Ετικέτες

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Haunted Love "24. Πόσα θες να με τρελάνεις;"


Την στιγμή που μου έφερε ένα ποτήρι νερό μια κοπελίτσα, πήρα το ποτήρι στα χέρια μου και την στιγμή που εκείνη έκανε την κίνηση να φύγει... Η Ρόουζ έκανε και πάλι την εμφάνισή της και λίγο ήθελε να φύγει το ποτήρι από τα χέρια μου από την ταραχή που ένιωσα.

«Μην μας ενοχλήσει κανείς» έδωσε εντολή στην κοπελίτσα και μόλις εκείνη κατένευσε, έκλεισε την πόρτα πίσω της και με κοίταξε με ένα βλέμμα που μπορούσες να καταλάβεις ότι από μέσα της έλεγε... "και τώρα οι δύο μας"... Ξεροκατάπια και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα άφησα το ποτήρι μου στο τραπεζάκι μπροστά μου αφού πρώτα ήπια μια μικρή γουλιά ενώ ήθελα να το κατεβάσω ολόκληρο μήπως και καταφέρει να με καλμάρει.

«Λοιπόν... πως σε είπαμε;» ρώτησε με ένα ανέκφραστο ύφος.

«Ιζαμπέλα» είπα αυτόματα και δεν ήξερα από που ήρθε αυτό... Είχε δεν είχε με πότισε με το ολόκληρο όνομα μου... Πες πες το συνήθισα πια.

«Ιζαμπέλαααα» έσυρε την φωνή της με έναν περίεργο τρόπο ενώ έκατσε δίπλα μου με το κορμί της να κοιτάει προς το μέρος μου και ισιώνοντας το ένα της πόδι δίπλωσε το άλλο και το έβαλε από πάνω... Έβαλε το ένα της χέρι πάνω στην πλάτη του καναπέ και αφού άφησε το κεφάλι της να ξεκουραστεί πάνω στην παλάμη της, με το άλλο της χέρι άρχισε να χαϊδεύει το πόδι της που είχε μαζεμένο κοντά στο σώμα της κοιτώντας με λες και ήταν έτοιμη να με φάει, δεν είχα αμφιβολία γι αυτό πια.

«Λοιπόν Ιζαμπέλα... δεν μου είπες, πως τα περνάς με τον έρωτα;» ρώτησε ενώ δάγκωνε το κάτω χείλος της και αμέσως ένιωσα μια αναταραχή μέσα μου που με έκανε να θέλω να τρέξω μακριά της και το σώμα μου αμυντικά αμέσως έκανε λίγο πιο πίσω... Ήμουν όμως ήδη στην άκρη του καναπέ και δεν είχα άλλο περιθώριο για να απομακρυνθώ από αυτήν την γυναίκα που με αηδίαζε μέχρι εκεί που δεν πήγαινε.

«Καλά» είπα μονολεκτικά και ανασήκωσε το ένα της φρύδι κοροϊδευτικά.

«Να ζεις με τον έρωτα και να περνάς απλά καλά δεν νομίζω...» είπε κατηγορηματικά... «Ξέρεις εγώ είμαι λεσβία,  αλλά δεν χάνω ποτέ ευκαιρία για ένα τρίο με τον έρωτα... Είναι ο μόνος άντρας που δεν χρειάζεται να το σκεφτώ για να του κάτσω... Πραγματικά είναι αυτό που λένε η μετενσάρκωση του θεού του έρωτα,  δεν υπάρχει περίπτωση να πας μαζί του και να μην δεις τα ραδίκια ανάποδα»

«Ναι κάτι έχω ακούσει» απάντησα χωρίς να το σκεφτώ και κοίταξα αλλού για να αποφύγω την ματιά της που πραγματικά είχε αρχίσει να με εκνευρίζει.

«Μην μου πεις ότι έχεις διαφορετική γνώμη γιατί δεν θα σε πιστέψω...» συνέχισε εκείνη ενώ ξαφνικά ένιωσα το δάχτυλο της να περνάει από τον μπράτσο μου και γύρισα προς την μεριά της ξαφνιασμένη ενώ έκανα πιο πίσω να το αποφύγω και εκείνη άρχισε να με πλησιάζει πιο απειλητικά... «Μην κάνεις την μυξοπαρθένα σε μένα...» είπε με μια δόση κακίας ενώ κόλλησε το πρόσωπο της στο δικό μου τόσο κοντά που λίγο ήθελε να ακουμπήσει τα χείλια της πάνω στα δικά μου.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις εκεί;» αμύνθηκα αμέσως βάζοντας τα χέρια μου πάνω στο στήθος της για να την ξεκολλήσω από πάνω μου αλλά εκείνη γρήγορη καθώς ήταν τα συγκράτησε με το ένα της χέρι ενώ με το άλλο κρατώντας με από τον αυχένα μου με κόλλησε απάνω της ενώνοντας τα χείλια μας… Χωρίς  καν να το σκεφτώ έχωσα το πόδι μου στα πλευρά της και την στιγμή που τα χέρια της ξέσφιξαν από πάνω μου, όπως πήγα να αποτραβηχτώ για να φύγω από πάνω της, γλίστρησα με αποτέλεσμα να χτυπήσω στο τραπεζάκι που ήταν κοντά στον καναπέ και σφαδάζοντας,  έπεσα στο πάτωμα την στιγμή που άκουσα την πόρτα να κλείνει με τόσο δύναμη που πόνεσαν τα αυτιά μου από τον ήχο που έκανε και ξαφνιασμένη γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της αλλά μόλις είδα το ύφος του Έντουαρτ, τότε τα είδα όλα.

Με τα μάτια μου να τρέχουν ακατάπαυστα και το σώμα μου να τρέμει από το σοκ, την στιγμή που τον είδα να με πλησιάζει προσπάθησα να τραβηχτώ μακριά του σέρνοντας το σώμα μου προς τα πίσω με όση δύναμη μου είχε απομείνει… Εκείνος  όμως δεν σταματούσε και μόλις γονάτισε δίπλα μου άρχισα να κουνάω το κεφάλι μου με ένταση παρακαλώντας τον βουβά να μην με κάνει να το πληρώσω που την άφησα να με αγγίξει.

«Μπέλα θέλω μόνο να σε βοηθήσω να σηκωθείς» είπε με όση ψυχραιμία του είχε απομείνει ενώ τα μάτια του πετάγανε σπίθες και με την ανάσα μου να χάνετε προσπάθησα να τον ρωτήσω όσο μπορούσα ακόμα να μιλήσω.

«Δεν είσαι θυμωμένος;»

«Όχι με σένα» είπε με δηλητήριο στην φωνή του μέσα από τα δόντια του ενώ κοίταζε με τέτοιο τρόπο προς την Ρόουζ που αν ήμουν στην θέση της τώρα,  εγώ θα είχα λιποθυμήσει αλλά εκείνη τελείως ψυχρή ίσιωσε το κορμί της και κάνοντας μια ειρωνική γκριμάτσα σηκώθηκε όρθια και έκανε την κίνηση να φύγει... «Μην νομίζεις ότι θα το αφήσω έτσι αυτό... Στείλε κάποιον να φέρει ντεμακιγιάζ» συμπλήρωσε και εκείνη κλείνοντας την πόρτα έφυγε χωρίς να πει τίποτα.

Μόλις ο Έντουαρτ γύρισε προς το μέρος μου λες και είχε πατήσει ένα κουμπί όλο του το πρόσωπο είχε μεταμορφωθεί και κοιτώντας με πιο ήρεμα, ήρθε πιο κοντά μου.

«Έλα να ηρεμήσεις» είπε και παίρνοντας με στα χέρια του, έκατσε στον καναπέ και με έβαλε να βολευτώ στα πόδια του ενώ μου πρόσφερε το νερό που ήξερε πια ότι ήταν η μόνη μου παρηγοριά όταν ένιωθα απελπισμένη... Μόλις το άδειασα όλο, πήρε το ποτήρι και  το άφησε ξανά στην θέση του… Με έκανε μια μπάλα και με έβαλε να ακουμπήσω πάνω στο στερνό του ενώ χαϊδεύοντας με παρηγορητικά πάνω στο μπράτσο, μου έδωσε τον χρόνο που χρειαζόμουν για να βρω ξανά την αυτοκυριαρχία μου χωρίς να μιλάει.


Την στιγμή που άρχισα να βρίσκω την ανάσα μου παρατήρησα ότι είχα κάνει χάλια το σακάκι του και σαν ελατήριο ανασηκώθηκα και τον κοίταξα απολογητικά.

«Χίλια συγνώμη σε έκανα χάλια» είπα ενώ το τρέμουλο μου δεν έλεγε να καταλαγιάσει και με κοίταξε συγκαταβατικά ενώ από την τσέπη του έβγαζε ένα μαντήλι λέγοντας.

«Μην νοιάζεσαι γι αυτό τώρα... Είσαι καλύτερα;» ρώτησε με πραγματικό ενδιαφέρον και έμεινα να τον κοιτώ ξαφνιασμένη από την μετάλλαξη που είχε πάθει.

«Ναι... έτσι νομίζω» είπα την στιγμή που έπαιρνα το μαντήλι του και όσο πιο ευπρεπώς μπορούσα μέσα στα μαύρα μου χάλια,  για να μην τον κάνω να νευριάσει περισσότερο, άρχισα να  μαζεύω τον εαυτό μου καταπίνοντας με μεγάλο κόπο τους λυγμούς μου αλλά μόλις κοίταξα το μαντήλι πριν προλάβω να το συγκρατήσω, είπα αμέσως την σκέψη μου... «Μα ποιος στην εποχή μας κυκλοφορεί μονίμως με ένα μαντήλι στην τσέπη του;» και πάγωσα ενώ με την πιο αργή κίνηση των ματιών μου τόλμησα να τον κοιτάξω και μόλις τον είδα να χαμογελά, τα έπαιξα.

«Τόσο κακό είναι;» ρώτησε ανάλαφρα και δεν άντεξα να μην ξεφουρνίσω την επόμενη πατάτα μου.

«Πόσο είπα 45;... μπααααα.... 85 και βάλε» είπα πειραχτικά και εκείνος αμέσως σοβάρεψε και ξεροκατάπια βρίζοντας τον εαυτό μου από μέσα μου.

«Κρατάς μυστικό;» ρώτησε και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία... Βάζοντας το χέρι του πάνω στο αυτί μου άρχισε να ψιθυρίζει τόσο σιγανά με την βελούδινη φωνή του που στην αρχή δεν είχα ιδέα τι έλεγε... Το άγγιγμα του μόνο σε συνδυασμό με την φωνή του ψιθυριστή μέσα στο αυτί μου, με έκανε να αναριγήσω και να ξεχάσω ότι είχε διαδραματιστεί μέχρι στιγμής.

«Είμαι 350 χρονών» είπε και τον κοίταξα απότομα αλλά πριν πω τίποτα με ξανά έφερε κοντά του και με τον ίδιο τρόπο συνέχισε... «Γιατί νομίζεις ότι είμαι τόσο ψυχρός και άψυχος;» ρώτησε και τόλμησα να τον κοιτάξω χωρίς να μπορώ να καταλάβω αν με δουλεύει για να με κάνει να γελάσω ή αν πραγματικά το εννοεί... Πραγματικά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν αλήθεια ή ψέματα... «Τα βλέπεις αυτά τα δύο δόντια;» συνέχισε με κανονική φωνή δείχνοντας μου τα σκυλόδοντα του που ήταν μυτερά... «Όταν διψάω για αίμα μεγαλώνουν» συμπλήρωσε με νόημα κλείνοντας μου το μάτι και έμεινα παγωμένη χωρίς να ξέρω πως να αντιδράσω... «Δεν είμαι άνθρωπος Μπέλα αλλά βρικόλακας» συνέχισε καθώς έβλεπε την έλλειψη ανταπόκρισης μου και δεν άντεξα άλλο.

«Πλάκα μου κάνεις» είπα με μια απελπισμένη γκριμάτσα αλλά εκείνος σοβαρός κούνησε αρνητικά το κεφάλι του κάνοντας με να διχαστώ για άλλη μια φορά... Δεν μπορεί πλάκα μου κάνει, έλεγα από μέσα μου... «Και πόσο χρονών είσαι;» ρώτησα ξανά χωρίς να πιστεύω ότι πραγματικά τον ρώτησα κάτι τέτοιο και με ένα πειραχτικό χαμόγελο έσκυψε και πάλι προς το αυτί μου και επανέλαβε.

«350 χρονών» ενώ την στιγμή που μου δάγκωσε τον λοβό του αυτιού μου ένιωσα τις γνωστές πεταλουδίτσες να μου γαργαλάνε την κοιλιά και χωρίς να αντέχω άλλο άρχισα να γελάω δυνατά χωρίς να είμαι ικανή να το ελέγξω και εκείνος με σιγοντάρισε γελώντας τελείως ανάλαφρα με ένα γέλιο που δεν τον είχα δει ποτέ ξανά και πέφτοντας πάνω στο στήθος του άρχισα να τρίβω το μέτωπο μου κουνώντας αρνητικά το κεφάλι μου γελώντας περισσότερο με τον εαυτό μου.

«Ωωωω Χριστέ μου... δεν το πιστεύω ότι το πίστεψα» εξωτερίκευσα και αυτό αν είναι δυνατόν τον έκανε να γελάσει πιο δυνατά κάνοντας το κορμί του να τρανταχτεί ολόκληρο.

Η πόρτα χτύπησε και αυτόματα εκείνος έδωσε εντολή να περάσουν ενώ εγώ ντροπιασμένη άρχισα πάλι να μαζεύω τα ασυμμάζευτα χωρίς επιτυχία την στιγμή που άκουγα την συνομιλία τους.

«Κύριε Κάλλεν σας έφερα το ντεμακιγιάζ που ζητήσατε» άκουσα την φωνή της κοπελίτσας που μου είχε προσφέρει πριν το νερό.

«Σε ευχαριστώ Ειρένε... Αν σου είναι εύκολο μπορείς να μας φέρεις άλλο ένα ποτήρι νερό;» την ρώτησε με τον πιο ευγενικό του τόνο και εκείνη πεταρίζοντας τα μάτια της ενώ τα μάγουλα της άρχισαν να φλέγονται, ανταποκρίθηκε αμέσως.

«Φυσικά κύριε Κάλλεν,  το φέρνω αμέσως» με έναν τόσο γλυκό τόνο προκαλώντας τον με την στάση της παρόλο που έβλεπε να έχει εμένα αγκαλιά και έμεινα για λίγο να την κοιτώ... Μα πως το καλό το κάνουν αυτό;... Γαμώτο δεν βλέπει ότι με κρατάει αγκαλιά;... αναρωτιόμουν καθώς την έβλεπα να φεύγει χωρίς να παρατηρώ ότι ο Έντουαρτ με κοίταζε εξεταστικά λες και προσπαθούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου.

«Πεθαίνω να μάθω τι σκέφτεσαι» είπε με μια φωνή που με έκανε να αναριγήσω και απορροφημένη ακόμα από τις σκέψεις μου απάντησα αυτόματα πριν το καταλάβω.

«Πως το καλό το κάνουν αυτό;» είπα δυνατά την απορία μου και μόλις μου απάντησε έμεινα παγωμένη για μια στιγμή.

«Ποιο;» ρώτησε και παίρνοντας μια ανάσα γύρισα προς την μεριά του κοκκινίζοντας ολόκληρη.

«Εεε.. τίποτα πες ότι δεν το είπα» είπα αυτόματα κοιτάζοντας προς τα κάτω για να αποφύγω την πειραχτική του ματιά αλλά εκείνος βάζοντας το χέρι του πάνω στο πρόσωπο μου, με ανάγκασε να τον κοιτάξω ξανά χωρίς να μου δίνει επιλογή.

«Ποιο;» επέμεινε με έναν πιο έντονο τόνο αλλά ακόμα απαλό όπως και πριν.

«Βλέπει ότι με έχεις αγκαλιά και σε φλερτάρει τόσο απροκάλυπτα;» είπα με φωνή που ίσα έβγαινε από μέσα μου και χαμογελώντας με το αυτάρεσκο στραβό του χαμόγελο ανασήκωσε το ένα του φρύδι.

«Ζηλεύεις;» ρώτησε και έκανα μια απελπισμένη γκριμάτσα στριφογυρίζοντας τα μάτια μου απηυδισμένα.

«Γιατί είσαι δικός μου για να σε ζηλεύω;...» σχολίασα αλλά πριν απαντήσει συνέχισα... «Δεν είναι αυτό... Απλά δεν μπορώ να το καταλάβω με ποια λογική το κάνουν... Ακόμα και η Ρόουζ πριν ενώ η ίδια έδειχνε με τον τρόπο της το πόσο θα εκνευριστείς αν κάνει αυτό που έκανε τέλος πάντων και πάλι αυτό δεν έφτασε να την σταματήσει»

«Καταρχήν είμαι δικός σου, όσο φυσικά ισχύει η συμφωνία μας και δεύτερον είναι στο DNA  τους,  απλά δεν μπορούν να μην δείξουν αυτό που θέλουν... Ξέρουν τι θέλουν και το απαιτούν Μπέλα τίποτα παραπάνω, όταν θα μάθεις και εσύ τι θέλεις θα είσαι σε θέση να το κάνεις»

«Τι να φλερτάρω ανοιχτά κάποιον ενώ βλέπω ότι είναι με άλλη;... Όχι ποτέ δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό» είπα αυτόματα κουνώντας αρνητικά το κεφάλι μου με πείσμα και χαμογέλασε δαγκώνοντας το κάτω χείλος του σκεπτικός.

«Και αν ένιωθες ότι είναι ας πούμε ο έρωτας της ζωής σου;» ρώτησε καταλαβαίνοντας για να με ψαρέψει.

«Ακόμα και να πέθαινα για κάποιον και πάλι δεν θα το έκανα» είπα απόλυτα ειλικρινά και εκείνος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά  και ανέκφραστα ενώ την στιγμή που χτύπησε και πάλι η πόρτα έδωσε την άδεια να περάσουν.

«Το νερό που ζητήσατε» είπε η κοπελίτσα ενώ συνέχιζε να τον κοιτά με τον ίδιο τρόπο με πριν, αλλά καθώς άφηνε το ποτήρι στο τραπεζάκι ξαφνικά το ύφος της άρχιζε όλο να αλλάζει και παίρνοντας ένα απόλυτα επαγγελματικό ύφος στάθηκε όρθια και συμπλήρωσε... «Θα θέλατε κάτι άλλο;»

«Όχι Ειρένε σε ευχαριστούμε δεν θα σε χρειαστούμε άλλο» της αποκρίθηκε τελείως επίσημα με μια άτονη χροιά και τον κοίταξα με περιέργεια... Η ψυχρή του μάσκα είχε επιστρέψει και μέχρι που άκουσα την πόρτα να κλείνει δεν έφευγε από το πρόσωπο του, όταν όμως είδε να τον κοιτάω με περιέργεια μου χαμογέλασε... «Και έτσι λες στον άλλον ότι απλά δεν ενδιαφέρεσαι» διευκρίνισε και έξυσα το κεφάλι μου μηχανικά.

«Πως δηλαδή;» ρώτησα με πραγματικό ενδιαφέρον και εκείνος για κάποιον λόγο ικανοποιήθηκε από την απορία μου και χαμογελώντας μου πιο πλατιά, πέρασε την γλώσσα του από τα χείλη του και βάζοντας ξανά την ψυχρή του μάσκα απάντησε.

«Λοιπόν δεσποινίς Ιζαμπέλα... θα πάτε να ξεβαφτείτε ή προτιμάτε να τριγυρνάτε σαν τον καρνάβαλο κάνοντας με ρεζίλι;» είπε μια  δόση κακίας και άρχισα να γελάω δυνατά... «Μάλλον δεν περνάει πια σε σένα...» σχολίασε... «Αλλά πραγματικά δεν μπορώ να σε βλέπω άλλο έτσι... Η τουαλέτα είναι η πόρτα απέναντι, αν θες βοήθεια πες μου» είπε ενώ με απομάκρυνε με τον πιο απαλό τρόπο από την αγκαλιά του και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά καθώς πάταγα στα πόδια μου.

«Μην χαλάσω και το ίματζ σας» του γύρισα το σχόλιο καθώς έπαιρνα το μπουκαλάκι του ντεμακιγιάζ και εκείνος άρχισε πάλι να γελάει... Ειλικρινά θα με τρελάνει δεν υπάρχει περίπτωση... Τι έχει πάθει πια σήμερα;... αναρωτήθηκα αλλά μόλις έπιασα το πόμολο της πόρτας ξαφνικά πάγωσα και γύρισα προς το μέρος του σοβαρή... «Έντουαρτ;» ρώτησα και εκείνος με κοίταξε σοβαρός περιμένοντας να συνεχίσω υπομονετικά... «Σε ευχαριστώ» του είπα και εκείνος σμίγοντας τα φρύδια του με κοίταξε με απορία.

«Για ποιο πράγμα;» ρώτησε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα συνέχισα.

«Που με έκανες να νιώσω καλύτερα... Το είχα πραγματικά ανάγκη» του απάντησα και μου χαμογέλασε.

«Πάντα στην διάθεση σου» μου αποκρίθηκε και χαμογελώντας,  μπήκα στην τουαλέτα και πραγματικά δεν είχα ιδέα πως να νιώσω γι αυτό.

Ήταν λες και ζούσα σε ένα παράλληλο σύμπαν,  σε μια παράλληλη διάσταση που από την μια ήθελα να κλάψω και από την άλλη ήθελα να πετάξω στα ουράνια από την χαρά μου που εκείνος με θεωρεί δικιά του και μάλιστα θεωρεί τον εαυτό του ότι ανήκει σε μένα... Αλλά δεν έχω αυταπάτες, ξέρω ότι όλα αυτά είναι προσωρινά, ξέρω πως μόλις γυρίσουμε πίσω θα είναι απλά μια γλυκιά ανάμνηση αλλά είναι τόσο όμορφη ανάμνηση που θέλω να την κρατήσω για πάντα μέσα μου... Το χιούμορ του είναι τελείως κρύο αλλά και μόνο ότι προσπάθησε να με κάνει να γελάσω ήταν τόσο γλυκό από μέρους του που και μόνο σκέφτηκε να κάνει κάτι τέτοιο για μένα, με έκανε να θέλω να δακρύσω.

Μόλις βγήκα από την τουαλέτα εκείνος είχε ακουμπήσει το χέρι του στο πλαίσιο του παραθύρου και κοίταζε μακριά... Τι να τον βασανίζει;... αναρωτήθηκα αλλά μόλις κατάλαβα ότι με κοιτάζει δεν ήξερα πως να ανταποκριθώ.

«Έτοιμη;» ρώτησε και κατένευσα κοιτώντας το πάτωμα γιατί δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω τώρα.

Ερχόμενος κοντά μου πέρασε το χέρι του από την μέση μου και τον κοίταξα ξαφνιασμένη.

«Έλα να πάμε σπίτι,  σίγουρα θα έχεις πεινάσει» είπε με τόση τρυφερή φωνή που και να ήθελα να του αρνηθώ απλά δεν μπορούσα.

Στην διαδρομή της επιστροφής από την στιγμή που μπήκαμε μέσα στο αυτοκίνητο και εκείνο ξεκίνησε το μυαλό μου όπως και η ταχύτητα του αυτοκινήτου χωρίς να το κάνω επίτηδες άρχισε να τρέχει αναμασώντας τα λόγια της Βι και χωρίς να το καταλάβω ξαφνικά άρχισα να σκαλίζω την μνήμη μου προσπαθώντας πολύ σκληρά να θυμηθώ κάτι από όλα αυτά.

Κάποια στιγμή ένιωσα τον αγκώνα του στο χέρι μου να με σκουντά και ξαφνιασμένη γύρισα απότομα προς το μέρος του...

«Ξεχάστηκες;» ρώτησε και σμίγοντας τα φρύδια μου προσπαθούσα να καταλάβω τι εννοεί... Με την ματιά του μου έδειξε προς το CD player και εκείνην μόνο την στιγμή κατάλαβα ότι έπαιζε το τραγούδι της Σακίρα που τραγουδούσαμε μαζί όταν πηγαίναμε προς το ινστιτούτο αισθητικής της Ρόουζ και έξυσα το κεφάλι μου νευρικά.

«Μάλλον» απάντησα άψυχα ενώ την στιγμή που έκανα την κίνηση να γυρίσω και πάλι προς το παράθυρο εκείνος συνέχισε για να με αποτρέψει να πέσω στον λήθαργο για άλλη μια φορά.

«Που ταξιδεύεις;» ρώτησε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα κοίταξα στην ευθεία χωρίς πραγματικά να κοιτώ τον δρόμο και μόλις το σκέφτηκα για λίγο, γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του.

«Έντουαρντ;»

«Μμμμ;» ανταποκρίθηκε χωρίς να με κοιτάει και έμεινα για λίγο αναποφάσιστη αλλά μόλις ένιωσα την ματιά του πήρα το θάρρος και συνέχισα.

«Με έχεις ακούσει κανένα βράδυ να ουρλιάζω ή κάτι τέτοιο;» τον ρώτησα με την καρδιά μου να καλπάζει σαν τρελή και χωρίς ανάσα έμεινα να περιμένω την απάντηση του.

«Ναι» απάντησε αυτόματα και έμεινα να τον κοιτώ χωρίς να ξέρω πως να συνεχίσω.

«Και;» ρώτησα τελικά καθώς κατάλαβα ότι δεν είχε σκοπό να το συνεχίσει από μόνος του.

«Τι και?» απάντησε και κόντεψα να εκραγώ.

«Ήρθες να με ξυπνήσεις;» προσπάθησα να τον ψαρέψω για περισσότερα.

«Ναι» απάντησε και πάλι μονολεκτικά και αναστέναξα αλλά δεν τα παράτησα.

«Και όταν με είδες ήταν σαν να έβλεπες το ψυχό όπως λέει η Βι;» ρώτησα αυθόρμητα σαν να ήταν μπροστά και ο ίδιος στην συζήτηση και η απάντηση του με έστειλε αδιάβαστη.

«Πολύ χειρότερο από όσο σου το περιέγραψε, παρέλειψε και άλλα που κάνεις στον ύπνο σου» απάντησε ειλικρινά και έμεινα με το στόμα ανοιχτό από το σοκ.

«Άκουγες» είπα ξέπνοα και εκείνος με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι για μια στιγμή και γύρισα την ματιά μου προς το παράθυρο ντροπιασμένη... Τι ηλίθια... έπρεπε να το περιμένω ότι θα άκουγε.

«Τα πάντα;» ρώτησα σκύβοντας το κεφάλι μου ενώ τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου με φωνή που έβγαινε ξεψυχισμένα από τα βάθη της ψυχής μου και εκείνος σοβαρός το επιβεβαίωσε.

«Τα πάντα» και δεν ήξερα τι να κάνω... Δεν νομίζω να έχω νιώσει πιο άσχημα σε ολόκληρη την ζωή μου περισσότερο από όσο νιώθω τώρα, αλλά εκείνος δεν με άφησε να το σκεφτώ περισσότερο... «Θυμήθηκες τίποτα περισσότερο τώρα που έμαθες την αλήθεια;» ρώτησε και τον κοίταξα ξαφνιασμένη αλλά απάντησα αρνητικά μόνο με την κίνηση του κεφαλιού μου... «Θέλεις την άποψη μου πάνω σε αυτό το θέμα;» ρώτησε και με κοίταξε περιμένοντας υπομονετικά να ανταποκριθώ... Κατένευσα και εκείνος γυρίζοντας το πρόσωπο του πάλι στην ευθεία συνέχισε.

«Το μυαλό σου έσβησε όλες της βασανιστικές στιγμές δίνοντας σου την ευκαιρία για μια καινούργια αρχή, μην κάνεις το λάθος να προσπαθήσεις να τα ανασύρεις ξανά... Θα είναι πιο δύσκολο να το ξεπεράσεις μετά» είπε και σκύβοντας το κεφάλι συγκράτησα τα δάκρυα μου με νύχια και με δόντια.

«Νόμιζα ότι με αγαπούσε» είπα με παράπονο και η απάντηση του με ξάφνιασε.

«Και ποιος σου είπε ότι αυτό δεν ισχύει;» ρώτησε και δεν ήξερα τι να σκεφτώ.

«Πως μπορείς να το λες με τόση σιγουριά;» τον ρώτησα ξέπνοα και χαμογέλασε στιγμιαία με πίκρα.

«Αν δεν ίσχυε Μπέλα, δεν θα ένιωθες ασφάλεια στην αγκαλιά του όταν σου διάβαζε τα βράδια» απάντησε και το σκέφτηκα για λίγο ανασαίνοντας γρήγορα αλλά πριν βάλω τις σκέψεις μου σε μια τάξη, εκείνος συνέχισε... «Από την εμπειρία μου μαζί σου,  μπορώ να σου πω ακριβώς τους λόγους που τον οδήγησαν σε τόσο ακραίες πράξεις... Όχι ότι αυτό τον δικαιολογεί»

«Οπότε έφταιγα εγώ» είπα αυτόματα με τα μάτια μου να με τσούζουν ενώ χαμήλωνα την ματιά μου.

«Στην δική του περίπτωση όχι τόσο όσο κατηγορείς τον εαυτό σου... Το πιο λογικό είναι να μην γνώριζες η ίδια γιατί δεν μπορούσες να τα μάθεις και πιθανολογώ ότι ο λόγος που τον έκανε να βγει από τα ρούχα του ήταν γιατί προφανώς εσύ επέμενες ότι είχες διαβάσει ενώ εκείνος νόμιζε ότι του έλεγες ψέματα από την στιγμή που δεν γνώριζες τίποτα από όσα σε ρωτούσε... Όπως πολύ σοφά είπε η γιαγιά σου Μπέλα, δεν φταίει μόνο ο ένας αλλά και οι δύο... Και οι δύο κάναμε ακριβώς το ίδιος λάθος... Αφήσαμε το ένστικτο μας να μας καθοδηγήσει χωρίς να κάνουμε τον κόπο να μπούμε στην διαδικασία να δούμε τον πραγματικό λόγο που συμβαίνει» είπε και τον κοίταζα αποσβολωμένη χωρίς να ξέρω πως να αντιδράσω γι αυτό.

«Δεν μπορούμε να διορθώσουμε τα λάθη του παρελθόντος,  μπορούμε όμως να διδαχτούμε από αυτά και να τα αφήσουμε να μας καθοδηγήσουν για να φτιάξουμε το μέλλον... Μην κάνεις το ίδιο λάθος δύο φορές Μπέλα... Όσο παράλογο  και να σου φαίνεται αυτό, είμαι αρκετά ανοιχτόμυαλος και μπορώ να δεχτώ οτιδήποτε θες να μοιραστείς μαζί μου... Αυτό που δεν ανέχομαι είναι τα ψέματα και την κοροϊδία, αυτά ναι με κάνουν να βγαίνω εκτός εαυτού... Μην φοβάσαι να πεις αυτό που σκέφτεσαι, έχω κατανόηση» συμπλήρωσε και πήρα μια βαθιά ανάσα κουνώντας το κεφάλι μου καταφατικά ενώ γύριζα και πάλι προς το παράθυρο μαζεύοντας τις σκέψεις μου για να της βάλω σε μια σειρά.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Haunted Love "23. Τελικά έχει αισθήματα"




Έντουαρτ

«Τι να πω...» είπε σκύβοντας το κεφάλι της τελείως διαλυμένη... «Ίσως να μην είμαι αρκετά καλή για εκείνον» συνέχισε ξεψυχισμένα ενώ ήμουν σίγουρος ακόμα και από το σημείο που την κοιτούσα ότι ήταν έτοιμη να δακρύσει και άρχισα να αφρίζω.

Είναι σοβαρή;... Πόσα θέλει επιτέλους να με τρελάνει;... ούρλιαζα καθώς τράβαγα τα μαλλιά μου από απελπισία... Εγώ κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες για να συγκρατηθώ και εκείνη νομίζει ότι εγώ είμαι αυτός που την αποφεύγει;... Δεν υπάρχει περίπτωση αυτή η γυναίκα θα με στείλει πριν την ώρα μου... Δεν υπάρχει περίπτωση, έλεγα ξανά και ξανά ενώ ένιωθα να θέλω να σπάσω ότι βρω μπροστά μου και πηγαίνοντας προς το μπαράκι της Ρόουζ γέμισα ένα ποτήρι με ουίσκι μπας και καταφέρω να ηρεμήσω λίγο, μόλις όμως άκουσα την επόμενη απορία της Βι, έμεινα στήλη άλατος ενώ γέμιζα το ποτήρι μου χωρίς να το κοιτώ.

«Μια στιγμή... Είπες ότι δεν κοιμάσαι μαζί του;...» ρώτησε σοκαρισμένη και γυρίζοντας την ματιά μου προς τον γυάλινο τοίχο που μας χώριζε την είδα να κουνάει αρνητικά το κεφάλι της με απορία να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της.

«Αν δεν κοιμάσαι μαζί του, τότε με ποιον κοιμάσαι;» ρώτησε και αφήνοντας το μπουκάλι πάνω στο μπαράκι πήρα το ποτήρι μου και πλησιάζοντας την τζαμαρία έμεινα να περιμένω να ακούσω που το πήγαινε η φίλη της, με περιέργεια... Γιατί το έθιξε με τόσο σοκαρισμένο ύφος;... Υπάρχει περίπτωση αυτό που είδα εχθές να το έχει από παλιά;... αναρωτήθηκα και έμεινα να ακούσω την συνέχεια προβληματισμένος.

«Μόνη μου» απάντησε η Μπέλα κοιτώντας την προβληματισμένη.

«Είσαι σίγουρη;... Μήπως κοιμάται κρυφά μαζί σου και δεν το έχεις καταλάβει;» ρώτησε ξανά ενώ είχε μείνει χωρίς ανάσα και αυτό μου φάνηκε πιο ύποπτο ενώ μέσα μου άρχισε να επιβεβαιώνεται η προηγούμενη μου διαπίστωση.

«Τι λες ρε Βι και γιατί να το κάνει αυτό;» ρώτησε η Μπέλα απηυδισμένα και η φίλη της αναστέναξε βαριά ενώ άφησε την πλάτη της να ξεκουραστεί πάνω στην πλάτη της καρέκλας της κοιτώντας την, καθώς δάγκωνε τα χείλια της αναποφάσιστη... «Βι, γιατί να το κάνει αυτό;... Τι προσπαθείς να μου κρύψεις και μην μου το αρνηθείς γιατί το ξέρω αυτό το βλέμμα... Γιατί να το κάνει αυτό;» επέμενε η Μπέλα ενώ κρατιόταν με νύχια και με δόντια να κρατήσει την φωνή της χαμηλή.

«Ούτε σου έχει πει ποτέ αν φωνάζεις στον ύπνο σου ή κάτι τέτοιο;» συνέχισε τις υποψίες της η φίλη της και δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο για να καταλάβω ότι το έχει από παλιά και ότι δεν έφταιγα εγώ γι αυτό που παθαίνει στον ύπνο της... αλλά που να με πάρει και πάλι δεν ένιωσα να έχει διαφορά με ότι ένιωσα εχθές και αυτό με εκνεύρισε προς στιγμήν αλλά το παραμέρισα μέχρι να ακούσω την συνέχεια ελπίζοντας εκείνη να της έλεγε και τον λόγο που το κάνει.

«Βι., θα με τρελάνεις τελείως» αναφώνησε απηυδισμένα η Μπέλα αναστενάζοντας, επαληθεύοντας αυτό που είχα καταλάβει και εγώ... Δεν είχε ιδέα ότι το έκανε... «Μπορείς να μου εξηγήσεις τι παλαβομάρες λες επιτέλους;» απαίτησε και η φίλη της αναστενάζοντας εξουθενωμένα, γύρισε στην δουλειά της χωρίς να την κοιτάει στα μάτια αλλά τελικά έλυσε την σιωπή της και όσο πιο ήρεμα μπορούσε άρχισε να λέει όσα εκείνη είχε βιώσει μαζί της.

«Θυμάσαι την ημέρα που πέθανε η γιαγιά σου που ξύπνησες και με ρώταγες γιατί κοιμήθηκα μαζί σου και εγώ έλεγα ότι παλαβομάρα μου ερχόταν για να σε καθησυχάσω;» ρώτησε και μόλις σήκωσε την ματιά της προς την Μπέλα εκείνη κατένευσε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα κατάπιε με δυσκολία αλλά δεν σταμάτησε... «Η αλήθεια είναι ότι κοιμήθηκα μαζί σου...» έκανε μια μεγάλη παύση αλλά η Μπέλα περίμενε υπομονετικά χωρίς να την διακόπτει... «Φιλενάδα τα είδαμε όλα εκείνην την βραδιά, δεν έχω ιδέα πως να σου το περιγράψω» είπε απελπισμένα και μπορούσα ακριβώς να καταλάβω το πως ένιωθε.

«Για ποιο πράγμα μιλάς, δεν σε καταλαβαίνω» είπε η Μπέλα και η φίλη της χωρίς να έχει άλλα περιθώρια για ψέματα πήρε μια βαθιά ανάσα και της είπε τι είχε συμβεί κοιτώντας την τρομοκρατημένα βλέποντας τις αντιδράσεις της.

«Μετά που σε άφησα να κοιμηθείς πήγα σπίτι αλλά δεν κοιμήθηκα αμέσως και εκεί που δεν ακουγόταν τίποτα, ξαφνικά άρχισες να ουρλιάζεις και με την μαμά μου τρέξαμε να δούμε τι είχες πάθει, αλλά μπέμπα το θέαμα που αντικρίσαμε δεν σου κρύβω ότι μας φρίκαρε για τα καλά...»

«Για ποιο θέαμα μιλάς;... Εγώ γιατί δεν θυμάμαι τίποτα;» ρώτησε εύλογα και η φίλη της, της έτριψε το χέρι παρηγορητικά.

«Θα σου τα πω αλλά θέλω να κρατήσεις την ψυχραιμία σου εντάξει;» την ρώτησε και η Μπέλα την κοίταξε χωρίς να είναι ικανή να κάνει μια λογική σκέψη και καθώς κατένευσε η φίλη της συνέχισε.

«Όταν μπήκαμε μέσα στο διαμέρισμα σου, ήσουν πάνω στο κρεβάτι και κρατώντας τα σεντόνια μέσα στις χούφτες σου ούρλιαζες χωρίς ανάσα ενώ το σώμα σου έτρεμε ολόκληρο...Το στήθος σου ήταν σηκωμένο ενώ το κεφάλι σου είχε γυρίσει τόσο πολύ προς τα πίσω με τέτοια πίεση που λίγο ήθελε να σπάσεις κανέναν αυχένα... Πω πω αδελφάκι μου πραγματικά τα είδαμε όλα, ήταν σαν να έβλεπα το ψυχό... Δεν ξέρω πως αλλιώς να το περιγράψω, πραγματικά ήταν σαν να είχε μπει κάποιος μέσα σου ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων...» έλεγε καθώς ανατρίχιαζε ολόκληρη στην θύμηση αυτή ενώ ένιωθα ότι ήταν έτοιμη να δακρύσει αλλά βρίσκοντας γρήγορα την ψυχραιμία της συνέχισε πριν την διακόψει η Μπέλα κοιτώντας την απολογητικά στα μάτια.

«Ήθελα να σου το πω, αλήθεια ήθελα αλλά η μαμά μου δεν με άφησε... Από την στιγμή που δεν σου συμβαίνει κάτι παρόμοιο όταν κάποιος κοιμάται μαζί σου είπε ότι ήταν καλύτερα να μην το ξέρεις»

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα...» είπε η Μπέλα απαρηγόρητη και αναστέναξα... «Γιατί να το κάνω αυτό;» ρώτησε με απορία.

«Η μητέρα μου πιστεύει ότι πρέπει να βλέπεις ξανά και ξανά ότι συνέβη την ημέρα που οι δικοί σουυυυ...» είπε με νόημα και η Μπέλα ζάρωσε τα φρύδια της με απορία.

«Μα η γιαγιά είπε ότι δεν ήμουν στο ατύχημα... Δεν το θυμάμαι βέβαια αλλά εκείνη μου είπε ότι ήμουν στο σπίτι όταν πέθαναν» είπε με μια ξεψυχισμένη φωνή αλλά η φίλη της κούνησε αρνητικά το κεφάλι της σμίγοντας τα χείλια της σε μια ίσια γραμμή.

«Δεν σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα Μπέλα μου...» είπε όσο πιο απαλά μπορούσε ενώ της έτριβε το χέρι για να της δώσει όσο περισσότερο κουράγιο μπορούσε και η Μπέλα την κοίταξε με απορία.

«Και τότε πως σκοτώθηκαν;» ρώτησε και η φίλη της πήρε μια βαθιά ανάσα κοιτώντας μακριά για λίγο αναποφάσιστη.

«Οκ μην φρικάρεις, έχουν περάσει τόσα χρόνια και εσύ είσαι καλά και είσαι εδώ και μπορώ να πω πιο όμορφη από ποτέ» προσπάθησε να της χρυσώσει το χάπι αλλά η Μπέλα δεν μάσησε από αυτά.

«Βι θα μου πεις ή θα με σκάσεις;» ρώτησε απηυδισμένα και παίρνοντας άλλη μια βαθιά ανάσα, η φίλη της προσπάθησε να βρει το κουράγιο να συνεχίσει.

«Πως να το πω τώρα αυτό;» μονολόγησε και κοίταξε την Μπέλα συμπονετικά... «Πόσα θυμάσαι από την εποχή που έμενες μαζί τους;» την ρώτησε και η Μπέλα ανασήκωσε τους ώμους της.

«Από τον πατέρα μου θυμάμαι μόνο που μου διάβαζε τα βράδια για να κοιμηθώ ενώ από την μητέρα μου έχω μόνο μια εικόνα της που πλένει τα πιάτα κλαίγοντας ενώ έπινε ουίσκι και κάπνιζε καθώς σκούπιζε τα μάγουλα της κάθε τόσο, αλλά δεν θυμάμαι καθόλου το πρόσωπο της» είπε και η Βι δάγκωσε τα χείλια της με μανία.

«Μόνο αυτά;...» ρώτησε ξανά και καθώς η Μπέλα κατένευσε συνέχισε να την ψαρεύει για περισσότερα... «Και από την ημέρα που σε βάλανε στο λεωφορείο για να έρθεις στην γιαγιά σου;»

«Τίποτα...» κούνησε αρνητικά το κεφάλι της... «Οι μνήμες μου ξεκινούνε πολύ πιο μετά από την ημέρα που ήρθα εδώ» της είπε ακόμα ψύχραιμη και η φίλη της έξυσε το κεφάλι της νευρικά... «Σε παρακαλώ Βι πες μου» παρακάλεσε και η φίλη της τα παράτησε.

«Ο πατέρας σου μπέμπα μου σε σάπιζε στο ξύλο...» ξεκίνησε και ταυτόχρονα με την Μπέλα έμεινα σοκαρισμένος και εγώ να κοιτώ την φίλη της αγωνιώντας για την συνέχεια... «Νόμιζε ότι τον κορόιδευες και ότι τεμπέλιαζες επειδή σε έβρισκε πάντα αδιάβαστη... Μάλλον δεν είχαν καταλάβει τότε ότι δεν μπορούσες να συγκεντρωθείς χωρίς μουσική ή ότι μπορούσες να τα μάθεις μόνο ακουστικά και καταλαβαίνεις» της είπε απαλά και έμεινα μαλάκας ενώ ένας οξύς πόνος διαπέρασε το στήθος μου, ξαφνιάζοντας με τελείως και ξέπνοος περίμενα για την συνέχεια...

«Την ημέρα που σκοτώθηκαν είχε ξεπεράσει τα όρια του και προσπάθησε να σε πνίξει... Η μητέρα σου προσπάθησε να τον σταματήσει αλλά εφόσον δεν έπιασαν όλα τα άλλα, του κάρφωσε ένα κουζινομάχαιρο στην πλάτη και όταν εκείνος σε άφησε μόλις άκουσε την αστυνομία αυτοκτόνησε και η ίδια... Πρέπει να τονίσω ότι είσαι πολύ τυχερή που ζεις, δεν ξέρω και εγώ πόση ώρα παλεύανε να σε επαναφέρουν, είχες χάσει τελείως την αναπνοή σου και το σώμα σου ήταν πολύ χάλια από τα χτυπήματα που είχες δεχθεί... Αφού η μαμά μου έλεγε ότι το πρόσωπο σου είχε παραμορφωθεί από το πρήξιμο, ούτε μπορούσαν να σε ακουμπήσουν πουθενά γιατί είχες παντού μώλωπες ακόμα και τα χέρια σου ήταν τουμπανιασμένα και φαντάσου ότι σε φέρανε μετά από δύο βδομάδες από την ημέρα που έγινε αυτό... Σε αφήσανε να μείνεις με την γιαγιά σου από την πρόνοια, γιατί πιστεύανε ότι ίσως αν είσαι με κάποιον συγγενή ότι θα μπορούσες να το ξεπεράσεις... Δεν μίλαγες και κάθε φορά που άκουγες βήματα ούρλιαζες σαν τρελή» είπε και κοίταξε με αγωνία την Μπέλα η οποία κοίταγε τα χέρια της με μανία χωρίς κανένα συναίσθημα να προδίδει τα πραγματικά συναισθήματα που ένιωθε εκείνην την στιγμή και κόντεψα να ουρλιάξω...

Αντί η αλήθεια να με κάνει να νιώσω ανακούφιση που ουσιαστικά δεν είμαι εγώ αυτός που το είχε προκαλέσει όλο αυτό, η αποκάλυψη της αλήθειας αν είναι δυνατόν με έκανε να νιώσω χίλιες φορές χειρότερα και με μανία πέταξα το ποτήρι μου πάνω στον τοίχο ενώ τράβαγα τα μαλλιά μου με απελπισία... Τι μοίρα το κυνηγάει αυτό το κορίτσι;... Πρώτα ο πατέρας της, μετά εγώ... Στην συνέχεια τι μπορεί να της βρεθεί στον δρόμο της να την αποτελειώσει;... αναρωτήθηκα και μόλις άκουσα πάλι την φωνή της Βι γύρισα το πρόσωπο μου προς το μέρος τους.

«Μπέλα μου;... Μπέμπα μου πες κάτι σε παρακαλώ έχω αρχίσει να φρικάρω» παρακάλεσε ενώ της ταρακουνούσε τα χέρια τρομοκρατημένη και δεν έχω ιδέα πως συγκρατήθηκα να μην τρέξω κοντά της.

«Δεν ξέρω τι να πω» είπε παγωμένα με το βλέμμα της να είναι νεκρό και αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε μέσα μου και εκείνην ακριβώς την στιγμή έδωσα όρκο στον εαυτό μου ότι όλα θα αλλάξουν.

«Δεν έπρεπε να σου τα πω, είχε δίκιο η μητέρα μου... Καλύτερα που δεν τα θυμάσαι» είπε η Βι απελπισμένα αλλά η Μπέλα άρχισε να κουνάει το κεφάλι της με πείσμα αρνητικά.

«Όχι μην αισθάνεσαι άσχημα, είμαι καλά...» είπε με δυσκολία αλλά δεν έπεισε κανέναν μας... «Έχει πουθενά εδώ τουαλέτα;» ρώτησε κοιτώντας γύρω της ενώ μπορούσα να διακρίνω το τρέμουλο στο σώμα της και η φίλη της αμέσως σηκώθηκε και την βοήθησε να πάει προς την τουαλέτα ενώ την κοίταζε καλά καλά για να βεβαιωθεί ότι δεν θα καταρρεύσει ή κάτι τέτοιο... Χωρίς να αντέχω άλλο, παίρνοντας το σακάκι μου άρχισα να τρέχω... Δεν με χώραγε άλλο ο τόπος.

Μπαίνοντας μέσα στο αυτοκίνητο μου άρχισα να τρέχω χωρίς προορισμό με τις σκέψεις μου να καίνε όλες μου τις αισθήσεις... Που να με πάρει... τι διάολο σκέφτομαι;... Τι διάολο με έχει πιάσει;... Είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν φταίω εγώ γι αυτό που της συνέβη... Γιατί αυτό αντί να με κάνει να νιώσω καλύτερα, με κάνει να νιώθω χίλιες φορές χειρότερα;

Μπέλα

Είναι πέρα από κάθε όρια σοκαρισμένη με όσα είχα ακούσει αλλά δεν ήθελα να τρομάξω περισσότερο την Βι, ήταν πολύ δύσκολο ακόμα και για εκείνην να μου εκμυστηρευθεί όλα αυτά δεν ήθελα να της το κάνω δυσκολότερο... Καθώς μπήκα στην τουαλέτα προσπάθησα με νύχια και με δόντια να βρω ξανά την ψυχραιμία μου πριν βγω, αλλά νιώθοντας κάτι καυτό να με καίει στην ευαίσθητη περιοχή μου κοίταξα το σλιπάκι μου με περιέργεια και έμεινα σοκαρισμένη να το κοιτώ... Όχι και αυτό τώρα;... είπα μέσα μου κλαψουρίζοντας και μόλις κοίταξα το φόρεμα μου, έγινα πολύ χειρότερα.

«Βι;» την φώναξα και αμέσως άκουσα τα βήματα της να έρχονται προς το μέρος μου γρήγορα.

«Μπέμπα μου είσαι καλά;» ρώτησε με αγωνία ξέπνοα και άρχισα να κουνώ το κεφάλι μου απελπισμένα.

«Μου ήρθε η περίοδος μου και έχω γίνει χάλια, πως θα βγω τώρα έξω;» έλεγα κλαίγοντας και άκουσα να παίρνει μια ανακουφιστική ανάσα.

«Γι αυτό στεναχωριέσαι βρε κουτό;... Θα πάω να σου φέρω από πάνω το ίδιο φόρεμα και εσώρουχα για να αλλάξεις και θα πεταχτώ δίπλα για να σου πάρω και σερβιέτες εντάξει;» ρώτησε και έμεινα να κοιτώ την πόρτα για λίγο με απορία αλλά αμέσως ανταποκρίθηκα θετικά και μόλις την άκουσα να ξεμακραίνει ακούμπησα την πλάτη μου πάνω στα πλακάκια, έμεινα να κοιτώ το ταβάνι χωρίς να μπορώ να κάνω μια λογική σκέψη.

Γιατί η μοίρα μου, μου παίζει τόσο άσχημο παιχνίδι;... αναρωτήθηκα με παράπονο... Πρώτα ο πατέρας μου, τώρα ο Έντουαρτ, μετά τι άλλο θα μου βγει στον δρόμο μου για να με αποτελειώσει;... σκεφτόμουν ξανά και ξανά μέχρι που άκουσα το χτύπημα στην πόρτα μου και σκουπίζοντας τα δάκρυα μου προσπάθησα να συνέλθω πριν την ανοίξω.

«Είχαν μόνο ταμπόν» είπε η Βι μόλις άνοιξα την πόρτα κοιτώντας με απολογητικά και αναστέναξα.

«Δεν έχω ιδέα πως τα βάζουν αυτά τα πράγματα» είπα απελπισμένα και η Βι άρχισε να γελάει.

«Έλα βρε μπέμπα, πως λες να τα βάζουν;» είπε κοροϊδευτικά αλλά μόλις είδε την έκφραση μου πάγωσε και δάγκωσε τα χείλια της απολογητικά... «Έλα να σε πάω να κάνεις ένα ντουζάκι να καθαριστείς και θα σου πω, πως να το βάλεις» είπε με πιο απαλή φωνή και πηγαίνοντας με σε έναν άλλον χώρο αφού πρώτα έλεγξε μην περνάει κάποιος εκείνην την στιγμή ώστε να μην με δει σε αυτά τα χάλια και νιώσω χειρότερα... με βοήθησε να αλλάξω και μόλις φόρεσα το φόρεμα την κοίταξα με περιέργεια.

«Που βρήκες το ίδιο φόρεμα με αυτό που φόραγα;» δεν άντεξα και την ρώτησα και εκείνη με κοίταξε ξαφνιασμένη.

«Δεν ξέρεις;» ρώτησε πίσω με απορία και έσμιξα τα φρύδια μου.

«Τι πράγμα;» ρώτησα με την σειρά μου και εκείνη με κοίταξε ξαφνιασμένη.

«Ο δικός σου ακουμπάει τεράστια ποσά στην κυρία Χειλ για να του φέρνει τα καλύτερα ρούχα, αξεσουάρ και ότι άλλο καταλαβαίνεις... Ο απάνω όροφος είναι γεμάτος με τέτοια πράγματα και φυσικά είναι και αυτός δικός της... Μιλάμε από ότι έχω ακούσει, μπορεί να αλλάζει τις γκόμενες σαν τα πουκάμισα αλλά όσο είναι μαζί τους λένε ότι κάνουν την τύχη τους... Αυτά που παίρνουν φεύγοντας φτάνουν για να τους εξασφαλίσουν ένα καλό μέλλον γιατί όσο είναι μαζί του τα πληρώνει όλα αυτός... Ξέρεις τώρα, ρούχα, αξεσουάρ, μέχρι και τα καλύτερα και τα πιο ακριβά αυτοκίνητα... Αλλά τι σου τα λέω εσύ τα ξέρεις από πρώτο χέρι και αν σκεφτώ και το πόσο σε πληρώνει για να μένεις μαζί του... Ξέρεις έχω αρχίσει να πιστεύω ότι κάτι δεν πάει καλά με την πάρτη του... Σίγουρα περνάς καλά μαζί του;» ρώτησε κοιτώντας με εξεταστικά και δεν ήξερα τι να απαντήσω.

«Αν εξαιρέσεις ότι είναι μούχλας μέχρι το κόκαλο, εγώ προσωπικά δεν έχω δει κάτι» είπα τη μισή αλήθεια και προς μεγάλη μου έκπληξη, εκείνη έδειξε να το πιστεύει.

«Αλήθεια γιατί δεν με πήρες κανένα τηλέφωνο;» ρώτησε με παράπονο και αναστέναξα.

«Το ήθελα Βι μου, πίστεψε με το ήθελα σαν τρελή αλλά δεν τα κατάφερα» της είπα με παράπονο και εκείνη κούνησε το κεφάλι της συγκαταβατικά.

«Σημασία έχει ότι είσαι καλά, αλλά μην εξαφανιστείς πάλι γιατί δεν θα το αντέξω...» παρακάλεσε και της έδωσα τον λόγο μου χωρίς να είμαι σίγουρη για το καταπόσο θα μπορούσα να τον κρατήσω.

Όταν γυρίσαμε στο μπάγκο της, εκείνη τελειώνοντας με τα νύχια μου με παρέδωσε με την σειρά της στην επομένη κοπέλα που με περίμενε για να μου κάνει πεντικιούρ... Την στιγμή που χαιρετηθήκαμε ένιωσα ένα πόνο να με διαπερνά, που την έσφιξα ασυναίσθητα περισσότερο στην αγκαλιά μου από όσο το είχα σκοπό και εκείνη με κοίταξε με απορία.

«Μου λείπεις» είπα με παράπονο και με κοίταξε με τα μάτια της να βουρκώνουν.

«Και μένα βρε μπέμπα μου, δεν φαντάζεσαι πόσο... Αφού να φανταστείς από συνήθεια κοιμάμαι στο σπίτι σου, δεν μπορώ να γυρίσω στο δικό μου κρεβάτι και ας είναι πολύ καλύτερο από το δικό σου... Μην χαθείς πάλι» παρακάλεσε άλλη μια φορά.

«Σου το υπόσχομαι» της απάντησα και εκείνη αφού με αγκάλιασε άλλη μια φορά με άφησε μόνη μου για να γυρίσει στο πόστο της.

Ένιωσα τόσο άδεια, τόσο μόνη, τόσο απαρηγόρητη που δεν μπορούσα να δώσω σημασία σε ότι και να μου κάνανε... Αλλά τελειώνοντας από τα μαλλιά και το μακιγιάζ, την στιγμή που με πήγανε για να κάνω αποτρίχωση και είδα την Ρόουζ να έρχεται κάτι με έκανε να αρχίζω να τρέμω... Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η γυναίκα με τρομοκρατεί τολμώ να πω περισσότερο ακόμα και από τον Έντουαρτ και χωρίς να το σκεφτώ άρχισα να αρνούμαι.

«Μην κάνεις πείσματα, του Έντουαρτ δεν του αρέσουν οι αξύριστες γυναίκες» είπε με μια δόση κακίας και έκανα πιο πίσω αμυντικά μόλις πήγε να με πλησιάσει.

«Ειλικρινά λίγο με νοιάζει τι του αρέσει και τι όχι, δεν πρόκειται να κάνω αποτρίχωση» είπα με περισσότερο πείσμα και ανασηκώνοντας το φρύδι της απαξιωτικά, πάτησε ένα πλήκτρο στο κινητό της και βάζοντας το στο αυτί της άρχισε να μιλάει με εκείνον.

«Έλα έρωτα, ακόμα να την πειθαρχήσεις αυτήν;... Τι σκατά κάνεις τόσο καιρό;...» τον ρώτησε με κακία και η απάντηση του την έκανε να νευριάσει αλλά αμέσως άλλαξε διάθεση και συνέχισε... «Δεν θέλει να κάνει αποτρίχωση, θα έρθεις να την συμμορφώσεις εσύ ή προτιμάς να αναλάβω εγώ;» είπε ψυχρά και μόλις της απάντησε στριφογύρισε τα μάτια της με αηδία πριν συνεχίσει... «Οκ... ότι πεις... μην αργήσεις γιατί δεν σου υπόσχομαι ότι θα μπορέσω να συγκρατηθώ πολύ» του είπε κλείνοντας το τηλέφωνο χωρίς να περιμένει απάντηση και αμέσως κοκάλωσα... Τι εννοεί τώρα με αυτό;... Πρέπει να ανησυχώ;... Σίγουρα πρέπει να ανησυχώ, δεν μου αρέσει καθόλου το ύφος της.

«Πάμε στο σαλονάκι να τον περιμένουμε... Είμαι σίγουρη ότι δεν θα αργήσει, τόσο μονόχνοτος που είναι» σχολίασε και πιάνοντας με από το μπράτσο χωρίς να μου δίνει επιλογή άρχισε να με σέρνει και μόλις με έβαλε σε ένα αρκετά μικρό σαλονάκι πριν κλείσει την πόρτα, γύρισε προς το μέρος μου... «Θα πιεις κάτι;» ρώτησε ψυχρά και αναστέναξα.

«Λίγο νερό, αν είναι εύκολο» είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα παρόλο που δεν είχα καμία διάθεση για ευγένειες και εκείνη συνέχισε με το ίδιο ύφος πριν με αφήσει μόνη.

«Σαν στο σπίτι σου, δεν θα αργήσω» είπε και πριν περιμένει απάντηση εξαφανίστηκε.

Στον πρώτο καναπέ που βρήκα μπροστά μου απαξιώνοντας να κοιτάξω τον χώρο γύρω μου, έκατσα πριν σωριαστώ κάτω και κλείνοντας το πρόσωπο μου μέσα στα δύο μου χέρια άρχισα να παίρνω ήρεμες ανάσες μπας και καταφέρω να βρω την ψυχραιμία μου να την αντιμετωπίσω γιατί κάτι μου έλεγε ότι και τα χειρότερα έρχονται και δεν έπεσα καθόλου έξω.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Haunted Love "22. Το άγαλμα ζωντάνεψε"




« Άργησες...» άκουσα την φωνή του κοντά στο αυτί μου την στιγμή που βγήκα από την δέκατη τρίτη πόρτα και κράτησα την ανάσα μου για να μην ουρλιάξω από το ξάφνιασμα καθώς γύριζα πολύ αργά προς το μέρος του.

«Μου έκοψες την χολή» είπα ενώ ακόμα κράταγα την ανάσα μου και κοιτάζοντας με από πάνω μέχρι κάτω ανασήκωσε το φρύδι του.

«Άλλαξες» με κατηγόρησε και τον κοίταξα απολογητικά.

«Το φόρεμα που μου έδωσες δεν ταίριαζε με τα παπούτσια» είπα και περίμενα ξέπνοα να δω την αντίδραση του.

«Δείξε μου τι φόρεσες» απάντησε εκείνος ψυχρά χωρίς ίχνος αισθήματος στα χαρακτηριστικά του... Άνοιξα την καμπαρτίνα, την κράτησα ανοιχτή και χωρίς ακόμα να παίρνω ανάσα και με τα πνευμόνια μου να διαμαρτύρονται για λίγο αέρα, έμεινα να διαβάζω τις αντιδράσεις του.

“Ανυπομονώ να το βγάλω” το βλέμμα του λαίμαργο έλεγε όσα εκείνος δεν εξέφραζε δυνατά και πήρα μια κοφτή ανάσα πριν γυρίσει την ματιά του προς το μέρος μου.

«Έχεις γούστο τελικά, μου αρέσει» είπε χωρίς να δηλώνει τα αισθήματα του και εγώ κόντεψα να σκάσω... Τελικά είναι θυμωμένος ή όχι;

«Αυτό είναι κομπλιμέντο;» τόλμησα να ρωτήσω και ένα χαμόγελο του ξέφυγε πριν προλάβει να το κρύψει και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου.

«Πάμε πριν το μετανιώσω» είπε μόνο σαν απάντηση και πιάνοντας με από την μέση, άρχισε να με σέρνει προς την σκοτώστρα του χωρίς να μου δίνει την επιλογή και αναστέναξα την στιγμή που έκατσα αλλά δεν είπα τίποτα.

Εκείνος ακόμα ανέκφραστος και αμίλητος άρχισε να οδηγεί όπως το περίμενα σαν τρελός και χωρίς να το αντέχω όλο αυτό τελικά έλυσα πρώτη την σιωπή.

«Δεν είσαι θυμωμένος;» ρώτησα χωρίς να σταματώ να τον κοιτώ και η ματιά του, μου έδωσε την απάντηση που ήδη ήξερα “Περισσότερο από όσο δείχνω”... «Τότε γιατί είσαι τόσο ψύχραιμος;» εξέφρασα την απορία μου και χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι του αρνητικά.

«Δεν τα παρατάς» σχολίασε δυνατά αλλά πριν απαντήσω συνέχισε... «Έκανες καλή επιλογή, αλλά να μην ξαναγίνει» είπε σκληρά και κατένευσα χωρίς να το πιστεύω ότι το ζω αυτό.

«Ένιωσα ότι αυτό ταιριάζει περισσότερο στην ηλικία μου» είπα για να δω μέχρι πόσο θα μπορέσει να συγκρατηθεί... Δεν τον άντεχα έτσι, ας ξέσπαγε, ας έλεγε κάτι, οτιδήποτε.

«Γιατί το άλλο δεν ταίριαζει;» ρώτησε και χωρίς να το σκεφτώ τον προκάλεσα περισσότερο.

«Εκείνο ταιριάζει περισσότερο στην δική σου, 25 είμαι όχι 45» του είπα και προς έκπληξη μου άρχισε να γελάει κοιτώντας την διασταύρωση για να στρίψει χωρίς να σταματά... Κάτι δεν πάει καλά ή είναι η ηρεμία πριν την καταιγίδα ή σκατά δεν ξέρω τι άλλο... είπα μέσα μου απηυδισμένα αλλά δεν το συνέχισα.

«Βλέπω ξεπέρασες την ταχύτητα» διαπίστωσε μόλις ηρέμησε και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Ήταν ανάγκη να μου το θυμίσεις;» αναφώνησα πιάνοντας το κεφάλι μου... Προσπάθησα να παίρνω ήρεμες ανάσες, έτσι ώστε να ελέγξω την κρίση που ένιωθα να έρχεται με ορμή.

«Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν πήρες το αμάξι για να φύγεις» σχολίασε κοιτάζοντας με στιγμιαία με απορία και γούρλωσα τα μάτια από την έκπληξη... Πόσο μυαλό θέλει για να καταλάβει το γιατί.

«Πας καλά;... Με φαντάζεσαι να οδηγώ εγώ εκείνην την σκοτώστρα;» είπα με φρίκη και άρχισε πάλι να γελά... Γαμώτο θα με τρελάνει σήμερα.

«Όχι απλά σε φαντάζομαι αλλά ανυπομονώ να σε δω πίσω από το τιμόνι της» είπε ακόμα εύθυμα και άνοιξα το στόμα μου διάπλατα.

«Σίγουρα δεν πας καλά» του ανταπέδωσα και αναστέναξε.

«Τουλάχιστον ξέρεις να οδηγείς ή θα πρέπει να σου το μάθω και αυτό;» ρώτησε με μια δόση ειρωνείας και κοίταξα τα χέρια μου ντροπιασμένα.

«Έχω δίπλωμα» ήταν η μόνη απάντηση που μου ήρθε να πω και αναστέναξε.

«Ξέρω ότι έχεις δίπλωμα Μπέλα, να οδηγείς ξέρεις;» ρώτησε πάλι και περνώντας το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου, πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Δεν έχω οδηγήσει ξανά από τότε» απάντησα με την φωνή μου ένας ψίθυρος και εκείνος κατένευσε σοβαρός χωρίς να το σχολιάσει.

Καθώς παρέμενε σιωπηλός η ανάσα μου άρχισε πάλι να πιάνετε χωρίς να είμαι ικανή να κάνω κάτι για να μπορέσω να ξεπεράσω την ταραχή που μου προκαλούσε η οδήγηση του και εκείνος κοιτάζοντας με για μια στιγμή τελικά έσπασε την σιωπή ξανά.

«Η μουσική θα βοηθήσει;» ρώτησε και άνοιξα τα μάτια μου με έκπληξη.

«Μαγική λέξη» απάντησα και με το βλέμμα του μου έδειξε το ντουλαπάκι του.

«Διάλεξε ότι θες» είπε και καθώς το άνοιξα άρχισα να ψάχνω ανάμεσα στα τόσο τακτοποιημένα CD του αλλά όπως το περίμενα τίποτα από αυτά δεν ήταν κάτι που θα ήθελα να ακούσω... Ακόμα και στην μουσική του μούχλας είναι... Τίποτα διαφορετικό από Μπετόβεν και Μοτζαρτ δεν υπάρχει;... ρώτησα από μέσα μου και μόλις έπεσε το μάτι μου πάνω σε ένα CD της Σακίρας γύρισα με απορία προς το μέρος του.

«Σου αρέσει η Σακίρα;» ρώτησα δύσπιστα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

«Δεν είναι από το είδος μουσικής που ακούω... Μάλλον θα έμεινε ξεχασμένο... Ωστόσο δεν μπορώ να μην παραδεχθώ ότι ο τρόπος που κουνάει το κορμί της με εξιτάρει» συμπλήρωσε και γυρίζοντας την ματιά μου προς ντουλαπάκι για να μην δει την έκφραση μου, έμεινα να κοιτώ ξανά τα CD του.

Το αίσθημα της ζήλιας που με τρύπησε με ξάφνιασε τόσο πολύ που δεν είχα ιδέα πως να αντιδράσω σε αυτό... Φυσικά τι να περίμενα... Τι θα του άρεσε, ένα ατσούμπαλο κοριτσάκι που δεν ξέρει που πατάει και που βρίσκετε;... Αναρωτήθηκα με τα μάγουλα μου να φλέγονται από αγανάκτηση για τον ίδιο μου τον εαυτό... Τι διάολο με έχει πιάσει πια και τι με νοιάζουν εμένα τα γούστα του... Είπα από μέσα μου νευριασμένα και βγάζοντας το CD τον κοίταξα ξανά.

«Σε πειράζει να ακούσουμε αυτό;... Δεν βρίσκω κάτι άλλο που να μην περιέχει μέσα κλασική μουσική» είπα ελπίζοντας να μην τον προσβάλω και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του ενώ απλώνοντας το χέρι του περίμενε να του το δώσω.

Ανοίγοντας το καπάκι του έδωσα το CD και κοιτώντας ποια τραγούδια είχε μέσα την ώρα που είδα κάποιο αγαπημένο μου του είπα δειλά.

«Μπορείς να το βάλεις στο πέντε;» ρώτησα και πατώντας τα κουμπιά ρύθμισε την ένταση και το τραγούδι που ζήτησα χωρίς να απαντάει.


Την στιγμή που το τραγούδι ξεκίνησε δάγκωσα τα χείλια μου αλλά δεν μπορούσα να μην τον ρωτήσω.

«Σε ενοχλεί αν τραγουδαώ;» ρώτησα και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου με απορία αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί.

«Καθόλου» απάντησε τελικά και ακούγοντας το τραγούδι περίμενα μέχρι να ξεκινήσουν τα λόγια της Σακίρας για να την ακολουθήσω αφήνοντας τα λόγια του Alejandro Sanz να προχωρήσουν χωρίς να τον ακολουθήσω.

No pido que todos los días sean de sol
No pido que todos los viernes sean de fiesta
Tampoco te pido que vuelvas rogando perdón
Si lloras con los ojos secos
Y hablando de ella

Ay amor me duele tanto
Me duele tanto (Ανταπώδωσε)
Que te fueras sin decir a donde
Ay amor, fue una tortura perderte

Yo se que no he sido un santo
Pero lo puedo arreglar amor
(Άρχισε να τραγουδάει και για λίγο πάγωσα αλλά χωρίς να τα χάνω συνέχισα)

No solo de pan vive el hombre
Y no de excusas vivo yo.

Solo de errores se aprende
Y hoy se que es tuyo mi corazón

Mejor te guardas todo eso
A otro perro con ese hueso
Y nos decimos adiós

«Ξέρεις τι σημαίνουν τα λόγια ή τα λες από μνήμης;» ρώτησε και γέλασα αυτάρεσκα.

«El Sr. Cullen, el idioma español es como mi primera lengua ... Hablo español con fluidez... Usted?»
«Κύριε Κάλλεν η Ισπανική γλώσσα είναι σαν πρώτη μου γλώσσα... Μιλάω άπταιστα Ισπανικά... Εσείς;»

«Hablo con fluidez cinco idiomas, por lo que el español es uno de los»
«Μιλάω άπταιστα 5 γλώσσες και ναι η Ισπανική είναι μια από αυτές»

«Ουυυ Me ha impresionado»
«Ουαααουυυ εντυπωσιάστηκα»

«Es una broma?»
«Με δουλεύεις;»

«No, realmente estoy impresionado... Me encantan los idiomas extranjeros... Me gustaría saber más»
«Όχι, πραγματικά έχω εντυπωσιαστεί... Λατρεύω τις ξένες γλώσσες... Μακάρι να μπορούσα και εγώ να μάθω περισσότερες»

«Si quieres te puedo enseñar»
«Αν το θες μπορώ να σου μάθω»

«Realmente?»
«Αλήθεια;»

«Por qué no»
«Γιατί όχι»

«Gracias»
«Σε ευχαριστώ» είπα παγωμένα χωρίς να το πιστεύω ότι πράγματι συνέβη αυτό... Και γαμώτο μου είχε τόσο υπέροχη φωνή που ήθελα οπωσδήποτε να τον ξανακούσω.

«Μπορείς να το βάλεις από την αρχή;» ρώτησα καθώς είδα ότι είχε χαθεί μέσα στον κόσμο του ξανά και με κοίταξε για μια στιγμή μουρμουρίζοντας ένα «μμμ;;;»... «Το τραγούδι μου το έκοψες στην μέση» διευκρίνισα και με την ελπίδα να με συνοδεύσει ξανά έμεινα να τον κοιτώ και εκείνος ανασηκώνοντας παιχνιδιάρικα το φρύδι του στιγμιαία μου έκανε την χάρη άλλα όπως το περίμενα δεν άρχισε να τραγουδά και πλέων ήμουν σίγουρη ότι το έκανε επίτηδες... «Δεν είσαι εντάξει» του είπα και άρχισε να γελάει πειραχτικά ενώ το ξεκίναγε πάλι από την αρχή αλλά αυτή την φορά τραγουδώντας και εκείνος αρχίσαμε να το απολαμβάνουμε μαζί.

«Που έμαθες τόσο καλά Ισπανικά;» ρώτησε μόλις το τραγούδι τελείωσε με απορία και τον κοίταξα.

«Όταν πήγα να μείνω στην γιαγιά μου, στην ηλικία μου ήμασταν εγώ, η Βι και η Φοέρια... στην πολυκατοικία»

«Η Φοέρια;» ρώτησε με απορία δίνοντάς μου να καταλάβω ότι δεν γνώριζε για εκείνην.

«Την χάσαμε πριν έναν χρόνο...» διευκρίνισα και κουνώντας το κεφάλι του καταφατικά με άφησε να συνεχίσω... «Εμείς της μαθαίναμε την γλώσσα μας και εκείνη την δική της ενώ η μητέρα της μας μάθαινε τους χορούς των λαών της... Ήταν δασκάλα στην χώρα της αλλά εδώ δούλευε σαν καθαρίστρια και μας παρακάλαγε να μας μάθει... Έπρεπε να την δεις... ήταν το κάτι άλλο... Αν σου αρέσουν οι κινήσεις της Σακίρας, εκείνης σίγουρα θα την ερωτευόσουν...» είπα και με κοίταξε με ένα έντονο βλέμμα... «Που λέει ο λόγος» συμπλήρωσα αμυντικά και γέλασε.

«Τουλάχιστον σου έκανε και ένα καλό»

«Καλό;» ρώτησα με απορία και κοίταξε για μία στιγμή τα πόδια μου.

«Αν έπρεπε να σου μάθω και τα ανοίγματα πραγματικά θα άρχιζα να ουρλιάζω» διευκρίνισε και αναστέναξα.

«Κοίτα Έντουαρτ, πραγματικά το έχω σκυλοβαρεθεί όλο αυτό... Εγώ προσπάθησα να σε προειδοποιήσω ότι είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως, εσύ δεν ήθελες να ακούσεις... Μην τα βάζεις μαζί μου που έχεις μείνει πίσω στο πρόγραμμα σου» του είπα ξεσπώντας χωρίς να το θέλω και εκείνος άλλαξε αμέσως και ο Έντουαρτ που είχα γνωρίσει όλον αυτόν τον καιρό γύρισε πια για τα καλά.

«Προσπάθησες να με προειδοποιήσεις;...» ρώτησε δύσπιστα... «Πραγματικά Μπέλα δεν έχεις ιδέα πόσο τα έχω πάρει μαζί σου... 20 μέρες τώρα με βλέπεις να ξεσπάω όλη μου την οργή και την αγανάκτηση γιατί με κάνεις να πιστεύω ότι με κοροϊδεύεις και ότι τεμπελιάζεις και αντί να ανοίξεις το ρημάδι το στόμα σου, να πεις ότι με αυτόν τον τρόπο δεν πρόκειται να δούμε ποτέ μια άσπρη μέρα, κάθεσαι και τρως ότι μαλακία σου κάνω;...» κούνησε αρνητικά το κεφάλι του με απελπισία... «Τουλάχιστον υπάρχει κάποιος λόγος που δεν το είπες πιο πριν;» ρώτησε με την φωνή του να ανεβαίνει μια οκτάβα και πιάνοντας το κεφάλι αναστέναξα βαριά.

«Νόμιζα ότι θα νευρίαζες περισσότερο αν καταλάβαινες ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα να τα μάθω» είπα κάτω από την αναπνοή μου και εκείνος κοπανώντας το τιμόνι του τόσο δυνατά που για μια στιγμή νόμιζα ότι θα το σπάσει, συνέχισε πιο σκληρά.

«Ειλικρινά δεν βγάζω άκρη πια μαζί σου... Είσαι πολύ τυχερή που φτάσαμε... αλλιώς...» έτριξε τα δόντια του αλλά παρκάροντας δεν το συνέχισε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα συμπλήρωσε πριν βγει από το αυτοκίνητο... «Μην ξεχάσεις πάλι την ζώνη» και την στιγμή που έκλεισε την πόρτα του έμεινα να τον κοιτώ παγωμένα καθώς έκανε τον γύρω του αυτοκινήτου για να έρθει να ανοίξει την δική μου.

Σίγουρα έχει τύψεις, διαπίστωσα... Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία γι αυτό, αλλά τι ήταν αυτό που του το προκάλεσε;

Μέχρι να μπούμε μέσα στο κτήριο δεν έβγαλε άχνα, αλλά πατώντας το κουμπί του ασανσέρ για να πάμε στον δεύτερο όροφο... Γύρισε προς την μεριά μου επιβλητικά.

«Πρόσεξε καλά τι θα πεις και που» είπε μόνο και την στιγμή που κατένευσα κάρφωσε την ματιά του ξανά προς τις κλειστές πόρτες, περιμένοντας εκείνες να ανοίξουν.

Βγαίνοντας από το ασανσέρ μια τεράστια γυάλινη πόρτα με την επωνυμία *“Monde De Beauté” εμφανίστηκε μπροστά μας και πιάνοντας με από την μέση άρχισε να με παρασέρνει προς το μέρος της.

«Ω τον αξιότιμο κύριο Κάλλεν...» είπε μια εντυπωσιακή δίμετρη ξανθιά με καταπράσινα μάτια και καλλίγραμμο σώμα που κάθε γυναίκα θα ζήλευε στον Έντουαρτ και ερχόμενη κοντά του τον φίλησε με ένα πάθος που με έκανε να εκραγώ, σταυρωτά καθώς συνέχιζε... «Χάθηκες, να μην συμβεί ξανά αυτό» τον κατηγόρησε και εκείνος αναστέναξε.

«Κόφτο Ρόουζ και δεν έχω όρεξη πρωί, πρωί» Ρόουζ;... Όρε πούστη πρέπει να είναι αυτή που είχε έρθει την πρώτη μέρα που με είχε πάει σπίτι του, γι αυτό μου φάνηκε γνωστή η φωνή της.

«Μμμμ» έσυρε με την φωνή της σκεπτική και με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με ανασηκωμένο το φρύδι της... «Βλέπω δεν άλλαξαν πολύ τα πράγματα... Να πω ότι σου τα έλεγα εγώ;» τον ρώτησε ειρωνικά αλλά το ύφος του Έντουαρτ την έβαλε στην θέση της και εκείνη σηκώνοντας τα χέρια της ψηλά αμυντικά συνέχισε... «Τα συνηθισμένα;» ρώτησε και την στιγμή που εκείνος κατένευσε, γύρισε προς την μεριά μου... «Έλα να σε κάνουμε άνθρωπο... Βολέψου μόνος σου... Μόλις βρω ευκαιρία θα έρθω να σου κάνω παρέα» είπε στον Έντουαρντ και χωρίς τίποτα άλλο έβαλε τα χέρια της πάνω στους ώμους μου και άρχισε να με σέρνει προς τα μέσα.

Μέσα στον χώρο υπήρχαν 6 πάγκοι για μανικιούρ σε αρκετή απόσταση ο ένας από τον άλλον και οι 5 από αυτούς ήταν γεμάτοι ενώ ένας ήταν άδειος και φαντάστηκα ότι ήταν για να κάτσω εγώ αλλά δεν υπήρχε κάποια κοπέλα να με περιμένει… Εκεί που άρχισα να αναρωτιέμαι αν η Ρόουζ θα ήταν αυτή που θα με εξυπηρετούσε, μια γνωστή φωνή με έκανε να ξαφνιαστώ και γυρίζοντας προς τα πίσω είδα την Βι και κοκάλωσα.

«Μπέμπαααα...» αναφώνησε και έτρεξε κοντά μου... «Μπέμπα εσύ είσαι;» ρώτησε χωρίς να το πιστεύει βάζοντας τα χέρια της στα μπράτσα μου κοιτώντας με από πάνω μέχρι κάτω σοκαρισμένη.

«Δεσποινίς Μοράλες» η Ρόουζ την επανέφερε στην πραγματικότητα με μια αυστηρή χροιά και εκείνη αμέσως έκατσε σούζα σαν στρατιωτάκι και έμεινα να κοιτώ μια εκείνη και μια την Βι χωρίς να είμαι ικανή να κάνω μια λογική σκέψη... «Θέλω να εξυπηρετήσεις και την κυρία Κάλλεν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο... Δεν θα ανεχθώ λάθη γιατί ξέρεις τις συνέπειες» συμπλήρωσε και κάνοντας μεταβολή έφυγε αφήνοντας μας μόνες μας... Πως με είπε;... αναρωτήθηκα και η φωνή της Βι με έκανε να γυρίσω προς το μέρος της.

«Μωρή παντρεύτηκες και δεν είπες τίποτα;... Καλά δεν θα σχολιάσω το γεγονός που με ξέχασες τελείως όλον αυτόν τον καιρό... Τόσο τέλεια περνάς που δεν είχες ούτε 5 λεπτά να πάρεις τηλέφωνο την κολλητή σου;» έλεγε ακατάπαυστα ενώ βοηθώντας με να βγάλω το παλτό μου, με έβαλε να καθίσω στον μοναδικό μπάγκο που ήταν άδειος και σοκαρισμένη ακόμα την κοίταξα χωρίς να το πιστεύω.

«Τι μαλακίες λες;...» κατάφερα να πω και μόλις έβαλε στον καλόγερο που ήταν δίπλα της τα πράγματα μου έκατσε στην καρέκλα της και με κοίταξε με περιέργεια.

«Δεν παντρεύτηκες;» ρώτησε και κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.

«Τότε γιατί κλείνει το ραντεβού με το όνομα του;» ρώτησε εύλογα και έπιασα το κεφάλι μου απελπισμένα.

«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα» είπα μέσα από την αναπνοή μου και η Βι ξεφύσησε σκεφτική.

«Τέλος πάντων δεν έχει σημασία... Πες τα μου όλα, με κάθε λεπτομέρεια... Είναι τόσο τέλεια όπως λένε οι φήμες;» απαίτησε και την κοίταξα με περιέργεια.

«Ποιες φήμες;» ρώτησα συνωμοτικά ψιθυριστά και εκείνη έκανε αέρα με το χέρι της στο πρόσωπο της.

«Τα μισά να είναι αλήθεια από όσα έχω ακούσει όλον αυτόν τον καιρό για τον δικό σου, πραγματικά έχεις κάνει την τύχη σου φιλενάδα και κοίτα κακομοίρα μου να χάσεις το κελεπούρι... Θα το μετανιώσεις σου το λέω»

«Βι... ποιες φήμες;... Και για να έχουμε καλό ερώτημα τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» απαίτησα και τείνοντας μου ένα μπολάκι με ένα υγρό μέσα πήρε το χέρι μου στο δικό της και βάζοντας το μέσα, πήρε το άλλο μου χέρι και κάτι σύνεργα και δουλεύοντας άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα χωρίς να παίρνει ανάσα.

«Τον θυμάσαι τον Μισέλ;» με ρώτησε και κατένευσα... «Εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ με την δουλειά μου, που μου πρότεινε να έρθω να δουλέψω για την κυρία Χέιλ... Εκείνη δεν το πήρε με καλό μάτι αρχικά και πίστεψε με δούλεψα πολύ σκληρά για να την πείσω να με κρατήσει, αλλά τελικά υποχώρησε και να με... Ψώνιο;» ρώτησε και χαμογέλασα.

«Ποιο ψώνιο δεν γίνεται» επιβεβαίωσα και εκείνη γέλασε με ένα χαμόγελο νικητή... «Βι τι φήμες έχεις ακούσει γιαααα» είπα με νόημα και βάζοντας το χέρι της πάνω στο μέτωπό της άφησε έναν αναστεναγμό.

«Είναι αλήθεια ότι είναι τόσο τέλειος στο κρεβάτι;...» ρώτησε και την κοίταξα με περιέργεια... «Ωωω έλα τώρα μην μου πεις ότι δεν το έχετε κάνει ακόμα γιατί θα αρχίσω να ουρλιάζω... Έχεις τον κούκλο, τον άσο του σεξ... αυτόν που όποια πάει μαζί του βλέπει τα ραδίκια ανάποδα και είσαι ακόμα παρθένα;» ρώτησε με φρίκη και μένοντας σε μια πρόταση κοκάλωσα.

«Τα ραδίκια ανάποδα;» ρώτησα ξέπνοα ενώ κοίταγα τριγύρω για να σιγουρευτώ ότι δεν είναι πουθενά και μας ακούει και η Βι συνέχισε.

«Ξέρεις τώρα... Όλα τα βεγγαλικά του 4ης Ιουλίου μαζεμέναααα» διευκρίνισε και πήρα μια ανάσα αλλά εκείνη κοιτώντας τα χέρια μου ακόμα μόλις είδε την έλλειψη ανταπόκρισης μου σήκωσε την ματιά της ερευνητικά... «Τελικά το κάνατε ή όχι... Μην με σκας φιλενάδα» είπε απηυδισμένα και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά δαγκώνοντας το κάτω χείλος μου ενώ ήμουν σίγουρη ότι πρέπει να είχα κοκκινίσει ολόκληρη και εκείνη ενθουσιασμένη άνοιξε διάπλατα τα μάτια της... «Καιιιιι» συνέχισε και αναστέναξα.

«Τι καιιιιι» της απάντησα ψιθυριστά.

«Είναι όπως τα λένε;»

«Μάλλον ξέρω εγώ;...» είπα και το ύφος της όλο άλλαξε και δεν ήξερε τι να σκεφτεί.

«Τι δεν ξέρεις... παιδάκι μου... Θα με σκάσεις τελείως σήμερα... Το κάνατε ναι ή όχι»

«Ναι» απάντησα και αναστέναξε.

«Και δεν ήταν καλό;» συνέχισε να με πιέζει και τα παράτησα.

«Καλύτερο από όλα τα βεγγαλικά της 4ης Ιουλίου» είπα δαγκώνοντας τα χείλια μου καθώς ένιωθα να φλέγομαι περισσότερο.

«Αλλά;» με πίεσε περισσότερο.

«Αλλά δεν ξέρω ρε Βι... Όλη και όλη ήταν μια φορά και...»

«Μια μόνο φορά;...» με διέκοψε σοκαρισμένη... «Κοιμάσαι με τον παίδαρο περίπου έναν μήνα τώρα και το κάνατε μόνο μια φορά;» ρώτησε με φρίκη χωρίς να το πιστεύει και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία.

«Δεν κοιμάμαι μαζί του και ναι το κάναμε μόνο μια φόρα» της απάντησα και κούνησε το κεφάλι της απηυδισμένα χωρίς να το πιστεύει.

«Δεν μπορώ να το πιστέψω... Σύμφωνα με τις φήμες που λέγονται αυτός το έχει όπως έχουμε εμείς την σοκολάτα μετά το φαγητό... Λένε ότι δεν πάει για ύπνο αν δεν ξεδώσει για τουλάχιστον δύο με τρεις ώρες και με σένα πήγε μόνο μια φορά;» ρώτησε ξανά δύσπιστα και αυτό με έκανε εκατό φορές χειρότερα από όσο ένιωθα τις τελευταίες μέρες όταν τον έβλεπα να μην με πλησιάζει.

«Τι να πω...» είπα σκύβοντας το κεφάλι μου τελείως διαλυμένη... «Ίσως να μην είμαι αρκετά καλή για εκείνον» είπα ξεψυχισμένα ενώ ένιωθα να πνίγομαι με τα δάκρυα μου να είναι πολύ κοντά ώστε να προδώσουν όλον τον πόνο που ένιωσα μέσα μου.



*“Ο κόσμος της ομορφιάς”

ESCAPE POLH FANTASMA