αλλά έπρεπε να την πείσω... «Κόρη μου» είπα και ανοίγοντας το φερμουάρ του μπουφάν την άφησα να την κοιτάξει.

«Χριστέ μου τα παιδιά μου δεν μου μοιάζουν τόσο πολύ» είπε πειραχτικά και άφησα ένα βεβιασμένο χαμόγελο... «Και η μητέρα του; Θέλω να πω, γνωρίζει ότι το έχετε εσείς;» συνέχισε πιο κατηγορηματικά και πέρασα το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου με μια απελπισμένη κίνηση.

«Η μητέρα της είναι στο νοσοκομείο... η ζωή της κρέμεται σε μια κλωστή και εγώ έχω ξεμείνει εδώ προσπαθώντας να κρατήσω ασφαλή την μικρή και δεν έχω ιδέα τι να κάνω μαζί της... Σίγουρα φαίνεται κάπως το να την έχω έτσι και μάλιστα γυμνή μέσα στο μπουφάν μου αλλά σας διαβεβαιώνω ότι δεν είχα άλλη επιλογή, λέρωσε ότι φορούσε και δεν είχα τίποτα άλλο να της φορέσω... Δεν την έχω απαγάγει... ίσα, ίσα το μόνο που προσπάθησα να κάνω ήταν να την σώσω από αυτούς που μας την είχαν πάρει για να μας εκβιάσουνε... και τώρα είμαι στην μέση του πουθενά και εκείνη δεν σταματάει να κλαίει και εγώ δεν έχω ιδέα τι να κάνω για να την ηρεμίσω...» είπα μέσα στην απελπισία μου την αλήθεια χωρίς να το σκεφτώ, με μια ανάσα και το άγγιγμα της κυρίας με επανέφερε στην πραγματικότητα και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα την κοίταξα παρακλητικά στα μάτια... «Σας παρακαλώ βοηθήστε με, δεν έχω ιδέα από παιδιά, δεν έχω ιδέα πως να την βοηθήσω» κατέληξα και εκείνη κούνησε το κεφάλι της συγκαταβατικά.

«Μορένα...» φώναξε και η κοπέλα που είχα δει πριν εμφανίστηκε και πάλι.

«Μάλιστα κυρία Ελένα»

«Μάζεψε μου ότι χρειάζεται ο κύριος για την μικρή... Ξέρεις ρούχα, μπιμπερό, γάλα... οτιδήποτε για ταξίδι και φέρ’ τα στο σπίτι μου, εντάξει;» την ρώτησε και εκείνη κατένευσε... «Μένω λίγο πιο πάνω, θέλεις να έρθει μαζί μου να καθαριστείτε και οι δύο;» ρώτησε και την κοίταξα χωρίς να το πιστεύω... «Φαίνεστε ταλαιπωρημένοι, έλα» με παρότρυνε και σαν τυφλός απλά την ακολούθησα.

Βγαίνοντας από το κατάστημα για λίγο την σταμάτησα.

«Το αμάξι μου είναι εκείνο» της είπα και κοίταξε προς το μέρος που της έδειξα.

«Το δικό μου είναι εκείνο... θα με ακολουθήσεις;» μου έδειξε το δικό της και κατένευσα.

«Δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω» είπα αυθόρμητα και μου χαμογέλασε ευγενικά.

«Και εσύ στην θέση μου το ίδιο θα έκανες» είπε με αυτοπεποίθηση και δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι’ αυτήν την γυναίκα... Σίγουρα στην θέση της εγώ θα είχα πάρει ήδη την αστυνομία σε καμία περίπτωση δεν θα έβαζα έναν μισότρελο στο σπίτι μου.

Φτάνοντας στο σπίτι της, μου υπέδειξε να παρκάρω στο πίσω μέρος που είχε ένα υπαίθριο γκαράζ και μόλις βγήκα έξω ο Φλικ πήγε να με ακολουθήσει αλλά του ζήτησα να παραμείνει εκεί... ήθελα να είμαι σίγουρος ότι αν δει καμία ύποπτη κίνηση να με ειδοποιήσει.

Βγάζοντας από το πορτμπαγκάζ την μικρή βαλίτσα μου, την ακολούθησα στο εσωτερικό του σπιτιού της... Ήταν ένα απλό και ζεστό σπίτι με τα τελείως απαραίτητα που σου δήλωνε αμέσως ότι τα οικονομικά τους δεν ήταν και τόσο ανθηρά.

«Έλα μαζί μου» είπε αμέσως και με οδήγησε σε ένα μικρό μπάνιο... «Θες να την αλλάξω εγώ;» με ρώτησε και ανοίγοντας το φερμουάρ του μπουφάν αμέσως της την έδωσα... δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η γυναίκα μου εμπνέει μια απίστευτη εμπιστοσύνη.

Εκείνη αμέσως έπιασε δουλειά... σε ένα μικρό μπανάκι που είχε μέσα στην μπανιέρα, έβαλε ζεστό νερό και με συνοπτικές διαδικασίες την έκανε ένα γρήγορο μπάνιο... η μικρή είχε αρχίσει να τσιρίζει από χαρά και εγώ την κοίταζα καλά, καλά... Πως μπορούσε κάτι τόσο απλό να την κάνει να ξεχειλίζει από χαρά;... Περίεργα πλάσματα είναι τελικά τα μωρά... συμπέρανα και αμίλητος συνέχισα να τους κοιτώ.

«Έτοιμη» ανακοίνωσε η Έλενα και μόλις την τύλιξε μέσα σε μια πετσέτα με προσπέρασε και πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο... Μόλις άνοιξε το φως έπαθα πλάκα... Το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένο από παιχνίδια διάσπαρτα εδώ και εκεί, ένα διώροφο κρεβάτι και μια κούνια όλα στα χρώματα του μπλε.

«Συγνώμη για την ακαταστασία» είπε ντροπαλά και της χαμογέλασα.

«Αγόρια» σχολίασα και εκείνη κατένευσε χαμογελώντας με ένα καμάρι που πραγματικά με έκανε να καταλάβω το πόσο τα αγαπούσε.

«Τρία κιόλας» απάντησε με το ίδιο χαμόγελο και μόλις έβαλε την μικρή πάνω σε ένα έπιπλο που είχε όλα τα απαραίτητα για να την αλλάξει και αμέσως άρχισε να την σκουπίζει καλά, καλά. Της έβαλε μια πάνα και γύρισε προς το μέρος μου.

«Κράτα την λίγο να φέρω μια αλλαξιά» μου είπε και πήγα προς το μέρος τους.

«Τα κάνεις όλα να φαίνονται τόσο απλά» είπα την σκέψη μου και εκείνη χαμογέλασε πλατιά.

«Όλα είναι μια συνήθεια... θα δεις μετά από μερικές μέρες θα τα κάνεις όλα μηχανικά σαν να τα έκανες μια ζωή» μου είπε και μόλις γύρισε με μια αλλαξιά στο χέρι, άρχισε να την ντύνει με γρήγορες κινήσεις... «Ελπίζω να μην σε ενοχλεί που είναι μπλε» είπε πειραχτικά και γέλασα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι μου.

«Στο χρώμα θα κολλήσουμε;» της ανταπέδωσα και μόλις την πήρε στην αγκαλιά της, την τύλιξε μέσα σε μια κουβερτούλα και γύρισε προς την μεριά μου.

«Μάλλον δεν είμαι και τόσο καθαρός για να την κρατήσω αυτήν την στιγμή» είπα απολογητικά προσπαθώντας να το αποφύγω και εκείνη μόλις είδε τα ρούχα μου άνοιξε τα μάτια της διάπλατα.

«Συγνώμη τι αγένεια... θα σου βάλω καθαρές πετσέτες στο μπάνιο αμέσως» είπε αυτόματα και χωρίς να αποχωρίζεται την μικρή, γύρισε ξανά στον διάδρομο και εξαφανίστηκε.

Βγαίνοντας από το μπάνιο, την βρήκα να κρατάει την μικρή και να της σιγομουρμουρίζει ένα νανούρισμα ενώ την κούναγε απαλά και η μικρή φαινόταν τόσο ήρεμη.

«Επιτέλους ηρέμισε» μουρμούρισα και η Έλενα με κοίταξε ενώ χαμογέλασε ζεστά.

«Λογικό ήταν... είχε λυσσάξει στην πείνα... Θες να την κρατήσεις;» με ρώτησε και δίστασα.

«Δεν θέλω να την κάνω να κλάψει πάλι» απολογήθηκα και γέλασε πιο πλατιά ενώ μου έκανε νόημα να κάτσω δίπλα της.

«Μια χαρά τα πας» μου είπε αλλά δεν την πίστεψα και τόσο... ωστόσο έκατσα δίπλα της και μόλις μου την έτεινε χωρίς να έχω άλλη επιλογή την πήρα στην αγκαλιά μου αλλά για άλλη μια φορά δεν ένιωσα τίποτα... το απόλυτο κενό.

«Γιατί με βοηθάς;» δεν μπόρεσα να μην ρωτήσω και η Έλενα μου έτριψε τον ώμο παρηγορητικά.

«Φαίνεσαι τόσο απελπισμένος... πρέπει να αγαπάς πολύ την γυναίκα σου» είπε το συμπέρασμα της και εγώ κοίταξα μακριά με έναν αναστεναγμό.

«Δεν φαντάζεσαι πόσο... Κοντεύω να τρελαθώ που δεν είμαι εκεί... δίπλα της... που δεν ξέρω τι γίνεται και πως είναι» είπα κάτω από την ανάσα μου και το ρέψιμο της μικρής με έκανε να την κοιτάξω με απορία... «Πάντα έτσι ρεύονται;» την ρώτησα και γέλασε πιο δυνατά.

«Και χειρότερα» επιβεβαίωσε και γέλασα και εγώ μαζί της.

«Η οικογένεια σου;» ρώτησα και είδα στο βλέμμα της μια μελαγχολία.

«Ο άντρας μου κρατάει αυτήν την βδομάδα τα μικρά» είπε μόνο.

«Είσαι χωρισμένη;» την ρώτησα και κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της σηκώθηκε και άρχισε μηχανικά να μαζεύει το μπιμπερό και ότι άλλο είχε βγάλει έξω για να ετοιμάσει το γάλα της μικρής.

«Προτιμώ να σκέφτομαι ότι απλά κάνουμε ένα διάλειμμα... Οι καβγάδες μας είχαν αρχίσει να επηρεάζουν τα μικρά και έτσι σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα για όλους μας να...»

«Λυπάμαι» είπα ειλικρινά και γύρισε προς το μέρος μου.

«Δεν είναι κακός αλλά η ζήλεια του δεν αντεχόταν άλλο... πραγματικά με τρέλαινε» συνέχισε και αναστέναξα.

«Καταλαβαίνω απόλυτα το πόσο» είπα και ασυναίσθητα κοίταξα την μικρή που πλέον κοιμόταν στην αγκαλιά μου γαλήνια.

«Σε ζηλεύει η γυναίκα σου;» ρώτησε και γέλασα αυθόρμητα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι μου.

«Εγώ ήμουν αυτός που την τρέλανε με την ζήλια μου... Έπρεπε να την χάσω για να καταλάβω τα λάθη μου» της είπα και μόλις την κοίταξα εκείνη κοίταξε για λίγο μακριά ενώ χανόταν μέσα στις σκέψεις της.

Το κινητό μου άρχισε να χτυπά και η μικρή ταράχτηκε.

«Μπορείς λίγο» την παρακάλεσα και αμέσως έσπευσε να με βοηθήσει.

Μόλις είδα στο καντράν το νούμερο της Ρόουζ, πετάχτηκα σαν ελατήριο και αυτόματα το σήκωσα.

«Ρόουζ, πες μου ότι είναι καλά» είπα με μια ανάσα και εκείνη δίστασε.

«Έντουαρντ...»

«Πες μου που να σε πάρει, ότι είναι καλά» απαίτησα ενώ χωρίς να υπολογίζω τίποτα ύψωσα την φωνή μου και η μικρή άρχισε πάλι να κλαίει... Δεν το άντεχα άλλο όλο αυτό, άνοιξα την πόρτα και βγήκα αμέσως έξω για να μην την ακούω άλλο.

«Είναι σε κόμμα» απλά δήλωσε η Ρόουζ και μου κόπηκαν τα πόδια.

«Είσαι σίγουρη ότι είναι εκείνη, είπες ότι σχεδόν δεν την αναγνώρισες, θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη» δεν ήξερα τι έλεγα, ήθελα από κάπου να πιαστώ.

«Έντουαρντ... είναι η Μπέλλα και είναι σε κόμμα, αν δεν συνέλθει μέχρι αύριο οι γιατροί θα την βγάλουν από τα μηχανήματα, μου είπαν ότι δεν αντιδράει καθόλου και δεν βρίσκουν λόγο να την κρατάνε» είπε και έμεινα να κοιτάω το κενό με τον Φλικ στα πόδια μου να γρυλίζει παραπονιάρικα σαν να καταλάβαινε ακριβός τι συνέβαινε.

«Μην κάνετε τίποτα αν δεν έρθω εκεί... Παίρνω το πρώτο αεροπλάνο...» δήλωσα εκνευρισμένος προσπαθώντας να διοργανώσω τις σκέψεις μου.

«Δεν θα καταφέρεις τίποτα Έντουαρντ... Η Μπέλλα δεν είναι πια κοντά μας» είπε εκείνη κοφτά κόβοντας την φράση μου στην μέση αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα.

Κλείνοντας το τηλέφωνο, πήγα στο αμάξι, πήρα αρκετά λεφτά για να έχω μαζί μου και κλείνοντας το γύρισα προς τον Φλικ.

«Μην αφήσεις κανέναν να την πάρει από εδώ» του έδωσα την εντολή και βγαίνοντας στον δρόμο σαν τρελός σταμάτησα το πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και μπήκα μέσα.

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Haunted Love M2o "9. Όλα πήγαν στράφι"




Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής μου... ή τουλάχιστον εκείνην την ημέρα έτσι νόμιζα που να ήξερα τι θα με περίμενε παρακάτω... ή αν το ήξερα σίγουρα θα τα είχα διαλύσει όλα στον αέρα προκειμένου να γίνουν όλα όπως θα έπρεπε να είχαν γίνει αν δεν την άφηνα να με πείσει ότι η ζωή της μικρής της ήταν πιο σημαντική από την ίδια της την ζωή...

Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι πράγματι την άφησα μόνη να αντιμετωπίσει το θεριό αλλά τελικά το έκανα... και αυτό γιατί η ίδια μου το ζήτησε και εγώ ο μαλάκας την άκουσα.

Αφού έβαλα κάμερα μέσα στο δωμάτιο του ηλίθιου του Τζουζέπε για να μπορώ να παρακολουθώ τις εξελίξεις, αφού έκλεισα μια συμφέρουσα προς τα εκείνον συμφωνία για να εξασφαλίσω ότι ο Χάντερ δεν θα το κούναγε από εκεί μόνος, αφού ενημέρωσα και την Ρόουζ ώστε να παρακολουθεί τις εξελίξεις ταυτόχρονα με μένα για να ενημερώνει τους δικούς μου ώστε να επέμβουν την κατάλληλη στιγμή για να είμαι σίγουρος ότι κανείς από όλους αυτούς δεν θα καταφέρει να ξεφύγει και φυσικά για να είμαι πιο σίγουρος ότι με αυτόν τον τρόπο θα προστατέψω την ζωή της... πήρα το αεροπλάνο μαζί με τον Φλικ που τον είχα αφήσει στο αεροδρόμιο και σε έντεκα ώρες βρισκόμουν πια στο Λονδίνο να εκπληρώνω το δεύτερο μέρος του σχεδίου μου.

Δεν μου ήταν καθόλου ευχάριστο που ήμουν έξω από την δράση... αλλά τι άλλο θα μπορούσα να κάνω ώστε να καταφέρω να σώσω το μικρό αθώο πλάσμα που ήταν στην μέση του κυκλώνα αβοήθητο και απροστάτευτο στα χέρια του πιο γελοίου ανθρώπου που υπάρχει;... Η απάντηση είναι απλή... αυτό ακριβός που κάνω τώρα... Δεν υπήρχε άλλη επιλογή... αν ήθελα να ζήσει, έπρεπε να είμαι μαζί της, αν ήθελα να μου δώσει η Μπέλλα μου άλλη μια ευκαιρία, έπρεπε να είμαι μαζί της, αν ήθελα να έχει μια ευκαιρία σε αυτήν την ζωή, έπρεπε να είμαι εγώ αυτός που θα της την εξασφάλιζε... οπότε η απόφαση πάρθηκε και εγώ επέλεξα να αφήσω την ζωή της Μπέλλας μου στα χέρια άλλων να την προστατέψουν για να είμαι εγώ μαζί της ώστε να μπορέσω να τα καταφέρω όλα αυτά όσο και να μην μου άρεσε αυτό.

Το σχέδιο είχε ως εξής... ένα πτώμα περίπου στην ηλικία της μικρής για να το αντικαταστήσω με εκείνην, ο Φλικ θα βγάλει από την μέση την ηλίθια νταντά όσο εγώ θα το αντικαταστήσω, μια διαρροή στο γκάζι και όλα θα γινόντουσαν τόσο απλά στάχτη και άντε να αναγνωρίσεις τα πτώματα... Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;... η απάντηση είναι απλή... Τα πάντα.

Με τον Φλικ στο πίσω κάθισμα του παλιού Τογιότα που είχα νοικιάσει σε ετοιμότητα και με το βαλιτσάκι με το νεκρό μωρό στο μπροστινό κάθισμα έτοιμο για την αποστολή του, καθόμουν στην θέση του οδηγού και μέσα από το μικρό υπολογιστή τσέπης που είχα στα χέρια μου κοίταζα τις εξελίξεις μέχρι να ακούσω το σύνθημα για να δράσω.

Είναι άλλη μια αποστολή... έλεγα μέσα μου ξανά και ξανά για να μου δώσω κουράγιο καθώς έβλεπε την απελπισία της Μπέλλας μου στα μάτια της... Σου έχει εμπιστοσύνη, ξέρει ότι δεν θα την απογοητεύσεις... μην τα χάνεις τώρα Έντουαρτ... Έδινα κουράγιο στον ίδιο μου τον εαυτό και απλά είχα την ελπίδα να έχω δίκιο... Αν τα χάσει εκείνη όλα θα χαθούν... δεν πρέπει να αφήσει το πείσμα της να την παρασύρει... πρέπει να έχει πίστη σε μένα... πρέπει να ξέρει ότι κάτι ετοιμάζω... δεν θα την άφηνα ποτέ εκτεθειμένη στα χέρια τους... Συνέχιζα με πείσμα και έλπιζα απλά αυτό να ίσχυε και να πάνε όλα καλά.

«Η επιχείρηση Ιζαμπέλλα κατέρρευσε...» άκουσα τον Τζουζέπε να λέει και ήξερα ότι είχε έρθει η ώρα.

Γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω και κοίταξα τον Φλικ στα μάτια.

«Ήρθε η ώρα... δεν έχουμε περιθώρια για λάθη... Μην την σκοτώσεις πριν πάρουμε όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούμε» του έδωσα εντολή και εκείνος σοβαρός γάβγισε μια φορά και χωρίς να με περιμένει άνοιξε την πόρτα, βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε προς το σπίτι.

Για καλή μου τύχη στο σπίτι ήταν μόνο η νταντά και το μωρό... το ζευγάρι έλειπε, οπότε θα γλύτωνε από όλο αυτό... Ήξερα ήδη ότι δεν είχαν καμία σχέση με τον Χάντερ... η νταντά ήταν μόνο στο κόλπο, εκείνοι απλά ήταν τα πιόνια τους που τους κορόιδεψαν πάνω στον πόνο τους που χάσανε το δικό τους παιδί και τους πασάρανε την μικρή με μια εικονική υιοθεσία για να το μεγαλώσουν σαν δικό τους... δεν χρειαζόταν να χάσουν την ζωή τους γι αυτό... εκείνοι το θεωρούσαν πραγματικό τους παιδί... έφτανε που απλά θα την χάνανε.

Βάζοντας τον υπολογιστή στην τσέπη μου, άφησα το ένα ακουστικό στο αυτί για να ακούω τις εξελίξεις, πήρα το βαλιτσάκι με το πτώμα στο χέρια και κλείνοντας και ασφαλίζοντας το αυτοκίνητο, κοίταξα καλά, καλά γύρω μου να δω μήπως κάποιος με κοιτάει και ακολούθησα τον Φλικ. Μόλις άκουσα τον Χάντερ να δίνει εντολή στην νταντά να ξεμπερδεύει με την μικρή πριν φτάσω εγώ στο σπίτι, περίμενα μέχρι να κλείσουν το τηλέφωνο και μόλις το έκαναν πάτησα το κουδούνι του σπιτιού πριν εκείνη πάει να εκπληρώσει την εντολή που είχε λάβει ενώ εγώ κρύφτηκα για να μην με δει ώστε να αναγκαστεί να ανοίξει την πόρτα.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε από μέσα καθώς δεν μπορούσε να δει κανέναν από το ματάκι... Χτύπησα ξανά το κουδούνι για δεύτερη φορά αφού δεν άνοιξε με την πρώτη και μόλις η πόρτα άνοιξε λίγο ο Φλίκ όρμησε πάνω στην πόρτα και την έριξε κάτω ενώ με τα δόντια του πάνω στον λαιμό της γρύλιζε σαν τρελός.

«Καλό θα ήταν να μην κουνηθείς... Εκτός αν θέλεις να χάσεις το λαρύγγι σου» της είπα σκληρά και εκείνη που στην αρχή πάλευε για την ζωή της καθώς προσπαθούσε να φτάσει το όπλο που της έπεσε από το ξάφνιασμα στο πάτωμα, έμεινε ακινητοποιημένη να με κοιτά με σοκαρισμένο ύφος... Ο Φλίκ δεν υποχωρούσε.

Πήρα το όπλο της από το πάτωμα... και έκανα νόημα στον Φλικ να την αποδεσμεύσει.

«Μην κάνεις καμία ανοησία... Είμαι σίγουρος ότι ξέρεις πάρα πολύ καλά ποιος είμαι και τι είμαι ικανός να κάνω γι αυτό σου συνιστώ να συνεργαστείς» την πληροφόρησα και άρχισε να γελάει δύσπιστα.

«Ναι γιατί αν το κάνω θα μου χαρίσεις την ζωή;» ειρωνεύτηκε και της ανταπέδωσα το ειρωνικό της γελάκι.

«Όχι αλλά θα σου την παρατείνω» της ανταπέδωσα και αρπάζοντας την από το μπράτσο την έσυρα πιο μέσα και με συνοπτικές διαδικασίες την έδεσα πάνω σε μια καρέκλα στο σαλόνι ενώ ο Φλίκ κλείνοντας την πόρτα πίσω του άρχισε να ερευνά το σπίτι.

Το γάβγισμα του Φλικ με διαβεβαίωνε ότι όλα ήταν όπως θα έπρεπε να ήταν και βγάζοντας από την τσέπη μου τον υπολογιστή κοίταξα την οθόνη και μόλις είδα την Μπέλλα να πλακώνει στο ξύλο τον Χάντερ ένιωσα απίστευτη ικανοποίηση... Περίμενα πως και πως αυτήν την στιγμή αλλά να είμαι εγώ αυτός που θα του σαπίζει την μούρη, να είμαι εγώ αυτός που θα τον έκανε να γεμίσει με αίματα από τα σπασμένα δόντια, την μύτη και ότι άλλο θα έπαιρνε η μπάλα κάτω από τα χτυπήματα μου αλλά να βλέπω το άλλο μου μισό να κάνει ακριβός αυτό που θα έκανα εγώ ήταν το ίδιο ικανοποιητικό.

Μπέλλα

«Πάρτη τηλέφωνο και ανακάλεσε τώρα» ούρλιαζα καθώς τον χτύπαγα όπου έβρισκα και το καθίκι γέλαγε με την ψυχή του.

«Το να βλέπω τον Χάντερ να τον σαπίζει στο ξύλο μια γυναίκα είναι το πιο ωραίο θέαμα που έχω δει ποτέ στην ζωή μου... αλλά γλυκιά μου ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα του» άκουσα μια άγνωστη σε μένα φωνή και αυτό για λίγο με ακινητοποίησε... δύο χέρια με τράβηξαν βίαια από πάνω του και εγώ πάλεψα για να ξεφύγω.

«Σσσς γλυκιά μου... είναι δικός σου κανείς δεν θα σου κλέψει την ευκαιρία να τον αποτελειώσεις άλλα όχι ακόμα» συνέχισε εκείνος και γύρισα προς το μέρος του.

«Ποιος είσαι εσύ;» ρώτησα νευριασμένη.

«Κλάους» απάντησε ο Χάντερ για εκείνον... και ο Κλάους ανασήκωσε το ένα του φρύδι ειρωνικά.

«Χάντερ!» ανταπέδωσε και με τράβηξε ακόμα πιο μακριά του πριν αρχίσω και πάλι να αντιδρώ... «Βλέπω ότι έχουμε εδώ μια ασυνήθιστη κατάσταση... Μήπως πριν συνεχίσουμε να έκανες αυτό που σου ζήτησε η κυρία;» τον ρώτησε και η καρδιά μου σφίχτηκε... Ποιος είναι αυτός που νοιάζεται τόσο πολύ για την μοίρα της μικρής μου;

Ο Χάντερ αφήνοντας βαριά την ανάσα του να βγει από μέσα του, ανακάθισε καλύτερα και βγάζοντας το τηλέφωνο από την τσέπη του το έτεινε προς το μέρος μου.

«Κάν' το μόνη σου... Είμαι σίγουρος ότι δεν θα καταφέρεις τίποτα» είπε με δηλητήριο στην φωνή του και καθώς απελευθερώθηκα με μια βίαιη κίνηση από το σφιχτό κράτημα του Κλάους, έτρεξα προς το μέρος του, έκανα επανάκληση του τελευταίου τηλεφώνου που βρήκα στο κινητό του και περίμενα.

«Μπέλλα...» άκουσα την φωνή του Έντουαρτ και μου κόπηκαν τα πόδια.

«Έντουαρτ!... Έντουαρτ το παιδί είναι... πες μου είναι καλά;» ρώτησα με κομμένη την ανάσα και ένιωθα να κομπιάζει κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου.

«Λυπάμαι... ήρθα πολύ αργά» είπε και πισωπατώντας μόλις ένιωσα τα πόδια μου να ακουμπάνε στο κρεβάτι έκατσα άδεια χωρίς να το πιστεύω.

«Λες ψέματα... δεν μπορεί να είναι αλήθεια» τσίριξα πιάνοντας το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να εκραγεί.

«Λυπάμαι μωρό μου...» ξεκίνησε αλλά δεν τον άφησα να συνεχίσει.

«Σε είχα προειδοποιήσει γι αυτό Έντουαρτ... Είσαι νεκρός... και εσύ και ο φιλαράκος σου... Είσαστε και οι δύο νεκροί» του δήλωσα και κλείνοντας το κινητό το πέταξα κάτω και γύρισα την ματιά μου προς τον Κλάους... «Τελείωνε μαζί του γιατί δεν ξέρω πόσο ακόμα μπορώ να συγκρατηθώ» του είπα και εκείνος κατένευσε.

Ότι ακολούθησε για μένα απλά ήταν αδιάφορο... τους κοίταζα να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να λένε δεν ξέρω και εγώ τι και το μόνο που με ένοιαζε ήταν απλά να τελειώνουν... Το μυαλό μου είχε παγώσει... οι αισθήσεις μου το ίδιο, τα χέρια μου μυρμήγκιαζαν και το μόνο που υπήρχε αυτήν την στιγμή να με κρατάει σε μια ισορροπία ήταν μόνο η εικόνα της, να την κρατάνε ξένα χέρια και να κοιτάει προς την οθόνη, να κοιτάει νοητά εμένα και εγώ να της μιλώ να της λέω πόσο την αγαπώ, πως θα κάνω τα πάντα να είμαστε μια μέρα μαζί, να είμαστε όπως θα έπρεπε να ήμασταν, αγκαλιά.

Δεν σεβάστηκαν τίποτα... για εκείνους όλα ήταν απλά άλλο ένα τους κόλπο μια θυσία στον βωμό του μαύρου χρήματος... Για εκείνους ήμασταν ένα τίποτα... εγώ ήμουν ένα τίποτα, ένα πιόνι στα χέρια τους να παίζουν μαζί μου, με τα συναισθήματα του χωρίς να υπολογίζουν τίποτα και κανέναν.

«Αν τον θες είναι δικός σου» άκουσα τον Κλάους να λέει και σήκωσα την θολή μου ματιά προς το μέρος του... Το χέρι του μου έτεινε το όπλο του και χωρίς δεύτερη σκέψη το κράτησα σφιχτά στα χέρια μου και πλησίασα το μπλαβιασμένο κουφάρι του Χάντερ.

«Κοίτα με...» απαίτησα και εκείνος το έκανε με μια δόση ειρωνείας στα χαρακτηριστικά του... «Δεν θα σταματήσω να σε κυνηγάω, όσες ζωές και να ζήσω... πάντα θα με βρίσκεις μπροστά σου και πάντα θα έχεις την ίδια κατάληξη» του δήλωσα και χωρίς να τον αφήσω να πει κάτι, έβαλα την κάνη του όπλου ανάμεσα στα μάτια του και πάτησα την σκανδάλη... Δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά στην ζωή μου περισσότερη ικανοποίηση από όσο ένιωσα αυτήν την στιγμή αλλά δεν μου έφτασε.

«Η δουλειά μας εδώ τελείωσε...» δήλωσε ο Κλάους παίρνοντας το όπλο από τα χέρια μου και γύρισα προς το μέρος του.

«Τι θα κάνετε τώρα;» τον ρώτησα και με κοίταξε για μια στιγμή αναποφάσιστος.

«Θα πάμε να βρούμε τον φιλαράκο σου... Έχει κάτι που μας ανήκει» είπε και έτριξα τα δόντια μου πριν απαντήσω... «Αν θες μπορείς να έρθεις μαζί μας... θα είναι χαρά μου να έχω δίπλα μου ένα τέτοιο αμείλικτο θηλυκό» συνέχισε και αποφασιστικά σήκωσα το ανάστημα μου και γύρισα προς το μέρος του.

«Είμαι μέσα... με έναν όρο»

«Μόλις πάρω αυτό που μου ανήκει... είναι δικός σου... Είναι γνωστό ότι δεν λερώνω τα χέρια μου γλυκιά μου» απάντησε πριν καν δηλώσω την απαίτηση μου καθώς μου τσίμπαγε το σαγόνι και κατένευσα.

Έντουαρτ

Γαμώτο όχι... όχι μην πας μαζί του... Ούρλιαζα μέσα μου καθώς έπαιρνα τηλέφωνο στο κινητό του Χάντερ και την είδα για μια στιγμή να σταματά και να κοιτά προς το κινητό που χτυπούσε... αλλά δεν το σήκωσε ποτέ.

«Ρόουζ... πήγε με τον Κλάους... κάνε κάτι να την πάρεις από εκείνον... ο Άαρον δεν θα το δει με καλό μάτι αυτό» την πληροφόρησα καθώς ήταν η επόμενη που πήρα και εκείνη με διαβεβαίωσε ότι θα έκανε τα πάντα για να της αλλάξει γνώμη... Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα ήταν αρκετό όπως ήμουν σίγουρος ότι δεν θα μου έδινε την ευκαιρία να της εξηγήσω ότι έπρεπε να το κάνω αυτό για να μην το καταλάβουν οι υπόλοιποι που παρακολουθούσαν μέχρι να δει την μικρή, οπότε το πλάνο και πάλι άλλαζε... Έπρεπε να την κρατήσω κοντά μου μέχρι να την δει και η Μπέλλα για να σιγουρευτεί... και αυτό δεν ήταν καθόλου καλό... καθόλου καλό.

Δεν είχα χρόνο για τέτοιες σκέψεις... έπρεπε να δράσω τώρα.

Έκανα ότι είχα σκεφτεί από την αρχή... Αποτελειώνοντας την νταντά σπάζοντας της τον αυχένα για να μην υπάρχουν αίματα... την ανέβασα στο δωμάτιο της μικρής όπου για καλή μου τύχη κοιμόταν ακόμα... την άφησα πάνω στην καρέκλα που ήταν δίπλα στην κούνια της και μόλις ήρθε η στιγμή για να αλλάξω το νεκρό μωρό με εκείνην πήγα πάνω από την κούνια της και έμεινα για λίγο να την κοιτώ.

Χριστέ μου πόσο ίδια ήταν... τόσο γαλήνια να κοιμάται με την πιπίλα της στο στόμα... και τα χεράκια της έξω από την κουβέρτα της ψιλά σαν να έλεγε παραδίνομαι... μου φάνηκε τόσο αστείο εκείνην την στιγμή αλλά δεν είχα χρόνο για να το επεξεργαστώ περισσότερο... Με την πιο απαλή κίνηση, άνοιξα την κουβέρτα της, την πήρα απαλά στα χέρια μου και κοιτώντας για λίγο γύρω μου μόλις είδα ένα έπιπλο που λογικά την αλλάζανε... την άφησα εκεί απαλά και αφού έβαλα το άψυχο κορμί του νεκρού μωρού μέσα στην κούνια το σκέπασα και άρχισα να ψάχνω τις ντουλάπες... Αφού βρήκα μια δεύτερη κουβέρτα, γύρισα στην μικρή, την πήρα ξανά στην αγκαλιά μου την τύλιξα με την κουβέρτα που είχα βρει και βάζοντας την μέσα στον σάκο μου, έκλεισα το φερμουάρ αφήνοντας το λίγο ανοιχτό για να αναπνέει και κατέβηκα κάτω.

Με τον Φλικ να με ακολουθεί, την άφησα κοντά στην εξώπορτα και γυρίζοντας προς την κουζίνα άνοιξα το γκάζι... ρύθμισα μια μικρή βόμβα που δεν αφήνει κατάλοιπα στο ένα λεπτό, την άφησα πάνω στην κουζίνα και τρέχοντας, πήρα στα χέρια τον σάκο με την μικρή και κάνοντας νόημα στον Φλίκ εκείνος βγήκε πρώτος για να ελέγξει ότι κανείς δεν μας βλέπει και μόλις άκουσα το γάβγισμα του, βγήκα και εγώ και έτρεξα προς το αυτοκίνητο... Άφησα τον Φλικ να μπει πρώτος και αφού άφησα και τον σάκο με το μωρό πάνω στο πίσω κάθισμα, μπήκα στην θέση του οδηγού και έβαλα μπρος... Μέχρι να φτάσω στο τέλος του στενού, είδα την έκρηξη από τον καθρέφτη μου και πατώντας το γκάζι έγινα καπνός.

Οδηγούσα για δύο περίπου ώρες χωρίς προορισμό στον κεντρικό δρόμο με το κινητό μου στο χέρι να παίρνω απανωτά την Ρόουζ η οποία δεν απαντούσε σε καμία μου κλήση και εκεί που άρχιζα να απελπίζομαι καθώς δεν γνώριζα τι γινόταν, η μικρή κάποια στιγμή ξύπνησε και μάλιστα πολύ θορυβώδες και πήρα μια βαθιά ανάσα... Αυτό μου έλειπε τώρα...

«Δεν μπορείς να κάνεις κάτι να στην ηρεμήσεις;» σχεδόν φώναξα προς τον Φλικ απελπισμένος και εκείνος γρύλισε παραπονιάρικα... «Τι μπορείς να κάνεις και εσύ» συνέχισα πιάνοντας το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να εκραγεί και μόλις είδα να πλησιάζω προς το Bedfont Lakes Country Park έκοψα ταχύτητα και πάρκαρα στο παρκινγκ του χωρίς να έχω άλλη επιλογή για να την ελέγξω πριν σκάσει από το πολύ κλάμα αλλά πριν προλάβω να βγω από το αυτοκίνητο το κινητό μου άρχισε να χτυπά και μόλις είδα την κλήση της Ρόουζ πετάχτηκα έξω από το αμάξι και μόλις απομακρύνθηκα αρκετά ώστε να μην ακούγεται το κλάμα της μικρής το σήκωσα με την ψυχή στα πόδια.

«Ρόουζ που είσαι τόση ώρα;... Γιατί δεν απαντάς;» άρχισα να την βομβαρδίζω και ακούγοντας τον αναστεναγμό της μου κόπηκε η ανάσα.

«Έντουαρτ...» ξεκίνησε διστακτικά και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου.

«Πες μου ότι είναι καλά» την απείλησα ενώ έτριζα τα δόντια μου.

«Ο Τζουζέπε και ο Κλάους καθώς και η ομάδα του είναι νεκροί...» ξεκίνησε και πέρασα το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου τραβώντας τα με μανία.

«Τι με νοιάζει εμένα...»

«Η Μπέλλα όμως...» με διέκοψε και κράτησα την ανάσα μου... «Λυπάμαι Έντουαρτ έκανα ότι μπορούσα αλλά...»

«Το καλό που σου θέλω... πες μου ότι είναι καλά» φώναξα και εκείνη πήρε μια βεβιασμένη ανάσα.

«Την έχουν στο χειρουργείο... οι γιατροί δεν δίνουν πολλές ελπίδες...» είπε και τα πόδια μου λύγισαν, τα γόνατα μου βρέθηκαν καθηλωμένα πάνω στο κρύο έδαφος και η ανάσα μου άρχισε να βγαίνει με δυσκολία... «Έντουαρτ δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λυπάμαι... κάνουν τα πάντα για να της σώσουν την ζωή αλλά... Είναι πάρα πολύ άσχημα... σχεδόν δεν μπόρεσα να την αναγνωρίσω από τα χτυπήματα που δέχτηκε» συνέχιζε εκείνη αλλά δεν άκουγα τίποτα πλέον.

Κοιτώντας το κενό δεν είχα ιδέα πως να αντιδράσω... για πρώτη φορά στην ζωή μου ένιωσα τόσο αβοήθητος... τόσο απελπισμένος... τα αυτιά μου βούιζαν... η καρδιά μου ένιωθα ότι κόντευε να σπάσει... και τίποτα άλλο δεν είχε πλέον σημασία για μένα σε αυτήν την ζωή... όλα γύρω μου είχαν γκρεμιστεί και εγώ στην μέση του πουθενά δεν είχα από πουθενά για να πιαστώ... Το μυαλό μου θόλωνε... καμία λογική σκέψη δεν υπήρχε εκεί να με κρατήσει... ακόμα και τα μαύρα σύννεφα πάνω από το κεφάλι μου ένιωθα ότι με πλακώνανε... Όλα είχαν τελειώσει... εκείνη είχε σχεδόν χαθεί... και εγώ;... Εγώ τώρα τι μου μένει άλλο να κάνω;

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Haunted Love M2o "8. Κάνε το καλύτερο για εκείνην"



Μπέλλα

«Λοιπόν αυτά είναι όλα...» τον άκουσα να λέει και σήκωσα την ματιά μου προς το μέρος του, άδεια... «Οπότε δεν μας μένει τίποτα άλλο από το να δούμε τι έχεις μαζέψει και να προχωρήσουμε» συνέχισε και κατένευσα... Δεν είχα κουράγιο για άλλες λέξεις.

«Θα σε αφήσω να κάνεις την δουλειά σου» είπα απλά με βαθιά άψυχη φωνή και έκανα την κίνηση να σηκωθώ από τον καναπέ... Δεν με ενδιέφερε να μάθω τίποτα παραπάνω γι αυτήν την κωλοδουλειά.

«Δεν με ενοχλείς...» προσπάθησε αλλά κουνώντας το κεφάλι μου αρνητικά, του έκοψα την φράση του στην μέση και χωρίς να τον κοιτάξω ξανά, γύρισα προς την μπαλκονόπορτα και βγήκα έξω.

Βγάζοντας το πακέτο των τσιγάρων μου από την τσέπη του σορτς που φόραγα, άναψα ένα και ακουμπώντας τους αγκώνες μου πάνω στα κάγκελα, άρχισα να το καπνίζω με την ματιά μου να κοιτάει το κενό.

Τα λόγια του, ταυτόχρονα με τις μνήμες που είχα από τον καιρό που ήμασταν μαζί, εναλλάσσονταν με την ταχύτητα του φωτός μέσα στο μυαλό μου και με έκαναν ένα κουβάρι... Πως μπορούσε ο άνθρωπος που γνώρισα εγώ, να είναι όλα αυτά;... Πως μπορούσαν οι μνήμες μου να μην με κάνουν να διχαστώ;... Όχι δεν είναι αυτό... Μπορεί να τα έκανε όλα αυτά, αλλά δεν είναι αυτό που περιγραφεί, δεν μπορεί να είναι...Έλεγε η καρδιά μου και ήξερα ότι ήταν η αλήθεια....

«Τρία στα πέντε, δεν είναι και άσχημα για κάποιαν που δεν έχει ιδέα τι να ψάξει...» τον άκουσα πίσω μου να λέει και έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, εμποδίζοντας με νύχια και με δόντια να μην κυλήσουν τα δάκρυα μου που ένιωθα να έρχονται με ορμή.

«Χριστέ μου, γιατί είναι τόσο δύσκολο να σε μισήσω;...» εξωτερίκευσα την σκέψη μου με πνιγμένη φωνή και ένιωσα την ζεστασιά του σώματος του να ζεσταίνει την καρδιά μου... Δεν με ακούμπησε όμως... «Είναι τόσο εύκολο, τόσο απλό, αλλά τόσο αδύνατο» συνέχισα και ένα δάκρυ μου ξεγλίστρησε χωρίς την άδεια μου από τα μάτια μου... Τα χέρια του με αγκάλιασαν τρυφερά και γύρισα όλο το σώμα μου προς το μέρος του.

Τον κοίταξα μέσα στα μάτια με πληγωμένο ύφος και εκείνος με κατανόηση.

«Όλα όσα ζήσαμε ήταν ένα ψέμα;» ρώτησα με παράπονο και εκείνος σμίγοντας τα χείλια του σε μια ίσια γραμμή, κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσες φορές ευχήθηκα η ζωή μου να ήταν ένα ψέμα, να μην τα είχα κάνει όλα αυτά, αλλά δυστυχώς είναι αλήθεια... Δεν προσπάθησα όμως ποτέ να σου την κρύψω, δεν προσποιήθηκα ποτέ ότι ήμουν κάτι άλλο από αυτό που πράγματι είμαι, δεν προσπάθησα να σε φλομώσω με μια ψεύτικη εικόνα για να μπορέσω να σε κρατήσω κοντά μου... Μαζί σου...» πήρε μια βαθιά ανάσα ενώ με έσφιξε μέσα στην αγκαλιά του προστατευτικά και άφησα τον εαυτό μου να γευτεί λίγο από αυτή την ασφάλεια που ένιωθα πάντα μέσα στην αγκαλιά του... «Με άλλαζες, με έκανες να βγάζω όλον τον καλό μου εαυτό, χωρίς καν να κάνεις τίποτα... Όσο ήμουν δίπλα σου, δεν μπορούσα να είμαι πια αυτό που είμαι... Ένιωθα ότι μου δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή να αποδείξω στον ίδιο μου τον εαυτό ότι όλα όσα έζησα ήταν μια άχρηστη προσπάθεια, για να μου αποδείξω ότι ήμουν ίδιος με τον πατέρα μου αλλά όσο ένιωθα την ανάσα σου να μου δίνει πνοή, με έκανες να νιώθω ότι υπήρχε κάτι και από την μητέρα μου μέσα μου αλλά εγώ ήμουν πολύ εγωιστής για να το παραδεχτώ... Μου άλλαξες όλη μου την ψυχοσύνθεση, μου έδωσαν για αποστολή μια εκτέλεση και εγώ την απέρριψα... Δεν μπορούσα να αφαιρέσω πια άλλη μια ζωή, όσο διεφθαρμένη και εγκληματική και να ήταν, δεν μπορούσα να πατήσω ξανά την σκανδάλη...» σήκωσα το κεφάλι μου και αντίκρισα τις δύο του γκρι χάντρες... Μέσα τους υπήρχε ειλικρίνεια, υπήρχε πόνος ήταν το ίδιο διαλυμένος όσο και εγώ.

«Δεν υπάρχει δικαιολογία για ότι έκανα Μπέλλα, τότε...» αναστέναξε και κοίταξε για λίγο μακριά αποφεύγοντας την ματιά μου από ντροπή για τον ίδιο του τον εαυτό... «Ήταν αλλιώς τα πράγματα για μένα...» συνέχισε με δυσκολία καθώς γύριζε την ματιά του ξανά προς το μέρος μου... «Αλλά μαζί σου, ένιωσα ότι και εγώ αξίζω μια δεύτερη ευκαιρία και έκανα τα πάντα για να αποδείξω ότι είμαι άξιος να την έχω... Ήθελα να αλλάξω για σένα, ήθελα να σου αξίζω αλλά ποτέ δεν θα κατάφερνα να σου αξίζω πραγματικά» κατέληξε και το χέρι μου με δική του βούληση, σηκώθηκε ψηλά για να συναντήσει το πρόσωπο του.

Μόλις ένιωσε το χέρι μου να αγκαλιάζει το λεπτό του δέρμα, αυτόματα τα μάτια του έκλεισαν και πήρε μια βαθιά ανακουφιστική ανάσα, ήξερε ότι το είχα συγχωρέσει.

«Σ’ αγαπάω...» είπα με πάθος και τα μάτια του άνοιξαν αυτόματα... «Δεν μπορώ να χάσω και εσένα» συνέχισα και τα χείλια του, διψασμένα, σφράγισαν τα δικά μου χείλια και μου έδωσαν την πνοή που είχα ανάγκη για να μπορέσω να πάρω δύναμη για να συνεχίσω.

«Βρήκες όσα χρειαζόσουν;» ρώτησα μετά από μια σύντομη σιωπή καθώς ήμουν φωλιασμένη μέσα στην αγκαλιά του και ένιωσα την καρδιά του να επιταχύνεται.

«Επιβεβαίωσα όσα είχα ανακαλύψει και μόνος μου αλλά μου λείπουν τα αποδεικτικά στοιχεία» απάντησε παγωμένα και κατένευσα χωρίς να σηκώνω το κεφάλι μου από τον στήθος του που το είχα αφήσει να ξεκουραστεί.

«Τότε μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε...» συνέχισα και εκείνος με ανάγκασε να τον κοιτάξω... «Σε λιγότερο από δύο ώρες θα είναι εδώ, δεν θέλω...» προσπάθησα να τον προειδοποιήσω για τα όσα θα επακολουθήσουν και ένιωσα κάθε του μυ να σφίγγεται αλλά δεν τον άφησα να πει κάτι... «Θέλει το βράδυ να πάμε μαζί» του ανακοίνωσα και τότε εκείνος κοιτώντας μακριά άρχισε να κάνει τα σχέδια του μέσα στο μυαλό του.

«Δεν μπορώ να σε αφήσω ξανά μόνη» είπε τελικά χωρίς να με κοιτά και του χάιδεψα απαλά το πρόσωπο για να τον κάνω να με κοιτάξει.

«Θα είμαι καλά» τον διαβεβαίωσα αν και ξέραμε και οι δύο μας ότι αυτό δεν είναι αλήθεια αλλά έπρεπε να τον αποδεσμεύσω.

«Καλύτερα να με σκοτώσεις αυτήν την στιγμή παρά να μου ζητήσεις κάτι τέτοιο» είπε και χαμογέλασα συνεσταλμένα.

«Πρέπει να την προστατέψουμε, δεν θα είναι για πάντα» είπα και έσφιξε το σαγόνι του με πείσμα κοιτώντας για άλλη μια φορά μακριά... «Θα την κράταγα...» συνέχισα καθώς έβλεπα ότι δεν ανταποκρινόταν και με κοίταξε καθώς κατένευσε... Ήμουν σίγουρη ότι το ήξερε και ο ίδιος... «Ήταν ένα κομμάτι σου, θα έκανα τα πάντα για να το κρατήσω ζωντανό, είναι η καλή σου πλευρά, πως θα μπορούσα ποτέ να μην της δώσω μια ευκαιρία... Πάντα ένιωθα ότι είχε έρθει για να εκπληρώσει κάτι, κάτι το διαφορετικό, κάτι δυνατό, δεν θα μπορούσα ποτέ να το αποτρέψω αυτό να μην γίνει... Δημιουργήθηκε με όλη μας την αγάπη, πως θα μπορούσε αυτό το πλάσμα να μην κράτησε μόνο τα καλά μας στοιχεία;» συνέχισα με περισσότερο πείσμα και μου χαμογέλασε με πόνο στην ματιά του καθώς μου χάιδευε απαλά τα μαλλιά μου χωρίς να λέει τίποτα... «Δώσε της μια ευκαιρία Ρόμπερτ, άστη να σου αποδείξει ότι έχω δίκιο» τον παρακάλεσα και εκείνος αναστέναξε.

«Δεν μπορούμε να την κρατήσουμε Μπέλλα, όσο άδικο και να είναι αυτό για σένα» είπε αυτό ακριβώς που περίμενα να πει και κατένευσα δίνοντας του να καταλάβει ότι καταλαβαίνω.

«Μπορούμε όμως να την κοιτάμε από μακριά» είπα με ελπίδα και μου χαμογέλασε με κατανόηση.

«Αυτό μπορούμε να το κάνουμε» συμφώνησε και του χαμογέλασα με ελπίδα.

«Τότε μπορώ να αντέξω όλα τα άλλα» του επιβεβαίωσα και αιφνιδιάζοντας με, με έκλεισε σφιχτά μέσα στην αγκαλιά του.

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο λυπάμαι για όλα αυτά» είπε άλλη μια φορά και αναστέναξα.

«Κάνε το καλύτερο για εκείνην» ήταν το μόνο που μπόρεσα να πω και καθώς τον απομάκρυνα από την αγκαλιά μου, τον κοίταξα για άλλη μια φορά και γύρισα για να πάω προς την άκρη του μπαλκονιού ώστε να γυρίσω προς το δωμάτιο μου.

«Μπέλλα...» με σταμάτησε και γύρισα προς το μέρος του... «Θα χρειαστώ για λίγο το σκουλαρίκι σου» είπε και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία... «Θέλω να του βάλω πομπό για να ξέρω που είσαι» συμπλήρωσε και κοιτώντας προς την κοιλιά μου, άφησα τα δάχτυλα μου να αγγίξουν το σκουλαρίκι απαλά... Δεν το είχα αποχωριστεί ποτέ μου από την στιγμή που είχα τρυπήσει τον αφαλό μου, ένιωθα ότι ήταν όλα τα δάκρυα που δεν άφηνα να ξεχειλίσουν όλον αυτόν τον καιρό, αλλά σε εκείνον μπορώ να το εμπιστευτώ.

Με μια αποφασιστική κίνηση, το έβγαλα και το έτεινα προς το μέρος του... Εκείνος με κοίταξε για μια μόνο στιγμή και μόλις το κράτησε μέσα στην χούφτα του, γύρισε προς το δωμάτιο και μπήκε μέσα... Δεν περίμενα να γυρίσει να μου το φέρει, πηδώντας τα κάγκελα, γύρισα στο δωμάτιο μου και αμέσως έψαξα να βρω το φυλαχτό που είχα πάρει την πρώτη φορά που με αφήσανε να βγω στον έξω κόσμο...


Ήταν η Παναγιά η βρεφοκρατούσα, μόλις το είδα ένιωσα αμέσως ότι η θέση της ανήκει δίπλα της να την φυλάει για πάντα από κάθε τι κακό που μας περιβάλει και χωρίς να το σκεφτώ το πήρα για να της το δώσω την πρώτη φορά που θα την κρατούσα μέσα στην αγκαλιά μου...

Κρατώντας το σφιχτά μέσα στο χέρι μου γύρισα στο δωμάτιο του... Εκείνος ήδη ετοίμαζε τα πράγματα του για να φύγει, η καρδιά μου έγινε κομμάτια αλλά ήξερα ότι αυτό ήταν το σωστό... Δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκρατηθεί με την ιδέα και μόνο ότι στο διπλανό δωμάτιο από το δικό του, ο Χάντερ θα με ακουμπούσε με τον πιο χυδαίο τρόπο και εκείνος θα έπρεπε να μείνει αμέτοχος σε αυτό.

Την στιγμή που τον πλησίασα, πήρε μια βαθιά ανάσα αλλά δεν είπε τίποτα... Την στιγμή όμως που έτεινα το χέρι μου προς το μέρος του, με κοίταξε με απορία.

«Είναι κάτι που πήρα για εκείνην μετά που μου την πήρανε, θέλω να το έχει μαζί της» διευκρίνισα και μόλις το έβαλα πάνω στην χούφτα του εκείνος το κοίταξε με ήρεμα χαρακτηριστικά χωρίς να πει τίποτα... «Ήθελα να της το δώσω εγώ την πρώτη φορά που θα την κράταγα στην αγκαλιά μου...» συνέχισα με την φωνή μου να πνίγεται μέσα μου και στην ματιά του αμέσως διέκρινα πόνο... Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά, δεν ήθελα να με παρηγορήσει... «Κάντο εσύ για μένα» συνέχισα και δεν είχε ιδέα τι να πει γι αυτό... Δεν περίμενα να μου πει κάτι άλλο.

Γύρισα να φύγω αλλά εκείνος με σταμάτησε... Τα χέρια του με γύρισαν ξανά προς το μέρος του αλλά δεν ήθελα να κάνω τα πράγματα πιο δύσκολα από όσο ήδη ήταν για μένα.

«Μην πεις τίποτα άλλο σε παρακαλώ» τον παρακάλεσα με τα δάκρυα μου να θολώνουν την όραση μου και εκείνος το σεβάστηκε.

«Σ’ αγαπάω» είπε μόνο και κατένευσα... «Πόλυ σύντομα όλα θα τελειώσουν και θα είμαστε ξανά μαζί» υποσχέθηκε.

«Είναι το μόνο που έχω να περιμένω» του επιβεβαίωσα και καθώς με έκλεισε σφιχτά μέσα στην αγκαλιά του, άφησε ένα απαλό φιλί στην κορυφή του κεφαλιού μου και με άφησε να φύγω ενώ πρώτα μου έδωσε πίσω το δάκρυ μου για να το βάλω στην θέση του.

Έντουαρτ

Η Μπέλλα είχε δίκιο... Το να κάτσω εδώ και να υπομείνω άπραγος όλα όσα ήμουν σίγουρος ότι θα της έκανε εκείνος, προσπαθώντας να σταματήσω τον εαυτό μου από το να πάω δίπλα και να του σπάσω τα μούτρα, δεν οφείλει κανέναν μας... Έτσι μάζεψα τα πράγματα μου και πριν κάνει την εμφάνιση του, έφυγα από το ξενοδοχείο και πήγα στο σπίτι του επόμενου θύματος τους που ήμουν σίγουρος ότι προκειμένου να γλυτώσει τις συνέπειες θα έκανε ότι του ζητούσα...

Αφού πέρασα την ηλίθια φρουρά του με ευκολία, μπήκα μέσα στο δωμάτιο του και μόλις έκατσα στο τέρμα του κρεβατιού του, σκούντησα τα πόδια του με το δικό μου πόδι και εκείνος πετάχτηκε έντρομος απάνω και με κοίταξε τρομοκρατημένος.

«Μαύρη ψυχή;» ρώτησε δύσπιστα τυφλωμένος ακόμα από τον ύπνο και τον κοίταξα με νόημα στα μάτια.

«Τζουζέπε...» του ανταπέδωσα με ένα χαιρέκακο ύφος και εκείνος μαζεύτηκε αμέσως.

«Πως;... Τι;» προσπάθησε να καταλάβει πως μπόρεσα να περάσω από την φρουρά και να μπω μέσα στο δωμάτιο του ανενόχλητος και του χαμογέλασα αυτάρεσκα.

«Παρεμπιπτόντως πρέπει να αλλάξεις φρουρά, ξέρεις πόσο εύκολο ήταν για μένα να μπω ανενόχλητος;» του είπα και εκείνος άρχισε να ψάχνει τρόπους να ξεφύγει από όλο αυτό.

«Τι θες;» μπήκε κατευθείαν στο θέμα και κατένευσα ικανοποιημένος.

«Για να είμαι εδώ ξέρεις ακριβώς τι θέλω... Αν θες να γλυτώσεις τις συνέπειες και να την βγάλεις καθαρή, σου συνιστώ να συνεργαστείς, αλλιώς θα σε πάρει η μπάλα μαζί με τον Χάντερ» του δήλωσα και έσμιξε τα φρύδια του με απορία.

«Ξέρεις;...»

«Τα πάντα και επειδή ο χρόνος κυλάει κατά σου, περιμένω μια απάντηση... Ποια πλευρά θα επιλέξεις Τζουζέπε;» τον ρώτησα και εκείνος ξεφύσησε.

«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησε κατευθείαν και ανασήκωσα το ένα μου φρύδι με ικανοποίηση.

«Τώρα το πας καλά» του είπα εγώ σε απάντηση και του εξήγησα ακριβώς τι θα έκανε και το πως...

Μπέλλα

Είχαν περάσει πάνω από 12 ώρες και ακόμα ο Χάντερ δεν είχε κάνει καμία αναφορά για τον Έντουαρτ, πράγμα που με έκανε να καταλάβω ότι εκείνος δεν είχε δώσει ακόμα το στίγμα του... Τι ετοίμαζε άραγε;... Θα μου έδινε κανένα σημάδι ή θα με άφηνε στο σκοτάδι;... σκεφτόμουν καθώς ετοιμαζόμουν για την σημερινή βραδιά και μόλις τον είδα να βγαίνει από το μπάνιο όλα τα μέσα μου ανακατεύτηκαν αλλά δεν άφησα να εκφραστεί τίποτα στο πρόσωπο μου.

«Έτοιμο το κορίτσι μου;» ρώτησε και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Έχουμε ακόμα δύο ώρες μπροστά μας, δεν χρειάζεται να βιάζομαι» του απάντησα και μόλις ήρθε από πίσω μου πέρασε τα ακροδάχτυλα του πάνω από τον ώμο μου και σκύβοντας άρχισε να αφήνει διάσπαρτα φιλιά πάνω στον λαιμό μου... Προσπάθησα να κρύψω πάρα πολύ καλά όλη την αηδία που ένιωσα αλλά δεν τον ξεγέλασα.

«Μμμμμ... Είμαστε στην τσίτα σήμερα, κάποιος ιδιαίτερος λόγος;» ρώτησε με τραχιά φωνή και μου δάγκωσε τον λοβό του αυτιού μου και εγώ τραβήχτηκα μακριά του.

«Έχω μια αποστολή να σκεφτώ» δικαιολογήθηκα αλλά δεν τον έπεισα.

«Ότι πεις» απάντησε μόνο και αφήνοντας με επιτέλους στην ησυχία μου, πήγε να βγάλει το κουστούμι του από την θήκη του για να το φορέσει ενώ εγώ με νωχελικές κινήσεις συνέχισα την προετοιμασία μου.

Φτάνοντας στο πάρτι που διοργάνωνε ο Υπουργός άμυνας της χώρας, όλα κύλησαν όπως έπρεπε να κυλήσουν χωρίς κανένα πρόβλημα... Ο Χάντερ φυσικά δεν εμφανίστηκε πουθενά, γιατί ήθελε να έρθει μαζί μου δεν μπορούσα να το καταλάβω μέχρι που την στιγμή που ο υπουργός με παρέσυρε στο δωμάτιο του και εκεί που με φίλαγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του, άκουσα την φωνή του και έμεινα παγωμένη να τον κοιτώ.

«Καιρός ήταν, είχα αρχίσει να βαριέμαι εδώ πέρα» τον άκουσα να λέει και σπρώχνοντας από πάνω μου τον Τζουζέπε γύρισα προς το μέρος του.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» ρώτησα απροκάλυπτα και βλέποντας τον να είναι με το πουκάμισο του τελείως ξεκούμπωτο να ετοιμάζει ένα ποτό από το μπαράκι του δωματίου δεν χρειάστηκε η απάντηση του για να επιβεβαιώσω τι ακριβώς ήθελε.

«Εσύ τι πιστεύεις ότι θέλω;» ρώτησε πίσω με την πιο χυδαία έκφραση και κίνησε προς το μέρος μας... Ο Τζουζέπε από την άλλη δεν έχασε ευκαιρία και κλείνοντας με μέσα στην αγκαλιά του συνέχισε ανενόχλητος από εκεί που είχε σταματήσει ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να μου ξεκουμπώσει το φόρεμα και τραβώντας τα χέρια του βίαια από πάνω μου πισωπάτησα για να ξεφύγω από την αγκαλιά του.

«Σίγουρα με δουλεύεις, πραγματικά πιστεύεις ότι...»

«Δεν έχεις άλλη επιλογή γλυκιά μου...» είπε αυτόματα ανασηκώνοντας το φρύδι του επιδεικτικά και μόλις με συγκράτησε με το ένα του χέρι έβαλε τα χείλια του πάνω στο αυτί μου και συνέχισε... «Θα κάνεις ότι σου πω... Αυτή ήταν η συμφωνία...» δήλωσε και δεν είχα ιδέα πως να ξεφύγω από όλο αυτό... «Αλλά πριν αρχίσουμε το πραγματικό πάρτι, δεν πας να φέρεις τα σχέδια;» συνέχισε κοιτάζοντας προς τον Τζουζέπε και εκείνος για λίγο δίστασε αλλά πηγαίνοντας προς το μπαράκι του, τελικά έλυσε την σιωπή του πιο αποφασιστικά.

«Δυστυχώς αυτό δεν γίνεται» του είπε και ο Χάντερ τον κοίταξε νευριασμένος.

«Τι εννοείς ότι δεν γίνεται;» τον ρώτησε και παρατώντας εμένα πήγε προς το μέρος του απαιτώντας εξηγήσεις.

«Βλέπεις το πρωί είχα μια απροσδόκητη συνάντηση με το φιλαράκι σου...» του είπε και η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά... «Όλα τελείωσαν Χάντερ πάρτο απόφαση, σε είχα προειδοποιήσει ότι ήταν παρακινδυνευμένο αλλά εσύ δεν ήθελες να με ακούσεις... Τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο γι αυτό... Συγνώμη αλλά έπρεπε να επιλέξω στρατόπεδο... Καταλαβαίνεις πως πάνε αυτά... Δεν μπορούσα να διακινδυνεύσω το όνομα μου» του είπε και ο Χάντερ τον έπιασε από τον γιακά και τον σήκωσε για λίγο στον αέρα.

«Είσαι τόσο ηλίθιος;... Κατέστρεψες τα πάντα για το ηλίθιο όνομα σου;» τον ρώτησε με σκληρή φωνή ενώ τον κοίταζε με το δολοφονικό τους ύφος και εκείνος προσπάθησε να ξεφύγει.

«Δεν θα φάω εγώ το κεφάλι μου για να την βγάλεις εσύ καθαρή» του ανταπέδωσε ο Τζουζέπε και με μια βίαιη κίνηση πήρε τα χέρια του Χάντερ από πάνω του και έπεσε προς τα πίσω... «Η μαύρη ψυχή μου είπε τα πάντα, γι αυτό από το να με απειλείς καλά θα κάνεις να αρχίσεις να τρέχεις» του είπε και ο Χάντερ τον κοίταξε με περιέργεια.

«Όταν λες τα πάντα;... πόσα ξέρει;» τον ρώτησε ο Χάντερ δύσπιστα αλλά ο Τζουζέπε δεν τα έχασε.

«Τα πάντα Χάντερ, γι αυτό μην πας να μου τα γυρίσεις σε μένα γιατί δεν θα καταφέρεις τίποτα... Η επιχείρηση Ιζαμπέλλα κατέρρευσε και φταις εσύ γι αυτό και τα ηλίθια κόλπα σου».........

ESCAPE POLH FANTASMA