Ετικέτες

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Soulmates "Πρόλογος"



Μπέλλα...

Είχαν περάσει αιώνες και αιώνες από την ημέρα που είχα φύγει από την γενέτειρα μου πόλη για να εξερευνήσω όλων τον κόσμο και τώρα που είμαι εδώ ξανά, τίποτα δεν είναι το ίδιο.

Το Μύστικ Φορκς είχε αλλάξει ριζικά...

Μια πόλη με τόσο μεγάλη ιστορία, που τα μυθικά πλάσματα πάλευαν ανά τους αιώνες για το ποιο θα υπερισχύσει, είχε πλέον εκσυγχρονιστεί και είχε μπει για τα καλά στον 21ο αιώνα.

Φτάνοντας έξω από την πόρτα της οικογένειας όπου ήταν η αιτία της επιστροφής μου, περίμενα μέχρι να φύγουν όλοι ώστε να μπορέσω να βρω την ευκαιρία να μιλήσω στην οικοδέσποινα του σπιτιού ανενόχλητη, κρυμμένη ανάμεσα στις σκιές των δέντρων λίγο πιο μακριά από εκεί που ήταν η κατοικία τους... Για μένα ακόμα και αυτή η απόσταση δεν ήταν αρκετή για να μου μειώσει την ορατότητα μου, κάθε ένα μέλλος της οικογένειας που έβγαινε το έβλεπα το ίδιο άψογα σαν να ήμουν μόλις μισό βήμα μακριά του.

Ο Καρλάιλ ο πατέρας της οικογένειας και δήμαρχος αυτής της πόλης, αγέρωχος και λυγερός, με ξανθά μαλλιά και γκρίζα μάτια ήταν ψηλός και καλοστεκούμενος για την ηλικία του, έκανε πρώτος την εμφάνιση του και πίσω του ακολούθησε η γλυκιά μου Έσμε, η γυναίκα του για να τον προϋπαντήσει με ένα γλυκό φιλί... Μια υπέροχη γυναίκα που η αγάπη της σου ζέστανε την καρδιά από την πρώτη στιγμή που την αντίκριζες... Δοτική και στοργική να δίνει τα πάντα για την οικογένεια της ανιδιοτελώς. Με τα καστανά της μαλλιά και μάτια, πιο κοντή από τον σύζυγο της και με στρογγυλεμένες καμπύλες, με ένα πρόσωπο που θα σου θύμιζε το σχήμα της καρδιάς, ήταν η τέλεια σύμμαχος για μένα και ήμουν σίγουρη ότι δεν θα μου αρνιόταν την βοήθεια της εφόσον πρόκειται για την ασφάλεια των παιδιών της που λάτρευε με όλη της την ψυχή.

Αμέσως μετά ακολούθησαν τα παιδιά τους, τρία στον αριθμό, όλα στην ίδια ηλικία... Τα δύο μικρότερα δηλαδή ο Έντουαρντ και η Άλις, ήταν δίδυμα ενώ ο Έμετ μερικούς μήνες μόνο μεγαλύτερος ήταν ανιψιός τους, παιδί της νεκρής αδελφής της Έσμε που την έχασε όταν ο Έμετ ήταν μόλις τριών χρονών αυτή χωρίς δισταγμό κράτησε στην αγκαλιά της το άτυχο μωρό και το μεγάλωσε με τόση αγάπη και δεν τον ξεχώριζε από τα άλλα της παιδιά.

Ο Έμετ ήταν ο πιο γεροδεμένος, ο πιο ψηλός και ο πιο ζωηρός της υπόθεσης, με μαύρα μαλλιά και μάτια, ίδιος ο πατέρας του λένε, που τον έχασε στο ίδιο δυστύχημα που έχασε και την μητέρα του... ήταν το μαύρο αγκάθι της υπόθεσης καθώς ετοιμοπόλεμος πάντα έκανε του κεφαλιού του χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες...

Η Άλις, γλυκιά και μικροκαμωμένη, σαν νεράιδα του αγρού, πάντα χαρούμενη και λυγερή, λάτρεις του μπαλέτου και της μόδας, ήταν η πεταλουδίτσα της υπόθεσης, θα την χαρακτήριζες παιδί της ηλικίας της αλλά αν ρωτήσεις την γνώμη μου, ήταν πιο ώριμη και πιο σοβαρή από όσο ήθελε να δείχνει, πολύ έξυπνη και με γρήγορη σκέψη πάντα έβρισκε τις λύσεις για όλα τα προβλήματα που βρίσκανε στο δρόμο τους, θα έλεγα η πιο σοφή από την τριάδα... όσο για τα χαρακτηριστικά της, έφτανε να την δεις δίπλα στην μητέρα της και τότε θα νόμιζες ότι πιο πιθανόν να ήταν δίδυμη με εκείνην παρά με τον αδελφό της που ήταν η μέρα και η νύχτα...

Ο Έντουαρντ... ένα διαφορετικό πλάσμα που όποιος τον γνώριζε πραγματικά δεν μπορούσε να του περάσει απαρατήρητος... Ευγενικός, χαρισματικός, γρήγορος, έξυπνος, ευαίσθητος, τρυφερός και αθεράπευτα ρομαντικός για την εποχή που ζούνε, σε έκανε να νιώθεις ότι ήταν λες και ήταν από άλλη εποχή και απλά είχε ταξιδέψει με μια μηχανή του χρόνου και ζούσε στο σήμερα... Ένα απίστευτα όμορφο παλικάρι που άλλος στην θέση του θα ήταν τώρα ο γόης του σχολείου του αλλά όχι ο Έντουαρντ... Ο Έντουαρντ ήταν ένα παιδί χαμηλών τόνων, ακόμα και στην σχέση που είχε με την Έλενα, συμμαθήτρια του από το νηπιαγωγείο, ήταν απίστευτα σοβαρός... Αν και η κοπέλα του δεν ήταν έτοιμη για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα της σχέσης τους, εκείνος ποτέ δεν κοίταξε ούτε μια φορά δεξιά ή αριστερά άλλη κοπέλα, δεν την απάτησε ποτέ παρόλο που ήταν ήδη δύο χρόνια μαζί της και σίγουρα στην ηλικία τον 17 στα 18 που ήταν θα είχε τρομερές ανάγκες αλλά εκείνος δεν της κάλυπτε ποτέ με τέτοιο τρόπο ώστε να την προδώσει και αυτό ήταν άξιο επαίνου στα σίγουρα... Ήταν αρκετά ψηλός αλλά λίγο πιο κοντός από τον Έμετ, με γκρίζα μάτια που σε μαγνητίζανε ακόμα πιο ανοιχτά από του πατέρα του και με καστανόξανθα μαλλιά που ήταν ούτε κοντά αλλά ούτε μακριά, επιμελώς ατημέλητα λες και μόλις έχει αγουροξυπνήσει, να πετάνε από παντού και να σε κάνουν να χαμογελάς όταν τα βλέπεις αλλά κατά κάποιον τρόπο πήγαιναν τόσο πολύ σε αυτό το απίστευτο πρόσωπο με τις τετραγωνισμένες γωνίες που είχε.

Μόλις η οικογένεια Κάλλεν - με την πιο μεγάλη ιστορία της πόλης που χρονολογείτε από τότε που εγώ ήμουν ακόμα μωρό - πήρε το δρόμο της, εκτός φυσικά της γλυκιάς μου Έσμε... Ο πατέρας με την Mercedes-Benz του και οι μικροί με το Volvo - XC90 – SUV τους με τον Έντουαρντ πάντα στο τιμόνι, τον Έμετ συνοδηγό και την Άλις στο πίσω κάθισμα, πήρα την απόφαση να πλησιάσω το σπίτι και χτυπώντας την πόρτα απαλά περίμενα την Έσμε να ανοίξει.

«Παρακαλώ;» ρώτησε η Έσμε και της χαμογέλασα ζεστά.

«Γλυκιά μου Έσμε, δεν φαντάζεσαι πόσο χαίρομαι που σε βλέπω από κοντά» της είπα γλυκά και εκείνη με κοίταξε με περιέργεια.

«Συγνώμη γνωριζόμαστε;» ρώτησε προβληματισμένη.

«Όχι ακόμα αλλά πολύ σύντομα θα γίνει και αυτό» της απάντησα και άρχισε να γίνεται νευρική.

«Πραγματικά δεν καταλαβαίνω» είπε απολογητικά με την ζεστή της ματιά να με κοιτά ανήσυχα.

«Γλυκιά μου Έσμε, πόσα θα μπορούσες να κάνεις για να σώσεις τα παιδιά σου που κινδυνεύουν;» την ρώτησα και αμέσως σταμάτησε να αναπνέει.

«Τα παιδιά μου; Πάθανε τίποτα τα παιδιά μου;» ρώτησε με αγωνία και έσπευσα να την καθησυχάσω.

«Όχι ακόμα αλλά δεν θα αργήσει ο καιρός που θα βρεθούν σε μεγάλο κίνδυνο, γι’ αυτό και θέλω να ξέρω πόσα θα μπορούσες εσύ να κάνει για να τα σώσεις;» επανέλαβα και έπιασε το στήθος της σε μια απελπισμένη κίνηση για να βρει ξανά την ανάσα που είχε χάσει.

«Τι ερώτηση είναι αυτή; Φυσικά και τα πάντα» είπε αυτόματα και την κοίταξα έντονα.

«Τα πάντα;» την ρώτησα ξανά.

«Ποια είσαι επιτέλους και τι ζητάς από μένα;» ρώτησε απελπισμένη και της χαμογέλασα ξανά ζεστά για να την χαλαρώσω.

«Καταλαβαίνεις ότι αυτή η κουβέντα δεν μπορεί να γίνει στο κατώφλι της πόρτας... Θα μπορούσα να περάσω;» την ρώτησα και εκείνη αμέσως μου ανταποκρίθηκε.

«Ναι φυσικά, πέρασε μέσα σε παρακαλώ» μου έδωσε την άδεια και μόλις έκανα δύο ανθρώπινα βήματα και πέρασα το κατώφλι της πόρτας, γύρισα προς την μεριά της.

«Σε ευχαριστώ πολύ γλυκιά μου Έσμε για την πρόσκληση, αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόμουν...» της είπα γλυκά και με κοίταξε πάλι προβληματισμένη αλλά και φοβισμένη μαζί και πριν πει κάτι άλλο, αμέσως την κοίταξα έντονα στα μάτια και αφού βεβαιώθηκα ότι είχε αιχμαλωτιστεί από το βλέμμα μου συνέχισα... «Τώρα άκουσε με προσεκτικά... δεν θέλω να με φοβάσαι, θέλω να με θεωρείς σύμμαχο, ότι και να λέω ότι και να κάνω εσύ πάντα θα με υποστηρίζεις ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να έρχεσαι σε αντιπαράθεση με τον σύζυγο σου...»

«Θα σε υποστηρίζω» επανέλαβε σαν μαγεμένη κάτω από το σαγήνευμα μου.

«Όταν θα χτυπάει το κουδούνι θα ανοίγεις πάντα εσύ την πόρτα και όταν θα σου ζητούν να περάσουν μέσα, εσύ θα παραμερίζεις στο πλάι και θα τους αφήνεις να μπαίνουν χωρίς να τους δίνεις την άδεια σου, αν περνάνε θα τους υποδέχεσαι ζεστά, αν όμως επιμένουν να τους δώσεις την άδεια σου για να μπουν, τότε θα τους διώχνεις με οποιαδήποτε δικαιολογία ευγενικά και θα μου το λες...»

«Δεν θα τους δίνω την άδεια μου και θα σου το λέω» επανέλαβε και συνέχισα.

«Πάρε αυτήν την τσάντα...» της είπα ενώ ταυτόχρονα της έδινα την τσάντα που είχα μαζί μου, με τις αμπούλες που περιείχαν μέσα απόσταγμα από ιεροβότανο... «Και κρύψ’ την σε ένα μέρος όπου δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να την βρει... Κάθε πρωί θα βγάζεις μια αμπούλα μέσα από την τσάντα και θα ρίχνεις το περιεχόμενο της μέσα στο χυμό του πρωινού, θα βεβαιώνεσαι ότι πριν σηκωθούν από το τραπέζι θα έχουν πιει όλοι τον χυμό τους, αν δεν τον πιουν δεν θα επιμένεις για να μην προδοθείς και μέσα στην ημέρα αυτός που δεν θα έχει πιει από τον χυμό του θα φροντίζεις να βάζεις μέσα σε οποιοδήποτε άλλο υγρό λίγο από μια αμπούλα για να το πιει... Δεν πρέπει να μάθει κανείς ότι τους ποτίζεις με αυτό το υγρό, αν σε πιάσουν με την αμπούλα στο χέρι, πιες την και πες ότι είναι ένα δυναμωτικό βότανο αλλά μην ξεχνάς απαραίτητα να πίνεις και εσύ μαζί τους...»

«Θα την κρύψω και θα φροντίζω να πίνουμε όλοι» επιβεβαίωσε και χαϊδεύοντας τα μαλλιά της απαλά της χαμογέλασα ζεστά.

«Μακάρι να είχα και εγώ μια τόσο γλυκιά μητέρα σαν και εσένα Έσμε μου, όλα τότε θα ήταν πολύ διαφορετικά και δεν θα χρειαζόταν σήμερα να είμαι εδώ αλλά δεν είναι και λυπάμαι πάρα πολύ γι’ αυτό, όμως σου δίνω τον λόγο μου ότι θα κάνω τα πάντα για να τους σώσω και τους δύο, ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι αυτό απαιτεί θυσίες και από τις δύο μας...» της είπα και κατένευσε για απάντηση... «Μαζί όμως θα τα καταφέρουμε... μην ξεχάσεις ποτέ ότι θέλω μόνο το καλό σας... Θα τα πούμε πολύ σύντομα, μέχρι τότε δεν με έχεις δει ποτέ ξανά στην ζωή σου» της είπα και απελευθερώνοντας την από την σαγηνευτική μου ματιά, έφυγα πριν ακόμα προλάβει να ανοιγοκλείσει τα μάτια της.


Έντουαρντ.....

Ο Αύγουστος, ο χειρότερος μήνας του χρόνου για το Μύστικ Φόρκς είχε μπει πια για τα καλά και μαζί με τα αδέλφια μου κινήσαμε για την παραλία που ήταν 12 χιλιόμετρα μακριά από την απομονωμένη έπαυλη μας για να βρούμε παρηγοριά παρέα με τους φίλους μας... Εκεί ήταν και εκείνη, χαμογελαστή να με χαιρετάει από μακριά και αμέσως να κάνει την καρδιά μου να χτυπά σε ξέφρενους ρυθμούς... η Έλενα μου, το πιο όμορφο πλάσμα στον κόσμο μου.

Ήμασταν δύο χρόνια μαζί και ήμασταν αχώριστοι... Τα μακριά της ίσια μαύρα μαλλιά, με τα μαύρα λαμπερά της μάτια, το λεπτοκαμωμένο της λυγερό κορμί, και τον απίστευτο χαρακτήρα της, έκανε τις ημέρες μου σε αυτό το απαίσιο μέρος που ήθελα όσο τίποτα με την πρώτη ευκαιρία να αφήσω πίσω για να γνωρίσω νέα μέρη, πιο λαμπερές.

Οι ώρες περνάγανε όπως πάντα ευχάριστα, με παιχνίδια, πειράγματα και φυσικά ατελείωτες ώρες μέσα στην θάλασσα να χαιρόμαστε το κάθε λεπτό αλλά όταν οι κοιλιές μας άρχιζαν να διαμαρτύρονται τότε όλοι μονομιάς καταλαβαίνουμε ότι είναι η ώρα, όσο όμορφα και να περνάμε, του γυρισμού... Έτσι και εμείς, μαζεύοντας τα πράγματα μας, με την άμμο να καλύπτει τα κορμιά μας, με σκυθρωπά πρόσωπα και αμίλητοι παίρναμε τον δρόμο του γυρισμού με βαριά καρδιά.

«Καλός τα παιδία μου...» η μητέρα μου μας καλωσόρισε όπως πάντα με το ζεστό της χαμόγελο στα χείλη καθώς μπαίναμε μέσα στο σπίτι ενώ μας φίλαγε ευλαβικά έναν, έναν ξεχωριστά και ξέραμε ότι ήμασταν εκεί ακριβός όπου ανήκαμε... «Πως τα περάσατε;» ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον και με μια φωνή όλοι μαζί απαντούσαμε πάντα.

«Μια χαρά... τι έχει να φάμε;» εκείνη πάντα χαμογελούσε και αφού μας έστελνε για να κάνουμε μπάνιο ώστε να βγάλουμε από πάνω μας την άμμο, ετοίμαζε το τραπέζι και μας περίμενε για να φάμε όλοι μαζί.

Όταν ο πατέρας μας γύριζε σπίτι τότε τα πάντα αλλάζανε... εκείνος ήταν ο σοβαρός της υπόθεσης... ο πιο αυστηρός... με τους κανόνες του και τις ιστορίες του να μας της διηγείται ανελλιπώς για να μην ξεχνάμε ποτέ ποιοι ήμαστε αλλά προπάντων, ποιος ήταν ο σκοπός της ζωής μας και το χρέος μας σαν γνήσιοι Κάλλεν... Ναι λες και υπήρχε περίπτωση να μπορέσουμε ποτέ να ξεχάσουμε ή ακόμα χειρότερα, λες και υπήρχε περίπτωση να μας αφήσει εκείνος να το κάνουμε.

Οι οικογένεια μας, κατά τα λεγόμενα του πατέρα μας πάντα, είχε την μεγαλύτερη ιστορία της πόλης, όπου χρονολογείτε πάνω από 1.500 χρόνια... Χέσε ψηλά και αγνάντευε δηλαδή αλλά μην το κάνετε θέμα... αφού ήμασταν Κάλλεν έπρεπε να υποστούμε να γνωρίζουμε όλες αυτές τις μπούρδες που συμπεριλαμβάνανε, βρικόλακες, λυκανθρώπους και δεν ξέρω και εγώ τι άλλα μυθικά πλάσματα που ο ίδιος δεν είχε ακόμα αναφέρει αλλά ήμουν σίγουρος ότι όλο και κάτι άλλο θα μας ξεφούρνιζε στην πορεία και θα μας έστελνε για βρούβες.

Αλλά τι να κάνεις; Αφού είμαι ένας Κάλλεν, εχθρός και κυνηγός μυθικών πλασμάτων που δεν έχω δει ποτέ στην ζωή μου και ούτε πρόκειται δηλαδή να δω, έπρεπε να το υποστώ.

Κάπως έτσι περνάγαμε την καθημερινότητα μας τα καλοκαίρια που δεν είχαμε άλλες υποχρεώσεις να μας βαραίνουν και όταν έφτανε το βράδυ, όλοι απομονωνόμασταν στα δωμάτια μας και εκεί κάπου ξαναβρίσκαμε τους εαυτούς μας παρέα με αυτό που ο καθένας γούσταρε να κάνει χωρίς να του το έχει επιβάλει κάποιος... Σήμερα βέβαια ήμουν πιο τυχερός καθώς είχαμε κανονίσει με την παρέα να βρεθούμε στο μπιλιαρδάδικο και έτσι αυτή η απομόνωση άργησε να έρθει αλλά όταν ήρθε έγινε πραγματικά αφόρητη.

Με το κλιματιστικό μου χαλασμένο και την άπνοια που επικρατούσε πριν ακόμα ξαπλώσω στο κρεβάτι μου είχα γίνει μούσκεμα αλλά με την κούραση που είχα, εντάξει είχα πιει και καμία μπυρίτσα στα κλεφτά, τα μάτια μου βαραίνανε τόσο πολύ που δεν άντεχα λεπτό να μείνω ακόμα όρθιος και μόλις το σώμα μου συγκρούστηκε με το στρώμα όλα μαύρισαν και εγώ μπήκα αμέσως στον κόσμο τον ονείρων.

Για άλλη μια βραδιά, έβλεπα εκείνην, όπως γινόταν κάθε βράδυ τα τελευταία χρόνια και περισσότερο τον τελευταίο καιρό που για κάποιον ανεξήγητο λόγο την είχα περισσότερο ανάγκη από κάθε άλλη φορά... Την κράταγα μέσα στην αγκαλιά μου και εκείνη με κοίταζε με τόση τρυφερότητα που με έκανε να λιώνω κάτω από το άγγιγμα της... Την φίλαγα τρυφερά και αμέσως μου ανταποκρινόταν με τόση θέρμη που το μυαλό μου τρελαινόταν και έκανε σχέδια απαγορευμένα ακόμα και για τα όνειρα μου... Ακόμα και το ίδιο μου το υποσυνείδητο με βασάνιζε όπως με βασάνιζε και η ίδια όλον αυτόν τον καιρό αλλά δεν διαμαρτυρόμουν και μόνο που την είχα μέσα στην αγκαλιά μου δεν ήθελα τίποτα παραπάνω, με γέμιζε, με έκανε να συγκρατώ ότι με έπνιγε αλλά που να μου πάρει δεν μου έφτανε.

«Για όνομα πια... Τι ξενέρωτα πράγματα είναι αυτά;... Κουτούπωσε την αγόρι μου, όνειρο είναι όχι πραγματικότητα, κάνε για μια φορά αυτό που πραγματικά γουστάρεις» άκουσα μια γυναικεία φωνή και διακόπτοντας το φιλί μας ανασήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα για λίγο την Έλενα που με κοίταζε με περιέργεια.

«Τι είναι μωρό μου;» με ρώτησε καθώς μου χάιδευε απαλά το πρόσωπο και την κοίταξα προβληματισμένος.

«Άκουσες κάτι;» την ρώτησα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.

«Μην σταματάς» με παρακάλεσε και παίρνοντας μια ανάσα έγειρα και πάλι κοντά της και ενώνοντας τα χείλια μας άρχισα να την φιλώ τρυφερά ενώ το χέρι μου, με δική του πρωτοβουλία άρχισε να εξερευνά το κορμί της και για λίγο πάγωσα ενώ κοίταξα της αντιδράσεις της... «Μην σταματάς» με παρακάλεσε για άλλη μια φορά και παίρνοντας θάρρος από αυτό συνέχισα αλλά ακόμα ήμουν διστακτικός... Ήξερα ότι ήταν ένα όνειρο και θα μπορούσα να κάνω αυτό που πραγματικά ήθελα να κάνω πάνω στο κορμάκι της αλλά ένιωθα ότι αν παρεκτραπώ έστω και στον ύπνο μου τότε αν συνέχιζε να μου το αρνείται θα τρελαινόμουν τελείως και δεν το τολμούσα.

«Χούφτωσε την αγόρι μου τι φοβάσαι ότι θα σου σπάσει;... Σκιστείς τα ρούχα γάμα την επιτέλους... Άντρας είσαι όχι παιδάκι πια» ακούστηκε η ίδια φωνή και ξαφνιασμένος γύρισα και κοίταξα το δωμάτιο... Ήταν άδειο... Τι στο;

«Έντουαρντ μην σταματάς τώρα» με παρακάλεσε για άλλη μια φορά η Έλενα μου και παίρνοντας άλλη μια βαθιά ανάσα γύρισα προς το μέρος της και την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια.

«Σε θέλω σαν τρελός... αλλά δεν μπορώ» είπα ηττημένα και τότε τα πάντα άλλαξαν και με έκαναν να τα χάσω... για λίγο δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν πραγματικότητα ή παράνοια... σίγουρα όμως ήταν κάτι που δεν είχα ξαναζήσει ποτέ ξανά στην ζωή μου.

«Εεε δεν τρώγεσαι πια» μου είπε εκνευρισμένη και βάζοντας το πόδι της πάνω στον γοφό μου και το καλάμι της ανάμεσα στα πόδια μου, με τράβηξε πιο κοντά της ενώνοντας τα φύλα μας και χωρίς να προλάβω να το σταματήσω, ένα μου βογκητό έσπασε την σιωπή αλλά πριν προλάβω να πάρω ανάσα εκείνη, με άρπαξε από το μαλλί και κολλώντας με απάνω της άρχισε να με φιλάει τόσο απαιτητικά που ένιωσα όλο μου το είναι να εκρήγνυται... το σώμα μου να παίρνει φωτιά και το μυαλό μου να θολώνει σε τέτοιο βαθμό που χωρίς να έχω άλλες αντοχές έκανα ότι μου είπε πριν αυτή η περίεργη γυναικεία φωνή.

Με τα χέρια μου, απομάκρυνα όλα μας τα εμπόδια κάνοντας τα κομμάτια και πριν προλάβω καν να το σκεφτώ, βρισκόμουν επιτέλους μέσα της... Σύριξα από την φλόγα που με έκαψε και χωρίς να κόβω το φιλί μας, την κατέκτησα με τέτοιο πάθος που όμοιο του δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά.

Οι γοφοί μου την συναντούσαν ξανά και ξανά ενώ τα αγκομαχητά μας δεν είχαν σταματημό, ένιωθα όλο μου το κορμί να σπάει και να γίνεται κομμάτια αλλά όσο περισσότερο την κατακτούσα, τόσο περισσότερο έπαιρνα φωτιά και την ήθελα σαν κολασμένος και που να με πάρει εκείνη μου ανταποκρινόταν τόσο απόλυτα που με έκανε να θολώνω περισσότερο.

«Έτσι μωρό μου, fuck me» την άκουσα να λέει αλλά δεν ήταν η δική της φωνή, αυτή η φωνή ήταν η ίδια που πριν με παρακινούσε να κάνω την Έλενα μου δική μου αλλά αυτήν την φορά ερχόταν από τόσο κοντά που ξαφνιασμένος σήκωσα το κεφάλι μου και μόλις κοίταξα προς την Έλενα τα έχασα τελείως.

Δεν ήταν η Έλενα αυτή που κατακτούσα αλλά κάποια άλλη που δεν είχα δει ποτέ ξανά στην ζωή μου... και από το ξάφνιασμα μου άνοιξα τα μάτια μου και αμέσως ένιωσα ένα αεράκι να με δροσίζει καθώς η κουρτίνα του παραθύρου μου κουνήθηκε... Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου, έτρεξα μέχρι το παράθυρο μου και βγάζοντας το κεφάλι μου έξω από αυτό, άρχισα να κοιτάω τα πάντα γύρω μου με την ανάσα μου και την καρδιά μου να είναι ακανόνιστες.

Έξω επικρατούσε η απόλυτη ησυχία... τα δέντρα ήταν απελπιστικά ακίνητα... και η άπνοια δυσκόλευε ακόμα περισσότερο την ανάσα μου που ακόμα δεν έλεγε να επανέλθει σε φυσιολογικούς ρυθμούς... Τι στο καλό ήταν όλο αυτό; Αναρωτήθηκα και καθώς γύρισα ξανά στο κρεβάτι μου έκατσα μηχανικά και αυθόρμητα με το χέρι μου άγγιξα τα χείλια μου... τα ένιωθα πρησμένα... ένιωθα ακόμα τα χείλια της απάνω στα δικά μου, σε όλο μου το κορμί είχα ακόμα την αίσθηση του δικού της κορμιού κάτω από το δικό μου καθώς την κατακτούσα με τέτοιο πάθος που δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε μέσα μου... και αυτό με έκανε να τα χάσω τελείως... Μάλλον πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτό... και μάλιστα σύντομα γιατί αλλιώς την βλέπω την δουλειά... θα τρελαθώ τελείως.

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Haunted Love M2o "22. Jar of Hearts"



Μπαίνοντας μέσα στην βιβλιοθήκη την βρήκα να είναι μπροστά από το μπαράκι να πίνει από το μπουκάλι με το όπλο της να είναι έτοιμο πάνω στο μπαράκι... Ενώ κατάλαβε ότι είχα μπει δεν έκανε καμία κίνηση, δεν γύρισε καν προς το μέρος μου και πλησιάζοντας το γραφείο μου, άφησα το σακβουαγιάζ πάνω στην καρέκλα που ήταν μπροστά μου, βγάζοντας το όπλο μου, το πέταξα πάνω στο γραφείο μου και πλησιάζοντας την, παραμέρισα τα μαλλιά της από τον ώμο της και πλησιάζοντας το αυτί της, της μίλησα με παθιασμένη φωνή.

«Είμαι όλος δικός σου... Έχεις καμία προτίμηση στο μέρος που θα τελειώσεις την αποστολή σου;» την ρώτησα και εκείνη γυρίζοντας απότομα προς το μέρος μου, βάζοντας τα χέρια της πάνω στο στήθος μου με απομάκρυνε από πάνω της με βία.

«Έχεις το θράσος να με κοροϊδεύεις;...» είπε με δηλητήριο στην φωνή της με τα μάτια της να πετάνε σπίθες ενώ άρχισε να μου επιτίθεται προσπαθώντας να με πετύχει και εγώ με ευκολία αντίκρουα όλα της τα χτυπήματα χωρίς όμως να της τα ανταποδίδω, αφήνοντας την να ξεσπάσει... Και πολύ κράτησε τόση ώρα.

«Έχεις το θράσος να μου κάνεις και πλάκα από πάνω;...» συνέχισε πιο σκληρά ενώ τα χτυπήματα της γινόντουσαν όλο και πιο επιθετικά βρίσκοντας με αυτήν την φορά που και που αλλά και πάλι δεν της τα ανταπέδιδα... «Έχεις ιδέα τι πέρασα από την στιγμή που με έδιωξες από το νοσοκομείο και μετά;... Έχεις ιδέα τι τέρας δημιούργησες με τα ψέματα σου;... Έχεις ιδέα πόσα κομμάτια χρειάστηκε να γίνω για να μπορέσω να μάθω να ζω μισή ζωή;... Έβαλες το χέρι σου βαθιά μέσα στην καρδιά μου και την ξερίζωσες, την διέλυσες, την συνέτριψες, με άφησες άψυχη να παλεύω με τα σκατά και μου λες από πάνω ότι με θες πίσω και περιμένεις να το δεχτώ;... Ποιος νομίζεις ότι είσαι;... Ποιος διάολο νομίζεις ότι είσαι;» ούρλιαζε πια και μόλις ένιωσα το σώμα μου να ακουμπά πάνω στο γραφείο την γύρισα απότομα και κρατώντας τα χέρια της ενώ μπλόκαρα τα πόδια της με τα δικά μου, την λύγισα προς τα πίσω ώστε το σώμα της να ακουμπήσει πάνω στο γραφείο και καλύπτοντας το με το δικό μου πήρα τον λόγο εγώ.

«Έχεις ιδέα τι δύναμη ψυχής χρειαζόταν να σε διώξω εκείνην την ημέρα για να μπορέσω να κάνω το σωστό;... Γιατί αυτό ήταν το σωστό Μπέλλα, γιατί αν έμενες μαζί μου τότε, τώρα θα ήσουν νεκρή... Έχεις ιδέα πως ήταν για μένα να ξέρω ότι είσαι νεκρή και να πρέπει να ζήσω για να εκπληρώσω την υπόσχεση που σου είχα δώσει;... Έχεις ιδέα πως ήταν να γυρίζω μέσα σε αυτό το σπίτι και αντί να βλέπω εσένα, να βλέπω εκείνην να με κυνηγάει για να με κερδίσει και εγώ να πρέπει να συγκρατώ όλα μου τα συναισθήματα;... Έχεις ιδέα πως ήταν να πρέπει να ζω χωρίς ζωή για εκείνην, μόνο και μόνο γιατί σου το είχα υποσχεθεί;...» της γύρισα πίσω με την ίδια αγανάκτηση στην φωνή μου με την δική της ενώ εκείνη πάλευε να μου ξεφύγει...

«Αλλά τα κατάφερα και ξέρεις γιατί;... Γιατί είχες δίκιο, εκείνη είναι πιο σημαντική από μας, από την ίδια μας την ζωή... Προσπάθησα να σου χαρίσω την ζωή μου για να μπορέσεις να ζήσεις μια ζωή όπως την ονειρευόσουν αλλά εσύ τα κατέστρεψες όλα... Μια ζωή το πείσμα σου κατέστρεφε τα πάντα αλλά ποτέ δεν σου έδωσα άδικο... Πάτησα τον εγωισμό μου ξανά και ξανά και ξανά, για σένα, γιατί σεβόμουν τα συναισθήματα σου, γιατί σε αγαπούσα πάνω από όλους και από όλα αλλά φυσικά εσύ ποτέ δεν το εκτίμησες αυτό... Αν με ρώταγες όμως αν θα τα έκανα όλα αυτά ξανά, θα σου έλεγα ναι χωρίς δεύτερη σκέψη... θα το έκανα ξανά γιατί εσύ ήσουν όλη μου η ζωή, ο λόγος που ανάπνεα, ο λόγος που ζούσα ακόμα... Όταν έφυγες, όταν με κάνατε να πιστέψω ότι δεν υπήρχες πια, δεν είχα άλλο λόγο να ζω Μπέλλα, δεν έχω ιδέα πως κρατήθηκα και δεν τα κατέστρεψα όλα, πως δεν πήρα φόρα να πέσω στο κενό, αλλά βρήκα την δύναμη, πάλεψα, δεν ξέχασα, ποτέ δεν θα ξεχάσω και μέχρι να φύγω από αυτήν την ζωή, δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου για όσα πέρασες εξαιτίας μου... Αλλά κοίτα με Μπέλλα, είμαι εδώ μπροστά σου, δεν φοβάμαι να αντιμετωπίσω τα συναισθήματα μου, δεν διστάζω ούτε μια στιγμή να δώσω την ζωή μου για εκείνην γιατί το αξίζει και πολλά περισσότερα από μια ζωή και δεν θα αφήσω ούτε εσένα αλλά ούτε και κανέναν άλλον να την καταστρέψει για ένα πείσμα» της δήλωσα και ανασαίνοντας γρήγορα με κοίταξε με μια δολοφονική ματιά.

«Είναι δικιά μου, δεν σου αξίζει, το μόνο που σου αξίζει εσένα είναι να καείς στην κόλαση» είπε με δηλητήριο μέσα από τα δόντια της αφρίζοντας.

«Δεν το αρνήθηκα ποτέ αλλά όλα έχουν αλλάξει πια Μπέλλα, άφησε με να σου το αποδείξω... Δεν είμαι αυτός που ήμουν, δώσε μας μια ευκαιρία» την παρακάλεσα και με έφτυσε κατάμουτρα.


«Σε μισώ» τσίριξε αλλά δεν τα έχασα καθόλου.

«Εγώ όμως σε αγαπώ και για τους δυο μας και δεν πρόκειται να σε αφήσω να φύγεις από εδώ αν πρώτα δεν σου το αποδείξω» της γύρισα και πριν προλάβει να αντιδράσει κάλυψα τα χείλια της με τα δικά μου και όπως το περίμενα εκείνη πάλεψε να με σταματήσει αλλά καθώς τα συναισθήματα μου με είχαν ξεπεράσει, βρήκα την δύναμη να την ακινητοποιήσω και δεν το κατάφερε όσο και να προσπαθούσε.

«Σταμάτα να παλεύεις με τα συναισθήματα σου...» φώναξα καθώς την κοίταζα επιβλητικά και εκείνη ανασαίνοντας γρήγορα με κοίταζε μοχθηρά...

«Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο να με συγχωρέσεις μετά από ότι σου έκανα και όσες φορές και να σου ζητήσω συγνώμη και πάλι δεν θα είναι αρκετές για να εξιλεωθώ... Ξέρω όμως ότι μέσα σου, βαθιά μέσα σου, με αγαπάς ακόμα και αν μπορέσεις για λίγο να τα βάλεις στην άκρη όλα θα καταφέρεις να δεις ότι έχω αλλάξει, να δεις ότι δεν είμαι πια ο Έντουαρντ που γνώρισες αλλά ο Έντουαρντ που πάντα ήθελες να είμαι... Σ’ αγαπώ Μπέλλα όπως δεν αγάπησα ποτέ καμία άλλη γυναίκα στην ζωή μου, άφησε με να σου το αποδείξω...» την παρακαλούσα... «Άφησε με να σου αποδείξω πόσο σε αγαπώ...» της είπα πιο ήρεμα, με περισσότερο πείσμα, με βαθιά φωνή και ζαρώνοντας τα φρύδια της έσμιξε τα χείλια της σε μια ίσια γραμμή αλλά δεν την άφησα να πει τίποτα...

«Ξέρω ότι έχεις γίνει χίλια κομμάτια, ότι τα πάντα άδειασαν μέσα σου, ότι έγινες όχι απλά σαν και εμένα αλλά χειρότερη αλλά ξέρω επίσης και ότι μέσα σου θες όσο τίποτα να πιστέψεις σε μας, να πιστέψεις σε αυτήν την ζωή που σου προσφέρουμε... Παράτα τα όλα Μπέλλα και έλα κοντά μας, για μας είσαι τα πάντα, ένα αναπόσπαστο κομμάτι μας, δεν σε ξεχάσαμε ποτέ, δεν υπήρχε ούτε μια κουβέντα μας που να μην συμπεριληφθεί και το όνομα σου μέσα, δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή που να μην ήσουν μαζί μας, δίπλα μας, μέσα στην καρδιά μας, μην καταστρέψεις αυτήν την αγάπη για ένα πείσμα... Άνοιξε τα μάτια σου και δώσε μου την ευκαιρία να σου το αποδείξω...» της είπα και το ύφος της σταδιακά άρχισε να χαλαρώνει αλλά ακόμα ήταν πολύ νευριασμένη για να μπορέσει να το αποδεχτεί...

«Μην αφήσεις το παρελθόν να χαλάσει το μέλλον μας Μπέλλα σε ικετεύω... Ξέρω ότι τώρα πονάς, ότι αιμορραγείς εξαιτίας μου ότι είσαι χίλια κομμάτια, αλλά σε εκλιπαρώ, παράτα τα όλα και έλα μαζί μας, άφησε μας να σε γιατρέψουμε, έχουμε την δύναμη αρκεί να έχεις και εσύ την θέληση... Σ’ αγαπάμε Μπέλλα...» συνέχισα πιο απαλά ενώ πλησίαζα ξανά το πρόσωπο της και εκείνη έμεινε ακίνητη παίρνοντας μια βαθιά ανάσα που την κράτησε... «Είσαι όλη μας η ζωή...» συνέχισα με βαθιά φωνή ενώ άφηνα απαλά τα χείλια μου πάνω στα δικά της... Δεν μου ανταποκρίθηκε αλλά δεν με σταμάτησε κιόλας...

«Δώσε μας την ευκαιρία να σου το αποδείξουμε...» της είπα κοιτώντας την παρακλητικά και εκείνη έμεινε ακίνητη να με κοιτά χωρίς να λέει τίποτα... «Έλα μαζί μας να κάνουμε μια νέα αρχή, να ζήσουμε μια ζωή που μας αξίζει μακριά από όλη αυτήν την σαπίλα... Μην μας καταστρέψεις, σε εκλιπαρώ» την παρακάλεσα με όλη την δύναμη της ψυχής μου και εκείνη προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της από το δικό μου και εγώ το άφησα χωρίς να έχω άλλη δύναμη να κρατήσω τον πόνο που με έπνιγε και εκεί που περίμενα για τα χειρότερα, χωρίς να πει τίποτα, έβαλε το χέρι της μέσα στα μαλλιά μου και τραβώντας με κοντά της, άρχισε να με φιλάει με τόση δύναμη που στην αρχή ξαφνιάστηκα τόσο πολύ που πάγωσα αλλά μόλις ένιωσα την γλώσσα της να κατακτάει την δική μου τότε το μυαλό μου πήρε φωτιά και συγκρατώντας το κεφάλι της με το χέρι μου την κόλλησα απόλυτα απάνω μου και έδωσα όλο μου το είναι μέσα σε αυτό το φιλί.

«Χριστέ μου πόσο σε αγαπώ» σύριξα μέσα από το φιλί μας και αφήνοντας το χέρι της που κρατούσα ακόμα, άρχισα να εξερευνώ το κορμί της αχόρταγα και εκείνη προσπάθησε να μου βγάλει την μπλούζα που φόραγα.

Ανασηκώνοντας το κορμί μου, την βοήθησα και μόλις ενώσαμε ξανά τα χείλια μας την ανασήκωσα και κατεβάζοντας το φερμουάρ του φορέματος της, κατέβασα πιο χαμηλά τις τιράντες της και με τα χείλια μου πάνω στον λαιμό της άρχισα να κατηφορίζω προς το στήθος της ενώ το χούφτωνα με δύναμη παρασυρμένος από το πάθος μου και εκείνη άρχισε να αγκομαχά ενώ συγκρατιόταν από τον αυχένα μου για να κρατάει τα κορμιά μας ενωμένα.

Τα χείλια μου ρούφηξαν την σκληρή της ρογίτσα και αυτόματα το σώμα της έγινε ένα τόξο καθώς τα πόδια της με φέρνανε πιο κοντά της... Καθώς τα φύλα μας ενώθηκαν ταυτόχρονα βογκήξαμε και εγώ έγινα ακόμα πιο επιθετικός... Με το στόμα μου να ρουφάει την τρυφερή της επιδερμίδα και την γλώσσα μου να παίζει και να γεύεται την απίστευτη γεύση που με εκτόξευε στα ουράνια, άφησα τα χέρια μου να εξερευνήσουν κάθε σπιθαμή αυτού του απίστευτου ντελικάτου κορμιού που μου είχε λείψει τόσο πολύ.

Για μένα ήταν ένα όνειρο που γινόταν πραγματικότητα, ένα όνειρο που δεν ήθελα να τελειώσει ποτέ ..Για εκείνην όμως ήμουν περισσότερο από σίγουρος ότι δεν ήταν το ίδιο και αυτό με πονούσε ακόμα περισσότερο από το να μην την έχω καθόλου αλλά δεν τα παρατούσα, έπρεπε να σκεφτώ τα παιδιά, έπρεπε να τους δώσω τον χρόνο που χρειάζονται για να καταφέρουν να φύγουν μακριά της... Δεν με ξεγέλασε ούτε ένα λεπτό, ήξερα πολύ καλά ότι θα έκανε τα πάντα για να με ξεγελάσει ώστε να πάρει αυτό που πράγματι θέλει, την Ρένεσμι και αυτό δεν θα το επέτρεπα ποτέ.

Τα χέρια της, οι κινήσεις, ο τρόπος που μου ανταπόδιδε τα φιλιά της, τα έλεγαν όλα, βιαζόταν να τελειώνει με αυτό, το έκανε να φαίνεται πως το ήθελε αλλά η πραγματικότητα ήταν πολύ μακριά, όμως όταν με ένιωσε μέσα της όλα άλλαξαν... Μπορεί η καρδιά της να αιμορραγεί και η λογική της να της να με αρνείται αλλά το σώμα της πάντα θα την προδίδει, πάντα θα νιώθει την ολοκλήρωση, μόνο με το δικό μου άγγιγμα, όπως ακριβώς και το δικό μου σώμα.

Ενώνοντας τα χέρια μας για άλλη μια φορά, πέρασα τα δάχτυλα μου ανάμεσα από τα δικά της και εκείνη μέσα από την έξαψη της στιγμής τα έσφιξε τόσο σφιχτά που θα πίστευες ότι ήθελε να τα κάνει ένα... Δεν ζητούσα τίποτα παραπάνω, μέσα μου παρακάλαγα να ήταν πραγματικότητα, παρακάλαγα να μπορούσε έστω και μια στιγμή να δει την αλήθεια, να δει όλη την αγάπη μου, να δει πόσο έχω αλλάξει ριζικά, αλλά ήταν τόσο πεισματάρα.

Το κορμί μου πήρε φωτιά, το μυαλό μου θόλωσε και οι ωθήσεις μου όσο πέρναγε η ώρα γινόντουσαν όλο και πιο γρήγορες αλλά παλεύοντας με όλο μου το είναι, το κράταγα με νύχια και με δόντια, κράταγα όσο περισσότερο μπορούσα, έπρεπε να κρατήσω, έπρεπε να κάνω τα πάντα για να τους δώσω τον χρόνο που χρειαζόντουσαν και παλεύοντας με κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε τι που με παραπλανούσε στα σαγηνευτικά της χάδια και φιλιά, βγήκα νικητής και τα κατάφερα αλλά όχι για πολύ.

Μόλις ένιωσα το κορμάκι της να κουνιέται όπως και τότε άφησα μια κραυγή και κρατώντας την από τους γοφούς της άρχισα να την κατακτώ, με τέτοιο πάθος που έχασα τελείως τα λογικά μου.

«Δεν το πιστεύω ότι το ζω ξανά αυτό» είπα μέσα από τον παραλογισμό μου και ισιώνοντας το κορμί μου άρχισα να κάνω τις ωθήσεις μου πιο βαθιές, πιο γρήγορες και πιο έντονες και τα κορμιά μας συγχρονίστηκαν με τέτοιον τρόπο που κανείς θα νόμιζε ότι πράγματι ήταν ένα.

Ανασηκώνοντας το κορμί της, έβαλε το ένα της χέρι πάνω στο γραφείο για να το συγκρατεί και τυλίγοντας το δεύτερο της γύρω από τον λαιμό μου, ένωσε για ακόμα μια φορά τα χείλια μας και χωρίς να σταματά το λίκνισμα της, με κατέκτησε με τέτοιο πάθος που θόλωσα, τα έδωσα όλα …Μόλις ένιωσα την καυτή της λάβα να με καίει και τον οργασμό της να την ξεπερνά, δεν μπόρεσα να κρατήσω τίποτα άλλο πίσω και καθώς την έγειρα ξανά προς τα πίσω και η πλάτη της συνάντησε το κρύο ξύλο, τότε ξέσπασα μέσα της με ορμή ότι με έπνιγε αφήνοντας τον εαυτό μου να εκφράσει όλο το πάθος και την αγάπη που ένιωθα πάντα μέσα μου για εκείνην.

Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει, η ανάσα μου πάλευε να βρει τους φυσιολογικούς της ρυθμούς, αλλά δεν τα παράταγα, δεν άφηνα ακόμα και τώρα τον εαυτό μου να παρασυρθεί ούτε στο ελάχιστο, είχε έρθει η ώρα της αλήθειας όποια και να ήταν αυτή.

Με το κεφάλι μου πάνω στο στήθος της και το χέρι της μέσα στα μαλλιά μου να τα χαϊδεύει απαλά ένιωθα, ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος της γης, όλου του σύμπαντος, ήταν εδώ μέσα στην αγκαλιά μου, ζούσα το όνειρο που είχα χάσει αλλά έπρεπε να παλέψω για να την ξανακερδίσω, με οποιοδήποτε κόστος.

Ανασήκωσα το κεφάλι μου και καθώς έβαλα τον αγκώνα μου να ακουμπήσει στο γραφείο, άφησα το κεφάλι μου να ξεκουραστεί πάνω στην παλάμη μου και την κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια, με την ματιά μου να αντικατοπτρίζει όλα τα συναισθήματα που με είχαν κατακλίσει... Η ματιά της ήταν ήρεμη αλλά δεν πρόδιδε τίποτα περισσότερο και αυτό με έκανε να πονώ, να κόβομαι στα δύο... Έπρεπε να παλέψω, μας άξιζε ένα καλύτερο μέλλον, ένα κοινό μέλλον και δεν θα τα παράταγα μέχρι να το κερδίσουμε.

«Τι σε έκανε να αλλάξεις γνώμη;» την ρώτησα καθώς χάιδευα απαλά το πρόσωπο της και εκείνη μου χαμογέλασε.

«Το ξέρω ότι έχεις αλλάξει Έντουαρντ, δεν χρειαζόμουν όλα αυτά τα λόγια για να επιβεβαιώσω όσα είχα δει ήδη με τα μάτια μου, ακόμα και πριν με σταματήσεις το είχα καταλάβει» είπε και χαμογέλασα με τον στραβό μου χαμόγελο που πάντα λάτρευε.

«Γι’ αυτό δεν με πυροβόλησες κατευθείαν;...» την ρώτησα και ανασήκωσε τους ώμους της... «Αλλά δεν φτάνει...» συνέχισα και άφησε την ανάσα της να βγει βαριά από μέσα της κοιτώντας για λίγο μακριά... «Δεν χρειάζεται να πεις κάτι Μπέλλα, ξέρω ακριβώς πως νιώθεις αυτήν την στιγμή και δεν σε αδικώ... Έχεις όλο το δίκιο με το μέρος σου αλλά πίστεψε με, σου λέω την αλήθεια, σε θέλουμε κοντά μας, θέλουμε να γίνουμε η οικογένεια που πάντα ονειρευόσουν να έχεις, μην το καταστρέψεις όλο αυτό γιατί τώρα δεν μπορείς να δεις καθαρά...» παρακάλεσα... «Σ’ αγαπάμε Μπέλλα...» συνέχισα με βαθιά φωνή καθώς άφηνα ένα απαλό φιλί πάνω στα χείλια της... «Είσαι όλη μας η ζωή, σε εκλιπαρώ έλα μαζί μας» είπα και εκείνη με το χέρι της που είχε ακόμα μέσα στα μαλλιά μου με τράβηξε κοντά της και ενώνοντας τα χείλια μας με φίλησε τόσο τρυφερά που με έκανε κομμάτια.

«Θα έρθω» είπε με βαθιά φωνή μέσα από το φιλί μας και την φίλησα με όλο το πάθος που ένιωθα για εκείνη και εκείνη αμέσως μου ανταποκρίθηκε.

«Να ήξερες μόνο πόσο σ’ αγαπώ» της είπα καθώς διέκοπτα το φιλί μας κοιτώντας την με όλη την αγάπη που ένιωθα μέσα μου μόνο για μια στιγμή και πριν εκείνη πει κάτι την φίλησα για άλλη μια φορά ενώ με τα χέρια μου την συγκρατούσα απόλυτα απάνω μου για να την νιώσω μέχρι τα βάθη της ύπαρξης μου.

«Που θα σας βρω;» ρώτησε την στιγμή που διακόψαμε το φιλί μας και την κοίταξα δύσπιστα.

«Πραγματικά πιστεύεις ότι θα σου αποκαλύψω που πηγαίνουν;» την ρώτησα με την ίδια δυσπιστία στην φωνή μου και με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα της φρύδι.

«Και πως ακριβώς θα σας βρω;» μπλόφαρε αλλά δεν με ξεγέλασε.

«Αν πραγματικά το εννοείς ότι θα έρθεις μαζί μας τότε να είσαι σίγουρη ότι θα έρθω να σε βρω και να σε πάρω αλλά όχι πριν το αποδείξεις» της είπα κατηγορηματικά και αμέσως έκοψε την πρώτη της αντίδραση και με ψυχραιμία συνέχισε το παιχνίδι της... Δεν έχει αλλάξει στο ελάχιστο, πως πιστεύει ότι μπορεί να με κοροϊδέψει;

«Δεν μου έχεις καθόλου εμπιστοσύνη;» ρώτησε με πόνο και άφησα ένα γελάκι να μου ξεφύγει.

«Όταν πρόκειται για την σωματική της ακεραιότητα και την ψυχική της ισορροπία δεν έχω εμπιστοσύνη ούτε στον κώλο μου... Απέδειξε ότι θες πράγματι να είσαι μαζί μας και τότε να είσαι σίγουρη ότι θα είσαι» της δήλωσα και καθώς ίσιωσα το κορμί μου, έσκυψα και καθώς σήκωσα το παντελόνι μου μαζί με το εσώρουχο μου, το κούμπωσα και γυρίζοντας την πλάτη μου κίνησα προς το μπαράκι για να βάλω ένα ποτό... Εκείνη δεν έλεγε τίποτα απλά με κοίταζε τελείως παγωμένη χωρίς να κάνει καμία κίνηση για να σηκωθεί.

Βάζοντας ένα ποτό σε ένα καθαρό ποτήρι, το ήπια μονορούφι και την στιγμή που το ξαναγέμιζα ένιωσα το κορμί της να είναι πολύ κοντά μου.

«Δεν μου έχεις εμπιστοσύνη...» είπε με βαθιά φωνή και γέλασα κουνώντας το κεφάλι μου ενώ γύριζα προς το μέρος της και μόλις ένιωσα την κάνη του όπλου μου πάνω στην σάρκα μου πάγωσα αλλά δεν κουνήθηκα σπιθαμή και εκείνη συνέχισε... «Και πολύ καλά κάνεις, γιατί είναι μόνο δική μου...» είπε μέσα από τα δόντια της κοιτώντας με έντονα ενώ πάταγε την σκανδάλη και αμέσως ένιωσα την σφαίρα να με διαπερνά και ο εκκωφαντικός ήχος που έκαναν τα γυαλιά που σπάσανε από την σφαίρα που είχε βγει από το σώμα μου, έκανε το κορμί μου να γίνει συντρίμμια, τα ίδια συντρίμμια που ήταν πια τα γυαλιά γύρω μου.

Το σώμα μου λύγισε προς τα μπροστά και αφήνοντας το μπουκάλι και το ποτήρι να γλιστρήσουν από τα χέρια μου έβαλα το ένα μου χέρι πάνω στον ώμο της και το δεύτερο πάνω στην πληγή ενώ σφίγγοντας τα δόντια μου προσπάθησα να πνίξω το βογκητό πόνο που ξέφυγε από τα χείλια μου... Εκείνη ψυχρή, αμείλικτη, συγκρατώντας με, με τα χέρια της, με γύρισε προς τον τοίχο και αφού με κόλλησε απάνω του, έβαλε το χέρι της πάνω στο χέρι μου που κράταγα την πληγή και βάζοντας όλη την δύναμη της, την πίεσε για να αιμορραγήσει περισσότερο από την πίσω πλευρά που είχε βγει η σφαίρα ενώ με το χέρι που με συγκρατούσε με καθήλωνε προς το πάτωμα ώστε να αφήσει το αίμα μου πάνω στο τοίχο.

Μόλις ακούμπησα το πάτωμα με κοίταξε επιβλητικά και εγώ ανασαίνοντας βαριά προσπαθούσα να ρεγουλάρω τον πόνο που ένιωθα ώστε να μην χάσω τα λογικά μου... Έπρεπε να την αφήσω να φύγει... Σηκώνοντας το χέρι μου που είχα πάνω στην πληγή, άρχισε να ποτίζει τα μαλλιά μου με το αίμα που είχε πάνω στο χέρι μου ακριβώς στο σημείο που ήταν το εκ γενετής σημάδι μου και χωρίς καν να διαβάσω τον φάκελος της αμέσως κατάλαβα με ποιον τρόπο αποτελειώνει τα θύματα της ώστε να αφήνει το στίγμα της.

«Ελπίζω να μην επιβιώσεις...» είπε ενώ πιέζοντας για άλλη μια φορά το χέρι μου πάνω στην πληγή μου για να το ματώσει και πάλι έκανε την ίδια διαδικασία ώστε να είναι πιο πειστικό καθώς συνέχιζε... «Αλλά ακόμα και αν το κάνεις, να είσαι σίγουρος ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που θα σε βρω για να σε αποτελειώσω» είπε στάζοντας φαρμάκι και καταπίνοντας με κόπο προσπάθησα να μιλήσω.

«Και γιατί δεν το κάνεις τώρα;» την προκάλεσα.

«Με έχεις για τόσο ηλίθια;... Ή μπας και θαρρείς ότι μιλάς στο άβγαλτο κοριτσάκι που δεν ήξερε τι του γινόταν;...» με ρώτησε δύσπιστα ενώ άφηνε ένα χαιρέκακο χαμόγελο και ισιώνοντας το κορμί της άρχισε να πηγαίνει προς το γραφείο... «Θα χρειαστείς έναν τρόπο να τους ειδοποιήσεις και τότε θα ανακαλύψω...» είπε και κάνοντας μια παύση, γύρισε προς την μεριά μου για να με κοιτάει ενώ άνοιγε την σακβουαγιάζ με τις μικροβόμβες που είχαν απομείνει μέσα... «Να είσαι σίγουρος γι αυτό...» τόνισε και κρατώντας μια βόμβα, άνοιξε την τσάντα της και βγάζοντας το κινητό της άρχισε πάλι να με πλησιάζει... «Το μέρος που την κρύβεις» τελείωσε την φράση της καθώς με πλησίαζε και γονατίζοντας, με τον δείκτη της διπλωμένο, αφού πρώτα είχε οπλίσει την βόμβα, με ανάγκασε να ανοίξω το στόμα μου και μόλις το έβαλε πάνω στα δόντια μου, πέρασε τον δείκτη της κάτω από το σαγόνι μου και σηκώθηκε ξανά όρθια.

«Τώρα κάνε μια πρόβα για να είσαι πειστικός» είπε κυνικά και αφήνοντας την ανάσα μου βαριά άφησα το σώμα μου να αδειάσει και μένοντας ακίνητος... Άκουσα το κλικ της φωτογραφίας που με τράβηξε και μόλις έφτυσα την βόμβα στο πάτωμα άνοιξα τα μάτια μου και την κοίταξα καθώς εκείνη άρχισε να τακτοποιεί το φόρεμα της.

«Δεν με αγάπησες ποτέ» της είπα και εκείνη με κοίταξε ανασηκώνοντας και τα δύο της φρύδια με ειρωνεία.

«Πίστευε ότι θες λίγο με νοιάζει... Έχεις λιγότερο από πέντε λεπτά για να καταφέρεις να βάλεις τα πτώματα στην θέση τους και να φύγεις... Καλό κατευόδιο... άχρηστο καθίκι» είπε και απάντησε στην κλήση που δέχτηκε.

«Έλα μωρό μου πήρες την φωτό;...» ρώτησε γυρίζοντας προς το μέρος μου και κοιτώντας με απαξιωτικά, πήρε την τσάντα της στο χέρι και αφού πάτησε το κουμπί του ενεργοποιητή για να αρχίσουν οι βόμβες που είχαμε ενεργοποιήσει, να ξεκινήσουν την αντίστροφη μέτρηση, έφυγε χωρίς να ρίξει ξανά προς την μεριά μου ούτε ένα βλέφαρο... «Ναι είναι παρελθόν και σε λίγο μόνο στάχτες» ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από εκείνην πριν η φωνή της να χαθεί μέσα στο βάθος τους σπιτιού.

Δεν έχασα χρόνο, δεν ήταν ώρα για συναισθηματισμούς, έπρεπε να δράσω γρήγορα, πριν γίνω πράγματι στάχτη... Βγάζοντας το κινητό μου από την τσέπη μου, το ενεργοποίησα και κάλεσα τον Τεό.

«Έλα Τεό, που είσαι;» τον ρώτησα με δυσκολία.

«Έλα βρε Έντουαρντ και τα έχω παίξει εδώ πέρα... Άκουσα πυροβολισμό, είσαι καλά;» με ρώτησε με αγωνία.

«Τραυματισμένος αλλά καλά... Μπες μέσα και τρέχα στο αποθηκάκι εκεί θα βρεις τα πτώματα, θα έρθω να σε βοηθήσω αλλά μην περιμένεις πολλά γιατί αιμορραγώ και από τις δύο μεριές» τον πληροφόρησα και εκείνος αφού μου επιβεβαίωσε ότι είχε ήδη μπει και ερχόταν προς το σπίτι, έκλεισα το τηλέφωνο και προσπάθησα να σηκωθώ με όσο κουράγιο μου είχε απομείνει.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Haunted Love M2o "21. Let Me Go"




«Σε λατρεύει... Για εκείνην είσαι το πρότυπο της... μπορεί να μην σε έχει δει ποτέ αλλά γνωρίζει τα πάντα για σένα, σε έχει σαν θεά της... Σε ικετεύω μην της καταστρέψεις αυτήν την εικόνα...» την παρακάλεσα με βαθιά φωνή και με κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να λέει τίποτα... «Για μας ποτέ δεν έπαψες να υπάρχεις... ήσουν σε κάθε μας σκέψη... υπήρχες παντού σε κάθε μας βήμα... ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας...» είπα καθώς με τους αντίχειρες μου της χάιδευα απαλά το πρόσωπο της... «Για μένα Μπέλλα δεν έχει αλλάξει τίποτα... Τίποτα» της είπα ενώ την κοίταζα έντονα στα μάτια και περίμενα υπομονετικά την αντίδραση της.

«Για μένα όμως άλλαξαν τα πάντα» είπε κοιτώντας με έντονα στα μάτια... «Εσύ φρόντισες γι’ αυτό» συνέχισε πιο σκληρά καθώς απομάκρυνε τα χέρια μου από το πρόσωπο της και άφησα την ανάσα μου να βγει βαριά την στιγμή που εκείνη σηκώθηκε... Πήρε στο χέρι της το ανέγγιχτο ποτήρι της από το γραφείο και γυρίζοντας την πλάτη της ήπιε το περιεχόμενο του μονοκοπανιά... «Θέλω να την δω» απαίτησε.

«Και μετά τι Μπέλλα;... Σε έχει για νεκρή, έχεις σκεφτεί τι θα της προκαλέσεις αν σε δει και μετά φύγεις ξανά από την ζωή της;... Ή μήπως νομίζεις ότι θα σε αφήσω ποτέ να την πάρεις μακριά μου;» της είπα και εκείνη γυρίζοντας απότομα προς την μεριά μου πετώντας με δύναμη το ποτήρι της στο πάτωμα κάνοντας το κομμάτια με κοίταξε με αγανάκτηση.

«Εγώ δικαιούμουν αυτήν την ζωή...» φώναξε καθώς έδειχνε το λάπτοπ... «Όχι εσύ» συνέχισε δείχνοντας με, με μια σπασμωδική κίνηση και καθώς σηκώθηκα από το γραφείο, πήγα μπροστά της με δύο βήματα και την κράτησα σταθερή από τα μπράτσα της κοιτώντας την παρακλητικά.

«Και οι δύο δικαιούμαστε αυτήν την ζωή... γι αυτό σε εκλιπαρώ δώσε μου το δικαίωμα να το κάνω πραγματικότητα»

«Να το κάνεις πραγματικότητα;» ρώτησε ζαρώνοντας τα μάτια της δύσπιστα.

«Αυτή ήταν η τελευταία μου αποστολή... έχω κανονίσει τα πάντα... τον ψεύτικο θάνατο μας, ένα σπίτι που μας περιμένει πολύ μακριά από εδώ, μια καινούργια ζωή Μπέλλα... μια νέα ζωή όπου εκεί θα μπορούμε να ζήσουμε όπως μας αξίζει, όπως ακριβός το είχες ονειρευτεί μακριά από όλη αυτήν την σαπίλα, μακριά από όλους και από όλα... Σε ικετεύω βοήθησε με να το κάνουμε πιο πιστικό και κάνε και εσύ το ίδιο, έλα να μας βρεις να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα όλοι μαζί... Σ’ αγαπώ Μπέλλα, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, είσαι τα πάντα για μένα και θέλω να το ζήσουμε όλοι μαζί αυτό, όπως ακριβός μας αξίζει και ξέρω ότι πίσω από τον θυμό, την αγανάκτηση και το πείσμα σου, και εσύ νιώθεις ακριβός το ίδιο όσο και να μην θες να το παραδεχτείς... Γι’ αυτό σε ικετεύω βοήθησε μας και έλα μαζί μας να το ζήσουμε όπως το είχες ονειρευτεί, έτσι όπως μας αξίζει να το ζήσουμε» της είπα και εκείνη με κοίταζε χωρίς να εκδηλώνει τα συναισθήματα της.

Δεν μπορούσα να την διαβάσω είχα μια ελπίδα ότι θα μπορούσε να βρει την λογική της, να ένιωθε πράγματι ότι ένιωθα και εγώ αλλά δυστυχώς δεν ήταν έτσι... Εγώ την κοίταζα με ελπίδα περιμένοντας έστω και μια της λέξη και ενώ μέσα στην ματιά της είδα ότι το σκεφτόταν θετικά και άρχισα να νιώθω ότι υπάρχει τελικά ελπίδα... το απειλητικό γρύλισμα του Φλικ που με προειδοποιούσε, με έκανε να καταλάβω ότι έπρεπε να δράσω γρήγορα πριν εκείνη καταλάβει ότι δεν με ξεγέλασε αλλά η φωνή της Ρένεσμις που προσπαθούσε να τον σταματήσει προδίδοντας έτσι την θέση της, με έκανε να σταματήσω οποιαδήποτε αντίδραση μου.

«Φλικ, σταμάτα σου λέω» άκουσα την φωνή της και καθώς γύρισα απότομα την ματιά μου προς τις γρίλιες του αεραγωγού, αφήνοντας την Μπέλλα από το κράτημα μου, έτρεξα προς τα εκεί για να την δω και έπιασα την κίνηση της που έκανε προς τα πίσω για να κρυφτεί μέσα στο σκοτάδι.

«Ρένεσμι τι κάνεις εκεί;... Πόσες φορές πρέπει να σου πω να μην το κάνεις για να με ακούσεις;...» της είπα νευριασμένα καθώς δεν είχα άλλες αντοχές να συγκρατήσω όλα όσα με έπνιγαν... Εκείνη άρχισε να μυξοκλαίει και νιώθοντας ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να ξεσπάσω στον οποιοδήποτε, πήρα μια ανάσα και συνέχισα... «Μην το κουνήσεις κακομοίρα μου από εκεί μέχρι να έρθω να σε πάρω... Φλικ σε καθιστώ υπεύθυνο, αν την αφήσεις να κάνει έστω και ένα βήμα, την έχεις πολύ άσχημα» τους προειδοποίησα και τους δυο και αγνοώντας τι έκανε εκείνην την στιγμή η Μπέλλα έτρεξα για να πάω να την μαζέψω προσπερνώντας την χωρίς να της ρίξω ούτε ένα βλέφαρο.

Τι σημασία είχε πια, η Ρένεσμι την είχε δει, αν δεν το είχε καταλάβει ήδη, σίγουρα θα το έκανε πολύ σύντομα και τότε τα πράγματα θα ήταν ακόμα χειρότερα... Ίσως τελικά είναι καλύτερα να την γνωρίσει, ίσως η Ρένεσμι να κατάφερνε καλύτερα από μένα να την πείσει ότι αυτό είναι το πιο σωστό και για τους τρεις μας, ίσως να κατάφερνε να την καταλαγιάσει την οργή της ώστε να το σκεφτεί πιο ψύχραιμα.

Την στιγμή που άνοιξα την πόρτα η Άλις που έτρεχε προς το μέρος μου έπεσε απάνω μου και συγκρατώντας την από τα μπράτσα την έκανα λίγο πιο πίσω.

«Συγνώμη, συγνώμη, ότι και να πεις έχεις δίκιο...» έλεγε με δάκρυα στα μάτια της καταλαβαίνοντας από το ύφος μου ότι το ήξερα ήδη ότι η Ρένεσμι της είχε ξεφύγει.

Δεν είπα τίποτα, αφήνοντας την από το κράτημα μου την προσπέρασα και με μεγάλα και γρήγορα βήματα άρχισα πάλι να πηγαίνω προς την κουζίνα για να βγω στην πίσω αυλή για να πάω να μαζέψω την Ρένεσμι από τον αεραγωγό αλλά φτάνοντας στο κύριο μέρος του σπιτιού άκουσα την πόρτα να κλείνει και γύρισα την ματιά μου προς την Άλις.

«Είναι η Ρόουζ, μου έστειλε μήνυμα στο κινητό ότι είναι εδώ και έστειλα τον Τζασπερ να της ανοίξει» με ενημέρωσε γρήγορα η Άλις και μόλις η Ρόουζ με είδε έτρεξε κοντά μου.

«Έντουαρντ πρέπει να μιλήσουμε, τώρα» απαίτησε αλαφιασμένη και πριν πω κάτι ο Τζάσπερ έπνιξε μια κραυγή και η Ρόουζ κοιτώντας προς τα πίσω μου άνοιξε τα μάτια της διάπλατα και έμεινε σοκαρισμένη να κοιτά την Μπέλλα.

«Μπέλλα;» ρώτησε χωρίς να το πιστεύει με φωνή που έβγαινε από τα βάθη της ψυχής της.

«Ρόουζ!» ανταπέδωσε η Μπέλλα αλλά εγώ δεν είχα χρόνο γι’ αυτά.

«Άλις τράβα απάνω με τον Τζάσπερ και αρχίστε να ετοιμάζεστε...» τους είπα απαιτητικά... «Εσύ...» γύρισα προς την Μπέλλα... «Τράβα ξανά μέσα και προσπάθησε να την κάνεις να παραμείνει εκεί που είναι...» της έδωσα εντολή και καθώς γύρισα προς την Ρόουζ την άρπαξα από το μπράτσο και άρχισα να την σέρνω προς πόρτα της κουζίνας... «Εσύ θα έρθεις μαζί μου» είπα χωρίς να δέχομαι αντίρρηση και πριν περάσω την πόρτα γύρισα την ματιά μου προς τους υπόλοιπους για να βεβαιωθώ ότι κάνανε αυτό που τους είπα και μόλις τους είδα να είναι ακόμα παγωμένοι στην θέση τους... έγινα αλλόφρων... «Τώρα» σύριξα και μόλις είδα ότι όλοι άρχισαν να τρέχουν, συνεχίζοντας να σέρνω την Ρόουζ μαζί μου προς την πίσω αυλή, προσπάθησα να καταλαγιάσω τα συναισθήματα μου αλλά μου ήταν αδύνατον πια.

«Ένα λεπτό που πάμε;» ρώτησε η Ρόουζ με αγωνία και γυρίζοντας προς την μεριά της την συγκράτησα ακίνητη και με τα δύο μου χέρια.

«Ορκίσου μου ότι δεν ήξερες τίποτα από όλα αυτά» απαίτησα σκληρά ενώ την ταρακούναγα και βάζοντας αμυντικά τα χέρια της πάνω στο στήθος μου με κοίταξε ικετευτικά.

«Σου το ορκίζομαι όπου θες... και εγώ πριν λίγο το έμαθα και προσπάθησα να σε προειδοποιήσω αλλά είχες το κινητό σου κλειστό... αν το ανοίξεις θα βρεις δεν ξέρω και εγώ πόσα μηνύματα... Δεν μου απαντούσες και φοβήθηκα για τα χειρότερα και ήρθα τρέχοντας για να πάρω τα παιδιά και να τα πάω στο αεροδρόμιο όπως είχαμε συνεννοηθεί» έλεγε ειλικρινά και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, την άφησα από το σφιχτό μου κράτημα και συνέχισα να πηγαίνω προς την καταπακτή... «Έντουαρντ...» προσπάθησε εκείνη να με σταματήσει αλλά εγώ δεν σταμάταγα... «Ο Άαρον την έστειλε να σε αποτελειώσει» είπε και σταματώντας κοίταξα το κενό για μια μόνο στιγμή και αμέσως γύρισα προς το μέρος της.

«Πήγαινε να βοηθήσεις την Άλις και τον Τζάσπερ να ετοιμαστούν για να τους πας στο αεροδρόμιο» της είπα και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

«Τον Τζάσπερ; Παλάβωσες τελείως; Τι έχεις σκοπό να κάνεις;»

«Δεν πρόκειται να την αφήσω να την καταστρέψει... Θα προσπαθήσω να σας δώσω χρόνο για να φύγετε» της είπα και χωρίς να περιμένω την ανταπόκριση της άρχισα να πηγαίνω ξανά προς την καταπακτή αλλά εκείνη με σταμάτησε άλλη μια φορά.

«Έντουαρντ...» είπε ενώ με το χέρι της γυρίζοντας με προς το μέρος της απαίτησε να την κοιτάξω... «Δεν είναι η Μπέλλα που ξέραμε...» μου είπε και κατένευσα καθώς της δήλωνα ότι το ήξερα ήδη αυτό... «Πρόσεχε Έντουαρντ, σε έχει ξεπεράσει» είπε και άφησα ένα χαιρέκακο χαμόγελο να μου ξεφύγει.

«Που έχεις τα πτώματα;» την ρώτησα και με κοίταξε με πόνο στα μάτια αλλά το σεβάστηκε και δεν συμπλήρωσε τίποτα άλλο.

«Είναι στο πορτμπαγκάζ»

«Πήγαινε να βοηθήσεις τα παιδιά να μεταμφιεστούν και θα έρθω να σας βρω μετά» της είπα και χωρίς να περιμένω άλλο άρχισα να τρέχω για να πάω κοντά στην μικρή μου.

Μόλις την έφτασα εκείνη με κοίταξε με παράπονο.

«Συγγνώμη» έλεγε μέσα από τα αναφιλητά της αλλά δεν την άφησα να πει τίποτα άλλο, κλείνοντας την στην αγκαλιά μου άρχισα να την βγάζω από εκεί με τον Φλικ να μας ακολουθεί πιστά αλλά μόλις βγήκαμε και πάλι στην πίσω αυλή εκείνη δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο και έλυσε την σιωπή της.

«Θα με πας να δω την μαμά;» ρώτησε με αγωνία και άφησα την ανάσα μου να βγει βαριά.

«Ναι» είπα μόνο και την μετέφερα μέσα στο σπίτι χωρίς να πούμε τίποτα άλλο.

Όταν φτάσαμε στο εσωτερικό του σπιτιού η Μπέλλα ήταν ήδη στην κουζίνα και μας περίμενε... Την κοίταξα για μια στιγμή προειδοποιητικά και μόλις εκείνη έτεινε τα χέρια της προς την Ρένεσμι ένιωσα την καρδιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια... αλλά συγκρατώντας τον εαυτό μου δεν άφησα να βγει προς τα έξω κανένα από τα συναισθήματα μου.

«Πηγαίνετε στην βιβλιοθήκη και θα έρθω να σας βρω μετά» είπα την στιγμή που της την έδινα και μόλις τα χέρια της Μπέλλας ακούμπησαν πάνω στην Ρένεσμι που όλη αυτήν την στιγμή χτυπιόταν φωνάζοντας μαμά, μαμά, ακατάπαυστα ανυπόμονα για να πάει στην αγκαλιά της, ο Φλικ άρχισε να αγριεύει και να παίρνει θέση ετοιμότητας... «Κάτω εσύ» του έδωσα εντολή και με κοίταξε με περιέργεια αλλά υπάκουσε και μόλις η Μπέλλα με την Ρένεσμι στην αγκαλιά άρχισαν να πηγαίνουν προς τα μέσα, κράτησα από το λουρί τον Φλικ και μόλις βεβαιώθηκα ότι είχαν απομακρυνθεί γονάτισα και τον επέβαλα να με κοιτάξει.

«Πήγαινε στην βιβλιοθήκη και μείνε έξω από την πόρτα... Αν την δεις να ετοιμάζει κάτι, μην το σκεφτείς, αλλά μην την αποτελειώσεις» του έδωσα εντολή και εκείνος γρύλισε παραπονιάρικα και έτριψε την μουσούδα του πάνω στο στερνό μου, τον χάιδεψα παρηγορητικά και αφήνοντας τον εκείνος άρχισε να τρέχει για να εκτελέσει την εντολή μου και εγώ άρχισα να πηγαίνω προς το γκαράζ για να βάλω τα πτώματα και να τα κρύψω μέσα στο σπίτι μέχρι να έρθει η ώρα να τα χρησιμοποιήσω.

Φτάνοντας στο γκαράζ ενεργοποίησα το κινητό μου και αγνοώντας τα μηνύματα που ήρθαν, πήρα κατευθείαν τον Τεό.

«Έλα Τεό ο Έντουαρντ είμαι σε πόση ώρα μπορείς να είσαι εδώ;» τον ρώτησα και αφού του εξήγησα τι είχε συμβεί και του είπα να είναι προετοιμασμένος για τα χειρότερα, εκείνος μου έδωσε τον λόγο του ότι θα με βοηθήσει και κλείνοντας το κινητό τελείως και πάλι, κρύβοντας τα πτώματα, πήγα στο δωμάτιο των κοριτσιών και μόλις η Άλις με είδε έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά μου.

«Θα είναι για λίγο Άλις σε παρακαλώ μην το κάνεις χειρότερο από όσο είναι...» την παρακάλεσα και εκείνη έμεινε σιωπηλή... «Τζάσπερ πάρε τηλέφωνο στους γονείς σου και πες τους ότι καταλαβαίνεις... αλλά μην τους δώσεις λαβές να προσπαθήσουν να σε βρουν ή να σε πάρουν τηλέφωνο... μόλις το κάνεις βγάλε την κάρτα του κινητού σου και πέτα την, θα μιλάμε με το κινητό που σου έχω δώσει...» είπα προς την Άλις και εκείνη κατένευσε... «Μην ξεχάσεις να παίρνεις τους γονείς σου συνέχεια να τους ενημερώνεις ότι είσαι καλά, μέχρι να δούμε πως θα σε καλύψουμε αλλά πάντα από τηλεφωνικό θάλαμο και όλες σου οι κλείσεις να μην ξεπερνάνε το λεπτό» συνέχισα προς τον Τζάσπερ και εκείνος κατένευσε... «Μόλις φτάσετε στο αεροδρόμιο πάρτε το πρώτο αεροπλάνο που είναι έτοιμο για πτήση, μόλις προσγειωθείτε, νοικιάστε αυτοκίνητο και οδικώς πηγαίνετε στην πρώτη πόλη που είναι κοντά με το αεροδρόμιο, βρείτε κάποιο σκυλί από το δρόμο, βάλτε το μέσα στο κλουβί του Φλικ και τον Φλικ αφήστε τον μέσα στο αυτοκίνητο που θα νοικιάσετε, από εκεί κλείστε εισιτήρια για ένα οποιοδήποτε μέρος, κάντε τσεκ ιν και πριν μπείτε στο αεροπλάνο προφασιστείτε ότι ξεχάσετε κάτι και φύγετε χωρίς να μπείτε στο αεροπλάνο, με ταξί πηγαίνετε σε ένα ξενοδοχείο μακριά από το αεροδρόμιο μείνετε εκεί για μία μέρα και μετά αγοράστε ένα αυτοκίνητο με το καινούργιο σου όνομα...» είπα προς την Άλις... «Και πηγαίνετε εκεί που έχουμε πει οδικώς... Θα σας πάρει μερικές μέρες παραπάνω να φτάσετε αλλά με αυτόν τον τρόπο θα χάσουν τα ίχνη σας... Όταν φτάσετε, πηγαίνετε το αυτοκίνητο σε έναν γκρεμό μακριά από την πόλη, βγάλτε του τις πινακίδες και πάρτε της μαζί σας, κόψτε το σωληνάκι της βενζίνης για να σιγουρευτείτε ότι θα πάρει φωτιά και σπρώξτε για να πέσει με αναμμένη μηχανή... μόλις βεβαιωθείτε ότι πήρε φωτιά φύγετε από εκεί και προσέξτε μην σας πάρει κανείς είδηση... οκ;» τους ρώτησα και κατένευσαν και οι δύο ταυτόχρονα... «Ρόουζ έρχεσαι στο δωμάτιο μου για λίγο;» την ρώτησα και αφού κοίταξε προς τα παιδιά τελικά με ακολούθησε.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου εκείνη πήγε να πει κάτι αλλά την διέκοψα... «Ξέρουμε και οι δύο τι πρόκειται να συμβεί... γι’ αυτό θέλω να μου ορκιστείς ότι θα τους προστατεύεις και θα τους καλύπτεις» της είπα και εκείνη τρίζοντας τα δόντια της αναστέναξε ενώ τα μάτια της αμέσως γέμισαν με δάκρυα.

«Δεν θα σε απογοητεύσω» μου έδωσε τον λόγο της και κλείνοντας την στην αγκαλιά μου πήρα μια βαθιά ανακουφιστική ανάσα.

«Αν καταφέρω να την γλυτώσω θα σε ενημερώσει ο Τεό για το που θα βρίσκομαι... Άσε μερικές μέρες να περάσουν και προσπάθησε να επικοινωνήσεις μαζί του» την ενημέρωσα και εκείνη με κοίταξε με ένα πληγωμένο βλέμμα.

«Λυπάμαι τόσο πολύ» είπε διακεκομμένα ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της.

«Έλα στην θέση της Ρόουζ...» της είπα και με κοίταξε δύσπιστα.

«Την δικαιολογείς;» με ρώτησε διακόπτοντας με χωρίς να το πιστεύει.

«Αν ήμουν εγώ στην θέση της τώρα, θα την είχα ήδη αποτελειώσει Ρόουζ και πάλι καλά που κρατιέται τόσο...» της απάντησα ειλικρινά και ανοίγοντας το στόμα της να πει κάτι τελικά το έκλεισε ξανά και πήρε μια βαθιά ανάσα... «Ότι και να πάθω μου αξίζει... ξέρουμε και οι δύο πολύ καλά πόσο άδικος ήμουν απέναντι της, εξαιτίας μου έζησε μια ζωή κόλαση...»

«Εξαιτίας σου τώρα έχει την κόρη της στην αγκαλιά της λατρεύοντας την σαν θεά...» μου αντιγύρισε διακόπτοντας με «Γι’ αυτό μην τολμήσεις να την δικαιολογήσεις ξανά... Αν μου τα έλεγες όλα αυτά πριν τέσσερα χρόνια θα σου έλεγα ναι, σου άξιζαν και πολλά περισσότερα από αυτά αλλά όχι πια Έντουαρντ... Όχι πια» είπε με πείσμα και την κοίταξα ευγνωμονώντας την με την ματιά μου.

Μπέλλα

Κρατώντας την σφιχτά απάνω μου μπήκα μέσα στην βιβλιοθήκη και έκατσα στην πρώτη καρέκλα που βρήκα μπροστά μου καθώς τα πόδια μου δεν με κρατούσαν άλλο όρθια και χωρίς να σταματώ να την κρατώ σφιχτά απάνω μου άρχισα να την φιλάω όπου έβρισκα με τα μάτια μου να τρέχουν ακατάπαυστα ενώ τα αναφιλητά μου δεν είχαν τελειωμό... Δεν είχα άλλο κουράγιο να κρατήσω τίποτα πίσω, δεν μπορούσα με τίποτα να πιστέψω ότι πράγματι το ζω όλο αυτό... δεν μπορούσα να πιστέψω ότι για πρώτη φορά από την στιγμή που γεννήθηκε την είχα μέσα στην αγκαλιά μου να εισπνέω άπληστα την απίστευτη μυρωδιά της, να την αγγίζω και να την φιλάω, δεν μπορούσα με τίποτα να πιστέψω ότι ήταν εδώ, ζωντανή, πραγματική και όχι απλά ένα όνειρο.

«Μην κλαις μανούλα» μου είπε με παράπονο και καθώς την απομάκρυνα για λίγο την κοίταξα μέσα στα μάτια και σπασμωδικά άρχισα να σκουπίζω τα μάτια μου με το ένα μου χέρι ενώ την συγκρατούσα με το άλλο μου χέρι κοντά μου.

«Δεν κλαίω καρδιά μου... απλά δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είναι πραγματικότητα, δεν μπορώ να το πιστέψω...» έλεγα μέσα από τον παραλογισμό μου ενώ νέα δάκρυα αντικαθιστούσαν τα δάκρυα που είχα είδη σκουπίσει από το πρόσωπο μου... «Νόμιζα ότι σε είχα χάσει για πάντα... θα μπορούσα να αντέξω τα πάντα άλλα όχι αυτό... όχι αυτό» συνέχισα και κλείνοντας ξανά στην αγκαλιά μου άρχισα να την φιλάω ξανά όπου έβρισκα...
«Χριστέ μου πόσο σ’ αγαπώ»

«Και εγώ σ’ αγαπώ μανούλα μην κλαις» με παρακαλούσε ενώ ρούφαγε την μυτούλα της με παράπονο.

«Είναι δάκρυα χαράς μωρό μου, μόνο δάκρυα χαράς» της είπα για να την καθησυχάσω και ασυναίσθητα την έσφιξα περισσότερο απάνω μου.

«Ήρθες από τον ουρανό;» με ρώτησε και έσφιξα τα δόντια μου δυνατά για να σταματήσω την πρώτη μου αντίδραση.

«Όχι καρδιά μου, είπαν ψέματα για να μας χωρίσουν αλλά αυτό δεν θα γίνει ποτέ ξανά... Ποτέ ξανά σου το ορκίζομαι, κανείς και τίποτα δεν θα μας χωρίσει ξανά» είπα με πείσμα και εκείνη έσφιξε τα χεράκια της γύρω από τον λαιμό μου.

Έντουαρντ

Αφού έλεγξα ότι όλα ήταν οκ και τα παιδία έτοιμα για να φύγουν κατέβηκα κάτω και πήγα προς την βιβλιοθήκη... Κάνοντας σήμα στον Φλικ να έρθει μαζί μου με το όπλο στο χέρι μόλις άνοιξα την πόρτα έκανα την κίνηση να το βάλω στην ζώνη της πλάτης μου για να πάρει η Μπέλλα το μήνυμα ότι ήμουν έτοιμος για όλα ενώ με τον Φλικ δίπλα μου να της κάνω ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την άφηνα με κανέναν τρόπο να φύγει από εδώ με την Ρένεσμι μαζί της... Η ματιά της τα έλεγε όλα... ήταν τόσο μοχθηρή που αν ήταν δυνατόν να με σκότωνε τώρα θα ήμουν ήδη νεκρός άλλα ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν τόσο χαζή ώστε να κάνει κάτι που θα έκανε την μικρή να την μισήσει και έτσι είχα το πάνω χέρι προς στιγμήν.

«Ρένεσμι ήρθε η ώρα καρδιά μου» της είπα και εκείνη γυρνώντας απότομα προς το μέρος μου με κοίταξε με το ύφος ενός πληγωμένου κουταβιού.

«Και η μαμά;» ρώτησε και κοίταξα την Μπέλλα προκαλώντας την ανοιχτά και εκείνη ανάγκασε την Ρένεσμι να γυρίσει προς την μεριά της.

«Δεν μπορώ να έρθω τώρα μαζί σου καρδιά μου αλλά...»

«Μα μου υποσχέθηκες ότι δεν θα μας χωρίσει κανένας και τίποτα πια» της είπε με πείσμα προδίδοντας την αλλά εκείνη δεν τα έχασε, ήμουν σίγουρος όμως ότι ήξερε πολύ καλά ότι εγώ είχα πάρει ήδη το μήνυμα μέσα από τα ίδια της τα λόγια.

«Σου το υποσχέθηκα και θα κρατήσω την υπόσχεση μου...» της είπε κοιτώντας έντονα μέσα στα μάτια... «Θα χωριστούμε ξανά για λίγο αλλά σου το ορκίζομαι ότι πολύ σύντομα θα είμαστε και πάλι μαζί και για πάντα... Κάνε τώρα αυτό που λέει...» δεν μπόρεσε να το πει εύκολα αλλά τελικά συνέχισε... «Ο μπαμπάς σου και μόλις ξεκαθαρίσω τις δουλειές που έχω εδώ, θα έρθω και θα σε βρω» της είπε και η Ρένεσμι έπεσε στην αγκαλιά της απαρηγόρητή.

«Μα το υποσχέθηκες... έλα μαζί μας σε παρακαλώ» έλεγε σπαρακτικά και η Μπέλλα την έσφιξε στην αγκαλιά της ενώ της φίλαγε το κεφαλάκι της.

«Θα έρθω καρδιά μου, πολύ σύντομα θα έρθω» της είπε άλλη μια φορά και καθώς σηκώθηκε όρθια, την ξεκόλλησε με δυσκολία από πάνω της και μου την παρέδωσε ενώ πρώτα της έδωσε ένα παρατεταμένο φιλί πάνω στο μέτωπο της.

«Σ’ αγαπάω όσο δεν αγάπησα κανέναν άλλον, να μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό» της είπε ενώ της χάιδευε απαλά τα μαλλιά της καθώς την κοίταζε έντονα στα μάτια και η Ρένεσμι κατένευσε ενώ ρούφαγε την μυτούλα της συνεχόμενα μέσα από τα αναφιλητά της.

«Και εγώ σ’ αγαπώ» της είπε διακεκομμένα και μόλις η Μπέλλα έκανε ένα βήμα πίσω για να μας αφήσει να φύγουμε, γύρισα προς το γραφείο και κρατώντας την Ρένεσμι με το ένα μου χέρι, έκλεισα το καπάκι του λάπτοπ, το έβαλα μέσα στην θήκη του, και αφού την έκλεισα, την πήρα στο χέρι μαζί και την κάμερα και πριν φύγω γύρισα προς την Μπέλλα.

«Θυμάσαι τον κωδικό;...» την ρώτησα και κατένευσε... «Πάνω στο γραφείο μου θα βρεις ένα σακβουαγιάζ πάρ’ το και ξεκίνα χωρίς έμενα, θα γυρίσω για να σε βοηθήσω» της είπα και χωρίς να περιμένω ανταπόκριση κίνησα προς το γκαράζ.

Δεν ήταν εύκολο να την αφήσω αλλά έπρεπε να το κάνω για εκείνην... με την Άλις και τον Τζάσπερ ήξερα ότι θα είχε ένα μέλλον όπως της άξιζε και το έκανα χωρίς κανέναν διχασμό, η δική της ευτυχία ήταν πιο πάνω από την ίδια μου την ζωή... Φυσικά δεν λείψανε τα ευτράπελα όταν η Ρένεσμι έμαθε ότι δεν θα πάω μαζί τους αλλά με την βοήθεια και την ψυχραιμία πάνω απ’ όλα της Άλις τελικά την καταφέραμε και μπήκε στο αμάξι και μόλις τους είδα να βγαίνουν από το γκαράζ ένιωσα όλη την ύπαρξη μου να σπάει σε κομμάτια αλλά δεν το άφησα να με επηρεάσει... έπρεπε να τους δώσω χρόνο για να μπορέσουν να φύγουν και αυτό ακριβός θα έκανα.

Αφού έκλεισα το γκαράζ, γύρισα στο σπίτι και αφού το αφουγκράστηκα για λίγο και κατάλαβα ότι η Μπέλλα ήταν στον πάνω όροφο, κίνησα να πάω να την βρω... Φτάνοντας στον διάδρομο την βρήκα να είναι έξω από το δωμάτιο της και να το κοιτά χωρίς να μπαίνει μέσα.

«Έκανα επτά μήνες να μπω σε αυτό το δωμάτιο» της εξομολογήθηκα αλλά εκείνη δεν κουνήθηκε.

«Δεν είμαι πια εκείνη η Μπέλλα Έντουαρντ» μου είπε και καθώς την πλησίασα έβαλα τα χέρια μου πάνω στους ώμους της και την γύρισα προς το μέρος μου.

«Κι όμως είσαι Μπέλλα» διαφώνησα και σμίγοντας τα χείλια της σε μια ίσια γραμμή κούνησε το κεφάλι της αρνητικά με πείσμα.

«Όχι, δεν είμαι» επανέλαβε ξανά κοιτώντας με έντονα και καρφώνοντας το σακβουαγιάζ που κράταγε στο στήθος μου με δύναμη συνέχισε... «Αυτό είναι το τελευταίο δωμάτιο, το υπόλοιπο σπίτι το έχω καλύψει... Θα σε περιμένω στην βιβλιοθήκη»

«Θα είμαι εκεί σε ένα λεπτό» της επιβεβαίωσα και εκείνη προσπερνώντας με κίνησε προς τον διάδρομο χωρίς να μου ρίξει ούτε ένα βλέφαρο ενώ εγώ είχα καρφώσει την ματιά μου απάνω της να την κοιτώ να ξεμακραίνει με το στήθος μου να με διαλύει από τον πόνο που ένιωθα.

«Κι όμως είσαι Μπέλλα» επανέλαβα με την φωνή μου ένας ψίθυρος και αφού άφησα την ανάσα μου να βγει από μέσα μου βαριά κίνησα για να τελειώσω την δουλειά που είχε αρχίσει εκείνη........

ESCAPE POLH FANTASMA