Ετικέτες

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Haunted Love "51 Don't Walk Away"



Τα μάτια του πετάγανε σπίθες αλλά ο ίδιος δεν έλεγε τίποτα... Μαζεύοντας κάθε σκέψη και συναίσθημα που είχαν συσσωρευτεί μέσα του, έκατσε ξανά στο σκαμπό που ήταν πίσω μου αφήνοντας την ανάσα του να βγει βεβιασμένα από μέσα του... Ένιωσα εκείνην την στιγμή ότι τα πόδια του δεν τον βαστάγανε άλλο όρθιο, ότι είχε ξεπεράσει κάθε προσωπικό του όριο και θέλοντας να μην τον προκαλέσω άλλο έμεινα σιωπηλή αποφεύγοντας ακόμα και την ματιά του.

Τα χέρια του γρήγορα με απαλλάσσανε από τα υπόλοιπα ρούχα μου και εγώ δεν ήξερα τι να κάνω... Τι έχει μέσα στο μυαλό του;... Τι πρέπει να κάνω τώρα;... Πως πρέπει να αντιδράσω;... Αναρωτιόμουν μέσα μου, μέχρι που η φωνή του έσπασε ξανά την σύντομη σιωπή που υπήρχε μεταξύ μας.

«Στο ντουλάπι που είναι μπροστά σου έχει ξεβαφτηκο, πάρτο και καθάρισε όλες τις αηδίες που έχεις απάνω σου» είπε με ένα σκληρό αλλά συγκρατημένο τόνο και χωρίς να φέρω αντίρρηση, υπάκουσα σιωπηλά.

Μέχρι να απλώσω το σαπούνι πάνω στο πρόσωπο μου, εκείνος είχε ήδη περιποιηθεί την πληγή μου και την είχε κλείσει τόσο απαλά που δεν είχα πονέσει καθόλου... Αλλάζοντας το νερό και προσθέτοντας ξανά αντισηπτικό, ετοίμασε ξανά το λεκανάκι κάνοντας με να σταματήσω για λίγο... Αφήνοντας με να συνεχίσω, εκείνος άρχισε να καθαρίζει και το υπόλοιπο μου σώμα από τα ξεραμένα και τα νωπά αίματα που είχαν μείνει πάνω στο κορμί μου.

Φτάνοντας στην ευαίσθητη μου περιοχή ακριβώς την στιγμή που ξέβγαζα ξανά το σαπούνι από το πρόσωπο μου, τελείως ασυναίσθητα για λίγο πάγωσα και αυτό δεν διέφυγε της προσοχής του... Παραπλανώντας με, καθάρισε ξανά το σφουγγάρι του, δίνοντας μου χρόνο να συνεχίσω και ακριβώς την στιγμή που έριχνα ξανά νερό πάνω στο πρόσωπο μου, χωρίς καμία προειδοποίηση, έχωσε το ένα του δάχτυλο μέσα μου... Πριν προλάβω να το συγκρατήσω, ένας λυγμός ξεπήδησε από τα χείλια μου μόλις η αίσθηση αυτή αυτόματα με έκανε να θυμηθώ τα γλοιώδη δάχτυλα του Χάντερ να με βεβηλώνουν και εκείνος βγάζοντας το δάχτυλο του γρήγορα από μέσα μου ξαφνικά μεταμορφώθηκε στο τέρας που γνώριζα πολύ καλά, βρίζοντας ασύστολα.

«Τον παλιό πούστη... Τόλμησε να σε αγγίξει;» είπε τελικά και γυρίζοντας όλο μου το σώμα προς το μέρος του βάζοντας τα χέρια μου πάνω στο μπάγκο έμεινα ξέπνοη να κοιτώ τις προθέσεις του.

Κάνοντας την κίνηση να σηκωθεί απότομα για λίγο ζαλίστηκε και πιάνοντας τον μπάγκο έκατσε ξανά στο σκαμπό... Αρπάζοντας την ευκαιρία που μου δόθηκε από αυτήν του την αδυναμία, φοβούμενη ότι θα ήταν ικανός να σηκωθεί για να πάει να τον βρει, πέρασα τα πόδια μου πάνω από τα δικά του και μόλις έκατσα απάνω του τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του, ελπίζοντας αυτό να είναι αρκετό για να τον σταματήσει.

«Μπέλα φύγε από πάνω μου» απαίτησε μέσα από τα δόντια του και επιβεβαιώνοντας ότι ο σκοπός του είναι να πάει πίσω και όχι να με κάνει να το πληρώσω που τον άφησα να με αγγίξει, πήρα κατευθείαν την δύναμη που χρειαζόμουν και έσφιξα τα χέρια μου πιο σφιχτά γύρω του.

«Σε παρακαλώ... σε παρακαλώ... μην το κάνεις... μην πας... μην με αφήνεις μόνη» παρακάλαγα μιλώντας ακατάπαυστα και τα χέρια του πάνω στο κορμί μου χωρίς να ελέγχει την δύναμη του σφίχτηκαν περισσότερο κάνοντας με να βογκήξω από τον πόνο.

«Πως τολμάς να μου λες τι να κάνω και τι όχι;» ξέσπασε όλο του τον εγωισμό ενώ ακόμα προσπαθούσε να με ξεκολλήσει από πάνω του αλλά εγώ δεν θα τον άφηνα αμαχητί.

«Δεν σου λέω τι να κάνεις... Αν αυτό είναι που πρέπει να κάνεις, αν αυτό είναι που θες να κάνεις, μπορείς να το κάνεις αύριο... ή μεθαύριο... μια οποιαδήποτε άλλη μέρα... Σε παρακαλώ όχι σήμερα, όχι τώρα... Είσαι μεθυσμένος, έχεις χάσει τόσο αίμα, είσαι αδύναμος και το μυαλό σου είναι τυφλωμένο από οργή... Μην πας τώρα σε παρακαλώ, δεν θέλω να χάσω και εσένα» είπα γρήγορα προσπαθώντας να τον μεταπείσω και αυτό για λίγο τον πάγωσε και σταμάτησα να αναπνέω ενώ δειλά σηκώνοντας το κεφάλι μου, τον κοίταξα στα μάτια.

Δεν έχω ιδέα τι σκεφτόταν, δεν έχω ιδέα τι αισθανόταν αλλά η σιωπή του με έκανε να πάρω μια ανάσα για να προσπαθήσω ξανά.

«Σε παρακαλώ Έντουαρτ... Όχι σήμερα» παρακάλεσα κοιτώντας τον πληγωμένα και τρίζοντας τα δόντια του έμεινε αναποφάσιστος.

Χωρίς να υπολογίσω τις κινήσεις μου, με την αναστροφή του χεριού μου, άγγιξα απαλά το πρόσωπο του και αυτόματα έκλεισε τα μάτια του σταματώντας την ανάσα του.

«Γιατί το κάνεις αυτό;... Δεν το καταλαβαίνεις ότι έτσι με κάνεις χειρότερα;» ρώτησε και πήρα μια τρεμάμενη ανάσα ενώ κατέβαζα το χέρι μου, με την καρδιά μου να χτυπά άρρυθμα από τον πόνο που με διαπέρασε.

«Δεν θέλω να χάσεις την ζωή σου εξαιτίας μου» είπα πνιγμένα ενώ χαμήλωνα το κεφάλι μου και δεν συνειδητοποίησα αμέσως ότι εκείνος είχε ανοίξει τα μάτια του και με κοίταζε.

Με το δεξί του χέρι να με συγκρατεί από την μέση και το αριστερό από τον αυχένα, με έγειρε απότομα προς τα πίσω ενώ βάζοντας τον αγκώνα του να ακουμπήσει πάνω στον μπάγκο του νιπτήρα, με ανάγκασε να τον κοιτάξω καθώς ένιωθα τα χέρια του να με σφίγγουν τόσο πολύ σε σημείο να με κάνουν να σαστίσω από τον πόνο... Αυτόματα τα χέρια μου βρέθηκαν πάνω στα μπράτσα του αμυντικά ενώ τον κοίταζα με πόνο και απόγνωση στα μάτια χωρίς να είμαι ικανή να καταλάβω τις προθέσεις του.

«Είναι νεκρός...» σίριξε μέσα από τα δόντια του κοιτώντας με, με την γνωστή πια σε μένα δολοφονική του ματιά ενώ τα χέρια του ασυναίσθητα έσφιγγαν περισσότερο το κορμί μου και αυτόματα τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν από τον πόνο που μου προκαλούσαν ενώ τα χέρια μου έσφιγγαν τα μπράτσα του... «Όποιος τολμήσει να αγγίξει ξανά αυτό το κορμί είναι νεκρός...» συνέχισε χωρίς να αλλάζει ύφος ενώ ανάσανε γρήγορα και χωρίς να ξέρω τι άλλο να κάνω κατένευσα μηχανικά... «Είναι μόνο δικό μου... Μόνο... δικό μου» έλεγε με έναν κτητικό τόνο που σε άλλη περίπτωση αυτό θα με έκανε να στριφογυρίσω τα μάτια μου απηυδισμένα, αλλά όχι τώρα... Τώρα το μόνο που μπορούσα να νιώσω ήταν όλη του την απελπισία να αντικατοπτρίζεται μέσα από όλες τις κινήσεις του και δεν μπορούσα παρά να τον καθησυχάσω.

«Μόνο δικό σου» επιβεβαίωσα με κόπο καθώς ένιωθα το στόμα μου να ξεραίνεται και την καρδιά μου να χτυπά σε ξέφρενους ρυθμούς.

Κλείνοντας τα μάτια του σφιχτά, κράτησε την ανάσα του και παραμένοντας σαν άγαλμα ακίνητος ένιωσα σταδιακά τα χέρια του να ξεσφίγγουν αλλά δεν με άφηνε να κουνηθώ σπιθαμή από την θέση μου.

«Διάολε... σε θέλω τόσο πολύ» είπε περισσότερο απευθυνόμενος στον ίδιο του τον εαυτό παρά σε μένα, κάτω από την ανάσα του και η καρδιά μου έγινε χίλια κομμάτια... Μέσα από αυτές τις λέξεις, ένιωσα όλη του την ανάγκη να με νιώσει που έκανε αδύνατον να αντισταθώ στο θέλημα του, τόσο πολύ που άρχισα να αναρωτιέμαι... Τελικά πόσο μαζόχα παίζει να είμαι;.

Τα χέρια μου με δική τους πρωτοβουλία, ακούμπησαν πάνω στην πετσέτα που ήταν ακόμα τυλιγμένη γύρω του αλλά πριν προλάβω να την ανοίξω, το χέρι του που με συγκρατούσε από την μέση, με σταμάτησε.

«Μπέλα...» είπε επιτακτικά μέσα από τα δόντια του, με τα μηλίγγια του να πάλλονται σαν τρελά... «Όχι...» διέταξε και τον κοίταξα μπερδεμένη χωρίς να καταλαβαίνω αλλά εκείνος έχοντας ακόμα τα μάτια του κλειστά δεν μπορούσε να διακρίνει την απορία στο πρόσωπο μου... Πριν προλάβω να εκφράσω την απορία μου δυνατά... συνέχισε... «Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να συγκρατήσω τον εαυτό μου...» είπε και παίρνοντας άλλη μια βαθιά ανάσα την κράτησε ενώ παρέμενε στην ίδια θέση με τα μάτια κλειστά... «Δεν θέλω να σε πονέσω περισσότερο» διευκρίνισε και αμέσως κατάλαβα την διαφορά.

Πράγματι δεν του άρεσε η βία στην σεξουαλική πράξη αλλά ο Έντουαρτ ήταν ένα οξύθυμο πλάσμα που είχε τα όρια του... Αν τον έκανες να τα ξεπερνά, τότε δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα άγρια ένστικτα του ακόμα και όταν τον έκαναν μετά να μην νιώθει καλά με τις πράξεις του... Όχι ότι αυτό έφτανε για να τον κάνει να μετανιώσει αλλά έφτανε για να τον κάνει να μην το ευχαριστιέται ή ίσως και κάτι παραπάνω από αυτό... Γι αυτό και ένιωθε τόσο άσχημα εκείνο το βράδυ με την Ρόουζ και το κοριτσάκι που είχε φέρει μαζί της, που μπορεί να μην ήταν ανήλικο αλλά δεν παύει να μην ήταν και κανένα έμπειρο κορίτσι που ήταν μέσα στα κόλπα τους... Γι αυτό και βρήκε την δύναμη να σταματήσει με την κοπέλα που είχε φέρει την επόμενη μέρα σπίτι του, γι αυτό και πάντα έβρισκε την δύναμη να βάζει εμένα, πάνω από το ίδιο του το πάθος, πάνω από το ίδιο του τον εγωισμό.

Τα χέρια μου αυτόματα βρέθηκαν πάνω στο πρόσωπο του και συγκρατώντας τον, άρχισα απαλά να χαϊδεύω της σακούλες που ήταν κάτω από τα μάτια του με τους αντίχειρες μου και αυτόματα άνοιξε τα μάτια του κοιτώντας με εξονυχιστικά ανέκφραστος.

«Σου έχω εμπιστοσύνη... Ξέρω ότι μπορείς να συγκρατηθείς» του είπα με ειλικρίνεια εννοώντας κάθε λέξη ξεχωριστά και εκείνος έσμιξε τα φρύδια του με απορία χωρίς να είναι ικανός να πιστέψει τι είχα πει μόλις.

«Γιατί;» ρώτησε εύλογα και χαμογέλασα με ένα θλιμμένο χαμόγελο ενώ αυθόρμητα συνέχισα να του χαϊδεύω το πρόσωπο με το πιο απαλό μου άγγιγμα.

«Γιατί είσαι ο μόνος που δεν με κορόιδεψε ποτέ... Είσαι ο μόνος που μου λες την αλήθεια κατάμουτρα, ακόμα και αν αυτή πονάει... Είσαι ο μόνος που δεν με αφήνεις στο σκοτάδι, που με κάνεις να ξυπνώ από τον λήθαργο που μου ανοίγεις τα μάτια και ταυτόχρονα με δέχεσαι γι αυτό που είμαι και όχι για κάτι που εσύ θα ήθελες να είμαι και είναι το μόνο που ζητώ και χρειάζομαι...» έμεινε αναποφάσιστος να με κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια, με τις κόρες των ματιών του να πηγαίνουν αριστερά και δεξιά σαν να με διάβαζαν... «Σου έχω εμπιστοσύνη... Ξέρω ότι δεν θες να μου κάνεις κακό» επανέλαβα.

Πριν συνειδητοποιήσω καλά καλά τις κινήσεις του, εκείνος παραμερίζοντας την πετσέτα από μπροστά του ακούμπησε τον ερεθισμό του στην είσοδο μου και βάζοντας ξανά το χέρι του πάνω στην μέση μου, με μια κίνηση με γέμισε ως τα βάθη της ύπαρξης μου αφήνοντας με ξέπνοη από τον πόνο.

«Σς...σς...σς... δεν θα σου κάνω κακό...» έλεγε την στιγμή που στα αυτιά μου έφταναν ταυτόχρονα οι λυγμοί μου... «Δεν θα σου κάνω κακό» επαναλάμβανε περισσότερο για να πείσει τον εαυτό του;... θα σας γελάσω... αλλά πράγματι πέρα από αυτό δεν έκανε καμία άλλη κίνηση.

Ανασαίνοντας μέσα στο αυτί μου τόσο γρήγορα που για λίγο φοβήθηκα ότι θα πάθαινε τίποτα... έμεινε απόλυτα ακίνητος σαν άγαλμα ενώ το κεφάλι του ακουμπούσε πάνω στην ένωση του λαιμού μου με του ώμου μου και πραγματικά δεν είχα ιδέα τι να κάνω.

«Μην κουνηθείς» σχεδόν διέταξε σαν να είχε ακούσεις τις σκέψεις μου και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα την κράτησε καθώς ένιωθα το σώμα του να τρέμει και τον ερεθισμό του να πάλετε μέσα μου... «Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο μακριά σου αλλά δεν θα προδώσω την εμπιστοσύνη σου» είπε πιο απαλά με βαθιά φωνή και αμέσως όλο μου το σώμα χαλάρωσε καθώς άφηνα την ανάσα που κρατούσα να βγει ήρεμα από μέσα μου.

Πιέζοντας το κεφάλι μου πάνω στο δικό του πέρασα το ένα χέρι μου γύρω από τον αυχένα του συγκρατώντας τον απάνω μου ενώ με το δεύτερο μου χέρι μέσα στα μαλλιά του τον χάιδευα απαλά και το βογκητό του αισθησιακό μέσα στα αυτιά μου με έκανε να ανατριχιάσω ολόκληρη... Τα χείλια του πάνω στο λαιμό μου έστελναν κύματα φωτιάς σε όλο μου το σώμα ξυπνώντας το αυτόματα από τον λήθαργο.

«Είναι νεκρός» επανέλαβε με τραχιά φωνή μέσα στην παραζάλη του και κρατώντας την ανάσα του ενώ ρούφηξε την επιδερμίδα του λαιμού μου με έναν τρόπο που μου δήλωνε το πόσο ανάγκη με είχε... μου θόλωσε την κρίση μου και από αντίδραση το σώμα μου τεντώθηκε ενώ έγερνα το κεφάλι μου προς τα πίσω, καθώς τα αγκομαχητά μου έσπασαν την σιωπή και απατώντας με ένα βογκητό άρχισε να κινείται μέσα μου αργά για λίγο αλλά πολύ γρήγορα σταμάτησε τρίζοντας τα δόντια του χωρίς να ανοίγει τα μάτια του καθώς κράταγε την ανάσα του... Πρέπει να πόναγε πάρα πολύ αλλά ήταν πολύ πεισματάρης για να το παραδεχτεί.

«Πες μου τι πρέπει να κάνω» του είπα καθώς του χάιδευα απαλά τα μαλλιά του ενώ κρατούσα με νύχια και με δόντια τον εαυτό μου για να μην τον φιλήσω πάνω στα υγρά του μαλλιά από φόβο μην τον κάνω χειρότερο... Καθώς ανασήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια μου, ξαφνικά μεταμορφώθηκε και όλα του τα χαρακτηριστικά μαλάκωσαν τόσο πολύ που μόνο με αυτήν του την ματιά ένιωσα να λιώνω μέσα στην αγκαλιά του.

«Βάλε τα πόδια σου να ακουμπήσουν πάνω στο σκαμπό και πάρτο απάνω σου... Κάνε ότι θες» μου έδωσε την άδεια και μόλις έβαλα τα πόδια μου πάνω στο σκαμπό πίσω από την πλάτη του, βάζοντας τον αγκώνα μου πάνω στον πάγκο του νιπτήρα ανασήκωσα τον σώμα μου και εκείνος με άφησε από το κράτημα του για να μου δώσει το δικαίωμα να συνεχίσω.

Τα χείλια του βρέθηκαν αμέσως πάνω στο στήθος μου και βογκώντας ταυτόχρονα με εκείνον, με το χέρι μου που ήταν ακόμα μέσα στα μαλλιά του τον κράτησα σφιχτά απάνω μου και άρχισα να κουνιέμαι κλείνοντας τα μάτια μου.

Τα ηδονικά του βογκητά για άλλη μια φορά άρχισαν να στέλνουν κύματα φωτιάς σε όλο μου το σώμα, κάνοντας το να ξεδιπλώνεται...

Μπαίνοντας στην σφαίρα της φαντασίας, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου και του χορού με το κορμί μου να φλέγεται ολόκληρο, ξέχασα τελείως τι είχε συμβεί από την στιγμή που τον είχα αντικρίσει ξανά, από την στιγμή που με είχε ρίξει ο Φλικ στο πάτωμα και μετά... Ακόμα και όλη την αηδία που ένιωσα με εκείνο το απαίσιο άγγιγμα, με την σφαίρα που μου έκαψε την μέση και με έκανε να σαστίζω από τον πόνο... Τα ξέχασα όλα και αυτόματα παραδόθηκα στο άγγιγμα του στα υγρά του φιλιά και πέφτοντας μέσα στην φωτιά, άφησα τον εαυτό μου να καεί και να εξωτερικεύσει όλα όσα δεν τολμούσα να σκεφτώ, δεν τολμούσα να κάνω σε άλλη περίπτωση... Χωρίς ίχνος ντροπής άφησα τον εαυτό μου να γευτεί την εμπειρία με όλη μου την ψυχή.

«Πως μπορείς να είσαι τόσο τέλεια» εξωτερίκευσε και με έκανε να νιώσω τόσο μοναδική.

«Φίλα με» παρακάλεσα παραπονιάρικα ενώ αγκομαχούσα και τα χείλια του αμέσως υπάκουσαν την εντολή μου και βογκώντας κοντά στο αυτί μου ένιωσα για άλλη μια φορά τα υγρά του χείλια να με ρουφάνε ολόκληρη, κάνοντας την ανάσα μου να χάνεται από αυτήν την αίσθηση.

«Μπέλα πιο σιγά» τον άκουσα να μου λέει με το χέρι του πάνω στην μέση μου να προσπαθεί να με φρενάρει, αλλά μου ήταν αδύνατον να σταματήσω.

«Φίλα με» παρακάλεσα ενώ ένιωσα τα μάγουλα μου να υγραίνονται από τα δάκρυα της ηδονής που με είχε ξεπεράσει, καθώς το σώμα μου παίρνοντας φωτιά συνέχισε να κουνιέται στον ξέφρενο ρυθμό της απόλυτης ολοκλήρωσης, μέσα από της απανωτές εκρήξεις που έκαναν το κορμί μου να τραντάζεται ολόκληρο... «Φίλα με» παρακάλαγα και τον ένιωσα να σφίγγετε.

«Μπέλα... αααααα» τον άκουσα από μακριά και ξαφνικά τον ένιωσα να με ξεκολλά από πάνω του ενώ σηκωνόταν όρθιος... «Άνοιξε το στόμα σου μωρό μου» έλεγε με μια παθιασμένη φωνή και ανοίγοντας τα μάτια μου και το στόμα μου αυτόματα, εκείνος ακούμπησε τον γίγαντά πάνω στα χείλια μου και χωρίς πραγματικά να σκεφτώ τις κινήσεις μου, απομακρύνοντας το χέρι του τον άρπαξα βγάζοντας την γλώσσα μου έξω και παρασυρμένη από το πάθος μου άρχισα να τον παίζω γρήγορα ενώ βογκούσα από την έξαψη... «Ω μωρό μου...» μούγκρισε καθώς λύγισε το κορμί του μπροστά χωρίς να έχει κουράγιο να μείνει άλλο τελείως όρθιος, ακουμπώντας το χέρι του πάνω στον μπάγκο για να υποβαστάξει το βάρος του ενώ ανάσαινε τόσο γρήγορα που δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτό ήταν καλό ή όχι.

Πριν σαστίσω και τα χάσω, νιώθοντας τα υγρά του να καίνε την γλώσσα μου για λίγο ξαφνιάστηκα... αλλά την στιγμή που δεν ένιωσα να αηδιάζω όπως θα περίμενα, πήρα την πρωτοβουλία και βάζοντας τον όσο χωρούσε μέσα στο στόμα μου, άρχισα να τον ρουφώ με μανία και εκείνος άρχισε να τραντάζεται και να τρέμει...

«Γαμώτο... πως μπορείς να είσαι τόσο τέλεια...» έλεγε ενώ αγκομαχούσε... «Μην σταματάς μωρό μου...» παρακάλαγε με μια κραυγή που με έκανε να νιώσω όλη του την ανάγκη καθώς ίσιωνε ξανά το σώμα του βάζοντας το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου.

Ήμουν πολύ μακριά για να μπορέσω εκείνην την στιγμή να τον σταματήσω... όμως και εκείνος όπως είχε υποσχεθεί δεν πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του είχα και αφήνοντας το εκεί, πάλεψε με τον εαυτό του μουγκρίζοντας από απόλυτη ηδονή και ικανοποίηση χωρίς να κουνηθεί σπιθαμή μέχρι που ένιωσα ότι δεν είχε τίποτα άλλο να δώσει και εκεί που τον άφηνα από το σφιχτό μου κράτημα, η φωνή της Ρόουζ με έστειλε αδιάβαστη.

«Όχι ρε πούστη... Έχασα το καλύτερο;» είπε και η κραυγή που ξέφυγε από μέσα μου από το ξάφνιασμα μου, ήρθε σαν πρώτη αντίδραση από την ντροπή που ένιωσα μέσα μου... Ο Έντουαρτ όμως πιο γρήγορος από μένα, καθώς έκατσε ξανά στο σκαμπό με έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του χαϊδεύοντας το μαλλί μου παρηγορητικά ενώ με το δεύτερο του χέρι με συγκρατούσε από την πλάτη απόλυτα απάνω του.

«Σς..σς...σς... εγώ είμαι εδώ» ψιθύρισε και καθώς κατένευσα τρεμάμενα έκρυψα το κεφάλι μου πάνω στο στερνό του και έμεινα ακίνητη περιμένοντας υπομονετικά τις εξελίξεις... «Ήθελες κάτι;» ρώτησε με τραχιά φωνή αλλά δεν μπορούσα να δω ούτε το δικό του ύφος αλλά ούτε και το δικός της.

«Εγώ φταίω που κάνω και τον χαμάλη από πάνω...» είπε με δηλητήριο στην φωνή της και για μια στιγμή απλώθηκε μια περίεργη σιωπή ενώ φαντάστηκα ότι ανταλλάσανε τις σκέψεις τους με τα βλέμματα τους... «Τεσπά... Έχω ραντεβού, θα τα καταφέρετε μόνοι σας;» ρώτησε τελικά η Ρόουζ και μια απερίγραπτη ανακούφιση πλημμύρισε όλες μου τις αισθήσεις στην ιδέα ότι εκείνη δεν θα ήταν στον ίδιο χώρο με μένα που αυτόματα το σώμα μου χαλάρωσε.

«Να μην σε κρατάμε» της γύρισε με δηλητήριο στην φωνή του και εκείνη χωρίς να πει τίποτα άλλο, έφυγε ενώ κοπάνησε την πόρτα πίσω της... «Μην της δίνεις σημασία... Πάντα τόσο πικρόχολη ήταν...» είπε κατευθείαν μόλις μείναμε ξανά μόνοι μας, αναγκάζοντας με να τον κοιτάξω αλλά δεν ήξερα πως να απαντήσω σε αυτό... «Έλα να πλυθούμε και να πάμε να ξαπλώσουμε» συνέχισε τελικά και παρασέρνοντας με μαζί του με τράβηξε προς την ντουζιέρα.

Καθαρίζοντας τα σώματα μας γρήγορα προσέχοντας πάρα πολύ καλά να μην βρέξουμε τα τραύματα μας βγαίνοντας από την ντουζιέρα, πήρα μια πετσέτα την τύλιξα γύρω μου και παίρνοντας μια δεύτερη, άρχισα να του στεγνώνω το κορμί απαλά... Η ματιά του ήταν τόσο περίεργη που δεν μπορούσα να την αποκωδικοποιήσω αλλά δεν εξέφραζα την απορία μου για το τι σκεφτόταν ανοιχτά γιατί ακόμα δεν είχα ιδέα για το ποιες ήταν οι διαθέσεις του.

Καθώς πήρα ένα εσώρουχο από την μια σακούλα που περιείχε μέσα διάφορα ρούχα, την στιγμή που του ανασήκωνα το ένα πόδι για να του το φορέσω δεν άντεξε άλλο και έσπασε πρώτος την σιωπή.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε και ανασήκωσα αυτόματα τους ώμους μου αδιάφορα καθώς του ανέβαζα το εσώρουχο πιο ψηλά.

«Γιατί πάντα αυτό ήταν το όνειρο μου» του απάντησα και μόλις έκατσα στο σκαμπό και αντίκρισα την ματιά του εκείνος με κοίταξε με απορία ανασηκώνοντας τα φρύδια του... «Για ποιον λόγο πιστεύεις ότι ακολούθησα την νοσηλευτική;» τον ρώτησα και ήταν σειρά του να ανασηκώσει τους ώμους του.

«Για να βοηθήσεις την γιαγιά σου στην περίπτωση που το χρειαζόταν» είπε την διαπίστωση που είχε κάνει και κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου σοβαρή.

«Για να βοηθάω όποιον με έχει ανάγκη» τον διόρθωσα και εκείνος ανέκφραστος, έμεινε σιωπηλός μαζεύοντας τις σκέψεις του.

«Ακόμα και όσους δεν το αξίζουν;» είπε μισό αστεία μισό σοβαρά αλλά εγώ παραμένοντας σοβαρή διαφώνησα.

«Έντουαρτ... όλοι έχουμε δικαίωμα για μια δεύτερη ευκαιρία, γιατί όχι και εσύ;» τον ρώτησα και κρατώντας την ανάσα του ζάρωσε για λίγο τα φρύδια του ενώ τα χείλια του έγιναν αμέσως μια ίσια άκαμπτη γραμμή και χωρίς να πει τίποτα άλλο πάνω σε αυτό, σηκώθηκε και έφυγε με μεγάλες δρασκελιές ενώ βγαίνοντας από την πόρτα την κοπάνισε με δύναμη πίσω του και έμεινα να κοιτώ την κλειστή πόρτα με απορία.

Τι μύγα τον τσίμπησε πάλι;... Γιατί δεν μπορώ να τον καταλάβω αυτόν τον άνθρωπο;... αναρωτήθηκα αλλά αφήνοντας την ανάσα μου να βγει από μέσα μου αργά τα παράτησα και ψαχουλεύοντας τις σακούλες μόλις βρήκα ένα νυχτηκάκι και εσώρουχα άρχισα να τα φορώ χωρίς να έχω επιλογή... Δεν θα ήταν κάτι που θα διάλεγα για μένα αλλά ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε... Μετά από όλα αυτά η σεμνοτυφία μας μάρανε, σκέφτηκα.

Φτάνοντας στο δωμάτιο που ήταν εκείνος ήδη ξαπλωμένος τον κοίταξα από το κατώφλι της πόρτας χωρίς να μπαίνω μέσα.

«Μπορώ να...» ξεκίνησα να λέω για να τον αποδεσμεύσω αλλά με ένα του βλέμμα μου δήλωσε ξεκάθαρα να μην τολμήσω να κάνω παραπάνω βήμα εκτός και αν ήταν προς το μέρος του.

Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα πήγα κοντά του, ξάπλωσα στο χώρο που μου είχε κάνει εκείνος και ανεβάζοντας τα πόδια μου πάνω στο κρεβάτι, εκείνος με τράβηξε κοντά του κολλώντας την πλάτη μου πάνω στο στερνό του και αφού με σκέπασε έβαλε το κεφάλι του να ακουμπήσει στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και μένοντας σιωπηλός δεν ξανακουνήθηκε.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Haunted Love "50 Get Out Alive"



«Μπορείς να πιάσεις το κινητό από την τσέπη μου;» ρώτησε πριν το φανάρι ανάψει και ξεφύσησα από την μύτη τρίζοντας τα δόντια μου προσπαθώντας πολύ σκληρά να τον αγνοήσω πριν εξοστρακιστώ τελείως... μουρμουρίζοντας από μέσα μου.

Εδώ ο κόσμος καίγεται και το καυλί χτενίζεται... να είχε και τίποτα να χτενίσει πάει στο καλό... Μα καλά πως είναι δυνατών να κάνει αποτρίχωση μέχρι και εκεί;... αναρωτήθηκα απελπισμένα με το μυαλό μου να ξεφεύγει τελείως...

Μπέλα δεν είναι ώρα για τέτοιες σκέψεις... η φωνή της λογικής με επανέφερε και καθώς εκείνος συνέχιζε το παιχνίδι του με έκανε να βγω τελείως από τα ρούχα μου.

«Δεν με λυπάσαι καθόλου... πληγωμένο άνθρωπο;» ρώτησε και καλά αθώα.

«Απαίτησες να μην το ξανακάνω... Οπότε όχι» του απάντησα ψυχρά βγάζοντας όλο το δηλητήριο που ανάβλυζε από μέσα μου και για μια στιγμή εκείνος πάγωσε.

Βλέποντας το φανάρι να ανάβει πράσινο με όλον τον εκνευρισμό που με είχε καταβάλει... κάρφωσα την πρώτη και πατώντας παραπάνω το γκάζι... έκανα το αυτοκίνητο να κλωτσήσει και μόλις η μηχανή του έσβησε... χτύπησα το χέρι μου πάνω στο τιμόνι ενώ σβήνοντας την για να την ξαναβάλω μπρος εξέφραζα τα νεύρα μου πια δυνατά.

«Άντε γαμήσου και εσύ... κωλάμαξο» έλεγα και το γελάκι του Έντουαρτ με έκανε να ξεπεράσω κάθε προηγούμενο... «Ειλικρινά Έντουαρτ... αν δεν το κόψεις τώρα, είμαι στο τσακ να σε παρατήσω όπως είσαι και να σηκωθώ να φύγω» τον απείλησα με τα μηλίγγια μου να πάλλονται τόσο γρήγορα που με έκαναν να νιώθω ότι θα πάθω κανένα εγκεφαλικό από την πίεση που μου προκαλούσε ενώ το πρόσωπο μου πια έπρεπε να είχε κατακοκκινίσει.

«Και που θα βρεις χειρότερα;» ρώτησε προκαλώντας με περισσότερο και αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε.

Με τα κορναρίσματα από πίσω... το κοροϊδευτικό ύφος του Έντουαρτ... και τα νεύρα μου να χτυπάνε κόκκινο... σφίγγοντας το τιμόνι πιο δυνατά με το ένα μου χέρι, έβαλα το άλλο μου χέρι  πάνω στην μίζα για να βάλω μπροστά ξανά το αμάξι λέγοντας με πικρία.

«Μην αγχώνεσαι... και η μοίρα μου δεν θα με αφήσει έτσι... Όλο και κάποιον χειρότερο θα βρει να μου στείλει για να με αποτελειώσει...» του πέταξα και βάζοντας μπρος ξανά, πατώντας το γκάζι έκανα το αυτοκίνητο να πετάξει... ενώ δεν παρέλειπα να μουρμουρίζω ότι με έπνιγε μέσα μου από όλην αυτήν την κοροϊδία που έτρωγα λίγο από εκείνον και λίγο από τα βρισίδια και τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων που ήταν πίσω μας... «Άστο διάολο όλοι σας πια... όταν εσείς πιάνατε τιμόνι για πρώτη φορά στην ζωή σας ξέρατε να οδηγείτε;... Δεν σας έσβησε ποτέ η μηχανή;... Γιατί πάντα πρέπει να κοροϊδεύεται ότι και οι ίδιοι έχετε κάνει άπυρες φορές στην ζωής σας;.....» και άλλα πολλά που πραγματικά δεν θυμάμαι γιατί είχα ξεφύγει τελείως.

Προς μεγάλη μου έκπληξη ο Έντουαρτ αντί να απαιτήσει να τα πω πιο δυνατά, όπως θα έκανε κάθε άλλη φορά... ή αντί να εκνευριστεί... παραμένοντας σιωπηλός, με άφησε να ξεσπάσω όλον μου τον εκνευρισμό... μέχρι που έφτασε η στιγμή να με καθοδηγήσει ξανά προς το σπίτι της Ρόουζ... που κατάλαβα ότι κατευθυνόμασταν από το τηλεφώνημα που της έκανε.

Σβήνοντας την μηχανή, μόλις πάρκαρα το αυτοκίνητο στο γκαράζ της Ρόουζ, μέχρι εκείνη να έρθει κοντά μας, έκλεισα τα μάτια αφήνοντας το κεφάλι μου να ξεκουραστεί στο μαξιλάρι του καθίσματος και ο Έντουαρτ βάζοντας το χέρι του απαλά πάνω στο δικό μου, με έκανε να τον κοιτάξω.

«Είσαι καλά;» ρώτησε με αγωνία και αυτό με έκανε να τρελαθώ περισσότερο.

«Ναι λες και σε νοιάζει» του είπα εκνευρισμένα, τραβώντας το χέρι μου από το δικό του ενώ πάλευα να βγάλω την διαολεμένη ζώνη και εκείνος με σταμάτησε.

«Μπέλα...» αγνοώντας τον μόλις κατάφερα να πατήσω την ασφάλεια της ζώνης, την αφαίρεσα  από πάνω μου και προσπάθησα να βγω με όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει... «Μπέλα...» απαίτησε ξανά με το χέρι του να σφίγγει σαν μέγγενη γύρω από το δικό μου καθηλώνοντας με ξανά στο κάθισμα... «Είσαι καλά;» ρώτησε ξανά και τρίζοντας τα δόντια μου έμεινα να τον κοιτώ με μια δολοφονική ματιά, ενώ ανάσαινα γρήγορα χωρίς να του απαντώ και η Ρόουζ μας έβγαλε από την σύντομη σιωπή.

«Θα μου πει κανείς τι γίνεται εδώ;... Καλά μωρή πως διάολο κατάφερες να διαλύσεις τέτοιο αριστούργημα;» συνέχιζε εκείνη και ο Έντουαρτ αφήνοντας με, ξεφυσώντας από την μύτη του, γύρισε από την άλλη για να ανοίξει την πόρτα αλλά από το χτύπημα δεν άνοιγε με τίποτα.

«Έλα να με βοηθήσεις να την ανοίξουμε... και άσε τις ερωτήσεις για μετά» απαίτησε εκείνος και η Ρόουζ στριφογύρισε τα μάτια της ενώ δεν παρέλειψε να μου ρίξει μια ματιά όλο δηλητήριο.

Αγνοώντας και τους δύο πήγα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και μόλις άνοιξα το πορτμπαγκάζ και ο Φλικ βγήκε από μέσα, εκείνη αφήνοντας μια στριγκλιά έκανε το σώμα της πιο πίσω ακριβός την στιγμή που Φλικ άρχισε να ξεγυμνώνει τα δόντια του.

«Φλικ... ήρεμα αγόρι μου» του είπα αμέσως συγκρατώντας τον από το κολάρο του, ενώ χαμηλώνοντας το κορμί μου τον έκλεισα στην αγκαλιά μου.

«Πάρε αυτόν τον δαίμονα από μπροστά μου» φώναξε εκείνη κοιτώντας με ξαφνιασμένα αλλά και σοκαρισμένη ταυτόχρονα χωρίς να είναι ικανή να συντονίσει τις σκέψεις της.

«Ρόζαλη... επιτέλους βγάλε με από εδώ γαμώτο σου... Θα τον κρατήσει η Μπέλα» της είπε εκνευρισμένα ο Έντουαρτ και εκείνη γυρίζοντας την ματιά της προς τον Έντουαρτ, τον κοίταξε δύσπιστα αλλά τελικά πηγαίνοντας προς το τέρμα του γκαράζ που είχε κάποια εργαλεία, πήρε ένα μεγάλο σιδερένιο εργαλείο που δεν είχα ιδέα πως λεγόταν και με αυτό τον βοήθησε να ανοίξει την πόρτα καταστρέφοντας την τελείως.

«Ω ρε πούστη μου... εσύ έχεις πάθει μεγάλη ζημιά... Μην περιμένεις να πάρω την ευθύνη και να σου το βγάλω εγώ...»είπε και εκείνος την κοίταξε προειδοποιητικά... Σηκώνοντας τα χέρια της ψιλά αμυντικά συνέχισε... «Ξέχνα το... είναι πολύ βαθύ... Πήγαινε σε κανένα νοσοκομείο»

«Ρόουζ... βλέπεις να φτάνω να το κάνω μόνος μου;» την ρώτησε αφρίζοντας.

«Μπορώ να το κάνω εγώ...» προσφέρθηκα και γύρισαν αυτόματα προς το μέρος μου δύσπιστα... «Αν φυσικά το θες»

«Το έχεις ξανακάνει;» ρώτησε ο Έντουαρτ και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Όχι σε ζωντανό άνθρωπο... αλλά έχω παρακολουθήσει μαθήματα... στην περίπτωση που χρειαζόταν για την γιαγιά μου» Εξήγησα και ο Έντουαρτ έβγαλε την ανάσα του εξουθενωμένα ενώ κατένευσε.

«Πάμε μέσα» διέταξε και η Ρόουζ πρώτη από όλους μας, βγήκε από την πόρτα που οδηγούσε προς το εσωτερικό του σπιτιού της... κλείνοντας την πίσω της με δύναμη από τα νεύρα της... «Φλικ μείνε εδώ και μην κάνει καμία βλακεία» τον προειδοποίησε αυστηρά και εκείνος αμέσως έκατσε σούζα και εγώ ισιώνοντας το κορμί μου τον κοίταξα και κάνοντας νόημα με το κεφάλι του, μου υπέδειξε να πάω προς το μέρος που είχε φύγει και η Ρόουζ.

«Ότι χρειάζεσαι ξέρεις που θα τα βρεις... Θα πάω να σας φέρω τίποτα για να αλλάξετε... και να ετοιμάσω τον καναπέ για τηνννν» είπε με αηδία στην φωνή της η Ρόουζ μόλις μπήκαμε στην τουαλέτα που ήταν στον δεύτερο όροφο του σπιτιού της... και ο Έντουαρτ την έκοψε κατευθείαν.

«Η Μπέλα θα κοιμηθεί μαζί μου» δήλωσε και η Ρόουζ τον κοίταξε σοκαρισμένη... «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» την ρώτησε και τρίζοντας τα δόντια της χωρίς να πει τίποτα άλλο γύρισε την πλάτη της και έφυγε... «Δεν διακινδυνεύω να είναι μαζί στον ίδιο χώρο» διευκρίνισε... και κατένευσα ενώ γυρίζοντας την πλάτη μου άρχισα να σηκώνω τα μανίκια μου για να τα πλύνω τα χέρια μου καλά πριν ξεκινήσω.

«Γιατί δεν βγάζεις την καπαρντίνα σου;» ρώτησε εκείνος ενώ καθόταν στο σκαμπό που ήταν πίσω μου και άρχισα να ανασαίνω και πάλι γρήγορα.

«Γιατί κρυώνω... έχεις κάποιο πρόβλημα σε αυτό;» τον ρώτησα εκδηλώνοντας όλον μου τον εκνευρισμό και εκείνος σήκωσε τα χέρια του ψιλά αμυντικά δηλώνοντας μου ότι δεν ήθελε να με προκαλέσει περισσότερο... ενώ παίρνοντας το μπουκάλι με το ουίσκι που του είχε αφήσει η Ρόουζ από το μπάγκο... έβγαλε το καπάκι και άρχισε να το κατεβάζει σαν νερό... «Το θεωρείς καλή ιδέα;» τον ρώτησα και μόλις κατέβασε το μπουκάλι σκούπισε το στόμα του με την αναστροφή του χεριού του και παίρνοντας μια ανάσα έκλεισε τα μάτια του για να συγκεντρωθεί... Με μια γουλιά είχε κιόλας αδειάσει το ¼ του μπουκαλιού... Μα καλά πότε πρόλαβε;... αναρωτήθηκα.

«Προτείνω ο καθένας να κοιτάξει την δουλειά του... Τι λες;» ρώτησε χωρίς να ανοίγει τα μάτια του και τα παράτησα.

Τράβα κουρέψου μαλάκα... εγώ φταίω που ενδιαφέρομαι κιόλας... Μουρμούρισα μέσα μου και γυρίζοντας την πλάτη μου βάζοντας σε σειρά όσα χρειαζόμουν παίρνοντας το τοπικό αναισθητικό και μια γάζα με αντισηπτικό πήγα πίσω από την πλάτη του... και απομακρύνοντας το ξεραμένο και το νωπό αίμα γύρω από την πληγή του άρχισα να απλώνω την τοπική αναισθητική γύρω από την πληγή του.

Αμέσως άρχισε να γίνεται ανυπόμονος ενώ όλο του το δέρμα άρχισε να τσιτώνεται και πραγματικά δεν ήξερα τι να κάνω για να του πάρω τον πόνο μακριά αλλά δεν μπορούσα να κάνω και περισσότερα μέχρι η αναισθησία να τον πιάσει.

«Θα το βγάλεις επιτέλους να τελειώνουμε;» ρώτησε εκνευρισμένος και αναστέναξα.

«Προτείνω ο καθένας να κοιτάξει την δουλειά του... Τι λες;» του γύρισα τα λόγια του όπως ακριβός τα είχε πει ο ίδιος και τρίζοντας τα δόντια του με κοίταξε για μια στιγμή με μια δολοφονική ματιά μέσα από τον καθρέπτη... αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη... κατέπνιξε ότι άλλο ήθελε να μου πετάξει και πίνοντας μια γερή γουλιά από το μπουκάλι του έκλεισε τα μάτια του σταματώντας την ανάσα του και αφού την άφησε ξανά να βγει από μέσα του αργά... έσκυψε μπροστά το κεφάλι του και έμεινε ακίνητος περιμένοντας και πάλι υπομονετικά.

Με την κίνηση του αυτή, από τα μαλλιά του έπεσαν σκόνες από τα συντρίμμια και έτσι αναγκάστηκα για άλλη μια φορά να καθαρίσω την πληγή του και γύρω από αυτήν πριν πάθει καμία μόλυνση και υπενθύμισα στον εαυτό μου να μην τον αφήσω να το ξανακάνει μέχρι να τελειώσω.

Καθώς το χέρι μου πέρναγε από τα παλιά του σημάδια καθαρίζοντας τα, ξαφνικά ένιωσα σαν κάποιος να μου έδωσε μια γροθιά στην κοιλιά αφήνοντας με ξέπνοη από την διαπίστωση μου.

«Μοιάζουν σαν κάποιος να με έχει κρεμάσει από δώδεκα τσιγκέλια σαν πρόβατο στην σφαγή από το ταβάνι;» ρώτησε με μια δώσει ειρωνείας κοιτώντας με από τον καθρέπτη... και γύρισα ξέπνοη ακόμα να τον κοιτάξω με πόνο στην ματιά μου και εκείνος χαμογέλασε με ένα ψυχρό χαμόγελο... «Εσύ τι θα επέλεγες Μπέλα;... Να είναι αυτό το τέλος σου ή να ζήσεις όπως ζω εγώ τώρα;» ρώτησε και ένιωσα την γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου.

«Λυπάμαι» είπα ειλικρινά και εκείνος γελώντας χωρίς χιούμορ έκανε την κίνηση να περάσει το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του και τον σταμάτησα πριν συνεχίσει... «Μην το κάνεις αυτό... το μαλλί σου είναι γεμάτο χώματα και θα πάθεις καμία μόλυνση» τον παρακάλεσα και αφήνοντας την ανάσα του να βγει αργά κατέβασε το χέρι του και έμεινε σκυφτός.

«Δεν είχα επιλογή...» συνέχισε χωρίς κανένα συναίσθημα να καλύπτει τα λόγια του... «Κοίτα μην επαναλάβεις τα δικά μου λάθη... Μείνε μακριά από αυτήν την ζωή... γιατί δεν πρόκειται ποτέ να την συνηθίσεις... Μην κοιτάς εμένα... ένα σιχαμένο σαδιστικό καθίκι ήμουν ένα σιχαμένο σαδιστικό καθίκι θα πεθάνω... Ο άνθρωπος Μπέλα γεννιέται δεν γίνεται»

«Δεν το πιστεύω αυτό» είπα ανοιχτά την άποψη μου πάνω σε αυτό και ξεφύσησε γελώντας δύσπιστα.

«Σε αυτήν την περίπτωση τότε θα σου δώσω μια συμβουλή... Μην αλλάξεις ποτέ» είπε μόνο και μένοντας και πάλι σιωπηλός προσπάθησε με νύχια και με δόντια να καταπνίξει τον πόνο του για να με αφήσει να συνεχίσω.

Καταλαβαίνοντας ότι στα αγγίγματα μου δεν αντιδρούσε πια, πήρα την απόφαση να συνεχίσω και τον κοίταξα μέσα από τον καθρέφτη.

«Μείνε όσο μπορείς πιο ακίνητος... Δεν μπορώ να το τραβήξω μια και έξω... είναι πολύ βαθιά» του είπα ήρεμα και κατένευσε καθώς έκλεινε τα μάτια και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ξεκίνησα.

Δεν κουνήθηκε καθόλου... δεν έβγαλε καν ένα βογκητό πόνου... και αυτό με έκανε να το θαυμάσω για το κουράγιο του... καθώς εγώ δεν το έβγαλα μια και έξω από τον φόβο μην έχει κόψει καμία αρτηρία και τρέχουμε και δεν φτάνουμε μετά.

«Το καλό νέο είναι ότι δεν έχει κοπεί καμία αρτηρία... η αιμορραγία δεν είναι ανεξέλεγκτη...» είπα και πήρε μια ανάσα... «Το κακό νέο είναι ότι είναι πολύ βαθύ και θα πρέπει να κάνω και εσωτερικά ράμματα... Θα αντέξεις;» τον ρώτησα και έσφιξε την μπουνιά του.

«Κράτα κλειστή την πληγή» είπε και μόλις το έκανα σήκωσε το κεφάλι του και με μια γουλιά ήπιε μια γερή ποσότητα από το μπουκάλι με το ουίσκι που κράταγε ακόμα.

Μόλις πήρε την προηγούμενη θέση... ξεκίνησα αμέσως τα ράμματα με την ψυχή στο στόμα αλλά δεν τα έβαζα κάτω... Απόλυτα συγκεντρωμένη έκανα όσα είχα μάθει και μόλις έδεσα και το τελευταίο ράμμα το κοίταξα με θαυμασμό.

«Δεν τα πήγα και άσχημα για πρώτη φορά» είπα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά ενώ άφηνα την βελόνα στην άκρη για να πάρω το μπενταντίν να το απολυμάνω πριν κλείσω τελείως την πληγή.

«Νόμιζα ότι δεν ήταν η πρώτη σου φορά» μου κάρφωσε και πάγωσα δαγκώνοντας τα χείλια μου... Ηλίθια της θες και το ανοίγεις.

«Συγνώμη» είπα μόνο ενώ ένιωθα να κοκκινίζω ολόκληρη.

«Είπες ψέματα;» ρώτησε δύσπιστα και άρχισε να γελάει χωρίς να το πιστεύει.

«Ήταν ικανή να σε αφήσει να πεθάνεις από αιμορραγία... Τι άλλο να έκανα;» απολογήθηκα και αυτό τον έκανε να ξεπεράσει κάθε άλλο... «Θύμωσες πολύ;» ρώτησα και εκείνος αφήνοντας την ανάσα του να βγει βαριά από μέσα του κούνησε τελικά το κεφάλι του αρνητικά.

«Αν το έλεγες πιο πριν... Δεν θα σε άφηνα να το κάνεις» παραδέχτηκε και καθώς κόλλησα την αυτοκόλλητη αποστειρωμένη γάζα κλείνοντας το... εκείνος ίσιωσε το κορμί του και ήπιε άλλη μια γερή γουλιά από το μπουκάλι για να πάρει δύναμη... ενώ από τον τρόπο που μετακινιόταν φαινόταν καθαρά ότι είχε ήδη αρχίσει να τον πιάνει.

«Τουλάχιστον παρακολούθησες μαθήματα ή ήταν και αυτό ψέματα;» ρώτησε μόλις γύρισα την πλάτη μου και ετοίμασα ένα λεκανάκι που είχε αφήσει η Ρόουζ για μας... με αντισηπτικό σαπούνι και νερό για να του καθαρίσω το υπόλοιπο του σώμα, μιας και δεν μπορούσε να κάνει μπάνιο στην κατάσταση που ήταν.

«Μας άφηναν να βλέπουμε σαν παρατηρητές αλλά δεν μας άφηναν να κάνουμε εξάσκηση γιατί δεν ήταν μάθημα επιλογής μας» εξήγησα και κατένευσε.

Μόλις ένιωσε το σφουγγάρι πάνω στο σώμα του, άρχισε να μεταλλάσσετε και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου... γιατί ήξερα ακριβός τι θα επακολουθήσει.

«Δεν ζεστάθηκες ακόμα;» πέταξε την πρώτη σπόντα και αμέσως η κοιλιά μου σφίχτηκε αλλά χωρίς να τον κοιτώ κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου... ενώ πέρναγα το πετσετάκι από όλην την επιφάνεια της πλάτης του για να τον στεγνώσω πριν συνεχίσω και στον μπροστινό μέρος του σώματος του.

«Μπορείς να σηκωθείς να κάνω και το υπόλοιπο σώμα;» τον ρώτησα και εκείνος δεν έφερε καμία αντίρρηση.

Μόλις το κορμί του ίσιωσε δεν διέφυγε της αντίληψης μου το πόσο καυλωμένος ήταν πάλι και αυτό άρχισε να με τρελαίνει... Έλεος πια... μετά από τόσο πόνο... τόσο αίμα που έχασε... η βόμβα... όλα όσα τέλος πάντων περάσαμε... Πως μπορεί να έχει το μυαλό του εκεί;

Βγάζοντας τα παπούτσια του και το παντελόνι του... μαζί με την πετσέτα που είχε νοτίσει από το αίμα του που ήταν πάνω στο περίεργο μακρόστενο καρεκλάκι που καθόταν πριν, τα πήρα και τα έβαλα μέσα στην μπανιερά για να μην λερώσουμε και τίποτα άλλο... και την στιγμή που γύρισα για να του καθαρίσω και το υπόλοιπο του σώμα... τον είδα να με κοιτάει με ένα βλέμμα... που έκαψε όλες μου τις αισθήσεις αλλά αποφεύγοντας την ματιά του τον αγνόησα και εντελώς επαγγελματικά... όπως ακριβός θα καθάριζα και την γιαγιά μου, άρχισα να καθαρίζω και εκείνον μπας και καταφέρει να ξενερώσει... αλλά γαμώτο του δεν πτοούταν καθόλου.

«Βγάλε επιτέλους αυτό το παλτό» είπε ξαφνικά ενώ με τα χέρια του προσπάθησε να κάνει πράξη τα λόγια του και αμύνθηκα πισωπατώντας.

«Έντουαρτ αρκετά... δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες... Μπορεί εσένα να εξιτάρουν όλα αυτά αλλά εμένα όχι» του είπα εκνευρισμένα και ξεφυσώντας τα παράτησε για λίγο αλλά δεν με ξεγελούσε... «Θα πάω να φέρω μια κανάτα για να σου λούσω το μαλλί... Μπορείς να στεγνώσεις και μόνος του υπόλοιπο σώμα» του πέταξα και δίνοντας του μια πετσέτα έφυγα από το μπάνιο χωρίς να περιμένω ανταπόκριση του.

Φτάνοντας στον κάτω όροφο δεν βρήκα πουθενά την Ρόουζ... και έτσι πήρα το θάρρος και μπήκα στην κουζίνα που ήταν απέναντι από την σκάλα και μόλις βρήκα μια κανάτα την πήρα στα χέρια μου και γύρισα στο μπάνιο με την ψυχή στα πόδια... Γαμώτο σου ρε Έντουαρτ... δεν μπορείς έστω και λίγο να με καταλάβεις;... Έστω για λίγο... είπα με παράπονο και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα άνοιξα την πόρτα ξανά και μπήκα μέσα.

Καθισμένος και πάλι πάνω στο καρεκλάκι... τον βρήκα να πίνει ξανά ενώ είχε τυλίξει πρώτα γύρω από την μέση του μια πετσέτα και κλείνοντας την πόρτα τον πλησίασα και εκείνος με κοίταξε με μια άδεια ματιά... Και τι δεν θα έδινα να ακούσω την σκέψη του αυτήν την στιγμή... ήταν τόσο περίεργος.

Ρυθμίζοντας το νερό... γέμισα την κανάτα και μόλις την άφησα δίπλα μου βάζοντας μια πετσέτα πάνω στον μπάγκο... τον βοήθησα να κάνει προς τα πίσω και εκείνος έκανε μια γκριμάτσα σταματώντας την ανάσα του.

«Πονάς;» ρώτησα... Παραμένοντας στην ίδια θέση δεν απάντησε... και τον άφησα να χαθεί στον κόσμο του... ενώ παράλληλα με γρήγορες κινήσεις έβρεξα τα μαλλιά του και βάζοντας σαμπουάν, άρχισα να του κάνω μασάζ με τα δάχτυλα μου πάνω στο κρανίο του για να μπορέσω να απομακρύνω όλην την σκόνη που είχε μέσα στα μαλλιά του και εκείνος χαλαρώνοντας γύρισε ξανά στην προηγούμενη του κατάσταση.

Με μια κίνηση που δεν πρόλαβα καν να δω, εκείνος ξαφνικά αρπάζοντας με από τα πόδια μου... περνώντας το πόδι μου που ήταν από την μεριά του... πάνω από το σώμα του με καθήλωσε πάνω στα πόδια του και εγώ αμέσως προσπάθησα να του ξεφύγω.

«Έντουαρτ σταμάτα... άφησε με επιτέλους» φώναξα καθώς πήγα το σώμα μου προς τα πίσω για να καταφέρω να ξεκαβαλικέψω τα πόδια μου αλλά εκείνος πιο γρήγορος από μένα... βάζοντας τα χέρια μου πάνω στην μέση μου με τράβηξε κατευθείαν να ακουμπήσω απόλυτα απάνω του... Αφήνοντας την κραυγή μου να βγει από μέσα μου, από τον πόνο που ένιωσα έβαλα το κεφάλι μου πάνω στον ώμο του και άρχισα να ξεσπώ ότι με έπνιγε χωρίς να έχω άλλη αντοχή να το κρατήσω και για μια στιγμή πάγωσε χωρίς να είναι ικανός να καταλάβει τι είχε συμβεί... μέχρι που περνώντας το χέρι του κάτω από την καπαρντίνα τελικά βρήκε την αιτία που με έκανε να πονέσω και άρχισε να βρίζει χωρίς να είναι ικανός να το ελέγξει.

«Διάολε... Είσαι με τα καλά σου;... Έχεις χτυπήσει και τόση ώρα κάθεσαι και περιποιείσαι εμένα;... Τι σκατά έχεις πια μέσα στο κεφάλι σου μπορείς να μου πεις;... Τι σκατά έχεις πια;» έλεγε ακατάπαυστα ενώ ταυτόχρονα σηκώνοντας με όρθια μου έβγαλε με το έτσι θέλω την καπαρντίνα από πάνω μου και γυρίζοντας με προς τον μπάγκο πήρε το ψαλίδι και άρχισε να κόβει την χιαστή κορδέλα που συγκρατούσε τον κορσέ μου... και μόλις το άνοιξε τελείως έμεινε  σοκαρισμένος να το κοιτά και καρφώνοντας την ματιά του μέσα από τον καθρέφτη έμεινε να με κοιτά με μια δολοφονική ματιά που μου έκοψε την ανάσα.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Haunted Love "49 Shot in the dark"




 

Την στιγμή που ήμουν έτοιμη να ανοίξω το ψυγείο με το χέρι μου στο πόμολο,ένιωσα τον Φλικ να τρέχει καταπάνω μου και από περιέργεια γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του ακριβώς την στιγμή που εκείνος με σώριασε στο πάτωμα.

«Τι είναι αγόρι μου;» ρώτησα ξαφνιασμένη και εκείνος γυμνώνοντας τα δόντια του άρχισε να με κοιτάει απειλητικά και τα έχασα... «Φλικ;» ρώτησα παραξενευμένη ενώ άρχισα να τρέμω... Είχα να τον δω έτσι από τότε που τον είχα πρωτογνωρίσει και δεν ήξερα τι να σκεφτώ.

Με την πιο αργή κίνηση άρχισα να σέρνω το σώμα μου προς τα πίσω για να απομακρύνω το σώμα μου από κοντά του και βλέποντας ότι εκείνος παρέμενε σταθερός αλλά χωρίς να αλλάζει διάθεση,πήρα μια βαθιά ανάσα και χωρίς να το σκεφτώ πολύ, σηκώθηκα όρθια και άρχισα να τρέχω.

«Έντουαρντ» φώναξα τρομοκρατημένη καθώς έφτανα στο δωμάτιο του και μόλις με άκουσε ήρθε κατευθείαν κοντά μου με αγωνία.

«Μπέλα τι συμβαίνει;» ρώτησε κοιτώντας με εξεταστικά πιάνοντας με από τα μπράτσα για να με σταματήσει και παίρνοντας γρήγορες ανάσες προσπάθησα να βρω την ψυχραιμία να μιλήσω.

«Ο Φλικ, κάτι έπαθε ο Φλικ» του είπα γρήγορα ενώ τα μάτια μου είχαν ήδη αρχίσει να τρέχουν ακατάπαυστα.

«Τι έκανε;» ρώτησε αμέσως και χωρίς να σκεφτώ η χαζή τις συνέπειες, απάντησα αμέσως.

«Μου επιτέθηκε» κλαψούρισα και αφήνοντας με πήγε κοντά στο κρεβάτι του πήρε το όπλο του και άρχισε να τρέχει καθώς έλεγε.

«Μην το κουνήσεις από εδώ» επιτακτικά.

Στην αρχή έμεινα παγωμένη στην θέση μου αλλά μόλις οι σκέψεις μου συντονίστηκαν και κατάλαβα ότι αυτό θα μπορούσε να στοιχίσει την ζωή του Φλικ άρχισα να τρέχω πίσω του ελπίζοντας να προλάβω τα χειρότερα, όμως όταν έφτασα στην κουζίνα τα έχασα.

«Που βρήκες ίχνη;» τον ρώτησε και ο Φλικ αμέσως του υπέδειξε το ψυγείο και συνέχισα να τους κοιτάω σαν χαζή χωρίς να καταλαβαίνω τι γίνεται... «Μόνο εδώ;» τον ρώτησε ξανά για να σιγουρευτεί αλλόφρων και ο Φλικ του το επιβεβαίωσε με ένα γάβγισμα... Συγκεντρώνοντας τις σκέψεις του καθώς άφηνε το όπλο του πάνω στον μπάγκο, πέρναγε τα χέρια του πάνω από το ψυγείο ενώ κοίταζε το χώρισμα ανάμεσα από τον καταψύκτη και την συντήρηση και μόλις βρήκε προφανώς αυτό που έψαχνε γύρισε την ματιά του προς το μέρος μας.

«Είναι παγιδευμένο το ψυγείο... Φλικ πάρε την Μπέλα απο εδώ... Πηγαίνετε μέσα στο γυμναστήριο, εκεί θα είσαστε ασφαλείς... Μην γυρίσετε αν δεν έρθω να σας βρω» διέταξε χωρίς να δέχεται αντίρρηση γι αυτό και μόλις ο Φλικ άρχισε να με τραβάει προσπάθησα για μια στιγμή να τον σταματήσω χωρίς αποτέλεσμα.

«Εσύ;» πρόλαβα να ρωτήσω πριν με βγάλει από την κουζίνα και ο Έντουαρντ με κοίταξε εκνευρισμένα.

«Μπέλα... για μια φορά στην ζωή σου, κάνε αυτό που σου λέω» είπε αφρίζοντας και χωρίς να έχω επιλογή άρχισα να τρέχω με τον Φλικ να προπορεύεται προς την καταπακτή με την καρδιά μου να είναι έτοιμη να διαλύσει το στήθος μου.

Φτάνοντας στην καταπακτή ο Φλικ την άνοιξε και περίμενε να περάσω πρώτη... Μπαίνοντας μέσα όμως ο άτιμος αντί να με ακολουθήσει την έκλεισε και την ασφάλισε με αποτέλεσμα να με αφήσει μόνη μου στο σκοτάδι.

«Φλικ... άνοιξε μου τώρα» φώναζα αλλά από όσο μπορούσα να καταλάβω εκείνος είχε ήδη φύγει και πριν προλάβω να πάρω μια ανάσα μια φωνή, όχι και πολύ μακριά μου, έφτασε στα αυτιά μου και με έκανε να παγώσω.

«Τς Τς Τς... Ένα τόσο έξυπνο σκυλί είναι κρίμα να αποδεικνύεται τόσο χαζό... Πραγματικά με απογοήτευσε» έλεγε αυτός που ήταν παγιδευμένος μαζί μου μέσα στο γυμναστήριο και άρχισα να τρέμω από απελπισία αφού δεν χρειαζόταν και πολύ μυαλό για να καταλάβω το ποιος θα μπορούσε να είναι.

«Τι θες από μένα;» τόλμησα να ρωτήσω χωρίς να είμαι ικανή να κρύψω το τρέμουλο στην φωνή μου μένοντας παγωμένη στο ίδιο σημείο …Μόλις όμως ένιωσα τα χέρια του να περνάνε πάνω από το σώμα μου έπνιξα την κραυγή μου κλείνοντας το στόμα μου σφιχτά.

«Μην το παίρνεις προσωπικά κούκλα... Με τον Κιούπιτ σου, έχουμε χρόνια μια προσωπική διαμάχη... Εκείνος μου έκλεψε το μοναδικό πράγμα που ήθελα στην ζωή μου, εγώ του το ανταποδίδω, κλέβοντας του πίσω ότι εκείνος με τόσο κόπο εκπαιδεύει... Έτσι πάνε τα πράγματα... Αλλά εσύ!... Τι το διαφορετικό έχεις εσύ;...» εξωτερίκευε τις σκέψεις του ενώ ξεκούμπωνε την καπαρντίνα μου και ήμουν ανίκανη να κάνω οποιαδήποτε κίνηση για να τον σταματήσω... Ο τόνος της χροιάς της φωνής του μου δήλωνε ότι θα ήταν μια άχρηστη προσπάθεια και αυτό έκανε την απελπισία μου ακόμα πιο ισχυρή.

«Πίστεψες ότι θα μπορούσε ποτέ να με ξεγελάσει με τις αηδίες που έλεγε για σένα, ενώ ξέρω πολύ καλά ότι ο ίδιος ποτέ δεν διαλέγει τυχαία τα θύματα του;... Πίστεψες ότι θα σε άφηνα έτσι απλά ενώ ξέρω ότι δεν τις αφήνει ποτέ να φύγουν χωρίς πρώτα να εισπράξει πίσω, όσα έχει ξοδέψει για σας;... Αλλά αυτό είναι το καλό με το φιλαράκι μου... Πάντα σας αφήνει τόσο εκτεθειμένες, τόσο απροστάτευτες που για μένα είναι παιχνιδάκι να σας κλέψω από την αγκαλιά του...» συνέχισε με ένα σατανικό γεμάτο ικανοποίηση τόνο στην φωνή του, καθώς πέταγε στο πάτωμα την καπαρντίνα μου και πήρα μια κοφτή ανάσα για να καταφέρω να βάλω λίγο αέρα στα πνευμόνια μου που είχα αρχίσει να διαμαρτύρονται.

« Ξόδεψε μια ολόκληρη περιουσία για χάρη σου... Άφησε όλο αυτό το φρούριο ξέφραγο αμπέλι βασισμένος στο ένστικτο του ηλίθιου του σκυλιού του, γιατί δεν είχε άλλα λεφτά να βάλει έστω κι ένα απλό μηχανισμό παρακολούθησης και σε έδιωξε έτσι απλά;... Όχι δεν με ξεγελάτε, κάτι το ιδιαίτερο έχεις, και αυτό θα το ανακαλύψω αργά η γρήγορα...» δήλωσε απειλητικό και το τρέμουλο μου άρχισε να γίνεται πιο αισθητό... «Φυσικά δεν πρέπει να ξεχάσω να σε ευχαριστήσω που μου υπέδειξες όλα του τα αδύναμα σημεία...»

«Με παρακολουθούσες!» είπα δυνατά σοκαρισμένη την διαπίστωση μου διακόπτοντας τον και εκείνος βογκώντας κοντά στο αυτί μου κόλλησε το κορμί του απόλυτα απάνω μου κάνοντας με να νιώσω το πόσο ερεθισμένος ήταν, με το ένα του χέρι να με κρατά σταθερή ζουλώντας το στήθος μου ενώ με το άλλο του χέρι ανάμεσα στα πόδια μου χωρίς προειδοποίηση απομάκρυνε το ύφασμα που χώριζε το χέρι του από την ευαίσθητη περιοχή μου και τα μάτια μου άρχισαν αμέσως να δακρύζουν ενώ αυτόματα με τα χέρια μου προσπάθησα να τον σταματήσω μάταια... Κολλώντας το σώμα μου πάνω στον τοίχο απτόητος έχωσε το ένα του δάχτυλο βαθιά μέσα μου και βόγκηξε από ικανοποίηση, ενώ εγώ έπνιγα τον λυγμό μου.

«Το να σε βλέπω να προπονείσαι μπροστά στα ηλεκτρονικά, δεν φαντάζεσαι πόσο καυλωτικό ήταν, αλλά αυτό!...» συνέχισε ενώ έχωνε και δεύτερο δάχτυλο βαθιά μέσα μου με έναν τρόπο που με έκανε να φωνάξω από τον πόνο που ένιωσα... «Μμμμ...» μούγκρισε ενώ έτριψε με έναν χυδαίο τρόπο το σιχαμένο πράμα του απάνω μου και άρχισα να κλαψουρίζω χωρίς να είμαι ικανή να το σταματήσω... «Αυτό είναι το κάτι άλλο, πως άφησε ένα τέτοιο μωρό να φύγει;...» αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά δυνατά και γυρίζοντας με απότομα προς το μέρος του πριν προλάβει ακόμα να με ακινητοποιήσει ξανά χωρίς να σκεφτώ τις πράξεις μου ανέβασα το πόδι μου πάνω στο στήθος μου και ακουμπώντας την πλάτη μου στον τοίχο βάζοντας όλη την δύναμη της ψυχής μου ακουμπώντας το πέλμα μου πάνω στο στερνό του, τον έσπρωξα ουρλιάζοντας όλη την αγανάκτηση μου.

Άκουσα το σώμα του να πέφτει βαριά στο έδαφος μακριά μου και σκύβοντας άρπαξα την καπαρντίνα μου από το πάτωμα ακριβώς την στιγμή που άκουσα τον πυροβολισμό... Ένιωσα την μέση μου να φλέγεται, το μυαλό μου να σαστίζει από τον πόνο... Μόλις άκουσα την καταπακτή να ανοίγει όλα αυτά παραμερίστηκαν και με την σκέψη ότι ο Φλικ ή ο Έντουαρτ θα μπορούσαν να μπουν μέσα και εκείνος να τους σκοτώσει πριν προλάβουν να μπουν για να τον αντιμετωπίσουν μιας και που εκείνος είχε το πλεονέκτημα από το σημείο που ήταν και σε θέση ετοιμότητας, κρατώντας στο χέρι μου σφιχτά την καπαρντίνα πιάστηκα από το πλαίσιο της καταπακτής και όρμισα έξω ενώ βάζοντας τα χέρια μου πάνω στην πόρτα την έκλεισα απότομα και την κλείδωσα ακριβώς την στιγμή που η έκρηξη έσπασε την σιωπή.

Αντανακλαστικά έγινα ένα με το πάτωμα καλύπτοντας τα αυτιά μου ουρλιάζοντας... Ο Φλικ πιο ψύχραιμος από μένα αμέσως κάλυψε το σώμα μου με το δικό του και γρυλίζοντας προσπάθησε να με συνεφέρει... Βγάζοντας τα χέρια μου από τα αυτιά μου γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του.

«Ο Έντουαρτ...» του είπα ξεψυχισμένα με μια σοκαρισμένη ματιά... «Πρέπει να τον βρούμε» συνέχισα και εκείνος αμέσως με ένα σάλτο άρχισε να τρέχει ενώ γύριζε που και που να κοιτάζει αν τον ακολουθώ.

Φορώντας την καπαρντίνα, άρχισα να τρέχω πίσω του αγκομαχώντας αλλά δεν τα παρατούσα... Φτάνοντας στην δεξιά πτέρυγα του σπιτιού, μόλις είδα την άλλοτε εντυπωσιακή πισίνα...

http://homedesignmild.com/luxury-house-with-a-model-palace/luxury-house-with-a-model-palace-12/

ολυμπιακών διαστάσεων με τις περίτεχνες κολώνες και με μια αψίδα που χώριζε τον διάδρομο προς το σπίτι με το νερό και τον χώρο γύρω της να έχουν γίνει συντρίμμια , έβαλα το χέρι μου μπροστά στο στόμα μου για να πνίξω την κραυγή μου αλλά και πάλι αυτό δεν ήταν ικανό να την σταματήσει και ο Φλικ γυρίζοντας ξανά προς το μέρος μου άρχισε να με τραβά.

«Βρες τον» είπα πνιγμένα με τα μάτια μου να τρέχουν ανεξέλεγκτα και πατώντας πάνω στα σπασμένα γυαλιά και μάρμαρα που είχαν γίνει σχεδόν σκόνη άρχισα να τρέχω με περισσότερη δύναμη με την καρδιά μου να κοντεύει να διαλύσει το στήθος μου... Κάνε θεέ μου να μην έχει πάθει τίποτα... Παρακάλαγα και μόλις καταφέραμε με τα πολλά να φτάσουμε στο εσωτερικό του σπιτιού και τον είδα αναίσθητο στο πάτωμα φορώντας μόνο το τζιν του και σε όλο του το σώμα να υπάρχουν γδαρσίματα και αίματα, τρελάθηκα τελείως.

«Έντουαρντ» ούρλιαξα καθώς τρέχοντας έπεσα στο πάτωμα με τέτοια δύναμη που αν δεν ήταν οι δερμάτινες μπότες να καλύπτουν τα γόνατα μου τώρα θα είχαν γίνει σίγουρα κομμάτια από τα γυαλιά που υπήρχαν στο πάτωμα.

Βάζοντας τα χέρια μου πάνω στο πρόσωπο του έφερα το πρόσωπο μου κοντά στο δικό του... Μόλις βεβαιώθηκα ότι ανέπνεε κανονικά πήρα μια ανακουφιστική ανάσα και σηκώνοντας το κεφάλι μου προσπάθησα να τον συνεφέρω με όση δύναμη είχε απομείνει μέσα μου.

«Έντουαρντ σε παρακαλώ άνοιξε τα μάτια σου, σε παρακαλώ» έλεγα ικετευτικά με την φωνή μου να σπάει και ο Φλικ ερχόμενος από την αντίθετη μεριά που ήμουν εγώ προσπάθησε και εκείνος με λυγμούς να το επαναφέρει σκουντώντας τον με την μουσούδα του και με τα πολλά τελικά άρχισε να ανοίγει τα μάτια του αλλά από την θολή του ματιά καταλάβαινα ότι δεν μπορούσε να εστιάσει πουθενά.

«Έντουαρντ, η Μπέλα είμαι... σε παρακαλώ άνοιξε τα μάτια σου... σε παρακαλώ... πρέπει να φύγουμε» έκανα άλλη μια απελπισμένη προσπάθεια και καθώς άρχισε να επανέρχεται κοιτώντας γύρω του πήρε μια κοφτή ανάσα την στιγμή που προσπάθησε να μετακινήσει το σώμα του ενώ σφράγιζε και πάλι τα μάτια του και αυτό με έκανε ακόμα πιο νευρική... Γυρίζοντας απαλά το σώμα του στο πλάι, μόλις είδα το γυαλί που ήταν καρφωμένο πάνω στην πλάτη του, ανάμεσα στην κουτάλα του και την σπονδυλική του στήλη με το αίμα του να τρέχει ακατάπαυστα... Τα έχασα τελείως.

«Φλικ... πήγαινε φέρε τα παπούτσια του... πρέπει να τον πάρουμε από εδώ» φώναξα χωρίς να ελέγχω την φωνή μου και ο Έντουαρτ αμέσως άρχισε να επανέρχεται και να συντονίζεται με το περιβάλλον συνειδητοποιώντας σταδιακά το τι μόλις είχε συμβεί.

«Φλικ ξέχνα τα παπούτσια... τρέχα να φέρεις τον φάκελο της» είπε αμέσως ενώ βάζοντας το ένα του χέρι πάνω στον ώμο μου και το άλλο στο πάτωμα ανασήκωνε με κόπο το κορμί του και τον κοίταξα σοκαρισμένη.

«Έντουαρντ έχει παντού γυαλιά...» ξεκίνησα αλλά εκείνος με έκοψε με το βλέμμα του.

« Προτιμάς να βρεθεί σε λάθος χέρια και να μπεις στα πιο βρώμικα μονοπάτια που η φαντασία σου δεν είναι ικανή να τα φανταστεί;» ρώτησε σκληρά και τα παράτησα.

«Μείνε όπως είσαι» απαίτησα με τον ίδιο τόνο και τρέχοντας πίσω από τον Φλικ άρχισα να πηγαίνω προς το δωμάτιο του αλλά μόλις πήρα στα χέρια μου τον φάκελο και τα παπούτσια του, γυρίζοντας προς τα πίσω τον σταμάτησα... «Φλικ...» φώναξα και εκείνος αμέσως γύρισε προς το μέρος μου... «Το όπλο του» του είπα και ενώ εγώ τρέχοντας συνέχισα την πορεία μου ενώ ο Φλικ έφυγε για να το βρει.

Φτάνοντας δίπλα του, του πέταξα τον φάκελο μου νευριασμένα πάνω του και γονατίζοντας άρχισα να του καθαρίζω τα πόδια από τα γυαλιά που είχαν κολλήσει απάνω του ενώ του φόραγα τα παπούτσια χωρίς να τον κοιτώ.

«Σταμάτα να με κοιτάς, με εκνευρίζεις περισσότερο» του είπα και εκείνος άφησε ένα γελάκι να του ξεφύγει... Που διάολο βρίσκει την όρεξη μέσα σε όλα αυτά να ευθυμήσει κιόλας... δεν μπορώ να καταλάβω.

Μέχρι να του φορέσω τα παπούτσια ο Φλικ είχε γυρίσει και παίρνοντας το όπλο του στα χέρια έκανε την κίνηση να το βάλει πίσω στην πλάτη του αλλά βογκώντας έκοψε την κίνηση στην μέση.

«Τι διάολο έχω στην πλάτη μου;» σίριξε μέσα από τα δόντια του κλείνοντας τα μάτια και αναστέναξα.

«Ένα γυαλί έχει μείνει ανάμεσα στην δεξιά σου κουτάλα και την σπονδυλική σου στήλη» τον ενημέρωσα και πήρε μια κοφτή ανάσα.

«Βγάλτο» απαίτησε αμέσως και τον κοίταξα σοκαρισμένη.

«Πας καλά άνθρωπε μου;... Ήδη αιμορραγείς πάρα πολύ και ας είναι το γυαλί μέσα στην πληγή... Συνειδητοποιείς τι έχει να γίνει αν το βγάλω;»

«Και πως ακριβώς θα οδηγήσω;» ρώτησε με μια δόση ειρωνείας κοιτώντας με τελείως εκνευρισμένος, σαν να με κατηγορούσε που δεν ήμουν ικανή να κάνω ούτε το πιο απλό.

«Θα οδηγήσω εγώ... Πάμε τώρα να φύγουμε πριν γίνει τίποτα άλλο;» του γύρισα πίσω και κρατώντας την οργή του ξεφύσησε βεβιασμένα και με άφησε να τον βοηθήσω να σηκωθεί.

Φτάνοντας αγκομαχώντας στο γκαράζ, εκείνος από τον πόνο που ένιωθε καθώς πάνω στον βηματισμό του το γυαλί μετακινιόταν και εγώ από το πόνο που μου προκαλούσε το κάψιμο που δεν έλεγε να φύγει με τίποτα σε συνδυασμό το απίστευτο βάρος του που το υποβάσταζε απάνω μου , εκείνος πήγε να μπει από την μεριά του οδηγού και τον σταμάτησα.

«Θες να μας σκοτώσεις... άνθρωπε μου;;;... Σου είπα θα οδηγήσω εγώ» του είπα εκνευρισμένα και τσίμπησε με τον δείκτη του και τον αντίχειρα του την μύτη του για να καταπνίξει την πρώτη του αντίδραση.

«Πως σκατά θα οδηγήσεις ρε Μπέλα με δουλεύεις;» μου πέταξε πίσω με την φωνή του να ανεβαίνει μια οκτάβα πάνω στην αγανάκτηση του.

«Μου έκανε μαθήματα ο Τεό, θα τα καταφέρω» του είπα με αυτοπεποίθηση και εκείνος κρατώντας για λίγο την ανάσα του τελικά την άφησε να βγει βεβιασμένα από μέσα του καθώς δεν είχε άλλη επιλογή... Από τον πόνο και την εξάντληση, τελικά το δέχτηκε και πιάνοντας το αυτοκίνητο του έκανε τον γύρω του και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού για να μπει μέσα... «Ο Φλικ;» ρώτησα πριν μπει και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου.

«Βάλτον στο πορτμπαγκάζ, μην ανησυχείς ,είναι συνηθισμένος» με πληροφόρησε πριν αρχίσω τις ερωτήσεις προλαβαίνοντας με και ανοίγοντας το άφησα τον Φλικ να μπει και του χάιδεψα το κεφάλι απαλά πριν κλείσω το καπό για να πάω από την μεριά του οδηγού.

Χωρίς να με περιμένει εκείνος είχε ανοίξει ήδη το γκαράζ και βάζοντας μπρος την μηχανή είχε ρυθμίσει τον κλιματισμό γιατί σίγουρα την είχε δαγκώσει από το κρύο.

Μπαίνοντας μέσα έβαλα την ζώνη μου και μόλις ακούμπησε η πλάτη μου στο κάθισμα δεν έχω ιδέα πως κρατήθηκα για να μην ουρλιάξω... Κλείνοντας τα μάτια μου, με τα χέρια πάνω στο τιμόνι προσπάθησα να πάρω μια σωστή ανάσα αλλά τα λόγια του με έκαναν να εκραγώ.

«Θα φύγουμε σήμερα;... Πως το βλέπεις;» ρώτησε ειρωνικά και κρατώντας ακόμα κλειστά τα μάτια μου σίριξα μέσα από τα δόντια μου.

«Θα με αφήσεις να συγκεντρωθώ επιτέλους... Δεν είμαι ρομπότ σαν και σένα» έλεγα αγανακτισμένα και εκείνος ξεφύσησε απηυδισμένα αλλά τελικά παρέμεινε στην σιωπή δίνοντας μου τον χρόνο μου να κατευνάσω τον πανικό που με είχε καταβάλει.

Φυσικά εκείνος λόγω του ότι η καπαρντίνα ήταν δερμάτινη, δεν μπορούσε να δει το αίμα που είχε ποτίσει τα ρούχα μου, ούτε γνώριζε ότι ο Χάντερ ήταν μέσα στην καταπακτή ώστε να καταλάβει τον πανικό μου και γι αυτό και χλεύαζε αυτήν μου την συμπεριφορά... Το μυαλό μου στην σκέψη ότι ο Χάντερ θα μπορούσε να ξεφύγει από την καταπακτή, αμέσως πήρε φωτιά και χωρίς να τον κοιτάξω, βάζοντας πρώτη, κατέβασα το χειρόφρενο και προσπάθησα να δω τι μπορώ να καταφέρω με αυτήν την σκοτώστρα... Αλλά όπως ήταν φυσικό μόλις χάιδεψα το γκάζι το ηλίθιο το αυτοκίνητο πήρε παραπάνω στροφές και αφού δεν στουκάραμε πάνω στον τοίχο πάλι καλά να λέω.

«Εεε... με το μαλακό... αυτό δεν είναι σαν την σαβούρα της φιλενάδας σου» με κορόιδεψε και ρίχνοντας του ένα δολοφονικό βλέμμα το άφησα ασχολίαστο, τρίζοντας με μανία τα δόντια μου.

Γυρνώντας το βλέμμα μου ξανά μπροστά πήρα μια ανάσα, και βάζοντας ξανά μπροστά την μηχανή που είχε σβήσει, προσπάθησα ξανά... Γαμώτο γιατί πρέπει να είναι τόσο νευρικό;... αναρωτιόμουν με παράπονο καθώς το ένιωθα σε κάθε άγγιγμα του ποδιού μου να μουγκρίζει, αλλά απαγορεύοντας τον εαυτό μου να τα χάσει προσπάθησα να παραμείνω ψύχραιμη... Αλλά αν δεν σε θέλει μωρό μου μην παλεύεις να καταφέρεις τίποτα.

Στρίβοντας το τιμόνι για να βγω από το γκαράζ και μόνο που είδα την φιγούρα του τα έχασα τελείως... Με τον Έντουαρντ να βγάζει τον όπλο του από το παντελόνι του και εκείνον να μπαίνει μέσα σε ένα αμάξι που ήταν από την μεριά του Έντουαρντ, από τον φόβο μου ότι θα ήταν ικανός να ανοίξει την πόρτα του και να πεταχτεί έξω για να τον κυνηγήσει, χωρίς πραγματικά να συντονίζω τις κινήσεις μου στρίβοντας το τιμόνι προς τα δεξιά και πατώντας ταυτόχρονα το γκάζι περισσότερο έριξα το αυτοκίνητο απάνω στο δικό του ακριβώς την στιγμή που εκείνος πήγε να κλείσει την πόρτα... Παίρνοντας το αυτοκίνητο ξυστά από το δικό του ενώ έπαιρνα την πόρτα του μαζί μου ο Έντουαρντ έπεσε απάνω μου και βάζοντας το χέρι του πάνω στο τιμόνι προσπάθησε να μας ξεκολλήσει από πάνω του πριν παγιδευτούμε και πνίγοντας την κραυγή μου τόλμησα να τον κοιτάξω την στιγμή που εκείνος μου έδινε ξανά τον έλεγχο του τιμονιού.

«Καλό αλλά λίγο» σχολίασε μόνο και αφήνοντας την ανάσα μου να βγει από μέσα μου χωρίς να πω τίποτα... Φτάνοντας στην διασταύρωση σταμάτησα και πριν ρωτήσω εκείνος άρχισε να με καθοδηγεί.

Απο το Hollywood Hills που έμενε εκείνος μου υπέδειξε, παίρνοντας τον κεντρικό δρόμο, να πάω προς το San Francisco και χωρίς να βγάζουμε άχνα σε ολόκληρη την διαδρομή, αφήσαμε τους εαυτούς μας να χαθούν μέσα στις δικές μας σκέψεις.

«Δεν σου πήρε πολύ να το συνηθίσεις» σχολίασε και άφησα την ανάσα μου να βγει από μέσα μου εξουθενωμένα.

«Η γιαγιά μου έλεγε πάντα...Όταν δεις την απειλή, βάλε τα πόδια στην πλάτη και ξεχνώντας οτιδήποτε σε απασχολεί τρέχα μακριά της» του απάντησα μόνο και εκείνος άφησε ένα γελάκι να σπάσει την σιωπή... «Που διάολο βρίσκεις την όρεξη να γελάς μετά από όλα αυτά;» ρώτησα απελπισμένη καθώς σταμάταγα απαλά στο φανάρι που είχε ανάψει κόκκινο και εκείνος με το χέρι του πάνω στο πρόσωπο μου με ανάγκασε να τον κοιτάξω.

«Αδρεναλίνη μωρό μου, το καλύτερο διεγερτικό» σχολίασε με ένα τελείως πονηρό βλέμμα και στριφογύρισα τα μάτια μου ανάποδα για να μην του απαντήσω καταλλήλως χωρίς να πω τίποτα άλλο πάνω σε αυτό.

Haunted Love "48 Addicted"


Περνώντας από τον μπάγκο με τα γλυκά, εκείνος ξαφνικά σταμάτησε και αφήνοντας με, πήγε και πήρε ένα μαλλί της γριάς και κοιτώντας με, με ένα τελείως πονηρό χαμόγελο, μόλις γύρισε κοντά μου, μου το πρόσφερε και τον κοίταξα τελείως αθώα.

«Para mí?»
«Για μένα;» τον ρώτησα αυθόρμητα στα Ισπανικά πεταρίζοντας τα μάτια μου παιχνιδιάρικα ενώ έβαζα το χέρι μου πάνω στο στήθος και τον είδα να μεταλλάσσεται... Αφού έπνιξε το βογκητό του κλείνοντας στιγμιαία τα μάτια του, τα άνοιξε ξανά και κοιτώντας με βαθιά μέσα στα μάτια με την πιο καυτή ματιά που είχα δει ποτέ μου, με έκανε αμέσως να εκραγώ... Τον ανάβει να του μιλάω Ισπανικά;... αναρωτήθηκα για μια στιγμή αλλά όταν ξαναμίλησε με αποπροσανατόλισε τελείως.

«Πεθαίνω να δω πως κατάφερες να πασαλειφτείς ολόκληρη με ένα τέτοιο ζαχαρωτό» είπε προκλητικά δηλώνοντας ανοιχτά ότι δεν υπήρχε περίπτωση να προφτάσουμε να πάμε στο σπίτι πριν πάρει αυτό που ήθελε από την στιγμή που με είδε να παίρνω θέση για να ξεκινήσω το χορευτικό.

«Μμμμ... όμως υπάρχει ένα πρόβλημα» του είπα και καλά αθώα και κρατώντας την ανάσα του κατέπνιξε την οργή που στιγμιαία ανέβλυσε μέσα του και με κοίταξε υπομονετικά.

«Τι πρόβλημα;» ρώτησε τελικά και πήρα ένα απολογητικό ύφος.

«Για να δεις πως τα κατάφερα, θα πρέπει να υποστείς όλη την ιεροτελεστία»

«Άντε να δω τι άλλο θα κάνω» είπε ξεφυσώντας νευριασμένος και γυρίζοντας την πλάτη μου άρχισα να τον οδηγώ προς τα ξύλινα παγκάκια που ήταν ενσωματωμένα με τραπέζι με ένα τεράστιο χαμόγελο ικανοποίησης.

Διαλέγοντας ένα παγκάκι που το έπιανε ο ήλιος, κάτσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο και γυρίζοντας προς το τραπέζι, βάζοντας το ξυλάκι του ζαχαρωτού να ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι, άρχισα να παίζω με τις ακτίνες του ήλιου στριφογυρίζοντας το, ενώ το χάζευα με ένα τεράστιο χαμόγελο.

«Δεν είναι υπέροχο;» ρώτησα μαγεμένη από την ομορφιά του.

«Δεν θα το φας;» ρώτησε αμέσως ανυπόμονα και αφήνοντας το χαμόγελο μου να αντικατοπτριστεί σε όλα μου τα χαρακτηριστικά, γύρισα όλο μου το σώμα προς το μέρος του, περνώντας το ένα μου πόδι από την άλλη μεριά του πάγκου, αφήνοντας την καπαρντίνα να ανοίξει χωρίς να με νοιάζει αν φαινόταν κάτι από μέσα ή όχι και κοιτώντας τον πονηρά του απάντησα τελείως σαγηνευτικά καθώς με τα δάχτυλα μου έκοβα ένα μεγάλο κομμάτι.

«Μόνο αν το μοιραστείς μαζί μου»

«Ξέρεις ότι δεν μου αρέσει η ζάχαρη» απάντησε κατευθείαν κοφτά και στριφογύρισα τα μάτια μου απηυδισμένα.

«Ωωω έλα τώρα Έντουαρτ... Λίγη ζάχαρη δεν έβλαψε κανέναν... Σου υπόσχομαι ότι δεν είναι ικανή να σου πάρει την ξινίλα από πάνω σου» τον προκάλεσα καθώς έτεινα τα δάχτυλα μου προς το μέρος του… Εκείνος, ξαφνιάζοντας με, κράτησε το χέρι μου σταθερό μπροστά από το στόμα του και με έναν τρόπο που ο καθένας θα αποκαλούσε τελείως πρόστυχο, άρπαξε πρώτα το ζαχαρωτό από τα δάχτυλα μου και συνέχισε να περνά την γλώσσα του ανάμεσα από τα δάχτυλα μου γλείφοντας τα με έναν τρόπο που πριν το καταλάβω με έκανε να εκραγώ... Πριν προλάβω να το αντιληφθώ, ένα βογκητό μου έσπασε την σιωπή μου και εκείνος χωρίς προειδοποίηση αφήνοντας το χέρι μου, σηκώθηκε όρθιος και σκύβοντας προς το μέρος μου διέταξε αυστηρά.

«Μην σου πέσει»

Πριν προλάβω να καταλάβω τι κάνει, με είχε αρπάξει στα χέρια του και βάζοντας με πάνω στον ώμο του, σαν το πρόβατο πριν την σφαγή, άρχισε με γρήγορα βήματα να πηγαίνει προς το αυτοκίνητο ενώ εγώ είχα ξεκαρδιστεί στα γέλια.

«Γέλα τώρα που μπορείς» είπε εκνευρισμένα... Αυτό αντί να με κάνει να σοβαρέψω, αν είναι δυνατόν με έκανε να ξεσπάσω περισσότερο ενώ με μεγάλη δυσκολία προσπαθούσα ταυτόχρονα να συγκρατήσω στο χέρι μου το ζαχαρωτό... Γιατί πραγματικά ήμουν πολύ περίεργη να δω τι είχε μέσα στο μυαλό του που δεν μπορούσα με τίποτα να αντισταθώ σε αυτήν του την παρόρμηση.

Φτάνοντας στο αυτοκίνητο με άφησε να πατήσω στα πόδια μου και μόλις το ξεκλείδωσε με έβαλε στο πίσω κάθισμα ενώ κλείνοντας την πόρτα άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και φέρνοντας προς τα πίσω το κάθισμα έριξε την πλάτη τελείως μπροστά... Τον κοίταζα ενώ ακόμα χαζογέλαγα και το ειρωνικό του βλέμμα με έκανε να δαγκωθώ αλλά ακόμα δεν μπορούσα να κατευνάσω με τίποτα το χαμόγελο μου... Βγάζοντας το μπουφάν του, το πέταξε στο κάθισμα του και κλείνοντας την πόρτα του συνοδηγού άνοιξε ξανά την δική μου και με το σώμα του με ανάγκασε να κάνω πιο πίσω για να μπει και εκείνος.


Μόλις έκατσε πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού, αρπάζοντας με ξανά στα χέρια του με ανάγκασε να ξαπλώσω πάνω στην πλάτη του καθίσματος και ξεκουμπώνοντας την καπαρντίνα μου την άνοιξε διάπλατα ενώ έβαλε τα πόδια μου αριστερά και δεξιά από το σώμα του αφήνοντας να ακουμπήσουν στο τέρμα του καθίσματος που εκείνος καθόταν.

«Τώρα μπορείς να ξεκινήσεις» διέταξε χωρίς να δέχεται αντίρρηση γι αυτό και εξωθώντας τον στα άκρα συνέχισα όπως και πριν.

«Όχι αν δεν το μοιραστείς μαζί μου» του είπα παιχνιδιάρικα ανασηκώνοντας τα φρύδια μου στιγμιαία και γέρνοντας το κορμί του προς το δικό μου με κοίταξε επιβλητικά.

«Ξεκίνα να το τρως» απαίτησε και κούνησα ξανά αρνητικά το κεφάλι μου... «Σου αρέσει να παίζεις με την φωτιά;... Τώρα θα δεις πως είναι να καίγεσαι» δήλωσε ενώ βάζοντας το χέρι του πάνω στο σημείο που τον είχα περισσότερο ανάγκη άρχισε να το τρίβει με τέτοιον τρόπο που χρειάστηκε να κρατήσω την ανάσα μου για να μην ουρλιάξω από την έξαψη που μου προκάλεσε... «Ξεκίνα να το τρως» απαίτησε ξανά και βγάζοντας την γλώσσα μου έξω άρχισα να υγραίνω το ζαχαρωτό χωρίς στην ουσία να το τρώω ενώ προσπαθούσα πολύ σκληρά να πάρω μια σωστή ανάσα αγκομαχώντας.

«Edward por favor»
«Έντουαρντ σε παρακαλώ» έπαιξα με το χαρτί που μόλις είχα ανακαλύψει για να το επιβεβαιώσω, καθώς έγερνα το κεφάλι μου προς τα πίσω βογκώντας ενώ ένιωθα ότι ήμουν πολύ κοντά και το βογκητό του μου επιβεβαίωσε ότι είχα δίκιο.

«Para pedir más cosas?»
«Με παρακαλάς για ποιο πράγμα;» με προκάλεσε περισσότερο δηλώνοντας μου ότι ήθελε να συνεχίσω.

«No torturar a otro»
«Μην με βασανίζεις άλλο» παρακάλεσα με όση δύναμη μου είχε απομείνει, αγκομαχώντας... Εκείνος παίρνοντας το ξυλάκι από τα χέρια μου το πέταξε στο πάτωμα και ανοίγοντας το κλιπ που συγκρατούσε το μπούστο μου, ελευθέρωσε το στήθος μου και τα χέρια του καυτά πάνω στην επιδερμίδα μου με έκαναν να εκραγώ ενώ ο ερεθισμός του αντικαθιστούσε το χέρι του που έτριβε την φλόγα μου.

«No torturar a otro... por favor»
«Μην με βασανίζεις άλλο, σε παρακαλώ» κλαψούρισα και εκείνος τότε αν είναι δυνατόν, έκανε τις κινήσεις του ακόμα πιο βασανιστικά αργές ενώ τα δάχτυλα του άρχισαν να παίζουν με τις θηλές μου τσιμπώντας τες με ένα τρόπο που έκανε όλο μου το σώμα να τραντάζεται ηλεκτρίζοντας το.

«Qué quieres de mí Bella?... Decir»
«Τι θέλεις από μένα Μπέλλα... Πες το» απαίτησε σκληρά και τεντώνοντας το κορμί μου άφησα τον εαυτό μου να εκφραστεί βογκώντας δυνατά.

«Θέλω να σε νιώσω» παρακάλεσα ασθμαίνοντας.

«Τι θέλεις από μένα Μπέλλα... Πες το... Δυνατά» απαίτησε ξανά και πήρα μερικές ανάσες για να καταφέρω να βάλω λίγο αέρα μέσα στα πνευμόνια μου πριν το επαναλάβω.

«Θέλω να σε νιώσω, μέσα μου... Σε παρακαλώ μην με βασανίζεις άλλο» παρακάλεσα ενώ τον κοίταγα με ένα πληγωμένο ύφος προσπαθώντας πολύ σκληρά να ελέγξω το τρέμουλο του κορμιού μου.

Τα χέρια του γρήγορα... Αφού κατέβασε το εσώρουχο μου πιο χαμηλά και όπως είχε κάνει και με την κοπέλα εκείνη την ημέρα που τον είχα δει, έβαλε το πρώτο μου πόδι πάνω στο στήθος μου, πέρασε το άλλο μου πόδι στον αντίθετο ώμο του αφήνοντας το πίσω μέρος του ποδιού μου να ακουμπήσει πάνω στο γόνατο που ήταν διπλωμένο πάνω στο στερνό του... Έγειρε το κορμί του προς το μέρος μου και χωρίς να αποχωρίζεται την ματιά μου, τον ένιωσα να ξεκουμπώνει το παντελόνι του και να το κατεβάζει.

Βάζοντας ένα προφυλακτικό τον ένιωσα να με γεμίζει... Τεντώνοντας το σώμα μου έγειρα ξανά το κεφάλι μου προς τα πίσω ενώ ένιωθα την καρδιά μου να φτερουγίζει σε σημείο να είναι έτοιμη να εκραγεί… Μόλις άκουσα το μουγκρητό του, άφησα το αγκομαχητό μου ελεύθερο να ξεπηδήσει από μέσα μου από ευχαρίστηση, αλλά μόλις κατάλαβα ότι δεν είχε σκοπό να κάνει τίποτα περισσότερο, τον κοίταξα ξανά με απορία και εκείνος μου ανταπέδωσε το βλέμμα αδιάφορα.

«Τι θέλεις από μένα Μπέλλα... Πες το... Δυνατά» απαίτησε για άλλη μια φορά και τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω τι θέλει να του απαντήσω... «Τι θέλεις Μπέλλα;» ρώτησε ξανά.

«Εσένα» είπα αυτό που σκεφτόμουν και εκείνος μαλακώνοντας τα χαρακτηριστικά του, με πλησίασε αφήνοντας τα χείλια του να εξερευνήσουν την επιδερμίδα μου διεγείροντας με αν είναι δυνατόν ακόμα περισσότερο, σε τέτοιο σημείο που ένιωθα ότι και χωρίς να συνεχίσει να μπαινοβγαίνει μέσα μου θα με έκανε να τελειώσω αλλά μόλις ένιωσε ξανά ότι ήμουν πολύ κοντά, ανασήκωσε το σώμα του και με κοίταξε.

«Γιατί μου το κάνεις αυτό;» κλαψούρισα κλείνοντας τα μάτια μου ενώ ένιωθα τα δάκρυα της προσμονής και της έξαψης να με πνίγουν καθώς όλο μου το σώμα φλεγόταν σε τέτοιο βαθμό που ένιωθα τα μάγουλα μου να είναι κατακόκκινα από την φωτιά που με είχε κάψει.

«Τι θέλεις Μπέλλα;» συνέχιζε εκείνος ακάθεκτος και δεν είχα ιδέα τι ζητούσε από μένα.

«Σε παρακαλώ Έντουαρτ... μην με βασανίζεις άλλο... Σε παρακαλώ» ικέτευσα ενώ ένιωθα όλο μου το κορμί να έχει φτάσει στα όρια του και εκείνος αντί να αρχίσει να κουνιέται μέσα μου συνέχισε να με βασανίζει βάζοντας τα χέρια του πάνω στο στήθος μου παίζοντας μαζί τους όπως πριν και αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε.

Χωρίς να ξέρω το πώς, το σώμα μου με δική του πρωτοβουλία, άρχισε να κινείτε πάνω στο καυτό του σώμα για να μπορέσει να ελευθερώσει όλο το βάρος που με έπνιγε.

«Μμμμ...» μούγκρισε εκείνος σαν απάντηση αγκομαχώντας ενώ παρέμενε σταθερός με τα χέρια του να με προκαλούν περισσότερο... Παίρνοντας θάρρος από αυτό, αυξάνοντας τον ρυθμό μου, προσπάθησα να απελευθερωθώ αλλά γαμώτο μου δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μπορούσα να τα καταφέρω με τίποτα.

«Έντουαρτ σε παρακαλώ, δεν αντέχω άλλο» έκανα άλλη μια απελπισμένη προσπάθεια και εκείνος φέρνοντας το σώμα του πιο κοντά στο δικό μου, ανασηκώνοντας περισσότερο την λεκάνη μου, άρχισε επιτέλους να κινείτε... Οι εκρήξεις που ένιωσα μέσα μου με ξάφνιασαν τόσο πολύ που πριν προλάβω να το ελέγξω άρχισα να φωνάζω καθώς τέντωνα το σώμα μου για να τον νιώσω απόλυτα, ενώ οι γοφοί μου συγχρονίζονταν πάνω στο ρυθμό του... «Έντουαρτ» φώναξα αρπάζοντας τον από τον σβέρκο για να τον φέρω πιο κοντά μου.

«Μην το κρατάς μωρό μου» τον άκουσα να μου λέει και ξεσπώντας άφησα τον εαυτό μου να εκφραστεί ακολουθώντας το κάλεσμα του.

Ένιωσα να χάνομαι μέσα στην δίνη τον συναισθημάτων μου, άρχισα να χάνω την γη κάτω από τα πόδια μου, να χάνω την αίσθηση του χρόνου και του χώρου αλλά αυτό που δεν έχανα με τίποτα ήταν την ακοή μου.

«Πιο αργά μωρό μου δεν σε προλαβαίνω» τον άκουσα να λέει και ανοίγοντας τα μάτια μου χωρίς ανάσα κάρφωσα την ματιά μου μέσα στην δική του και τότε κάηκα τελείως.

«Μην σταματάς» παρακάλεσα και αφήνοντας το μέτωπο του να ακουμπήσει πάνω στο δικό μου, έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί κάνοντας με για μια ακόμα φορά να εκραγώ.

«Μπέλλα σταμάτα» φώναξε για μια στιγμή και ευθύς αμέσως τον ένιωσα να τραβιέται μακριά μου, ενώ με τα χέρια του με κράταγε σταθερή στην ίδια θέση καθώς εκείνος ασθμαίνοντας με κλειστά μάτια προσπαθούσε να βρει τις ισορροπίες του και τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω τι είχα κάνει... «Γαμώτο» έβρισε τελικά και μπαίνοντας ξανά μέσα μου άρχισε να κινείται ξανά τόσο γρήγορα που μου πήρε τελείως το μυαλό αλλά πριν προλάβω να ξαναμπώ στην σφαίρα της φαντασίας, βογκώντας δυνατά τον ένιωσα να τελειώνει.

Πριν ακόμα οι ανάσες μας βρουν του φυσιολογικούς τους ρυθμούς ενώ παραμέναμε στην ίδια θέση και οι δύο ακίνητοι, το μυαλό μου άρχισε να στροφάρει.

«Τι προσπαθείς να μου πεις;» ρώτησα και αφήνοντας ένα γελάκι με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι... Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ενώ ίσιωνε το κορμί του, καθώς τοποθέτησε στην θέση του το εσώρουχο μου, έβαλε τα πόδια μου στην προηγούμενη θέση αριστερά και δεξιά από το κορμί του ενώ γέρνοντας ξανά προς το μέρος μου τοποθέτησε την τιράντα που πέρναγε γύρω από τον λαιμό μου στην θέση της και άφησε ένα απαλό φιλί πάνω στο στερνό μου που με έκανε να πάρω μια τρεμάμενη κοφτή ανάσα για να ελέγξω τον ηλεκτρισμό που ένιωσα.

«Γιατί δεν με κοίταξες καθόλου την ώρα που χόρευες;» ρώτησε και εξοστρακίστηκα τελείως... Αυτό τώρα που κολλάει, σκέφτηκα αλλά απάντησα πρόθυμα την αλήθεια.

«Δεν ήθελα να το διακινδυνεύσω...» είπα και ανασηκώνοντας τα φρύδια του με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια περιμένοντας να το διευκρινίσω... «Όταν με κοιτάς με αυτήν την ματιά...» συνέχισα καθώς αυθόρμητα ακουμπούσα απαλά το χέρι μου πάνω στο μάγουλο του... «Με αποσυντονίζεις και δεν ήθελα να χάσω τα βήματα μου» τελείωσα την πρόταση μου αφήνοντας έναν αναστεναγμό με ένα απαλό τόνο σχεδόν ξεψυχισμένο, αλλά γεμάτο από πληρότητα.

Εκείνος παρέμεινε σταθερός χωρίς να πει κάτι παραπάνω, κοιτώντας με μέσα στα μάτια και τότε ξαφνικά άρχισα να συντονίζομαι με το περιβάλλον και η ανάσα μου άρχισε να γίνεται πιο ρηχή.

«Ήξερες ότι θα κουνηθώ!... Γι αυτό με προκαλούσες;» τόλμησα να ρωτήσω την διαπίστωση μου και εκείνος χαμογελώντας αυτάρεσκα, πηγαίνοντας προς τα πίσω έκατσε στο κάθισμά του ενώ τραβώντας με, με βόλεψε στην διπλανή του θέση αφήνοντας μου τον χρόνο να το επεξεργαστώ περισσότερο... «Και γιατί απλά δεν το ζητούσες;» συνέχισα την απορία μου καθώς εκείνος βγάζοντας το μαντήλι του από την τσέπη του άρχισε να καθαρίζεται.

«Γιατί πολύ απλά ήθελα να το καταλάβεις εσύ» είπε καθώς κούμπωνε το παντελόνι του και μόλις γύρισε προς το μέρος μου τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω που θέλει να καταλήξει... «Ότι κάνεις το κάνεις υποσυνείδητα... Όταν σου ζητώ να κάνεις κάτι, κολλάς γιατί νομίζεις ότι δεν μπορείς να το κάνεις, ενώ αν μπορούσες να δεις τι μπορείς να κάνεις, πραγματικά θα σε σόκαρε» συνέχισε και βγάζοντας το κινητό του από την τσέπη του πάτησε κάποια κουμπιά και το έτεινε προς το μέρος μου.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησα.

«Ο λόγος που με έκανες να νομίζω ότι με κοροϊδεύεις όλον αυτόν τον καιρό... Ο λόγος που έφαγες όλο το ξύλο που έφαγες» συνέχισε και παίρνοντας το στα χέρια μου άρχισα να το κοιτώ με περιέργεια.

Στο βίντεο που έβλεπα... ήμουν εγώ που έδειχνα στην Βι τα βήματα απο το “Love Don't Cost A Thing” της Jennifer Lopez και άνοιξα τα μάτια μου διάπλατα από το σοκ.

«Νόμιζες ότι ήξερα να παλεύω» διαπίστωσα σοκαρισμένη κοιτώντας τον και το επιβεβαίωσε με το βλέμμα του... «Γιατί δεν με ρώτησες;» τον ρώτησα και άφησε την ανάσα του να βγει βίαια από μέσα του καθώς πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του για να τα στρώσει.

«Γιατί βασίστηκα σε αυτό που είδα» είπε τελικά και ξανακοίταξα την οθόνη.

«Μα δεν της μάθαινα να παλεύει...» είπα και τον κοίταξα ξανά... «Της μάθαινα τα βήματα από το “Love Don't Cost A Thing” της Jennifer Lopez» εξήγησα και γέλασε κουνώντας το κεφάλι του χωρίς να το πιστεύει.

«Όλοι μπορούμε να κάνουμε λάθος...» παραδέχτηκε... «Και για να καταφέρουμε να κάνουμε μια σωστή αρχή...» συνέχισε καθώς με πλησίαζε, βάζοντας το δείκτη του κάτω από το σαγόνι μου ενώ με τον αντίχειρα του με κράταγε σταθερή είπε κοιτώντας με βαθιά στα μάτια... «Άρχισε να μιλάς» μιμούμενη την κίνηση του βάζοντας και εγώ τον δείκτη μου κάτω από το σαγόνι του και κρατώντας το σαγόνι του σταθερό με τον αντίχειρα του συμπλήρωσα.

«Και εσύ να ρωτάς» χαμογέλασε ευδιάθετα

«Είμαστε σύμφωνοι» έκλεισε την συμφωνία μας κλείνοντας μου το μάτι του και ενώ ξεκόλλησε από πάνω μου με κοίταξε για άλλη μια φορά πριν ανοίξει την πόρτα... «Τι λες γυρίζουμε σπίτι;... Αυτό το ζαχαρωτό μου άνοιξε την όρεξη» είπε με νόημα δείχνοντας με την ματιά του προς το μαλλί της γριάς που ήταν ακόμα στο πάτωμα και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία.

«Ξανά;» ρώτησα σχεδόν σοκαρισμένη και μου ανταπέδωσε το βλέμμα πειραχτικά.

«Τι νομίζεις ότι θα σε αφήσω να την γλυτώσεις τόσο εύκολα;» ρώτησε δύσπιστα και γέλασα κοκκινίζοντας ολόκληρη.

«Έλπιζα πως όχι» ανταπέδωσα και με κοίταξε με ικανοποίηση καθώς έβγαινε από το αμάξι για να πάει από την μεριά του.

Μόλις μπήκε μέσα και ίσιωσε το κάθισμα, με την ματιά του μου πέρασε το μήνυμα να πάω να κάτσω δίπλα του και χωρίς να το σκεφτώ το έκανα πρόθυμα.

«Ο Φλικ;» ρώτησα καθώς έβαζα την ζώνη και ανασήκωσε τους ώμους του.

«Θα είναι απασχολημένος... Δεν θέλουμε να του χαλάσουμε την διασκέδαση σωστά;» ρώτησε και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά... «Μην ανησυχείς, θα γυρίσει μόλις τελειώσει» είπε κλείνοντας μου το μάτι και βάζοντας μπρος την μηχανή ξεκίνησε.

Φτάνοντας στο σπίτι, χωρίς να ξέρω το γιατί, με έπιασε μια περίεργη ανατριχίλα... Κάτι σαν προαίσθημα;... θα σας γελάσω... Ότι και να ήταν αυτό που μου το είχε προκαλέσει πάντως με έκανε ασυναίσθητα να τρέμω και μόλις ένιωσα τα χέρια του να με τυλίγουν τινάχτηκα και με κοίταξε με απορία.

«Όλα καλά;» ρώτησε και κατένευσα γιατί δεν ήξερα τι άλλο να πω... «Φαίνεσαι νευρική» είπε αμέσως την σκέψη του και αναστέναξα καθώς έξυνα νευρικά το κεφάλι μου.

«Μην δίνεις σημασία, δεν έχει να κάνει με σένα»

«Και με τι έχει να κάνει;» ρώτησε περίεργος καθώς με παρέσερνε προς το εσωτερικό του σπιτιού και ξεφύσησα.

«Δεν ξέρω, πραγματικά δεν έχει να κάνει με σένα... Απλά από την στιγμή που μπήκαμε μέσα κάτι με έκανε να αναριγήσω, κάτι σαν προαίσθημα η κάτι τέτοιο...» είπα και εκείνος με κοίταξε σκεπτικός... «Πραγματικά δεν είναι τίποτα, θα μου περάσει» του είπα απολογητικά και εκείνος αμέσως έτριψε τον ώμο μου παρηγορητικά και μόλις περάσαμε την τελευταία πόρτα, πριν προλάβουμε να φτάσουμε στην σκάλα, τύλιξε το ένα του χέρι γύρω από την μέση μου και αφού έβγαλε την περούκα μου και την πέταξε στο πάτωμα κόλλησε τα χείλια του πάνω στον λαιμό μου καθώς τύλιγε και το δεύτερο του χέρι γύρω από το σώμα μου και κόλλησε την πλάτη μου πάνω στο στέρνο του.

«Τι λες να σε βοηθήσω να το ξεπεράσεις πιο γρήγορα» ρώτησε με μια παθιάρικη βαθιά φωνή, κάνοντας με να νιώσω για άλλη μια φορά τον ερεθισμό του που ήταν έτοιμος για όλα.

Αναστενάζοντας έγειρα το κεφάλι μου πάνω στον ώμο του, ενώ ένιωθα τον λαιμό μου να ξεραίνεται καθώς όλο μου το σώμα αναρίγησε.

«Δεν λέω όχι, αλλά μπορώ να πιω λίγο νερό πρώτα;» παρακάλεσα καθώς τον κοίταζα απολογητικά και εκείνος φιλώντας την άκρη της μύτης μου με έσπρωξε προς την μεριά της κουζίνας.

«Θα πάω να ετοιμάσω το τζακούζι, μην αργήσεις» προειδοποίησε και άφησα ένα γελάκι να μου ξεφύγει.

«Γεθ μαθσταρ» του είπα πειραχτικά με χαμηλή φωνή και εκείνος δίνοντας μου μια στον κώλο πειραχτικά, με κοίταξε επιβλητικά και ανασήκωσα τα χέρια μου στον αέρα αμυντικά επαναλαμβάνοντας... «Γεθ μαθσταρ»

«Τι είναι αυτό πάλι;» ρώτησε ενώ πάλευε να συγκρατήσει το χαμόγελο του.

«Έτσι δεν λέει στο αφεντικό του, ο δούλος του κόμη δράκουλα;» τον ρώτησα και καλά αθώα και κούνησε απηυδισμένα το κεφάλι του καθώς γέλαγε δυνατά.

«Είσαι τρελοκομείο» είπε ενώ ανέβαινε γρήγορα την σκάλα γελώντας και εγώ καθώς τον μιμήθηκα συγκρατημένα κίνησα προς την κουζίνα.

ESCAPE POLH FANTASMA