Ετικέτες

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Haunted Love "78. Εγώ Σ' αγάπησα εδώ"


 Η ώρα είχε έρθει και εγώ δεν ήξερα πως να καταλαγιάσω την νευρικότητα μου... Φυσικά ο Τζέικομπ είχε φροντίσει για τα πάντα... για τα ρούχα, τα μαλλιά, το μακιγιάζ... σε χρόνο ντε τε... Είχαμε πάει στο σπίτι του πατέρα του από νωρίς και όλοι με είχαν υποδέχτηκαν ζεστά... ιδίως η μητέρα του που είχε το πιο γλυκό χαμόγελο που είχα δει ποτέ μου, τόσο ίδιο με εκείνο που είχα πρωτοδεί στο πρόσωπο του Τζέικομπ... της έμοιαζε πάρα πολύ... αλλά και ο πατέρας του, αν και αυστηρός, δεν πήγε πίσω... μας άνοιξε το σπίτι του στην κυριολεξία.

Πριν φτάσουν οι καλεσμένοι, ο Τζέικομπ ήθελε να μου δείξει το παλιό του δωμάτιο... Άλλο που δεν ήθελα και εγώ, τον ακολούθησα με περίσσιο ενθουσιασμό, ελπίζοντας να τον καταφέρω να μου πει ποιο θα ήταν το δωμάτιο του πατέρα του, μιας και ήξερα ότι σε λίγες ώρες, μέσα σε αυτό το δωμάτιο, σε λίγο θα ήταν εκείνος μέσα. Ελπίζω να καταφέρω να βρω τρόπο να τον δω μόνο του... Δεν ξέρω πως, αλλά θα κάνω τα πάντα για να συμβεί... σκέφτηκα με πείσμα μέσα μου και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ακολούθησα τον Τζέικομπ στον επάνω όροφο που βρισκόντουσαν τα δωμάτια τους.

«Έχουνε πάρα πολλά δωμάτια...» σχολίασα μόλις βρεθήκαμε στον διάδρομο και ο Τζέικομπ μου χαμογέλασε... «Τα χρησιμοποιούν όλα αυτά;» ρώτησα με ελπίδα να καταφέρω να του αποσπάσω πληροφορίες.

«Όχι όλα... όσο εγώ και ο αδελφός μου ζούσαμε μαζί τους, χρησιμοποιούσαμε τα 4 από όσα βλέπεις... τώρα χρησιμοποιούνται μόνο τα δύο» είπε και γύρισα προς το μέρος του με περιέργεια.

«Εκτός από τους γονείς σου, μένεις και κανένας άλλος εδώ;» τον ρώτησα με περιέργεια και γέλασε κουνώντας το κεφάλι του αρνητικά.

«Οι γονείς μου κοιμούνται, χρόνια τώρα, ξεχωριστά» διευκρίνισε και τον κοίταξε έκπληκτη.

«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο;» είπα ειλικρινά και ο Τζέικομπ σταματώντας για λίγο, γύρισε προς την μεριά μου και μου χάιδεψε απαλά το μάγουλο μου.

«Αθώα μου Μπέλλα... Οι γονείς μου ζουν, πως να το πω, συμβατικά»

«Αλήθεια;... Εγώ έτσι όπως τους είδα, νόμιζα ότι ήταν πολύ ευτυχισμένοι»

«Ναι για τα μάτια του κόσμου» είπε κυνικά και γυρίζοντας, άρχισε να προχωράει πάλι προς το τέλος του διαδρόμου.

«Και οι κρεβατοκάμαρες τους είναι δίπλα, δίπλα;» προσπάθησα πάλι ελπίζοντας να μην το είχα παρακάνει.

«Όχι... αυτό...» είπε καθώς έδειχνε μια πόρτα, την 3η στα δεξιά από την σκάλα... «Είναι το δωμάτιο της μητέρας μου και αυτό...» έδειξε το 5ο δωμάτιο από τα αριστερά... «Είναι του πατέρα μου» είπε και η καρδιά μου πιάστηκε στην μέση αλλά προσπάθησα με νύχια και με δόντια να καταπνίξω τα συναισθήματα μου ώστε να μην προδοθώ... «Και αυτό είναι το δωμάτιο μου» ανακοίνωσε αλλά το μυαλό μου είχε σταματήσει στο δωμάτιο που σε λίγη ώρα θα ήταν εκείνος μέσα και δεν πρόσεξα σε πιο δωμάτιο με είχε βάλει... «Πως σου φαίνεται;» ρώτησε και από ευγένεια κοίταξα για λίγο γύρω μου, με την ανάσα μου να μετράει χιλιόμετρα.

«Απλό και όμορφο... σαν και εσένα» του είπα ειλικρινά και εκείνος χαμογελώντας μου, ήρθε διστακτικά κοντά μου και έβαλε τα χέρια του να ακουμπήσουν πάνω στους ώμους μου... ήμουν τόσο ταραγμένη που η ανάσα μου κόπηκε στην μέση.

«Είσαι κουρασμένη;» ρώτησε και κατένευσα πριν το καταλάβω... Το χαμόγελο του αμέσως έγινε συγκαταβατικό... «Θες να σε αφήσω να ξεκουραστείς για λίγο;... Αν αρχίσουν να έρχονται οι καλεσμένοι, θα έρθω να σε πάρω να κατέβουμε μαζί» μου είπε και δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από αυτό.

«Σε ευχαριστώ» του είπα με βαθιά φωνή και εκείνος σκύβοντας προς το μέρος μου, άφησε ένα απαλό φιλί πάνω στην κορυφή του κεφαλιού μου, μου χαμογέλασε ζεστά και εξαφανίστηκε.


Τι κάνω εδώ;... Γιατί ήρθα;... Πως θα καταφέρω να του μιλήσω;... Χριστέ μου δώσε μου δύναμη... έλεγα μέσα μου και έκατσα στο κρεβάτι του για λίγο πριν σωριαστώ κάτω... Τα πόδια μου δεν με βαστούσαν άλλο... Τι θα του πω;... Πως θα δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα... και το μωρό;... Τι θα κάνω θεέ μου, δεν μπορώ χωρίς εκείνον και αν εκείνος με δεχτεί πίσω;... Ξέρω ότι θα θυμώσει πάρα πολύ... αλλά δεν μπορώ κιόλας να μην προσπαθήσω... Δεν μπορώ.

Δεν είχα ιδέα πόση ώρα είχε περάσει... στεκόμουν στο ίδιο σημείο με το μυαλό μου σε εκείνον, μέχρι που η πόρτα χτύπησε και πετάχτηκα απάνω σαν ελατήριο.

«Μπέλλα, να περάσω;» άκουσα την φωνή του Τζέικομπ και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Ναι» απάντησα και έμεινα στην θέση μου μέχρι που η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Τζέικομπ.

«Είσαι καλά;» ρώτησε με αγωνία και πήρα άλλη μια βαθιά ανάσα... Δεν είπε τίποτα άλλο, ήρθε δίπλα μου, πήρε το χέρι μου μέσα στα δύο δικά του και αφού πρώτα το φίλησε ευλαβικά, το πέρασε κάτω από τον αγκώνα του και με οδήγησε στον κάτω όροφο.

Ο κόσμος πήγαινε και ερχόταν μέσα στο τεράστιο σαλόνι... τους περισσότερους μου τους είχαν κιόλας συστήσει αλλά εγώ δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε κανέναν τους... Τα μάτια μου έψαχναν μόνο εκείνον και όσο δεν τον έβλεπα τόσο απελπιζόμουν... μέχρι που έκανε την εμφάνιση του, με συνοδό, μια δίμετρη ξανθιά που μόλις ήρθε δίπλα μου ένιωσα μπροστά της σαν μυρμήγκι... ένα τίποτα.... ένα μηδενικό που έκανε την καρδιά μου να σταματήσει.

«Μπέλλα μου, να σου συστήσω έναν παλιό φίλο του πατέρα μου, Έντουαρτ Κάλλεν» μου είπε ο Τζέικομπ και το χέρι μου απρόθυμα σηκώθηκε για χειραψία.

«Χαίρω πολύ κύριε Κάλλεν» είπα με όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει.

«Και εγώ δεσποινίς;» είπε ψυχρά με υπεροψία.

«Σουάν... Ιζαμπέλλα Σουάν» του είπα και εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του με μια κοροϊδευτική γκριμάτσα.

«Ξέρετε αυτό μοιάζει πολύ με το... Μποντ... Τζέημς Μποντ» είπε την πρώτη ατάκα που του είχα πει εγώ και ένιωσα σαν μόλις κάποιος να μου είχε δώσει μια μπουνιά στο στομάχι και ξέπνοη τράβηξα το χέρι μου από το δικό του ενώ προσπάθησα με νύχια και με δόντια να καταπνίξω τα δάκρυα μου που ένιωθα ότι έρχονται με ορμή... Όχι δεν θα του έκανα την χάρη να με ρεζιλέψει.

«Συγνώμη παράληψης μου... Να σας συστήσω την υπέροχη σύντροφο μου... Νατάσα Μέλοβιτς» συνέχισε εκείνος.

«Μέλοβιτς;» ρώτησε ο Τζέικομπ και εκείνος άρχισε να λέει διάφορα αλλά τ’ αυτιά μου είχαν πλέον σταματήσει να ακούνε το οτιδήποτε... Όλα τα μέλη του σώματος μου είχαν αρχίσει να παραλύουν και ένιωθα ότι από στιγμή σε στιγμή ακόμα και τα γόνατα μου θα με πρόδιδαν αλλά ήμουν πολύ πεισματάρα ώστε να τους κάνω την χάρη... Παρέμεινα σταθερή, παγερά αδιάφορη και ψυχρή, στο ύψος μου και μόλις τους είδα να με χαιρετούν με μια κίνηση του κεφαλιού τους, τους μιμήθηκα και εγώ μηχανικά... Δεν είχα ιδέα αν με ρώτησαν κάτι ή μου είπαν κάτι που εγώ έπρεπε να απαντήσω... Επικεντρώθηκα μόνο στο παραμείνω σαν άγαλμα όρθια και τα είχα καταφέρει... αλλά μόλις τον είδα να απομακρύνεται από κοντά μου... ένιωσα να παίρνει μαζί του και τον αέρα που ανέπνεα... την ίδια μου την καρδιά, ακόμα και την ψυχή μου και μόλις τον έχασα από το οπτικό μου πεδίο, τελικά κατέρρευσα.

Ο Τζέικομπ που ήταν δίπλα μου με συγκράτησε πριν σωριαστώ και πριν νιώσω της δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν τελείως, τον άκουσα να μου λέει ότι θα με πάει στο δωμάτιο του.

Όταν τα μάτια μου άνοιξαν, ήταν το απόλυτο σκοτάδι... Ο Τζέικομπ ήταν εκεί και μόλις είδε να μετακινούμε, έτρεξε κοντά μου.

«Μπέλλα είσαι καλά;» ρώτησε με αγωνία και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Με τρόμαξες» τον κατηγόρησα και εκείνος άνοιξε το πορτατίφ που ήταν δίπλα μου... Αυτόματα έκλεισα τα μάτια μου για να τα προστατέψω.

«Συγνώμη δεν ήθελα να σε τρομάξω... Είσαι καλά;» ρώτησε ξανά και κοιτάζοντας γύρω μου... αναγνώρισα το δωμάτιο του.

«Τι συνέβη;» ρώτησα. Πραγματικά τα είχα χαμένα... ένιωθα σαν να μην είχα βγει ποτέ από αυτό το δωμάτιο... από την στιγμή που μπήκαμε και μέχρι τώρα. Δεν θυμόμουν τίποτα στο ενδιάμεσο.

«Δεν θυμάσαι;» ρώτησε και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά... «Μετά που σε σύστησα στον κύριο Κάλλεν και την συνοδό του, λιποθύμησες» στο όνομα Κάλλεν, το μυαλό μου άρχισε να παίρνει στροφές... Δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο.

«Τώρα είμαι καλά» είπα και προσπάθησα να αποφύγω οποιαδήποτε άλλη συζήτηση που θα περιέκλειε το όνομα του... Ήμουν ακόμα πολύ αδύναμη για να μπορέσω να συγκρατήσω τα συναισθήματα μου γι αυτόν τον άνθρωπο μέσα μου ώστε να μην προδοθώ μπροστά στον Τζέικομπ.

«Σίγουρα;» ρώτησε πάλι και με την βοήθεια του ανακάθισα πάνω στο κρεβάτι.

«Σίγουρα» είπα με σταθερή φωνή και τον κοίταξα με αυτοπεποίθηση... «Πήγαινε κάτω και σε λίγο θα κατέβω και εγώ» του υποσχέθηκα και εκείνος αμέσως πήγε να φέρει αντίρρηση... «Σε παρακαλώ Τζέικομπ... θέλω λίγο χρόνο να συνέλθω... Είμαι καλά... Σου υπόσχομαι ότι δεν θα αργήσω» του είπα με περισσότερη πειθώ και εκείνος τελικά υποχώρησε.

«Όπως νομίζεις... αν χρειαστείς κάτι»

«Θα είμαι καλά... μην ανησυχείς για μένα» τον παρακάλεσα και εκείνος ξεφύσησε... Πήγε να συμπληρώσει κάτι ακόμα αλλά τελικά το κατέπνιξε και ρίχνοντας μου, μια τελευταία εξονυχιστική ματιά, τελικά με άφησε μόνη μου.

Άφησα να περάσουν λίγα λεπτά... και κλείνοντας το φως, πήγα μέχρι την πόρτα με τις μύτες τον ποδιών μου... Αφουγκράστηκα τον διάδρομο και αφού δεν άκουσα βήματα, πήρα την απόφαση και άνοιξα την πόρτα αθόρυβα... Μέσα από μια μικρή χαραμάδα κοίταξα να επιβεβαιώσω ότι δεν ήταν κανείς γύρω, και μόλις το επιβεβαίωσα, άνοιξα την πόρτα περισσότερο και βγαίνοντας στον διάδρομο, όπως ήμουν ξυπόλητη... έκλεισα την πόρτα, πίσω μου αθόρυβα και έτρεξα μέχρι την πόρτα που μου είχε υποδείξει ο Τζέικομπ ότι ήταν η πόρτα του πατέρα του... 

Κοίταξα την χαραμάδα στο πάτωμα αλλά δεν φαινόταν το φως να είναι ανοιχτό... έστησα αυτί και πάλι δεν άκουσα τίποτα από μέσα... Απογοητευμένη που εκείνος δεν ήταν μέσα, με βαριά βήματα γύρισα το προς την μεριά που είχα έρθει και πριν, αλλά πριν απομακρυνθώ, άκουσα ένα κινητό να χτυπάει από πολύ κοντά... Δεν μπορούσα να προδοθώ... έπρεπε να κρυφτώ μέχρι να φύγει όποιος και να ήταν στο πάνω όροφο και μετά να γυρίσω στο δωμάτιο του Τζέικομπ, που παρεμπιπτόντως είχα ξεχάσει πιο ήταν.

Με γρήγορα βήματα, πήγα στην διπλανή πόρτα από αυτήν που ήταν το δωμάτιο του πατέρα του Τζέικομπ και για καλή μου τύχη η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη... Την άνοιξα και μόλις μπήκα, την έκλεισα γρήγορα και αθόρυβα, ελπίζοντας όποιος ανέβαινε να μην με είχε δει... Έστησα αυτί και μόλις άκουσα τα βήματα να πλησιάζουν προς την πόρτα μου... αυτόματα, έτρεξα προς το εσωτερικό της κρεβατοκάμαρας κοιτώντας γύρω μου... Μόλις είδα το χερούλι της πόρτας να γυρίζει, η ανάσα μου κόπηκε στην μέση... δεν σκέφτηκα απλά έπραξα... μέσα στο μισοσκόταδο... γύρισα το πρώτο χερούλι που βρέθηκε στο χέρι μου και μόλις άνοιξα την πόρτα, μπήκα μέσα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου αθόρυβα... ελπίζοντας και πάλι, όποιος και να ήταν αυτός που για κακή μου τύχη, ακολουθούσε τα βήματα μου, να μην με είχε πάρει είδηση.

«Είμαι στο διπλανό δωμάτιο από του Μπλακ......» τον άκουσα να λέει... «Ναι ο άλλος είναι μέσα, τον είδα που ανέβηκε........ Μην ανησυχείς, θα είναι η τελευταία του........ Θα σε πάρω τηλέφωνο μόλις το περιστέρι χάσει τα φτερά του» είπε και έκλεισα το στόμα μου πριν ουρλιάξω... Εννοεί τον Έντουαρτ;... Αυτόν έχει βάλει στο μάτι;... Και εγώ τώρα τι πρέπει να κάνω;

Έστησα αυτί... Τον άκουσα να ανοίγει το παράθυρο... Κοίταξα γύρω μου... Από το λιγοστό φως που έμπαινε από το παράθυρο, κατάλαβα ότι για καλή μου τύχη, ήμουν μέσα στην τουαλέτα του δωματίου... Το μυαλό μου άρχισε να σκανάρει τα αντικείμενα με την ταχύτητα του φωτός... Η ματιά μου έπεσα πάνω στο γυάλινο μπουκάλι που περιέχει το υγρό σαπούνι... Δεν το σκέφτηκα περισσότερο... Το πήρα στα χέρια μου και ανοίγοντας την πόρτα απότομα, μόλις εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος μου ξαφνιασμένος... αμέσως του το πέταξα στο κεφάλι και εκείνος για λίγο ζαλίστηκε αλλά δεν ήταν αρκετό... Είδα το μπιστόλι του... πριν προλάβει να βρει την ισορροπία του... έτρεξα κοντά του... το πήρα από τα χέρια του ενώ ταυτόχρονα του έδωσα μια κλωτσιά για να τον απομακρύνω από κοντά μου και γυρίζοντας, με το πίσω μέρος του όπλου του, τον χτύπησα για άλλη μια φορά στο κεφάλι και εκείνος έπεσε αναίσθητος.

Για λίγο έμεινα να το κοιτώ αποσβολωμένη... Από την μια ήθελα να ουρλιάξω, από την άλλη να πάω να προειδοποιήσω τον Έντουαρτ... Υπερίσχυσε το δεύτερο και χωρίς να το σκεφτώ... βγήκα από το παράθυρο και πιάνοντας το πεζούλι... έβαλα τα πόδια μου πάνω στο τοιχάκι και άρχισα να πηγαίνω προς το παράθυρο του... Τι ηλίθια που είμαι;... Πως μου ήρθε να κάνω κάτι τέτοιο;

Μια κίνηση από κάτω με έκανε να χάσω την αυτοσυγκέντρωση μου και το πόδι μου γλίστρησε.

«ΑΑΑΑΑΑ» φώναξα και πιάστηκα από τον τοίχο ενώ έκλεινα τα μάτια μου τρέμοντας καθώς η υψοφοβία μου για άλλη μια φορά με είχε προδώσει και με έκανε ανίκανη να σκεφτώ λογικά... Η φωνή του Έντουαρτ ήρθε σωτήρια να με κάνει να βρω το τελευταίο λιθαράκι της ψυχραιμίας που μου είχε απομείνει ώστε να κρατηθώ λίγο περισσότερο.

«Είσαι τελείως ηλίθια;... Τι κάνεις εκεί;» ψιθύρισε και η ανάσα μου χάθηκε.

«Σε παρακαλώ Έντουαρτ...» κλαψούρισα... «Τα χέρια μου δεν κρατάνε άλλο» συνέχισα ενώ άκουσα ένα κλαψούρισμα να έρχεται από μακριά και για λίγο ένιωσα ότι μάλλον αυτός θα πρέπει να ήταν ο Φλικ.

«Μην κουνηθείς» απείλησε και ένιωσα να μετακινείτε.

Με κομμένη την ανάσα... έκανα ότι μου είπε και μόλις ένιωσα τα χέρια του πάνω στο κορμί μου... πήρα τέτοια δύναμη που αυτήν την στιγμή θα μπορούσα να αντέξω τα πάντα... Δεν με ένοιαζε τι είχε προηγηθεί... Δεν με ένοιαζε αν είχα εκτεθεί... ή αν διακινδυνευόταν η ζωή μου... αυτό που με ένοιαζε ήταν ότι εκείνος ήταν εδώ... τα χέρια του με αγκαλιάζανε... με προστατεύανε για άλλη μια φορά και δεν ήθελα τίποτα παραπάνω.

«Θες να με καταστρέψεις τελείως;... Δεν σου έφτασαν όσα έκανες;... Τώρα ήρθες......» δεν άντεχα να τον ακούω άλλο... μόλις συνειδητοποίησα ότι ήμασταν μέσα στο δωμάτιο... πήρα μια βαθιά ανάσα και πριν τελειώσει τις κατηγορίες του... έβαλα το ελεύθερο μου χέρι πάνω στο στόμα του και πριν με σταματήσει, του τα είπα όλα με μια ανάσα.

«Κάποιος μπήκε στο διπλανό δωμάτιο και τον άκουσα που έλεγε ότι θα είναι η τελευταία σου... Αποστολή;... Βραδιά;... Δουλειά;... Διάλεξε και πάρε... Τον χτύπησα με το γυάλινο μπουκάλι που βάζουν το υγρό σαπούνι αλλά δεν έφτασε... του πήρα το όπλο και τον χτύπησα και με αυτό και μόλις τον είδα αναίσθητο έτρεξα να σε προειδοποιήσω» το ύφος τους μαλάκωσε... το χέρι του τράβηξε το δικό μου και όλο μου το σώμα από αυτήν την επαφή ανατρίχιασε.

«Τον σκότωσες;» ρώτησε ήρεμα και τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν ακατάπαυστα από την συνειδητοποίηση.

«Δεν ξέρω... Μόλις τον είδα αναίσθητο, δεν σκέφτηκα, κρατώντας το όπλο του...» είπα και του το έδειξα... «Έκανα αυτό που πήγε να κάνει εκείνος... χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες... μόλις κατάλαβα ότι ήμουν πάνω στον τοίχο, άρχισα να συνειδητοποιώ τι κάνω» είπα ανασαίνοντας γρήγορα και εκείνος πήγε μέχρι το παράθυρο... σφύριξε συνθηματικά στον Φλικ και μόλις κοίταξε αριστερά και δεξιά... γύρισε ξανά κοντά μου.

«Γύρνα στον φλούφλη σου και μην το κουνήσεις από κοντά του... Όσο είσαι μαζί του δεν θα σε πειράξει κανείς... Ο πατέρας του είναι μεγάλο κεφάλι... αν ο ο φλούφλης του πει να σε προστατέψει, θα το κάνει... Τώρα φύγε από εδώ και μην σε ξαναδώ μπροστά μου, το κατάλαβες;» Τα μάτια μου είχαν θολώσει... τα αυτιά μου βουίζανε από το σοκ που είχα πάθει... η καρδιά μου έτρεχε όπως ένα άλογο σε κούρσα θανάτου... και όλο μου το σώμα έτρεμε... Ήταν εδώ, ήταν μπροστά μου, έχω την ευκαιρία που ζητούσα... Τι περιμένω;

«Τι περιμένεις... φύγε» είπε ενώ άρχισε να με σπρώχνει προς την πόρτα και μόλις τον ένιωσα να την ανοίγει, το μυαλό μου ξαφνικά άρχισε να παίρνει στροφές.

«Όχι» φώναξα και μου έκλεισε το στόμα πριν προλάβω να πω οτιδήποτε άλλο.

«Έκανες την επιλογή σου... Τώρα ζήσε με αυτό... Σήκω φύγε και μην σε ξαναδώ ποτέ ξανά στα μάτια μου για κανέναν λόγο... Έγινα κατανοητός;... Για κανέναν λόγο... Και την επόμενη φορά που θα θελήσεις να με προστατέψεις, απλά μην το κάνεις» είπε σκληρά και ανοίγοντας την πόρτα... αφού έλεγξε ότι δεν πέρναγε κανείς, πήρε το όπλο από τα χέρια μου... και με μια γρήγορη κίνηση, με άδειασε στον διάδρομο, σαν να ήμουν άδειο σακί και έκλεισε την πόρτα πριν προλάβω εγώ να αντιδράσω.

Έμεινα στο πάτωμα σοκαρισμένη να κοιτώ την κλειστή πόρτα... Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έχασα την ευκαιρία μέσα από τα χέρια μου... Ήμουν τόσο κοντά στο να του πω τα πάντα και εγώ η ηλίθια πάγωσα... Όχι πρέπει να μάθει... δεν μπορώ να φύγω χωρίς να του το πω... πρέπει να ξέρει... Είπα από μέσα μου με πείσμα αλλά την στιγμή που πήγα να σηκωθώ για να απαιτήσω να μου ανοίξει την πόρτα και να με ακούσει... μια δυνατή έκρηξη με έκανε να καθηλωθώ στην θέση μου.

Έκλεισα τα αυτιά μου για να τα προστατέψω από τον εκκωφαντικό ήχο ενώ η κραυγή μου βγήκε πριν προλάβω να την σταματήσω και εκεί που προσπάθησα να καταλάβω τι συμβαίνει, η πόρτα που είχα κρυφτεί πριν, άνοιξε και αυτόματα το κεφάλι μου γύρισε προς το μέρος της.

Ήταν εκείνος, ο ίδιος τύπος που είχα χτυπήσει πριν, να με κοιτάει με ένα δολοφονικό ύφος... Για μια στιγμή που μου φάνηκε αιώνια... οι ματιές μας κλειδώθηκαν η μία μέσα στην άλλη και εκεί που τον είδα να σηκώνει το όπλο του για να με αποτελειώσει, το κεφάλι μου από αντίδραση άρχισε να κουνιέται σπασμωδικά αρνητικά ενώ το σώμα μου είχε καθηλωθεί στο ίδιο σημείο αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία στην σιωπηλό μου παρακαλετό.

Την στιγμή που τον είδα να πατάει την σκανδάλη, δεν άντεξα άλλο... Τα μάτια μου σφάλισαν, τ’ αυτιά μου νέκρωσαν, η καρδιά μου πάγωσε και το σώμα μου παραδόθηκε στην ανυπαρξία για να με προστατέψει.

«Μπέλλα, Μπέλλα...» άκουγα το όνομα μου από μακριά αλλά δεν μπορούσα να επανέλθω ακόμα.

«Κύριε Μπλακ, πρέπει να φύγουμε τώρα» άκουσα μια επιτακτική φωνή και ένιωσα να αιωρούμαι.

Τρομοκρατημένες φωνές φτάνανε στ΄ αυτιά μου αλλά ακόμα ήμουν πολύ μακριά για να αντιδράσω.

«Από εδώ» άκουσα την ίδια επιτακτική φωνή και ένιωσα σαν κάποιος να με είχε βάλει μέσα σε ένα τρακτέρ που όργωνε το χώμα με μεγάλη ταχύτητα... Το σώμα μου πήγαινε πάνω κάτω... το κεφάλι μου ένιωθα ότι από στιγμή σε στιγμή θα σπάσει... και όταν το βασανιστήριο τελείωσε η ανάσα μου σιγά, σιγά προσπάθησε ξανά να βρει τους φυσιολογικούς της ρυθμούς με μεγάλη δυσκολία.

«Πρέπει να την πάρω από εδώ πατέρα... Δεν μπορώ να την αφήσω εκτεθειμένη» άκουσα να λέει ο Τζέικομπ και ένιωσα μια ασφάλεια να πλημμυρίζει την καρδιά μου και αυτόματα το σώμα μου χαλάρωσε.

«Τον πιάσαμε...» ακούστηκε μια φωνή από πιο μακριά πριν ο πατέρας του Τζέικομπ προλάβει να πει κάτι και η ίδια φωνή συνέχισε... «Είναι βαριά τραυματισμένος... δεν νομίζω να τα καταφέρει» τον άκουσα να λέει και ξαφνικά η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά.

Τον Έντουαρτ; Για τον Έντουαρτ μιλάνε; Ο Έντουαρτ είναι τραυματισμένος; Δεν νομίζει ότι θα τα καταφέρει; Πρέπει να κάνω κάτι, κάτι πρέπει να κάνω... Σύνελθε Μπέλλα άνοιξε τα μάτια σου, πρέπει να συνέλθεις.

«Θέλω να τον δω τώρα» απαίτησε ο πατέρας του Τζέικομπ με τραχιά φωνή που με έκανε να ανατριχιάσω και η αγωνία μου έφτασε στο αποκορύφωμα... Για ποιον μιλάνε;

«Πατέρα νομίζεις ότι είναι ώρα;... Δεν ξέρουμε αν είναι μόνος» προσπάθησε να τον μεταπείσει ο Τζέικομπ και η ίδια φωνή που είχε φέρει τα νέα το επιβεβαίωσε.

«Δεν είναι μόνος, κάποιος είχε χτυπήσει τον δικό μας με την σαπουνοθήκη του μπάνιου και μετά με όπλο, πριν τον πυροβολήσεις για χάρη της.......» έκοψε την φράση του στην μέση και για λίγο έμεινε στην σιωπή.

Αυτός που ήθελε να τον σκοτώσει τον Έντουαρτ ήταν δικός τους;... Είναι δυνατόν να είναι δικός τους;... Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;... Γιατί ο Έντουαρτ δεν με προειδοποίησε;

«Λες να ήταν η ξανθόψιρα που έσερνε;» ρώτησε ο Τζέικομπ

«Μην είσαι ηλίθιος γιε μου... μια απλή πουτάνα ήταν και τίποτα παραπάνω... Είμαι σίγουρος ότι δεν την έχει καν εκπαιδεύσει... Κάποιος άλλος πρέπει να ήταν, ή καλύτερα να πω, κάποια άλλη» είπε και μου κόπηκαν τα γόνατα.

«Θα μάθουμε πολύ σύντομα ποια ήταν, οι δική μου παίρνουν αποτυπώματα, αν ήμαστε τυχεροί και δεν φόραγε γάντια, σε λίγο θα έχουμε το όνομα της» είπε μια άγνωστη φωνή που άκουγα για πρώτη φορά και το σώμα μου άρχισε να τρέμει.

Ηλίθια... ηλίθια... πάντα σου έλεγε να καλύπτεις τα ίχνη σου... Πως μπόρεσες να το ξεχάσεις; Πως;... Ούρλιαζα μέσα μου και ένιωθα ότι μια περίεργη δύνη άρχιζε να με καταπίνει... Την είχα άσχημα, την είχα πολύ άσχημα και το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερα πως να το σταματήσω όλο αυτό.

«Που τον έχετε;» ρώτησε ξανά ο πατέρας του Τζέικομπ.

«Πίσω» απάντησε αυτός που είχε φέρει τα νέα και ξαφνικά ακούστηκαν βήματα.

«Πατέρα, τι πας να κάνεις;» φώναξε ο Τζέικομπ για να τον σταματήσει.

«Πάρε την Μπέλλα και φύγετε από εδώ Τζέικομπ» του είπε εκείνος αλλά ο Τζέικομπ δεν τα παρατούσε.

«Τζέισον, πρόσεχε την» άκουσα να λέει και μετά έπεσε η απόλυτη σιωπή.

Όλοι διασκορπίστηκαν και εγώ με νύχια και με δόντια προσπάθησα με κάποιον τρόπο να συνέλθω... Έπρεπε να βρω την δύναμη να συνέλθω... Έπρεπε να το κάνω... έπρεπε να τον βρω... Δεν μπορούσα να τον χάσω τώρα... Όχι τώρα.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Haunted Love "77. Fire and ice"



Οι επόμενες δύο βδομάδες που περάσανε, ήταν οι πιο περίεργες βδομάδες τις ζωής μου... Από την μια ήταν ο Τζέικομπ που έκανε τα πάντα για να με κάνει να νιώθω τόσο όμορφα που πραγματικά υπήρχαν στιγμές που ξέχναγα τα πάντα... Ξέχναγα όλα όσα με κυνηγάγανε, όλα όσα με στοιχειώνανε, με κάνανε να ξεχνάω μέχρι και εκείνον... Ήταν τόσο περίεργο που όταν το συνειδητοποιούσα, με κομμένη την ανάσα, κοίταζα γύρω μου με αγωνία να τον βρω, να συνειδητοποιήσω ότι πράγματι υπάρχει, ότι όλα όσα έζησα μέσα σε αυτόν τον τελευταίο χρόνο δεν ήταν απλά της φαντασίας μου αλλά ήταν πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που μου άλλαξε όλη μου την ζωή. Όμως εκείνος δεν φαινόταν πουθενά, εγώ όμως ήξερα πάντα ότι ήταν κάπου εκεί, να με κοιτάει από μακριά, να με προσέχει.

Από την άλλη ήταν εκείνος... απόμακρος, απρόσωπος, άδειος. Με έκανε να νιώθω ότι από την μια στιγμή στην άλλη, γυρίσαμε πάλι στο μηδέν, γυρίσαμε στο τίποτα και αυτό δεν το άντεχα... Τα βράδια συνέχιζε να έρχεται στο δωμάτιο μου αλλά κάθε βράδυ που πέρναγε ερχόταν όλο και πιο αργά, σχεδόν λίγο πριν με πάρει ο ύπνος... Για σεξ ούτε λόγος, αν δεν έκανα την κίνηση εγώ να τον προκαλέσω, εκείνος δεν με άγγιζε πλέον, δεν με προκαλούσε, παρέμενε στην σιωπή του και μέσα στον κόσμο του, λες και δεν υπήρχα πια. Δεν μου το αρνιόταν αλλά ακόμα και όταν το δεχόταν, τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο.

Είχα διχαστεί, δεν ήξερα τι ήθελα πια, δεν ήξερα αν θα ήταν το καλύτερο και για τους δύο μας να τελειώσει μια και καλή η συνεργασία μας εδώ.

Γυρίζοντας αργά από μια έξοδο μου με τον Τζέικομπ, εκείνος ήταν ήδη κάτω από τα σκεπάσματα και όπως και κάθε βράδυ, παρέα με το βιβλίο του, ήταν μέσα στον κόσμο του ανέκφραστος να διαβάζει. Για μια στιγμή τον κοίταξα ενώ αναρωτήθηκα... Με είχε αφήσει μόνη;... Δεν μας ακολούθησε;

«Πως τα πέρασες;» ρώτησε αδιάφορα σαν να με ρώταγε τι καιρό κάνει έξω και έμεινα για λίγο να τον κοιτώ... Πράγματι δεν μας είχε ακολουθήσει;

Δεν είπα τίποτα, απλά έμεινα να τον κοιτώ περιμένοντας την ανταπόκριση του... αλλά η ανταπόκριση που περίμενα δεν ήρθε ποτέ. Ώστε αυτό ήταν; Όλα τελείωσαν και δεν το είχα πάρει καν είδηση; Και εγώ; Εγώ γιατί είμαι ακόμα εδώ; Γιατί δεν το ξεκαθαρίζει; Για την χαζοαποστολή του;

Πλησίασα το κρεβάτι και βάζοντας το χέρι μου πάνω στο φερμουάρ του φορέματος που φόραγα, το κατέβασα αργά και μόλις το άνοιξα, άφησα το φόρεμα να πέσει στο πάτωμα... Καμία αντίδραση... Έβαλα ξανά τα χέρια μου πίσω στην πλάτη μου και μόλις ξεκούμπωσα το σουτιέν μου, το άφησα και αυτό να πέσει στα πόδια μου, κοιτώνας τον επίμονα, ζητώντας απεγνωσμένα για ένα του βλέμμα... Και πάλι τίποτα... Κατέβασα και το εσώρουχο μου με ελπίδα και έμεινα στην ίδια θέση περιμένοντας... μια κίνηση, ένα βλέμμα, κάτι... αλλά για άλλη μια φορά δεν έκανε τίποτα.

Σήκωσα τα σκεπάσματα και μόλις ξάπλωσα δίπλα του, πήρα από τα χέρια του το βιβλίο που κρατούσε και εκείνος άφησε την ανάσα του αν βγει από μέσα του βαριά κοιτώντας μακριά... Δεν του έδωσα σημασία... Πέταξα το βιβλίο μακριά και μόλις σήκωσα και τα δικά του σκεπάσματα από το σώμα του, έβαλα το χέρι μου πάνω στο σώμα του ενώ ταυτόχρονα άρχισα να τον φιλώ πάνω στο στήθος του και εκείνος προσπάθησε να με σταματήσει.

«Να πας να ξεκαυλώσεις από αυτόν που σε καύλωσε» είπε σκληρά και αφού με άδειασε με συνοπτικές διαδικασίες πάνω στο στρώμα, σηκώθηκε και πήγε μέχρι το παράθυρο. Για μια στιγμή νόμιζα ότι θα φύγει και έμεινα ξέπνοη να τον κοιτώ, με τα λόγια του σαν μαχαίρια να μου κομματιάζουν το στήθος.

«Έντουαρτ...» σήκωσε το χέρι του και με αυτήν του την κίνηση, μου έκοψε την φράση στην μέση.

«Μέχρι να πάρεις τις αποφάσεις σου, μέχρι να διαλέξεις, μην τολμήσεις να με αγγίξεις ξανά» είπε σκληρά και ένιωσα την ανάσα μου να σβήνει.

«Εσύ Έντουαρτ έχεις πάρει τις αποφάσεις σου; Διάλεξες την μοίρα μου ή ακόμα;» γύρισε και με κοίταξε σκληρά, με ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα και με έκοψε στα δύο.

«Τι περιμένεις από μένα Μπέλλα; Να κάνω τον μαλάκα και να ανέχομαι ότι μαλακία κάνεις; Τι περιμένεις;»

«Εσύ τι περιμένεις από μένα Έντουαρτ; Πες μου τι;» ξέσπασα και έτριξε τα δόντια του, σκληραίνοντας το ύφος του ακόμα περισσότερο.

«Να εκτιμήσεις όσα σου πρόσφερα, να μην τα ποδοπατάς με τον πρώτο τυχόντα» είπε και δεν πίστευα στα αυτιά μου.

«Με λες αχάριστη; Εμένα αχάριστη; Που σου έδωσα τα πάντα; Που ανέχτηκα όλες σου τις μαλακίες, αδιαμαρτύρητα και αυτό είναι το ευχαριστώ; Μαζί σου ένιωσα τον απόλυτο εξευτελισμό, ποδοπάτησα τον εγωισμό μου για να είμαστε μαζί, παρόλο που ξέρω ότι σε αγγίζουν, δεν ξέρω και εγώ πόσα άλλα χέρια, φυλάκισα τον εαυτό μου σε τέσσερις τοίχους για χάρη σου, για να μπορούμε να είμαστε μαζί και αυτό είναι το ευχαριστώ;»

«Γιατί είσαι ακόμα εδώ Μπέλλα;»

«Όχι δεν θα σου κάνω την χάρη να με εξευτελίσεις άλλο» είπα και σηκώθηκα από το κρεβάτι και άρχισα να ντύνομαι... Τα χέρια του με σταμάτησαν και με γύρισαν προς το μέρος του.

«Γιατί είσαι ακόμα εδώ;» απαίτησε.

«Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, τώρα» του γύρισα σκληρά αλλά εκείνος δεν έκανε πίσω.

«Γιατί;»

«Γιατί δεν με έχεις διώξει ακόμα; Γιατί;» του γύρισα.

«Γιατί η θέση σου είναι εδώ, μαζί μου» είπε κτητικά.

«Τότε διεκδίκησε με... Αν θες η θέση μου να είναι εδώ, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» τα χέρια του ξέσφιξαν από το σφιχτό τους κράτημα και εκείνος έκανε ένα βήμα προς τα πίσω.

«Δεν πρόκειται να σε κάνω ποτέ σαν και εμένα» δήλωσε και κατένευσα ανέκφραστη.

«Τότε μάλλον είμαι περιττή» του είπα και κλέβοντας την ευκαιρία, ντύθηκα γρήγορα και προσπερνώντας τον, άρπαξα την τσάντα μου αλλά πριν φτάσω στην πόρτα, εκείνος με σταμάτησε.

«Αν την ανοίξεις, μην γυρίσεις ξανά» είπε και χωρίς να γυρίζω προς το μέρος του, κατάπια με κόπο τα δάκρυα που με πνίγανε και με το χέρι μου πάνω στο χερούλι της πόρτας, έμεινα για λίγο ακίνητη.

«Αντίο Έντουαρτ» είπα και ανοίγοντας την πόρτα έφυγα με το κεφάλι ψηλά... χωρίς να την κλείσω πίσω μου.

Έντουαρτ

Μήνυμα στον Χάντερ....

“Εγώ κράτησα τον λόγο μου... Κοίτα να κάνεις και εσύ το ίδιο γιατί δεν θα υπολογίσω τίποτα αυτήν την φορά... Αν τολμήσεις να την αγγίξεις, αυτήν την φορά, πέθανες”


Μπέλλα

Μόλις η πόρτα άνοιξε και ο Τεό με κοίταξε στα μάτια... δεν είχα άλλη δύναμη να σταθώ στα πόδια μου, δεν είχα άλλη δύναμη να κρατήσω ότι με έπνιγε.

«Τελείωσε» ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφεραν, ξεψυχισμένες, να βγουν από τα χείλια μου και ο Τεό συγκρατώντας με, μέσα στα στιβαρά του χέρια, με ανασήκωσε στην αγκαλιά του και μόλις έκατσε στον καναπέ, με έσφιξε απάνω του και με άφησε να ξεσπάσω.

«Τι θα κάνεις τώρα;» με ρώτησε λίγο αργότερα και ανασήκωσα τους ώμους μου ενώ ταυτόχρονα τον έσφιγγα περισσότερο κοντά μου, θέλοντας να πάρω δύναμη από εκείνον.

«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα» κλαψούρισα και εκείνος μου έτριψε τον ώμο μου.

«Μπορείς πάντα να μείνεις μαζί μας, αν το θες» μου είπε και αμέσως κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά με πείσμα.

«Δεν μπορώ να σου το κάνω αυτό... Δεν μπορώ να μπω ανάμεσα σας... Δεν είναι σωστό» είπα και εκείνος με ανάγκασε να τον κοιτάξω.

«Και τι θα κάνεις;» ρώτησε με αγωνία και κοίταξα για λίγο μακριά.

«Μάλλον θα γυρίσω στην παλιά μου ζωή... Τι άλλο μου μένει να κάνω;»

«Και από δουλειά; Λεφτά;» ρώτησε και αναστέναξα.

«Θα τα καταφέρω» είπα με πείσμα ενώ μέσα μου ένιωθα να τρέμω... Τι θα καταφέρω;... Όταν εδώ καλά καλά δεν μπορώ να ανασάνω;... Τι θα καταφέρω;... Όταν νιώθω ότι η ζωή μου όλη έχει τελειώσει... Τα διέλυσα όλα... άναψα ένα σπίρτο και τα έκανα όλα στάχτη... κατέστρεψα ότι καλύτερο μου είχε συμβεί στην ζωή μου για ένα πείσμα... Πως μπόρεσα να το κάνω αυτό;... Πως περίμενα ότι εκείνος θα το δεχόταν;

Μέσα μου ένιωθα ότι με αυτόν τον τρόπο, ίσως κατάφερνα να τον κάνω να μου αποδείξει ότι κάτι ένιωθε για μένα, ότι δεν ήμουν άλλη μια που απλά πέρασε από την ζωή του, αλλά όταν κάποιος δεν έχει αισθήματα, πως μπορείς να περιμένεις κάτι τέτοιο;... Πως μπορείς να έχεις αυταπάτες;... Για άλλη μια φορά στην ζωή μου, ήμουν μόνη, απελπισμένη, άδεια.

«Με το άλλον τι θα κάνεις;» ρώτησε ο Τεό και αναστέναξα.

«Νομίζω ότι του χρωστάω την αλήθεια» παραδέχτηκα και τον κοίταξα δειλά.

«Πας καλά;... Γιατί δεν προσπαθείς...»

«Τεό δεν είναι το ίδιο... Δεν θα μπορέσω ποτέ να τον δω όπως τον Έντουαρτ... Δεν του αξίζει κάτι τέτοιο»

«Εγώ σου λέω να μην βιαστείς»

«Όχι δεν μπορώ να το κάνω αυτό» είπα με περισσότερο πείσμα και ο Τεό τα παράτησε.

«Εσύ ξέρεις καλύτερα» είπε τελικά και με έσφιξε μέσα στην ζεστή του αγκαλιά για να με παρηγορήσει.

«Μπορώ να μείνω για σήμερα εδώ;» τον παρακάλεσα, δεν ήθελα να φύγω ακόμα, έστω και νοητά ήθελα ακόμα να είμαι όσο μπορούσα πιο κοντά του, να ξεγελάσω τον εαυτό μου ότι είναι άλλη μια φιλική βραδιά, όπου τελειώνοντας, θα γύριζα στο σπίτι μας... Μας;... Πότε ήταν μας;... ήρθε αυτόματα η ερώτηση του υποσυνείδητου και τα μάτια μου για άλλη μια φορά άρχισαν να ξεχειλίζουν... Ποτέ... της απάντησε η καρδιά μου και τα αναφιλητά μου δεν άργησαν να σπάσουν την σιωπή.

Ανοίγοντας τα μάτια μου... το φως με τύφλωσε τόσο πολύ που άρχισαν τα μάτια μου να βλέπουν τις δικές τους εικόνες, εικόνες που μόνο παραισθήσεις θα μπορούσαν να ήταν... Εκείνος με κοίταζε με το πιο πληγωμένο βλέμμα και η καρδιά μου έγινε χίλια κομμάτια.

“Τόσο λίγος ήμουν για σένα;”

Άκουγα να μου λέει αλλά τα χείλια του δεν κουνήθηκαν σπιθαμή.

“Σ’ αγαπώ”

Ούρλιαζα αλλά κανένας ήχος δεν έφτασε στα αυτιά μου.

“Γιατί έφυγες; Γιατί δεν πάλεψες;”

Με ρώταγε και τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν με ορμή.

“Σ’ αγαπώ”

Ούρλιαζα αλλά κανένας ήχος δεν έφτασε στα αυτιά μου.

“Όλα όσα ζήσαμε ήταν για σένα ένα ψέμα;”

“Έντουαρτ, Σ’ αγαπώ”

Ούρλιαζα αλλά για ακόμα μια φορά, κανένας ήχος δεν έφτασε στα αυτιά μου.

“Ήσουν και εσύ σαν όλες τις άλλες...”

“Όχιιιιι, Όχι. Έντουαρτ σ’ αγαπώ”

“Και το χειρότερο από όλα είναι, ότι εσύ ήσουν η χειρότερη”

Συνέχισε σαν να μην είχε ακούσει λέξη από ότι του είπα και προσπάθησα να τον φτάσω αλλά ήταν απλησίαστος.

“Όλα τελείωσαν... Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ ξανά στην ζωή μου... Ποτέ ξανά”


Τον άκουσα να λέει... και το σώμα μου έγινε συντρίμμια... η ανάσα μου έσβησε... η καρδιά μου είχε σταματήσει πια να υπάρχει και πριν προλάβω να αντιδράσω, εκείνος άρχισε να χάνεται μακριά μου... Προσπάθησα να σηκωθώ... πάλευα με τον ίδιο μου τον εαυτό, ήθελα να τρέξω πίσω του αλλά ένιωθα τόσο βαριά που μου ήταν αδύνατον... λες και κάτι ή κάποιος, με καθήλωνε στο κρεβάτι και δεν με άφηνε να αντιδράσω.

«Έντουαρτττττ» φώναξα με όλη την δύναμη της ψυχής μου και δύο χέρια με ταρακούνησαν απότομα.

«Μπέλλα άνοιξε τα μάτια σου... Όνειρο είναι ψυχή μου... Άνοιξε τα, σε παρακαλώ» άκουγα την φωνή του Τεό από μακριά και αυτό με έκανε να νιώσω ακόμα χειρότερα.

Γύρισα την ματιά μου προς το μέρος που εκείνος απομακρυνόταν από κοντά μου και καταπίνοντας με δυσκολία το σάλιο μου, έκανα άλλη μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια.

"Ξέρω που θα σε βρω... Σου χρωστάω μια απάντηση... Δεν θα τα παρατήσω πριν σου την δώσω" του υποσχέθηκα με τις λέξεις να βγαίνουν από μέσα μου διακεκομμένα ενώ οι λυγμοί μου, έπνιγαν τα λόγια μου και μόλις άνοιξα τα μάτια μου ο Τεό με κοίταξε χωρίς να κουνιέται.

«Ξέρω που θα τον βρω» είπα μόνο και ο Τεό με έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του.

«Είσαι σίγουρη γι αυτό καρδιά μου;» ρώτησε με πόνο στην φωνή του και κατένευσα καθώς έπαιρνα μια βαθιά ανάσα.

«Θέλω να ξέρει» είπα μόνο και ο Τεό δεν είπε τίποτα άλλο.

Την ημέρα που θα γινόταν η δεξίωση που έδινε ο πατέρας του Τζέικομπ... η ημέρα που ήξερα ότι ο Έντουαρτ θα ήταν εκεί για να κάνει την δουλειά του, δεν άργησε να έρθει... Μέχρι εκείνην την ημέρα δεν πλησίασα το σπίτι του, δεν έφυγα όμως και από το σπίτι του Τεό, δεν μπορούσα να φύγω, αν το έκανα θα ήταν σαν έφευγα από εκείνον... Ο Τζέικ είχε ψυλλιαστεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά όσο μπορούσα προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να καλύπτω όλα τα συναισθήματα μου και να κάνω πως είμαι καλά, μέχρι που εκείνος προσπάθησε να με φιλήσει... Δεν μπόρεσα, ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου και έτσι ξαφνικά όλα όσα κράταγα μέσα μου ξεχύθηκαν με τέτοια ορμή που δεν είχα κουράγιο να συγκρατήσω τίποτα πια μέσα μου.

«Συγνώμη Τζέικομπ... Συγχώρεσε εγώ... δεν...» δεν μπορούσα να συνεχίσω τα δάκρυα μου με έκαναν ανίκανη να το καταφέρω.

«Υπάρχει άλλος...» ήταν δήλωση όχι ερώτηση... Έκρυψα το πρόσωπο μου μέσα στα δύο μου χέρια και έμεινα εκεί ενώ κατένευσα σαν απάντηση, επιβεβαιώνοντας το... «Σε παράτησε...» συνέχισε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανασήκωσα το κορμί μου και ακουμπώντας την πλάτη μου βαριά πίσω στο παγκάκι που καθόμασταν, για λίγο κοίταξα μακριά τον ορίζοντα, καθώς απομάκρυνα τα δάκρυα από τα μάτια μου.

«Εγώ τον παράτησα» δήλωσα και ο Τζέικομπ για λίγο έμεινε στην σιωπή.

«Γιατί;» ρώτησε εύλογα και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα τον κοίταξα με απόγνωση.

«Δεν ξέρω Τζέικομπ... Δεν ξέρω τίποτα πια» είπα ειλικρινά με παράπονο και εκείνος με έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του παρηγορώντας με και αυτό με έκανε ακόμα χειρότερα.

«Δεν σου αξίζω Τζέικομπ... Δεν μπορώ να σε κοροϊδεύω άλλο»

«Ένιωσες κάτι για μένα» δήλωσε και σήκωσα την ματιά μου προς το μέρος του.

«Περισσότερα από όσα μπορείς να φανταστείς...» επιβεβαίωσα με ειλικρίνεια και με έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του για άλλη μια φορά... «Αλλά δεν είναι το ίδιο Τζέικομπ... ποτέ δεν θα είναι το ίδιο... και δεν σου αξίζει αυτό» συνέχισα και εκείνος με ανάγκασε να τον κοιτάξω, βάζοντας το χέρι του πάνω στο πρόσωπο μου.

«Μπορώ να περιμένω Χουανίτα... ξέρω ότι μια μέρα θα μπορέσεις να το ξεπεράσεις... Αν νιώθεις κάτι για μένα... θα το ξεπεράσουμε μαζί» προσπάθησε απελπισμένα και δεν είχα ιδέα τι να κάνω για να μπορέσω να του δώσω να καταλάβει ότι για μένα... ο Έντουαρτ είχε χαραχτεί μέσα μου, με ανεξίτηλο μελάνι... και δεν θα μπορούσε ποτέ και κανένας, να το αλλάξει αυτό.

«Έχεις χρυσή καρδιά Τζέικομπ... και δεν σου αξίζω... δεν σου αξίζω» επέμενα κλαψουρίζοντας και εκείνος μου χάιδεψε απαλά το πρόσωπο.

«Μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε» είπε και με αποτελείωσε.

«Τζέικομπ...»

«Ξέρω ότι είναι νωρίς... αλλά σ’ αγαπάω Χουανίτα... σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε άκουσα να τραγουδάς... από την πρώτη στιγμή που σε ένιωσα απάνω μου... Μην με αποκόβεις τελείως... δώσε μου μια ευκαιρία... αν δεν βγει πουθενά...» έκανε μια παύση δεν μπορούσε καν να το σκεφτεί... «Τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε... σου υπόσχομαι να μην σε πιέσω» δεν είπα τίποτα... δεν είχα ιδέα τι να του απαντήσω σε αυτό... Τι θα μπορούσα να του απαντήσω;

Μετά από όλα αυτά αποφάσισα να του πω την αλήθεια... Την δική μου αλήθεια μόνο, ελπίζοντας ότι αυτό θα έφτανε να τον αποθαρρύνει... Του είπα ότι ζούσα με κάποιον που με πλήρωνε για την συντροφιά μου... του είπα ότι ενώ από την αρχή με είχε βάλει να του ορκιστώ ότι δεν θα τον ερωτευτώ... ότι αν συνέβαινε αυτό, αυτόματα θα με έδιωχνε από κοντά του και ότι ο λόγος που έφυγα από δίπλα του, ήταν αυτός... Εκείνος με κοίταζε σαν να με κοίταζε για πρώτη φορά χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του... Εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί... ένιωθα τόσο φτηνή.

«Και το τραγούδι;» με ρώτησε και πάγωσα... τι θα μπορούσα να πω γι αυτό; Είπα το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό μου.

«Εγώ τον παρακάλεσα να με προωθήσει, να...»

«Να αλλάξεις καριέρα;» ρώτησε και ένιωσα σαν κάποιος να μου έμπηξε ένα μαχαίρι στην καρδιά.

«Μπορείς να το πεις και έτσι» είπα κάτω από την αναπνοή μου κοιτώντας μακριά.

«Αυτό σημαίνει πολλά Χουανίτα...»

«Μπέλλα» τον διόρθωσα διακόπτοντας τον και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του... «Το όνομα μου είναι Μπέλλα, όχι Χουανίτα» επανέλαβα και ήταν η σειρά του να γυρίσει το πρόσωπο του προς τον ορίζοντα συγκεντρώνοντας τις σκέψεις του... «Δεν φαντάζεσαι πόσο λυπάμαι για όλα αυτά Τζέικομπ... Πραγματικά δεν έχω λόγια να...»

«Μπέλλα...» είπε διακόπτοντας την φράση μου στην μέση και με κοίταξε ευθεία μέσα στα μάτια με πείσμα... «Δεν με νοιάζει τίποτα... Όλοι κάνουμε λάθη στην ζωή μας... Δεν μπορώ να σε καταδικάσω γι αυτό... Μαζί...»

«Γιατί δεν το βλέπεις ότι είναι λάθος;... Γιατί;» ξέσπασα και έκλεισα το πρόσωπο μου μέσα στα χέρια μου ενώ τα δάκρυα μου άρχισαν και πάλι να με πνίγουν.

«Γιατί μαζί σου νιώθω άλλος άνθρωπος... γιατί μαζί σου νιώθω τόσο δυνατός που μπορώ να αντιμετωπίσω τα πάντα»

«Τζέικομπ... είμαι μια φτηνή... ένα τίποτα» προσπάθησα άλλη μια φορά.

«Είσαι πολλά πράγματα Μπέλλα αλλά όχι αυτά που αναφέρεις»

«Είμαι έγκυος Τζεικομπ» έριξα το τελευταίο μου χαρτί με φωνή που ίσα που ακούστηκε και εκείνος πάγωσε.

«Το ξέρει;» κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά... «Δεν θα του το πεις;» πήρα μια τρεμάμενη ανάσα και προσπάθησα να ηρεμήσω.

«Μου είχε κάνει ρητό... ότι αν έμενα έγκυος... ήταν μονόδρομος» είπα με νόημα και το σκέφτηκε για λίγο.

«Θα το κρατήσεις;» ρώτησε και πραγματικά δεν είχα ιδέα τι να του απαντήσω.

«Δεν ξέρω τι να κάνω... Μου ήρθαν όλα μαζεμένα... Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πια... Το μυαλό μου έχει μπλοκάρει... δεν συνεργάζεται με τίποτα... Δεν ξέρω τι να κάνω...» είπα ενώ οι λυγμοί μου κάλυψαν τα τελευταία μου λόγια και εκείνος με έκλεισε για άλλη μια φορά μέσα στην αγκαλιά του.

«Σε παρακαλώ μην μου κλαις... Σε παρακαλώ» έλεγε ενώ με χάιδευε παρηγορητικά... «Μπορώ να κάνω κάτι για να σε βοηθήσω;... Οτιδήποτε» τον κοίταξα για λίγο χωρίς να πιστεύω στα αυτιά μου.

«Τι εννοείς οτιδήποτε;» δεν μπόρεσα να μην ρωτήσω.

«Οτιδήποτε Μπέλλα... Θα μπορούσα να κάνω τα πάντα για σένα... ακόμα και να γίνω εγώ ο πατέρας αυτού του παιδιού... Αν το ήθελες και εσύ» έγινα κομμάτια... τα μάτια μου τυφλώθηκαν... το μυαλό μου πάγωσε... Είναι δυνατόν κάποιος να ακούσει όλα αυτά και να επιμένει ακόμα;

«Όχι... δεν θα μπορούσα ποτέ να συγχωρέσω τον εαυτό μου αν σου έκανα κάτι τέτοιο...»

«Μπέλλα είσαι ξεκάθαρη μαζί μου και το εκτιμώ... γι αυτό και θα είμαι και εγώ ξεκάθαρος απέναντι σου... Δεν είμαι τόσο βλάκας όσο φαίνομαι... ήξερα από την αρχή ότι δεν ήσουν δίπλα μου για μένα αλλά για κάτι άλλο...» πήρα μια ανάσα αλλά εκείνος δεν με άφησε να τον διακόψω... «Δεν με νοιάζει ο λόγος... ακόμα και να μου έλεγες ότι ήταν για το όνομα ή τα λεφτά μου... και πάλι δεν θα κατάφερνες να με ξεκολλήσεις από πάνω σου... Γιατί ξέρω... μέσα σε αυτόν τον λίγο καιρό που ήμασταν μαζί... είδα μια Μπέλλα που όποιος και να την έβλεπε με τον τρόπο που την είδα εγώ... θα έκανε τα πάντα για να την κερδίσει... και φυσικά δεν αποκλείω τον εαυτό μου... γιατί έχεις μέσα σου μια σπάνια καρδιά και όσο ψεύτικα και να φέρεσαι... όσο θέατρο και να παίζεις... εκείνη βρίσκει τρόπο να βγαίνει προς τα έξω... δεν υπάρχει κανείς που να μην σε δει και να μην την αναγνωρίσει απάνω σου και αυτήν την σπάνια καρδιά δεν είμαι διατεθειμένος να την αφήσω να φύγει έτσι απλά... Δεν ξέρω ποιος σε έμπλεξε και αν δεν θες μου πεις ώστε να τον κάνω να πληρώσει που τόλμησε να σκεφτεί να σου κάνει κάτι τέτοιο, δεν θα σε πιέσω... Άλλα Μπέλλα σε παρακαλώ... δώσε μου μια ευκαιρία να σου αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι σαν εκείνον...»

«Τζέικομπ σε παρακαλώ» προσπάθησα αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος.

«Μια ευκαιρία ζητώ μόνο Μπέλλα, μόνο μια. Δεν θα σε πιέσω για τίποτα. Σε παρακαλώ» είπε ενώ μου κράταγε το χέρι μου μέσα στα δύο δικά του και με κοίταζε σαν ένα πληγωμένο κουτάβι.

«Χρειάζομαι χρόνο...»

«Μπορώ να περιμένω» είπε αυτόματα με κομμένη την ανάσα του.

«Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτα»

«Μου φτάνει μόνο να μου δώσεις μια ευκαιρία» επανέλαβε και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Δεν μπορώ να σου την αρνηθώ» τελικά υποχώρησα και έλπιζα μόνο να μην τον πληγώσω περισσότερο... Χρειαζόμουν μια ευκαιρία να μιλήσω στον Έντουαρτ... αν εκείνος με απέρριπτε και τώρα... τότε θα του την έδινα με όλη μου την καρδιά... και ας ήξερα ότι δεν του άξιζα.

Haunted Love "76. The END Begins"


Έντουαρτ

Το ένιωθα... το έβλεπα... την έχανα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι αυτό... Κάθε μέρα απομακρυνόταν από μένα, κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό της, έπαιρνε τις αποφάσεις της και εμένα με αποξένωνε από αυτές... με αποξένωνε από τις ίδιες τις της σκέψεις... με άφηνε απέξω να ζω στην αμφιβολία και την αγωνία χωρίς να νοιάζεται για το πως εγώ ένιωθα γι αυτό.

Την μια στιγμή ήταν έτοιμη να παραδεχτεί τα συναισθήματα της και την επόμενη βλέποντας μόνο μια εικόνα αυτά έπαψαν πια να υπάρχουν;... Τόσο ρηχά ήταν;... Τόσο επιφανειακά;... Τόσο ανύπαρκτα;... Πραγματικά δεν μπορούσα να το πιστέψω... Δεν ήταν αυτή η Μπέλλα που γνώριζα εγώ... δεν μπορούσε να ήταν.

Ακόμα και τα βράδια, έπαψε πια να με αναζητά... έπαψε να με έχει ανάγκη για να μπορεί να κοιμάται ήρεμη... κοιμόταν όσο πιο μακριά μπορούσε από την αγκαλιά μου... και όλα αυτά για έναν ηλίθιο που δεν ξέρει τι του γίνεται;... Πως μπορούσε αυτό να συνέβαινε πράγματι;... Πως;

Δεν μπορώ να πω ότι όλα όσα της συνέβησαν μέσα σε λίγες μέρες δεν ήταν αρκετά ώστε να της αλλάξει την ψυχοσύνθεση της... ότι δεν ήταν αρκετά ώστε να την ταρακουνήσουν και να την κάνουν να διχαστεί ή να προβληματιστεί και να αρχίσει να ανησυχεί για το μέλλον της... άλλα έπρεπε να με ξέρει καλύτερα... έπρεπε να ήξερε ότι εγώ δεν θα άφηνα ποτέ να μπει κανείς ανάμεσα μας... δεν θα άφηνα κανέναν να επηρεάσει αυτό που μοιραζόμασταν... έπρεπε να ήξερε ότι με είχε αλλάξει ριζικά... ότι μόνο για εκείνην θα μπορούσα να τα βάλω με όλον τον κόσμο προκειμένου να την κρατήσω ασφαλή... έπρεπε να ξέρει ότι για μένα εκείνη και μόνο είναι όλος μου ο κόσμος και θα έκανα τα πάντα για να τον κρατήσω αμόλυντο και ασφαλή γιατί αυτό τις άξιζε και μόνο... μακριά από όλη την σαπίλα που με περιτριγυρίζει.

Μια βδομάδα τώρα, είχε πάρει τον ρόλο της τόσο σοβαρά που θα πίστευες ότι πάλευε να αποδείξει... σε εκείνην;... σε μένα;... θα σας γελάσω... ότι ανήκει δίπλα μου... ότι είναι γεννημένη γι αυτόν τον σκοπό... ότι προσπαθούσε να μου δείξει και σε εμένα αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό ότι ήθελε όσο τίποτα άλλο... να γίνει μέλος σε αυτόν τον διεφθαρμένο κόσμο που αν την αγγίξει τότε όλα θα τελειώσουν... όλα όσα γνωρίζει για τον εαυτό της θα σταματήσουν να υφίστανται... και όσο προσπαθώ να την αποτρέψω από το να κάνει τέτοιες σκέψεις... τόσο εκείνην την πιάνει το πείσμα της και προσπαθεί περισσότερο... και αυτό μόνο σε καλό δεν πρόκειται να μας βγει.

Είχε ανέβει στην σκηνή και από τις πρώτες λέξεις που πρόφεραν τα χείλια της... είχε μαγέψει όλον τον κόσμο που υπήρχε μέσα στην αίθουσα... Πραγματικά αδικείτε... άνετα θα μπορούσε να ακολουθήσει την καριέρα της ηθοποιού... Από την στιγμή που ανέβηκε στην σκηνή... ήταν μια άλλη Μπέλλα... τόσο άνετη... τόσο αέρινη... όποιος την κοίταζε ένιωθε ότι η σκηνή ήταν μέρος του εαυτού της... ότι το τραγούδι είναι η ζωή της... ότι η καριέρα της σαν τραγουδίστρια ξεκίνησε από την ημέρα που γεννήθηκε... Μόνο εγώ όμως ήμουν σε θέση να ξέρω ότι η αλήθεια ήταν πολύ μακριά... μόνο εγώ ήμουν σε θέση να διακρίνω την νευρικότητα της πίσω από αυτήν την μάσκα που είχε φορέσει για να τους παραπλανήσει... μόνο εγώ ήξερα... το πόσο τρομοκρατημένη ήταν αυτήν την στιγμή.

Ο άλλος ήταν εδώ από πριν ακόμα βγει στην σκηνή... αλλά εκείνη δεν τον είχε παρατηρήσει... δεν είχε παρατηρήσει κανέναν... γιατί πολύ απλά, δεν έβλεπε κανέναν, γιατί αν πράγματι τους κοίταζε, το πιο πιθανότερο θα ήταν να τα χάσει και να το βάλει στα πόδια ώστε να κρυφτεί σε καμία γωνιά για να κλάψει από την ντροπή που ένιωθε από όλα αυτά τα βλέμματα που την έκαναν να νιώθει άβολα... Αλλά εκείνη βράχος, συνέχιζε την παράσταση της μέχρι που ξεκίνησε να τραγουδάει το τραγούδι που της είχα γράψει.

Η ματιά της αυτόματα... λες και ήταν προγραμματισμένη... έπεσε στον Τζέικοπ και έμεινε εκεί... Το βλέμμα της γλύκανε... και τα μάγουλα της αμέσως ροδοκοκκίνισαν... ένιωσε άβολα από το επίμονο βλέμμα του και αυτόματα προσπάθησε να απομακρύνει το δικό της βλέμμα για να βρει ξανά την αυτοκυριαρχία της αλλά αμέσως μετά... παίρνοντας τα πάνω της... την γύρισε ξανά προς το μέρος του και με έναν μοναδικό τρόπο... το τραγούδησε μόνο για εκείνον με τέτοιο πάθος που έκανε το στήθος μου να διαλυθεί.

Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι, ότι τα λόγια έλεγαν, ήταν όσα η ψυχή μου της φώναζε;... Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν ο τρόπος μου για να της πω όλα όσα εγώ ένιωθα για εκείνην;... Όχι δεν μπορούσε... ή ακόμα χειρότερα... δεν ήθελε... γιατί πολύ απλά η ίδια δεν ένιωθε ούτε τα μισά από όλα αυτά για μένα... Όλα της τα αισθήματα ήταν τόσο επιφανειακά... τόσο λίγα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι αρκετά ώστε να παρακάμψει όλα τα άλλα για να είναι δικιά μου.

Το κινητό μου χτύπησε και πιάνοντας το στα χέρια μου άρχισα να διαβάζω το μήνυμα που μου είχε στείλει... ποιος άλλος... ο σιχαμένος.

“Τι έγινε μεγάλε; Το κοριτσάκι μας έβαλε πλώρη για το φλωράκι;”
Έγραφε και σφίγγοντας την μπουνιά μου, πήρα το ποτήρι μου και με μια γουλιά ήπια το υπόλοιπο ποτό μου, κάνοντας νόημα στον μπάρμαν να μου το ξαναγεμίσει... Δεν τα παρατούσε.

“Τι έγινε φιλαράκο;... Πονάει η αλήθεια;... Την βλέπεις να σου ξεγλιστράει από τα χέρια και δεν μπορείς να το διαχειριστείς;”
Έγραφε στο δεύτερο του μήνυμα και βγήκα από τα ρούχα μου.

“Μην με αποκαλέσεις ποτέ ξανά έτσι... και στην τελική τι δουλεία έχεις εσύ εδώ;”

“Να φύγω και να χάσω τέτοιο θέαμα;... Δεν υπάρχει περίπτωση... Παραδέξου το φιλαράκι ... τα έφαγες τα ψωμιά σου... κοίτα να συνέλθεις πριν να είναι αργά... Όσο αφορά την προστατευόμενη σου... αργά ή γρήγορα θα γίνει δική μου, όσο πιο γρήγορα το χωνέψεις τόσο το καλύτερο για σένα... Μην μου πεις μετά ότι δεν σε προειδοποίησα”

“Σάλτα πηδήξου μαλάκα... και μην τολμήσεις να την πλησιάσεις γιατί δεν το έχω σε τίποτα να σε κάνω να μην ξέρεις από που σου ήρθε”


“Και να καταστρέψεις ότι με τόσο κόπο έχτισες;... ΧΑΧΑΧΑΧΑ... Τόσο πολύ σε έβαλε στο βρακί της;... Δεν απορώ για το γιατί... είναι τόσο ίδια με εκείνην που αποκαλούσες μητέρα... το ίδιο ηλίθια”

Τα νεύρα μου είχαν χτυπήσει κόκκινο... το δεύτερο ποτήρι είχε εξαφανιστεί μέσα μου... και γυρίζοντας την ματιά μου για να τον βρω και να του δώσω ένα καλό μάθημα... τα χειροκροτήματα που είχαν κατακλύσει την αίθουσα, με κάνανε αυτόματα να συνέλθω... Η Μπέλλα κατέβαινε από την σκηνή και έπρεπε να την προστατέψω... δεν έπρεπε να τον αφήσω να με παρασύρει στην οργή... αν τον άφηνα, τότε θα ήταν σαν να του την παρέδιδα στα χέρια.

Εκείνη έκατσε δίπλα μου και την στιγμή που ο μπάρμαν μου γέμιζε για τρίτη φορά το ποτήρι μου, εκείνη του ζήτησε ένα ποτήρι νερό.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις;» ρώτησα μέσα από τα δόντια μου την στιγμή που έβαζα το ποτήρι μου στα χείλια μου για να μην φανεί ότι της μιλούσα.

«Αυτό που απαιτεί η αποστολή μου... αυτό που μου επέβαλες εσύ να κάνω... γι αυτό μην αρχίζεις τις γλυκανάλατες ψευτοζήλιες σου τώρα και κοίτα να μαζευτείς και να σταματήσεις να πίνεις πριν καταστρέψεις τα πάντα για έναν παλιοεγωισμό» μου χτύπησε.

«Ο Χάντερ είναι εδώ» της γύρισα πίσω και εκείνη αμέσως πάγωσε αλλά δεν γύρισε προς το μέρος μου... «Περίμενε για λίγο εδώ μέχρι να πάω προς τα μέσα και μετά πήγαινε καρφί στο καμαρίνι σου... μην αλλάξεις πορεία γιατί τότε δεν σου εγγυώμαι ότι δεν θα είναι οι τελευταίες λέξεις που μοιραζόμαστε» της είπα και πίνοντας το υπόλοιπο ποτό μου έφυγα από δίπλα της... είχα βαρεθεί να μου κοπανάει όλα μου τα λάθη... είχα βαρεθεί να κάνω τα πάντα για εκείνην και να εισπράττω μόνο την απόρριψη της... είχα κουραστεί να παλεύω... αλλά γαμώτο μου γιατί δεν μπορούσα να τα παρατήσω;

Μπέλλα

Μόλις μου ανακοίνωσε ότι ο Χάντερ είναι εδώ... ένιωσα σαν κάποιος να μου είχε ρίξει μόλις ένα κουβά με κρύο νερό στο κεφάλι... σαν κάποιος να μου είχε τραβήξει απότομα το χαλί κάτω από τα πόδια μου και με είχε αφήσει έρμαια στην μοίρα μου... Η ανάσα μου χανόταν... τα πόδια μου λύγιζαν και η καρδιά μου κόντευε να σπάσει... Ήθελα να τρέξω πίσω του και να κλειστώ στην αγκαλιά του... να με κάνει να νιώσω ότι δεν είμαι μόνη... να με κάνει να νιώσω όλα θα πάνε καλά... να με διαβεβαιώσει ότι όλα θα γίνουν όπως πριν... αλλά ήξερα ότι έπρεπε να κάνω και ότι μου ζήτησε... δεν είχαμε περιθώρια για λάθη... και έτσι έμεινα στο ίδιο σημείο να κοιτώ το κενό μέχρι που ένιωσα κάποιον να με πλησιάζει και πριν προλάβει η κραυγή που ένιωθα να καίει τα σωθικά μου ζητώντας απεγνωσμένα να απελευθερωθεί, να βγει προς τα έξω... γύρισα απότομα το σώμα μου προς την άλλη μεριά και προσπάθησα να φύγω με όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει... αλλά τα αντανακλαστικά μου με είχαν εγκαταλείψει... η συγκέντρωση μου ήταν ανεπαρκείς και σαν αποτέλεσμα έπεσα πάνω στο πρώτο σώμα που ήταν κοντά μου... Κράτησα την ανάσα μου παρακαλώντας μέσα μου με όλη την δύναμη της ψυχής μου να μην είναι εκείνος.

«Δεσποινίς Χουανίτα είσαστε καλά;» άκουσα μια άγνωστη φωνή να με ρωτάει και πάγωσα... Σήκωσα την ματιά μου αργά προς το μέρος του και μόλις αντίκρισα το πρόσωπο του η ανάσα μου χάθηκε... η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει και ένιωσα να λιώνω μέσα σε αυτό το ζεστό άγγιγμα που μυρμήγκιασε όλο μου το σώμα... «Δεσποινίς Χουανίτα είσαστε καλά;» επανέλαβε και πεταρίζοντας τα μάτια μου προσπάθησα ξανά να βρω την αυτοκυριαρχία μου.

«Ναι... ναι... συγνώμη...» είπα αποπροσανατολισμένη καθώς ίσιωνα ξανά το κορμί μου.

«Δεν χρειάζεται να απολογείστε» είπε τρυφερά και μόλις η ματιά μου ήρθε σε επαφή με την δική του ξέχασα τα πάντα... ποια είμαι... γιατί ήμουν εκεί... ακόμα και τον ίδιο τον Χάντερ... αλλά στο βάθος του μυαλού μου δεν ξέχασα εκείνον που ήξερα ότι τώρα από κάποιο σημείο της αίθουσας παρατηρούσε την κάθε μου κίνηση... και αυτό αυτόματα με επανέφερε στην πραγματικότητα και προσπάθησα με χίλιους τρόπους να πάω κοντά του.

«Συγνώμη σας χτύπησα;» είπα ευγενικά και εκείνος μου χαμογέλασε με το ίδιο ζεστό χαμόγελο που είχα δει και την πρώτη φορά που αντίκρισα το πρόσωπο του και ένιωθα να τα χάνω... δεν ήξερα τι να κάνω.

«Μην ανησυχείτε για μένα, είμαι μια χαρά... Εσείς όμως, είσαστε καλά;» δεν μπορούσα να αγνοήσω το πόση αγωνία υπήρχε σε όλα του τα χαρακτηριστικά και έσπευσα αμέσως να τον καθησυχάσω.

«Είμαι μια χαρά σας ευχαριστώ»

«Πολύ χαίρομαι γι αυτό...» υπήρχε μια περίεργη αμηχανία και από τις δύο μεριές και αυτό για λίγο, μας έκανε να χαμογελάσουμε χωρίς να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος... «Συγνώμη παράλειψης μου... Είμαι ο Τζέικοπ Μπλακ»

«Χαίρω πολύ κύριε Μπλακ» είπα και έδωσα το χέρι μου... εκείνος το κράτησε μέσα στα δύο του ζεστά χέρια και με τον πιο απαλό τρόπο το έφερε αμέσως στα χείλια του... Μου είχαν φιλήσει πολλές φορές το χέρι... αλλά σαν αυτό το φιλί δεν υπήρχε τίποτα παρόμοιο... Ήταν τόσο ζεστό... τόσο ειλικρινείς που έκανε την καρδιά μου να ματώσει.

«Η χαρά είναι όλη δική μου... Δεσποινίς Χουανίτα» χαμογέλασα αμήχανα και προσπάθησα να ξεφύγω.

«Με συγχωρείτε αλλά πρέπει να πάω να αλλάξω πριν ξεκινήσει το δεύτερο πρόγραμμα» είπα ενώ αμυντικά το σώμα μου έκανε ένα βήμα μακριά του για να δημιουργήσει μια απόσταση μεταξύ μας.

«Ναι φυσικά καταλαβαίνω... Ελπίζω να σας ξαναδώ πολύ σύντομα»

«Σε κανένα μισάωρο» του είπα με νόημα κοιτώντας την σκηνή πειράζοντας τον και εκείνος χαμογέλασε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση καθώς έπιασε το αστείο και με άφησε να φύγω.

«Ανυπομονώ» είπε μόνο και μου έκανε χώρο για να περάσω... του χαμογέλασα και έβαλα πλώρη για το καμαρίνι μου με μισή καρδιά.

Με την ψυχή στα πόδια... προσπάθησα να κάνω το κορμί μου να συμπεριφερθεί φυσιολογικά ώστε να μην τρέξει για να τον βρει... Μόνο στην γνώση ότι εδώ γύρω ήταν ο Χάντερ και μάλιστα με απειλούσε... ήθελα να ουρλιάξω... Θα μπορούσε να ήταν ο οποιοσδήποτε και εγώ δεν είχα ιδέα πως έμοιαζε... Τι ηλίθια... γιατί ποτέ δεν ζήτησα από τον Έντουαρτ να μου δείξει μια φωτογραφία του;... Ακόμα χειρότερα... εκείνος δεν σκέφτηκε ποτέ να το κάνει ώστε να ξέρω από ποιον τρέχω μακριά;

Τα μάτια μου, με δική του πρωτοβουλία σκανάρανε τον κόσμο γύρω ψάχνοντας... αλλά όταν δεν ξέρεις τι ψάχνεις πως είναι δυνατόν να αναγνωρίσεις αυτόν τον έναν που ψάχνεις;;;

Η ματιά μου ξαφνικά έμεινε απάνω στον Τζέικοπ που ακόμα είχε μείνει στην ίδια θέση να με κοιτά να απομακρύνομαι... και η καρδιά μου ράγισε... από κοντά ήταν ακόμα πιο όμορφος... πιο αφοπλιστικός... και τόσο υπέροχος ακόμα και στον τρόπο που μίλαγε και έπραττε... που δεν υπήρχε περίπτωση να σε αφήσει αδιάφορο... Πως τα έκανα έτσι;... Αφού η καρδιά μου ανήκει στον Έντουαρτ... πως γίνεται το μυαλό μου να αντιδράει με αυτόν τον τρόπο στην παρουσία του Τζέικοπ;... Μήπως προσπαθεί να με αφυπνίσει;... Να μου περάσει κάποιο μήνυμα που εγώ αυτήν την στιγμή, μετά από όλα αυτά, δεν μπορώ να αποκωδικοποιείσω;

Ένα αμήχανο χαμόγελο έκανε δειλά την εμφάνιση του και τα μάγουλα μου αμέσως άναψαν και η ματιά μου από ντροπή έπεσε στο πάτωμα ενώ τα χείλια μου ανταποδίδανε το χαμόγελο του χωρίς την άδεια μου και καθώς προσπάθησα να ξεφύγω από όλο αυτό... γύρισα ξανά προς την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρω και έπεσα πάνω σε έναν στιβαρό άντρα που μου έφραζε τον δρόμο με την επιβλητική του παρουσία... Όλο μου το σώμα αμέσως αντέδρασε... ένιωσε το κίνδυνο και αμύνθηκε... καθώς απομακρυνόταν από μένα .

«Συγνώμη» μουρμούρισα ψιθυριστά και προσπάθησα αμέσως να ξεφύγω αλλά εκείνος δεν με άφηνε... με το σώμα του μου έφραζε τον δρόμο που θα με οδηγούσε κοντά του... για να νιώσω ξανά ασφάλεια και δεν είχα ιδέα πως να ξεφύγω.

«Χαρά μου να πέφτουν απάνω μου... τόσο όμορφες γυναίκες... και μάλιστα με τόσο ταλέντο... Επέτρεψε μου να σου πω ότι έχει μαγευτική φωνή... δεν υπάρχει κανείς μέσα σε ολόκληρη την αίθουσα που να μην έχει μαγευτεί από αυτήν... Πραγματικά έχεις μεγάλο ταλέντο και είναι κρίμα να χαραμίζεται» είπε αμέσως χωρίς υπεκφυγές κάνοντας μου ρητό... ότι αυτό που μου έλεγε το ένστικτο μου ήταν αλήθεια... και πριν αρχίσω να τρέχω για να ξεφύγω από κοντά του... άκουσα τον Έντουαρτ να καθαρίζει τον λαιμό του από ένα σημείο που ήταν πολύ κοντά μας και αμέσως ο Χάντερ γέλασε ειρωνικά... «Μάλλον είναι καλό να σε αφήσω να πας να αλλάξεις τώρα... Δεν θα ήθελα να αφήσω όλο σου το κοινό να περιμένει εξαιτίας μου» είπε και κάνοντας μου χώρο για να περάσω και μόλις βρήκα το κενό άρχισα πια να τρέχω χωρίς να έχω άλλες αντοχές να κρύψω την ταραχή μου.

Φτάνοντας στο καμαρίνι μου... με το που άνοιξα την πόρτα έκανα ένα βήμα προς τα μέσα και πάγωσα... όλο το καμαρίνι είχε μεταμορφωθεί σε έναν τεράστιο κήπο... με λουλούδια που τα περισσότερα δεν είχα ιδέα πως λεγόντουσαν... ενώ τα περισσότερα από αυτά δεν γνώριζα καν ότι υπήρχαν... Το μυαλό μου πάγωσε δεν ήξερα πως να αντιδράσω... οι εναλλαγές των συναισθημάτων μου μέσα σε λίγα λεπτά, ήταν τόσες πολλές, τόσο έντονες που με είχαν μπερδέψει τόσο πολύ που κόντευα να με κάνουν να καταρρεύσω.

Ένιωσα τα χέρια του να με ακουμπούν και γυρίζοντας απότομα προς το μέρος του... τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του και κλείστηκα αμέσως μέσα στην ζεστή του αγκαλιά για να βρω παρηγοριά.

«Ήταν εκείνος έτσι δεν είναι;... Ήταν ο Χάντερ» έλεγα απαρηγόρητη με όλον τον τρόμο να αντικατοπτρίζεται σε όλο μου το κορμί... και ο Έντουαρτ με έσφιξε περισσότερο κοντά του για να με καθησυχάσει.

«Σσσς... μωράκι μου, ηρέμησε σε παρακαλώ... Όσο είμαστε μαζί δεν έχεις κανέναν λόγο να φοβάσαι για τίποτα» είπε και πάγωσα... μέσα στο μυαλό μου άκουσα ένα κλικ και απομακρύνοντας το κορμί μου από το δικό του τον κοίταξα δύσπιστα.

«Όσο είμαι μαζί σου;... Αυτό τώρα τι είναι;... Με απειλείς;» τον ρώτησα αμέσως και εκείνος ξεφύσησε.

«Γιατί πάντα πρέπει να τα παίρνεις όλα στραβά;... Δεν σου υποσχέθηκα ότι...»

«Και πότε κράτησε μια υπόσχεση που έδωσες;» του γύρισα εκνευρισμένα διακόπτοντας την φράση του στην μέση και γυρίζοντας την πλάτη μου για να μην τον βλέπω πήγα προς την καρέκλα που ήταν μπροστά από τον καθρέφτη και έκατσα καθώς ένιωθα ότι τα πόδια μου δεν με κρατούσαν άλλο πια όρθια... και μόλις είδα το βελούδινο κουτάκι που υπήρχε πάνω στο έπιπλο... γέλασα χαιρέκακα... «Τα μόνα που μένουν είναι αυτά τα ηλίθια δώρα σου τίποτα άλλο» του είπα με αηδία και την στιγμή που έκανα την κίνηση να το πετάξω στα σκουπίδια εκείνος με σταμάτησε.

«Και ποιος σου είπε ότι σου το πήρα εγώ» μου είπε με χολή και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του σμίγοντας τα φρύδια μου με απορία.

«Όχι;» ρώτησα δύσπιστα και εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του με σκληρό ύφος.

«Γιατί δεν το διαπιστώνεις μόνη σου;» με προκάλεσε και κοίταξα το κουτάκι που κρατούσα ακόμα στα χέρια μου... Η καρδιά μου άρχισε να καλπάζει τρελά και μόλις το άνοιξα και αντίκρισα αυτό που είχε μέσα για λίγο σταμάτησε να χτυπά... έμεινα ξέπνοη να το κοιτώ... ποιος θα μπορούσε να ήξερε τόσα πολλά για μένα;



ήταν ένα υπέροχο κολιέ... απλό αλλά και τόσο περίτεχνο... που σίγουρα δεν άξιζε πολλά αλλά με το που το έβλεπες αμέσως το θαύμαζες... Πήρα στα χέρια μου την κάρτα του και άρχισα να διαβάζω...

“Ένα λουλούδι δεν φτάνει για να εκφράσω όλων μου τον θαυμασμό μου... Όλα τα λουλούδια του κόσμου δεν φτάνουν για να καλύψουν την ομορφιά... την ζεστασιά και την καλοσύνη που εκπέμπετε... αλλά ένα λουλούδι μπορεί να δηλώσει όλα όσα εσείς κρύβεται μέσα σας... γιατί είσαστε ένας πανέμορφος ανεκτίμητος ανθός που μόλις ανθίζει και εύχομαι όλος ο κόσμος να μπορέσει να δεις και να μαγευτεί από αυτό τον ανθό όπως έχω μαγευτεί και εγώ.

Καλή επιτυχία στην καριέρας σας που τώρα ανθίζει
Ο παντοτινός σας θαυμαστής
Τζέικοπ Μπλακ”

Τα μάτια μου γούρλωσαν... το σώμα μου πάγωσε και χωρίς πραγματικά να το καταλάβω τα δάχτυλα μου χάιδευαν απαλά τον κολιέ ενώ τα μάτια μου δεν χόρταιναν να το κοιτούν.

«Σου αρέσει αυτή η κακογουστιά;... Είσαι το κάτι άλλο... Έχεις ιδέα πόσο φτηνιάρικο είναι;» μου πέταξε κάνοντας με να βγω από τα ρούχα μου.

«Αυτό που δεν κατάλαβες ποτέ σου, είναι ότι η αξία ενός δώρου είναι συναισθηματική και όχι χρηματική... Γι αυτό και όλα σου τα δώρα είναι άχρηστα... γιατί έχουν μόνο χρηματική... Η κίνηση μετράει Έντουαρτ όχι το πόσο ξόδεψες γι αυτό που πήρες... βλέποντας το και μόνο καταλαβαίνεις ότι όχι μόνο το διάλεξε μόνος του αντί να βάλει κάποια πωλήτρια να του δώσει ότι πιο ακριβό είχε μέσα στο μαγαζί... αλλά πριν καν το διαλέξει, ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να πάρει... ήξερε τι θα προτιμούσα εγώ» του χτύπησα σκληρά και εκείνος ζάρωσε τα μάτια μου σκληρά.

«Τι να σου πω τώρα...» ξεκίνησε αλλά η πόρτα που χτύπησε έκοψε την κουβέντα του στην μέση... Κοιταχτήκαμε για λίγο αλλά αμέσως ξεπάγωσα και ανταποκρίθηκα φυσικά.

«Ποιος είναι;» ρώτησα ήρεμα.

«Τζέικοπ Μπλακ» ήρθε η απάντηση και κοίταξα για λίγο τον Έντουαρτ, εκείνος κατένευσε και πηγαίνοντας πίσω από το διαχωριστικό που υπήρχε για να αλλάζω... μου έδωσε το ελεύθερο να τον προσκαλέσω.

«Μια στιγμή παρακαλώ» είπα αμέσως και μόλις σηκώθηκα από την καρέκλα άρχισα να ξεκουμπώνω το φόρεμα μου.

«Τι κάνεις εκεί;» τον άκουσα να με ρωτάει σκληρά πίσω από το παραβάν αλλά εγώ δεν του έδωσα σημασία... Πετώντας το φόρεμα πάνω στο παραβάν... τράβηξα την ρόμπα μου και μόλις κάλυψα το κορμί μου, έτρεξα προς την πόρτα ενώ ταυτόχρονα έδενα την ζώνη μου.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και κρατώντας τα πέτα της ρόμπας σφιχτά για να κρύψω το στήθος μου άνοιξα την πόρτα ήρεμα.

«Συγνώμη δεν ήθελα να σας ενοχλήσω αλλά μου φανήκατε κάπως ανήσυχη πριν και ήθελα να βεβαιωθώ ότι είσαστε καλά» μου είπε και αμέσως του χάρισα το πιο ζεστό μου χαμόγελο.

«Μπορούμε να κόψουμε αυτόν τον αποκρουστικό πληθυντικό;» παρακάλεσα και μου ανταπέδωσε το χαμόγελο... «Θα ήθελες να περάσεις μέσα;»

«Πραγματικά δεν ήθελα να ενοχλήσω... βλέπω ότι είσαι έτοιμη να αλλάξεις... θα...»

«Επιμένω» του είπα διακόπτοντας τον και εκείνος έγινε ακόμα πιο αμήχανος αλλά δέχτηκε την πρόσκληση μου και μόλις πέρασε μέσα, έκλεισα την πόρτα και γύρισα προς την μεριά του χαμογελαστή.

«Βλέπω ότι πήρες τα δώρα μου» είπε αμέσως και κοίταξα γύρω μου για λίγο.

«Δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω... αλλά πραγματικά δεν ήταν ανάγκη να μπεις σε τόσο κόπο»

«Είμαι σίγουρος ότι θα έχεις βαρεθεί να σε γεμίζουν με λουλούδια μέχρι τώρα... αλλά νομίζω ότι ήταν το μόνο που θα μπορούσε να σε αντιπροσωπεύει» δεν είχα ιδέα πως να απαντήσω σε αυτό... «Μάλλον το παράκανα» τελικά παραδέχτηκε ενώ έτριβε τον σβέρκο του νευρικά.

«Σε ευχαριστώ... ήταν πολύ ευγενικό από μέρους σου... αλλά τα λουλούδια ήταν υπέρ αρκετά από μόνα τους» είπα και χαμογέλασε πιο ενθαρρυντικά.

«Σκέφτηκα ότι τα λουλούδια, αργά ή γρήγορα μαραίνονται... και ήθελα να έχεις κάτι να με θυμάσαι» είπε την σκέψη του και του χαμογέλασα πιο ζεστά... Γενικά η ατμόσφαιρα ήταν τόσο ηλεκτρισμένη που μας έφερνε μια περίεργη αμηχανία... «Μου επιτρέπεις;» είπε τελικά δείχνοντας τον κολιέ που ήταν πάνω στο έπιπλο και κατένευσα ενώ έκανα ένα βήμα προς το μέρος του και κάνοντας το γύρω του κορμού μου ήρθε και στάθηκε πίσω από την πλάτη μου... Μάζεψα τα μαλλιά μου πιο ψηλά για να τον βοηθήσω... και η ρόμπα άνοιξε αποκαλύπτοντας λίγο το στήθος μου... Κοιτάζοντας τον μέσα από τον καθρέφτη για να βλέπω τις αντιδράσεις του... για άλλη μια φορά με αποστόμωσε... Δεν έριξε ούτε ένα βλέφαρο προς αυτό... κοιτάζοντας μόνο την πλάτη μου ακόμα και όταν κούμπωσε τον κολιέ και σήκωσε την ματιά του προς το μέρος μου... στο μόνο σημείο που κοίταζε ήταν κατευθείαν μέσα στην ματιά μου... Τα χέρια μου χαμήλωσαν και αυτόματα χωρίς να αποχωρίζομαι την ματιά του... το ένα μου χέρι χάιδεψε απαλά το κολιέ.

«Σε ευχαριστώ» ήταν το μόνο που κατάφερα να πω με βαθιά φωνή από την συγκίνηση που με είχε συγκλονίσει και εκείνος μου χαμογέλασε ζεστά.

Η πόρτα χτύπησε και απάντησα αυτόματα χωρίς να αποχωρίζομαι την ματιά του... ο ίδιος δεν έκανε καμία κίνηση ούτε να με πλησιάσει περισσότερο αλλά ούτε και να απομακρυνθεί από κοντά μου... ήταν απλά εκεί, πίσω από την πλάτη μου και μόνο με κοίταζε χωρίς να με ακουμπά αλλά όλη η ζεστασιά του σώματος του έκανε όλο το σώμα μου να αντιδράει.

«Ποιος είναι;» ρώτησα.

«Δεσποινίς Χουανίτα... Βγαίνετε σε 10 λεπτά»

«Θα είμαι έτοιμη» του απάντησα και ο Τζέικοπ έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και γύρισα όλο μου το σώμα προς την μεριά του.

«Θα σε αφήσω να ετοιμαστείς...» κατένευσα... δεν είχα κουράγιο για τίποτα άλλο... «Ξέρω ότι μάλλον είμαι λίγο βιαστικός αλλά αναρωτιόμουν... αν... ίσως μια μέρα...» ήταν νευρικός... τα λόγια τα ίδια δεν τον βοηθούσαν.

«Θα το ήθελα πάρα πολύ» τον έβγαλα από την δύσκολη θέση και μου χαμογέλασε με περισσότερη αυτοπεποίθηση.

«Τότε θα περιμένω τηλεφώνημα σου» μου απάντησε καθώς μου έδινε την κάρτα του και κατένευσα ενώ του χαμογελούσα... Ξαφνικά δεν είχαμε τίποτα άλλο να πούμε και εκείνος πήρε μια ανάσα.

«Καλή συνέχεια» μου ευχήθηκε και έφυγε ενώ με άφηνε πίσω με ανάμικτα συναισθήματα... Ήξερα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι ο Έντουαρτ ήταν εκεί... αλλά για πρώτη φορά από τότε που τον γνώρισα τον είχα ξεχάσει τελείως μέχρι που ένιωσα την παρουσία του.

«Μπορείς να με αφήσεις για λίγο μόνη μου να αλλάξω;» τον ρώτησα δεν είχα ιδέα την αντίδραση του καθώς το μόνο που μπορούσα να κοιτάζω ήταν την κλειστή πόρτα που ο Τζέικοπ μόλις είχε φύγει και τίποτα άλλο.

Δεν είπε τίποτα... έκανε αυτό που του ζήτησα... και μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω του... ένιωσα τόσο άδεια που ανάσα μου κόπηκε στην μέση.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Haunted Love "75. Οι τρεις επιλογές"



Γυρίζοντας στο σπίτι εκείνος δεν ήταν εδώ και τρέχοντας στο δωμάτιο μου, έμεινα να κοιτώ μακριά έξω από το παράθυρο προσπαθώντας σκληρά να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά αλλά μου ήταν αδύνατον να πιστέψω ότι όλα αυτά πράγματι είχαν συμβεί... Προσπαθούσα να πίσω τον εαυτό μου ότι ήταν ένα όνειρο... ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσω και η ζωή μου θα είναι όπως πριν... αλλά δεν μπορούσα με τίποτα να ξυπνήσω από αυτόν τον εφιάλτη... όλα όσα ερχόντουσαν στο μυαλό μου, ξανά και ξανά, μου αποδείκνυαν περίτρανα ότι ήταν όλα αλήθεια... και δεν είχα ιδέα τι να κάνω... Ένιωθα την ζωή μου να σβήνει... την ανάσα μου να χάνεται... την καρδιά μου να αιμορραγεί σε τέτοιο βαθμό που δεν ήθελε πολύ ακόμα να σταματήσει να υπάρχει... την ψυχή μου να εξανεμίζεται... Ήταν σαν κάποιος να είχε ανοίξει μια τεράστια τρύπα στο στήθος μου και ένα αόρατο κρύο χέρι να μου ξερίζωνε όλη την ύπαρξη μου... και το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσα με τίποτα να το φρενάρω όλο αυτό.

«Μπέλλα;» άκουσα την φωνή του πίσω μου αλλά δεν κουνήθηκα... ήμουν πολύ σοκαρισμένη γι αυτό... «Μπέλλα, τι συμβαίνει;» ρώτησε ξανά με αγωνία καθώς τα χέρια του με γυρίζανε προς το μέρος του και η ματιά μου συναντήθηκε με την δική του... τα χαρακτηριστικά του είχαν ένα ανεξιχνίαστο ύφος που δεν ήμουν σε θέση εκείνην την στιγμή να το αποκωδικοποιήσω ώστε να καταλάβω τι εκείνος ένιωθε... Ένιωθε;... Υπήρχε περίπτωση να νιώθει κάτι;

«Η Γιατρός δεν με άφησε να κάνω την αντισυλληπτική ένεση...» είπα και εκείνος έσμιξε τα φρύδια του με απορία χωρίς να καταλαβαίνει.

«Αυτό είναι που σε τάραξε τόσο;»

«Με κατηγόρησε ότι έπρεπε να την είχα κάνει την προηγούμενη βδομάδα...» τα μάτια μου άρχισαν να αντιδρούν στην θύμηση και ξεχείλισαν χωρίς την άδεια μου... «Μου είπε ότι αν δεν βεβαιωθεί...» δεν μπόρεσα να συνεχίσω.

«Αν δεν βεβαιωθεί για πιο πράγμα;» ρώτησε ψυλλιασμένος αλλά κράτησε την ψυχραιμία του και αντανακλαστικά τα μάτια μου έκλεισαν και το κεφάλι μου γύρισε στο πλάι. Δεν άντεχα να τον κοιτώ... «Αν δεν βεβαιωθεί για ποιο πράγμα Μπέλλα;» ρώτησε πιο απαιτητικά ταρακουνώντας με και τα δάκρυα μου άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλα μου με περισσότερη ορμή.

«Αν δεν βεβαιωθεί πρώτα ότι δεν είμαι έγκυος» ξεφούρνισα με την φωνή μου να ανεβαίνει μια οκτάβα πιο πάνω αμυντικά και εκείνος πάγωσε... δεν είπε τίποτα... παρέμενε ακίνητος επεξεργάζοντας το... Τα μάτια μου άνοιξαν δειλά και τρεμάμενη γύρισα το κεφάλι μου για να τον κοιτάξω... Ήταν σοκαρισμένος.

«Εκείνη δεν ορκιζόταν ότι είμαστε καλυμμένοι;» είπε μέσα από την ανάσα του και πήρα μια ανακουφιστική ανάσα... καθώς κατένευσα με παράπονο... «Και τώρα σου την είπε και από πάνω;» συνέχισε και χωρίς να αντέχω άλλο, έπεσα στην αγκαλιά του ζητώντας παρηγοριά και εκείνος αμέσως με έσφιξε απάνω του και άρχισε να σκορπά φιλιά πάνω στα μαλλιά μου καθώς τα χέρια του με παρηγορούσαν και το ξέσπασμα μου ήρθε εκεί που δεν το περίμενα...

Ανασηκώνοντας με στην αγκαλιά του, πήγε προς το κρεβάτι και συγκρατώντας με, μέσα στην αγκαλιά του, μου έδωσε τον χρόνο που χρειαζόμουν για να μπορέσω να βρω τις ισορροπίες μου... Περίμενα τα χειρότερα... περίμενα ότι θα με κατηγορούσε, ότι θα με πέταγε έξω κλοτσηδόν και τώρα αυτό;... Δεν ήξερα τι να σκεφτώ.

«Ηρέμησε μωράκι μου, ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά» μου έλεγε αλλά με έκανε να νιώθω ότι εκείνος είχε ανάγκη να το ακούσει, να το πιστέψει αυτό, περισσότερο από μένα.

«Δεν έχω ιδέα πως κρατήθηκα για να μην κάνω το γραφείο της και την ίδια, κομμάτια» είπα μέσα από τα αναφιλητά μου σκληρά.

«Δεν έχω ιδέα πως κρατιέμαι, μην κάνω ακριβός το ίδιο, αυτήν την στιγμή» είπε και πετάχτηκα νευριασμένη και τον κοίταξα.

«Αν νομίζεις ότι πρόκειται να σε αφήσω να μου πάρεις αυτήν την ικανοποίηση, είσαι πολύ γελασμένος... Αν κάποιος από τους δύο μας πρόκειται να της κάνει την μούρη κρέας, αυτή είμαι εγώ» του δήλωσα σκληρά χωρίς να δέχομαι αντίρρηση γι αυτό και εκείνος χαμογέλασε με το χαρακτηριστικό του χαμόγελο και με έκανε να λιώσω μέσα στην αγκαλιά του καθώς για άλλη μια φορά με φώλιασε μέσα σε αυτήν και με παρηγόρησε τρυφερά.

«Πες μου τι σου είπε ακριβός, η σκρόφα» με παρακάλεσε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ηρέμησα λίγο και του επανέλαβα όσα είχαν διαδραματιστεί μέσα στο ιατρείο της και εκείνος με έσφιξε περισσότερο μέσα στην αγκαλιά του, δίνοντας μου ένα απαλό φιλί πάνω στην κορυφή του κεφαλιού μου... «Μπέλλα αν...» ξεκίνησε αλλά σφίγγοντας τον απάνω μου τον σταμάτησα αμέσως καθώς ήξερα πολύ καλά πια θα ήταν τα επόμενα λόγια του.

«Σε παρακαλώ... σε ικετεύω, μην το πεις αυτό... όχι τώρα... Ξέρω την άποψη σου... ξέρω... αλλά δεν αντέχω να το σκέφτομαι και αυτό τώρα... Σε παρακαλώ» είπα μέσα από τα αναφιλητά μου και εκείνος ξεφύσησε αλλά το σεβάστηκε και δεν το συνέχισε.

«Οκ... θα το αφήσουμε προς το παρόν και όταν έρθει η στιγμή...» δεν μπορούσε ούτε ο ίδιος να συνεχίσει.

«Θα κάνω ότι πρέπει» του επιβεβαίωσα και αναστέναξε ενώ με φίλησε ξανά τρυφερά και για λίγο μείναμε ακίνητοι χαμένοι μέσα στις σκέψεις μας.

«Θες να κάνουμε τίποτα για να ξεχαστούμε για λίγο;» ρώτησε απαλά και αναστέναξα.

«Το λες, λες και έχουμε πολλές επιλογές» του χτύπησα και αμέσως δαγκώθηκα... «Συγνώμη δεν...» αμέσως με ανάγκασε να τον κοιτάξω και βάζοντας τα δάχτυλα του πάνω στα χείλια μου, με σταμάτησε ενώ χάιδευε απαλά το περίγραμμα τους.

Έμεινα να τον κοιτώ... το ίδιο έκανε και εκείνος... μέσα στο βλέμμα του έβλεπα ότι ήταν αναποφάσιστος... αλλά ήξερα ότι το ήθελε και εκείνος όσο και εγώ... Τελικά υπερίσχυσε η λογική και πλησιάζοντας με, άφησε τα χείλια του να ακουμπήσουν απαλά πάνω στο μέτωπο μου και αντανακλαστικά έκλεισα τα μάτια μου.

«Όλα θα πάνε καλά... Θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη» είπε με βαθιά φωνή και αφήνοντας την ανάσα που κρατούσα τελικά τα παράτησα... Κατένευσα και εκείνος κοιτώντας με ξανά μέσα στα μάτια μου, χάιδεψε απαλά το μάγουλο μου σοβαρός... «Ξέρω ότι είναι άκυρη στιγμή... αλλά έχω έτοιμη την επόμενη αποστολή μας... Θες να της ρίξουμε μια ματιά για να ξεχαστούμε λίγο;... Σε διαβεβαιώνω ότι θα την βρεις πολύ ενδιαφέρον» προσπάθησε και ανασήκωσα τους ώμους μου... Τι σημασία είχε τι θα κάναμε... αρκεί να ήμασταν μαζί.

«Πήγαινε κάτω, θα αλλάξω και θα έρθω και εγώ» του είπα και υπήρξε άλλη μια αμήχανη στιγμή μεταξύ μας, με τα θέλω μας και τα πρέπει να μας βασανίζουν αλύπητα, μέχρι που εκείνος πρώτος υπέκυψε στα θέλω του και ενώνοντας τα χείλια μας... μου έδωσε όλη την δύναμη που είχα ανάγκη εκείνην την στιγμή για να πάρω ώστε να μπορέσω από κάπου να κρατηθώ.

Συμμαζεύοντας τον εαυτό μου... έβαλα μια άνετη φόρμα και μόλις πήρα ένα μικρό μπουκάλι νερό από το ψυγείο, ξεκίνησα να πάω να τον βρω στην αίθουσα αναψυχής.

«Τι το ενδιαφέρον έχει αυτή η αποστολή;» ρώτησα καθώς τον πλησίαζα και εκείνος γύρισε και με κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο.

«Θα κάνεις την τραγουδίστρια» δήλωσε και γέλασα δύσπιστα.

«Εγώ θα κάνω την τραγουδίστρια;» ρώτησα χωρίς να το πιστεύω και έκατσα δίπλα του χωρίς να σταματάω να τον κοιτάω.

«Μμμχχχμμμ...» είπε και παίρνοντας το τηλεκοντρόλ πάτησε το start την στιγμή που άνοιξα το μπουκάλι του νερού για να πιω λίγο νερό καθώς το στόμα μου είχε ξεραθεί... «Αυτός είναι ο Τζέικοπ Μπλακ» είπε και γυρίζοντας την ματιά μου προς την οθόνη... όσο νερό είχε προλάβει να μπει μέσα στο στόμα μου, ξαφνικά εκσφενδονίστηκε από το στόμα μου κάνοντας τα πάντα μούσκεμα.

Εκεί που περίμενα ακόμα ένα πουρό να κάνει την εμφάνιση του... ξαφνικά είδα ένα τεκνό να χαμογελάει στην οθόνη με ένα αγνό χαμόγελο που έκανε την καρδιά μου να σταματήσει... την ανάσα μου να χαθεί... και τα μάτια μου να γουρλώσουν από την έκπληξη.

«Τον ξέρεις;» ρώτησε καχύποπτα και αυτόματα κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά... «Τότε γιατί τον κοιτάς με τέτοια έκπληξη;» ρώτησε προβληματισμένος αλλά εγώ δεν είχα ιδέα πως να απαντήσω σε αυτό.

Η καρδιά μου αύξησε τους παλμούς της... τα μάγουλα μου φλογίστηκαν... και μια περίεργη έξαψη με έκανε να σαστίσω... Ήταν τόσο όμορφος... τόσο καυτός... τόσο... δεν είχα ιδέα πως να τον περιγράψω... το μόνο που μου ερχόταν στο μυαλό ήταν... τόσο στα δικά μου μέτρα σε αντίθεση με τον Έντουαρτ.

Ένα υπέροχο μελανούρι... με τέλειο σώμα... υπέροχα καστανά ματάκια που γυαλίζανε από χαρά και ευτυχία... με ένα χαμόγελο που σίγουρα δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απαρατήρητο... με ένα baby face... που σίγουρα δεν θα τον έκανες μεγαλύτερο μου.

«Είναι τόσο καυτός» εξωτερίκευσα την σκέψη μου χωρίς να το καταλάβω και η ξαφνική ακαμψία του Έντουαρτ, με επανέφερε στην πραγματικότητα... Ωχ τώρα την έκανα... ή ίσως και όχι.

«Καυτός, αυτός ο μανιαμούνιας;» ρώτησε δύσπιστα και μια έκρηξη μέσα μου με έκανε να τον κοιτάξω ερωτηματικά... Για να τον λέει μανιαμούνια σίγουρα... είναι καλό παιδί και αυτό τον ενοχλεί.

«Με συγχωρείς αλλά πάντα είχα κλήση στους μελαχρινούς... Τους ξανθούς τους θεωρούσα... Πως να το πω ευγενικά... Κρύους;» του γύρισα ειρωνικά και αμέσως το ύφος του άλλαξε... έγινε πιο σκληρό.

«Τον θεωρείς πιο όμορφο από μένα;» γύρισα προς την οθόνη και συνέχισα να τον χαζεύω εκστασιασμένη.

«Είναι καυτό μωρό... δεν μπορείς να το αρνηθείς» του απάντησα και χαλαρώνοντας... άφησα την πλάτη μου να ξεκουραστεί στην πλάτη του καναπέ και καθώς έβαλα το μπουκάλι ξανά στο στόμα μου, ήπια μια γερή γουλιά από το νερό μου ενώ ακόμα χάζευα το μωρό που ήταν στην οθόνη.

«Τελείωσε... σε αποκλείω από την αποστολή» είπε και γύρισα προς το μέρος του με την ειρωνεία να εκφράζεται στα χαρακτηριστικά μου.

«Δεν καταλαβαίνω το ύφος σου... Εσύ δεν είσαι αυτός που λες ότι όσο είμαι μαζί σου, δεν θα μπορώ να έχω ένα μέλλον όπως εγώ το έχω ονειρευτεί;.... Εσύ δεν είσαι αυτός που τονίζεις κάθε τρεις και λίγο, ότι θες να με δεις ευτυχισμένη με κάποιον που θα μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με μένα;... Εσύ δεν είσαι αυτός που είπες αν βρω αυτόν που αναζητά η καρδιά μου, να τον αρπάξω από τα μαλλιά και να σηκωθώ να φύγω μακριά από όλη αυτήν την σαπίλα;... Ότι δεν θα θα μπεις ποτέ εμπόδιο στην ευτυχία μου;... Ότι δεν θα με σταματήσεις... γιατί αξίζω πολλά και εσύ δεν πρόκειται ποτέ να μου τα προσφέρεις;...» δεν μίλησε... δεν είπε τίποτα... τι θα μπορούσε άλλωστε να πει... «Ο Τζέικοπ, μπορεί να είναι αυτός ο ένας... αν πράγματι εννοούσες όλα όσα είπες... Με πιο δικαίωμα τώρα μου στερείς την ευκαιρία να το μάθω;»

«Πιστεύεις ότι μπορεί να είναι αυτός ο ένας;» έτριξε τα δόντια του και κοιτώντας προς τον Τζέικομπ μάζεψε για λίγο τις σκέψεις του...

«Εχθές μου δήλωσες ότι η μέρες μας είναι μετρημένες... τι τώρα, τι σε ένα μήνα... ποια η διαφορά Έντουαρτ;... Πες μου πια;...» γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε ανέκφραστος... «Εσύ που ορίζεις την μοίρα μου με το έτσι θέλω... χωρίς καν να σε νοιάζει η άποψη μου γι αυτό... σκέψου καλά και πες μου... τι επιλέγεις... Να μείνω μαζί σου και να με κάνεις σαν και εσένα;... Να με αφήσεις να έχω μια ευκαιρία στην ευτυχία με κάποιον που θα μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με μένα;... Ή να καταλήξω στα χέρια του Χάντερ και μια μέρα να έρθει εσύ ο ίδιος να με αποτελειώσεις... γιατί ήμουν δικό σου δημιούργημα;... Αν θες να κατηγορήσεις κάποιον που φτάσαμε σε αυτό το σημείο τότε στάσου μπροστά από έναν καθρέφτη και μούντζωσε τον εαυτό σου Έντουαρτ και σταμάτα να μου πουλάς αγριάδες γιατί καλός ή κακός... πλέον δεν περνάνε σε μένα... Εσύ και μόνο εσύ μας έφερες σε αυτό το σημείο και όχι εγώ... γι αυτό σκέψου καλά και πες μου, τι επιλέγεις Έντουαρτ;» του χτύπησα πίσω.

«Και είσαι σίγουρη ότι αυτός είναι ο ένας;»

«Αν δεν μου δώσεις την ευκαιρία να το διαπιστώσω... δεν θα το μάθω ποτέ»

«Πολύ καλά λοιπόν... Αφού αυτό θες...» είπε με ειρωνικό ύφος καθώς μου πέταγε τον φάκελο του Τζέικομπ με δύναμη απάνω μου... «Καλή τύχη... άλλα να θυμάσαι πάντα αυτό... Αν τολμήσει να σε αγγίξει...»

«Θα σημαίνει ότι θα έχω κάνει την επιλογή μου» του συμπλήρωσα την φράση του σκληρά και κοιτώντας με έντονα για μια στιγμή που μου φάνηκε αιώνια... τελικά έφυγε από το δωμάτιο χτυπώντας την πόρτα πίσω του με δύναμη και με άφησε μόνη να κάνω τις επιλογές μου.

Το είχα τραβήξει πάρα πολύ... αλλά δεν μπορεί να μου αρνηθεί ότι όσα είπα δεν ήταν αλήθεια.

~*~*~*~*~*~*~*~*~

Μέσα από τον φάκελο του Τζέικομπ, ανακάλυψα ότι όσα είχα διαπιστώσει και μόνη μου όχι μόνο ήταν αλήθεια... αλλά ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον από όσο θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ... Πετυχημένος φωτογράφος... ευαίσθητη ψυχή... πολύ ντροπαλός και πολύ ρομαντικός για την εποχή μας... Αν αναλογιστής και το παρουσιαστικό του... ο τέλειος άντρας... για τα δικά μου δεδομένα τουλάχιστον.

«Να το έχεις μάθει μέχρι αύριο» άκουσα τον Έντουαρτ να μου λέει καθώς μου πέταγε ένα χαρτί με ένα ένα CD πάνω στο κρεβάτι μου και γύρισα προς την μεριά του παραξενευμένη.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησα και εκείνος παραμένοντας ακίνητος ανασήκωσε μόνο το ένα του φρύδι επιδεικτικά ενώ κοίταζε το χαρτί, περνώντας μου το μήνυμα να το διαβάσω.

Αφού έκατσα στο κρεβάτι και ακούμπησα στο κεφαλάρι... άφησα στην άκρη τον φάκελο του Τζέικομπ και πιάνοντας το χαρτί άρχισα να διαβάζω... Οι πρώτες γραμμές έγραφαν....

(Quien es ese hombre >>>Ποιος είναι αυτός ο άντρας; )

Mirame yo soy la otra >>>Κοίταξε με, είμαι το άλλο σου μισό
la que tiene el fuego >>>Η οποία έχει την πυρκαγιά
la que sabe bien que hacer >>>Η οποία ξέρει τι να κάνει
tu sonrisa es la caricia >>>Το χαμόγελό σου είναι σαν ένα χάδι
que me mueve que me >>>Με κινεί
hace enloquecer. >>>Με κάνει να τρελαίνομαι.

Γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του και τον είδα να περιμένει τις πρώτες μου αντιδράσεις έχοντας σταυρωμένα τα χέρια του στο στήθος... Συνέχισα να διαβάζω.

En la penumbra misterioso >>>Στο μυστηριώδες σκοτάδι
cada noche me deslumbras >>>με τυφλώνει κάθε νύχτα
si te pierdes al amanecer >>>και στην αυγή εξαφανίζετε
y por eso yo pregunto >>>και γι 'αυτό σας ρωτώ
επαναλαμβάνετε δύο φορές
Quien es ese hombre >>>Ποιος είναι αυτός ο άντρας;
que me mira y me desnuda >>>που με ξεγυμνώνει με την ματιά του;
una fiera inquieta >>>ένα ανήσυχο θηρίο
que me da mil vueltas >>>που με πετάει τριγύρω χιλιάδες φορές
y me hace temblar >>>και με κάνει να τρέμω
pero me hace sentir mujer >>>αλλά με κάνει να νιώθω σαν μια γυναίκα
nadie me lo quita >>>που κανένας δεν μπορεί να τον πάρει μακριά μου
siempre sere yo su dueña >>>θα είμαι πάντα ερωμένη
por la que no duerme >>>για τον έναν που με αφήνει άυπνη
por la que se muere >>>για τον έναν που θα πέθανα για εκείνον
por la que respire >>>για τον έναν που θα ανάσανα
τελειώνει η επανάληψη

yo soy su mujer >>>είμαι η γυναίκα του
yo soy su mujer... >>>είμαι η γυναίκα του
yo soy su mujer... >>>είμαι η γυναίκα του
ayayay yo soy su mujer... >>>Θεέ μου, είμαι γυναίκα του ...

Δεν ήξερα τι να σκεφτώ... τα λόγια ήταν τόσο αληθινά που μίλαγαν μέσα στην καρδιά μου... ήταν σαν να τα είχα γράψει εγώ... όμως καταβάθος ήξερα ότι δεν έπρεπε και να προδοθώ μπροστά του και έτσι αυτόματα άρχισα το θέατρο.

«Είμαι η γυναίκα του... είμαι η γυναίκα του... Ωωωω Θεέ μου, είμαι γυναίκα του...» είπα με έναν θεατρικό τρόπο, βάζοντας το χέρι μου πάνω στο μέτωπο μου και πέφτοντας πάνω στο στρώμα άρχισα να ξεκαρδίζομαι στα γέλια μέχρι δακρύων... όχι ότι ήθελαν πολύ για να ξεχειλίσουν... και εκείνος άρχισε να τσιτώνεται περισσότερο.

«Μπορώ να μάθω που είναι το αστείο;»

«Είσαι σίγουρος ότι δεν το έχεις γράψει εσύ;...» του χτύπησα ακόμα γελώντας... «Ιδίως οι τελευταίοι στίχοι... Είμαι η γυναίκα του... είμαι η γυναίκα του... Ωωωω Θεέ μου, είμαι γυναίκα του... Μου θυμίζουν τόσο αυτό επαναλαμβάνεις συνέχεια... Είσαι δική μου... είσαι δική μου... μόνο δική μου» το χόντρυνα και εκείνος σηκώθηκε και έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του χωρίς καν να με κοιτάξει.

Ήμουν σίγουρη ότι το είχε γράψει ο ίδιος... και αυτό με έκανε να αναστατωθώ τόσο πολύ... Με ήξερε τόσο καλά λοιπόν;... Ποτέ δεν τον ξεγέλασα;... Και αν αυτό ισχύει τότε γιατί με κρατά ακόμα;... Αναρωτήθηκα και έμεινα ακίνητη να κοιτώ το κενό... Είναι τόσο περίεργος... τόσο απρόβλεπτος... και εγώ τώρα αυτό πως πρέπει να το πάρω ως θετικό;... Σκατά... ποτέ δεν θα βγάλω μια άκρη μαζί του... Ποτέ.

ESCAPE POLH FANTASMA