Ετικέτες

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Η αγάπη σου με σκοτώνει "3. Η κατάκτηση"


Όσο και να ήθελαν να το φιλήσω... δεν ήθελαν να χαλάσω αυτήν την στιγμή... ανέβηκα απάνω στα πόδια του και για μια στιγμή έμεινα να τον κοιτάζω... ήταν τόσο όμορφος... τόσο επικίνδυνα όμορφος που θα μπορούσα να τον κοιτάω όλη μέρα... αλλά δεν θα του άρεσε αυτό.

Έγειρα κοντά του και άφησα τα βρεγμένα μου μαλλιά να περάσουν απο το σώμα του... καμία αντίδραση... με το χέρι μου πάνω στο πιγούνι του τον ανάγκασα να τεντώσει τον λαιμό του ώστε να μην με αποσπούν τα χείλια του και σκύβοντας το πρόσωπο μου κοντά του άρχισα πάλι να τον μυρίζω και να τον γεύομαι με την γλώσσα μου... ήταν αρκετά τσιτωμένος και ήξερα ότι δεν του άρεσε αυτό... αλλά για έναν περίεργο λόγο αυτήν την φορά δεν με σταμάτησε.

«που έχεις προφύλαξη?» τον ρώτησα και άνοιξε τα μάτια του

«στο συρτάρι δίπλα σου» απάντησε και κοίταζε την κάθε μου κίνηση... άνοιξα το συρτάρι και έβγαλα ένα προφυλακτικό και το άφησα πάνω στο κομοδίνο του... του ξανά έκλεισα τα μάτια και χαμήλωσα πάλι το κορμί μου.

Έβαλα το χέρι μου πάνω στον ερεθισμό του και ξεφύσησε δυνατά... όσο τον έκανα να καυλώσει, τον φίλαγα και τον δάγκωνα παιχνιδιάρικα στο λαιμό χωρίς να τον δαγκώνω με δύναμη... εκείνος παρέμενε ψυχρός αλλά το σώμα του τον πρόδιδε... ο ερεθισμός του είχε φτάσει στα όρια του και τώρα ήταν σειρά μου να παίξω το παιχνίδι μου.

Άρχισα να τον φιλάω πάνω στο στερνό βγάζοντας το χέρι μου απο τον ερεθισμό του και την στιγμή που έφτασα στο στήθος του χωρίς προειδοποίηση τον δάγκωσα δυνατά στην θηλή του και τσίτωσε το σώμα του... πριν αντιδράσει έκατσα πάνω του και μόλις ακούμπησε ο ερεθισμός του πάνω στο καυτό μου μουνάκι σίριξε δυνατά... ανασήκωσα το σώμα μου και πέρασα τα χείλια μου απο την άλλη του θηλή περνώντας την γλώσσα μου γύρω απο την θηλή του... εκείνος ήταν ακόμα άγαλμα... αλλά όχι για πολύ.

Δάγκωσα και την άλλη του θηλή και έκατσα ταυτόχρονα απάνω του και βόγκηξε δυνατά... άρχισα να τρίβω το καυτό μου μουνάκι πάνω στον ερεθισμό του και άρχισε να κουνιέται ταυτόχρονα με μένα.

«σταμάτα να κουνιέσαι... απαίτησα και γέλασε αλλά δεν σταμάτησε... δεν σταματάς εεε?» του είπα και του δάγκωσα άλλη μια φορά την θηλή και τεντώθηκε σταματώντας το κούνημα του.

«έτσι μπράβο» του είπα και τότε δεν κρατήθηκε

«για άκου να σου πω» ξεκίνησε και του έκλεισα το στόμα με το χέρι μου και τον κοίταξα απειλητικά στα μάτια.

«θες να σε κάνω να τελειώσεις ναι η όχι?... κούνησε το κεφάλι του... τότε σκάσε και κάνε αυτό που σου λέω... του είπα απειλητικά... μην ακούσω ξανά άχνα γιατί θα σε αφήσω να τραβήξεις μαλακία μόνος σου... το κατάλαβες?... συνέχισα και το ύφος του άρχισε να αγριεύει πάλι... άχνα... επανέλαβα... μέχρι να τελειώσω μαζί σου μην ακούσω άχνα» συνέχισα και με το ελεύθερο χέρι μου το έκλεισα τα μάτια και χαμηλώνοντας το κορμί μου πέρασα το χνούδι μου απο το ευαίσθητο σημείο του μέχρι το κεφάλι και ένιωσα κάτω απο το χέρι μου να δαγκώνει το κάτω χείλος του.

«μμμ... σου αρέσουν κύριε Κάλεν οι υπηρεσίες μου αλλά είσαι πολύ πεισματάρης να το παραδεχτείς» έτριψα για άλλη μια φορά το καυτό μου μουνάκι που είχε υγρανθεί απο όλη αυτήν την έξαψη πάνω απο τον ερεθισμό του και μόλις έβγαλα τα χέρια μου απο το πρόσωπο του κατευθείαν πριν προλάβει να αντιδράσει του τσίμπησα ταυτόχρονα και τις δύο του θηλές απότομα δυνατά και την στιγμή που τεντώθηκε και έφερε τα χέρια του πάνω στα δικά μου έβαλα τον ερεθισμό του απότομα μέσα μου και το χτύπησα με δύναμη στο τέρμα μου.

Εκεί που είχε σηκώσει το κεφάλι του για να με αντιμετωπίσει μόλις ένιωσε το τέρμα μου έπεσε πάλι με δύναμη πάνω στο μαξιλάρι του και ούρλιαξε δυνατά αφήνοντας τα χέρια μου για να πιάσει το σεντόνι.

«βλέπεις κύριε Κάλεν?... μπορεί να είμαι καινούργια στην δουλειά αλλά ξέρω να εξυπηρετώ πολύ καλά τους πελάτες μου... και αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς να το αρνηθείς... δεν ξέρω να κάνω έρωτα... αλλά ξέρω να κάνω καλό και δυνατό σεξ... θες να ζήσεις την εμπειρία ή όχι?» άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε αναπνέοντας γρήγορα.

«εντάξει κέρδισες... αλλά μην περιμένεις να μείνω αμέτοχος»

«αν μείνει αμέτοχος θα με πάρει ο ύπνος» τον ειρωνεύτηκα και βάζοντας τα χέρια μου πάνω στα δικά του τον έβαλα να κρατήσει το σίδερο του κρεβατιού του πάνω απο το κεφάλι του και του ξανά έκλεισα τα μάτια... αυτήν την φορά δεν μου αντιστάθηκε.

Πέρασα τα χέρια μου πάνω απο το στερνό του και ταυτόχρονα έτριβα τον ερεθισμό του πάνω στο τέρμα του για να το υγραίνω περισσότερο... όταν είχα ανάψει αρκετά... ανασήκωσα το σώμα μου και άφησα τον ερεθισμό του να βγει απότομα απο μέσα μου και εκείνο χτύπησε πάνω στο σώμα του και μούγκρισε.

Κατέβηκα πιο κάτω για να τον συναντήσω και άρχισα να τον παίρνω άγρια με το στόμα μου και εκείνος τεντωνόταν και μούγκριζε απο ευχαρίστηση... τα δόντια μου τον γδέρνανε απαλά και ο ερεθισμός του δονούταν επικίνδυνα σε σημείο να είναι έτοιμο για την κορύφωση του αλλά εγώ δεν είχα τελειώσει ακόμα μαζί του.

Σταμάτησα και παίρνοντας το προφυλακτικό απο το κομοδίνο τον άφησα επίτηδες για λίγο χωρίς επαφή για να ηρεμήσει και εκείνος άνοιξε τα μάτια για να δει τι κάνω.

«σου έδωσα την άδεια να ανοίξεις τα μάτια σου?» του είπα και σκίζοντας το φάκελο του προφυλακτικού με τα δόντια μου τον κοίταξα ανασηκώνοντας το ένα μου φρύδι και χαμογελώντας έκλεισε πάλι τα μάτια του και άφησε το κεφάλι του να πέσει πάλι πάνω στο μαξιλάρι.

«μπράβο καλό αγόρι» επιβράβευσα και σοβάρεψε πάλι.

Τσίμπησα την άκρη του προφυλακτικού με τα δύο μου δάχτυλα και μόλις το ακούμπησα πάνω στο κεφάλι του... το κατέβασα πιέζοντας τα χέρια μου πολύ σφιχτά πάνω στον ερεθισμό του και τεντώθηκε... επίτηδες έκανα την διαδικασία απελπιστικά αργά και δεν άντεξε άλλο και αντέδρασε.

«Χριστέ μου Μπέλα με πεθάνεις» φώναξε και τέντωσε το κορμί του.

«σου έδωσα την άδεια να μιλήσεις?» τον προκάλεσα και τότε ξέσπασε.

Ανασήκωσε το κορμί του και πιάνοντας με απο τα μπράτσα με έριξε μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι με δύναμη και κρατήθηκα πάρα πολύ για να μην γελάσω δυνατά.

«νομίζεις ότι έχεις το πάνω χέρι?... είπε και μου έδωσε μια δυνατή σφαλιάρα στα κωλομέρια μου και έσφιξα τα δόντια απο αντίδραση για να μην του δώσω την ικανοποίηση που ζητούσε απο αυτήν του την κίνηση... νομίζεις ότι μπορείς να με κοντρολάρεις??... συνέχισε και μου έδωσε άλλη μια πιο δυνατή σφαλιάρα και τέντωσα το κορμί μου άλλα δεν έβγαλα άχνα... ή μήπως νομίζεις ότι θα την γλυτώσεις απο μένα???» είπε και τότε με ανάγκασε να κάτσω στα τέσσερα και το χέρι του άρχισε να με βαράει πάλι πιο δυνατά.

Έβαλε τον ερεθισμό του απότομα μέσα μου και με χτύπησε ταυτόχρονα δυνατά την στιγμή που τον κάρφωσε στο τέρμα μου... ο διπλός πόνος με έκανε να αφήσω μια κραυγή και πιάστηκα απο τα σίδερα του κρεβατιού και έφτιαξα την στάση του σώματος μου ταυτόχρονα με τις κινήσεις του για να ελέγξω την ένταση του... έβγαζε πάνω στο σώμα μου όλο του το μίσος και το σώμα μου με έναν περίεργο τρόπο αντιδρούσε σε αυτό μέχρι που άρχισα να το απολαμβάνω.

Ένιωθα τα κωλομέρια μου να καίγονται και το σώμα μου πήρε φωτιά... άρχισα να αναστενάζω και σε κάθε του κίνηση συμμετείχα άμεσα και εγώ... αυτό τον μπέρδεψε και έμεινε λαχανιασμένος για λίγο ακίνητος.

«θα σταματήσεις να κουνιέσαι?» φώναξε και βάζοντας τα χέρια του πάνω στους γοφούς μου άρχισε πάλι να με παίρνει με περισσότερη δύναμη και εγώ άρχισα να βογκάω απο ευχαρίστηση.

«Χριστέ μου Μπέλα... είναι ανάγκη να είσαι και βιτσιόζα?» γιατί τι άλλο είμαι? ήθελα να τον ρωτήσω αλλά προτίμησα να τον προκαλέσω περισσότερο.

«τι έγινε κύριε Κάλεν... βρήκες κάποια στα κυβικά σου?» του είπα χαμογελώντας και τότε δεν άντεξε άλλο και άρχισε να κάνεις τις ωθήσεις του πιο δυνατές... ποιο γρήγορες και με περισσότερη ένταση ενώ ταυτόχρονα άρχισε πάλι να με βαράει και να βρυχάται σαν λιοντάρι

«ναι μωρό μου» φώναξα και άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να εκφράσει την έκσταση που ένιωσα.

Εκεί που ήμουν έτοιμη να τελειώσω για άλλη μια φορά σταμάτησε και απαίτησε να τον κάνω να τελειώσει... άφησα την αναπνοή μου να βγει βίαια απο το σώμα μου και γύρισα προς το μέρος του και τον κοίταξα νευριασμένη.

«ξάπλωσε... απαίτησα και γέλασε με ικανοποίηση... που έχεις λαδάκι?» των ρώτησα χωρίς να αλλάζω ύφος και με κοίταξε με απορία

«τι το θες?»

«θα είναι πιο διασκεδαστικό... του απάντησα και περίμενα βράζοντας ακόμα στο ζουμί μου, μου έδειξε με ένα νεύμα προς το κομοδίνο του και ανοίγοντας το ντουλάπι πήρα το λαδάκι στα χέρια μου και πήγα κοντά του.

Του άνοιξα τα πόδια του και σηκώνοντας τα γόνατα του προς τα πάνω στο πλάι, ένωσα τις πατούσες του και πήρα πάλι το λαδάκι στα χέρια μου.

«δεν είμαι πολύ υπομονετικός άνθρωπος» μου είπε νευριασμένα

«θες να τελειώσεις ή όχι?... του απάντησα στο ίδιο ύφος με το δικό του και ξεφύσησε... τότε κάνε μια εξαίρεση και δεν θα το μετανιώσεις» συνέχισα και αφού πέρασα με λάδι τον ερεθισμό του και τα μπαλάκια του, έβαλα άλλη μια γερή δόση απο το λάδι στην χούφτα μου και την στιγμή που το άφηνα πάνω στο κομοδίνο άρχισα να το αλείφω πάνω στο μουνάκι μου.

«τι νομίζεις ότι κάνεις?» ρώτησε νευριασμένος βάζοντας τους αγκώνες του στο στρώμα για να να σηκωθεί αλλά δεν τον άφησα... πριν προλάβει να σηκωθεί έκατσα ανάμεσα στο κενό που είχα δημιουργήσει με τα πόδια του και τον ακινητοποίησα με το σώμα μου.

«έλεος Μπέλα... έχεις υπογράψει ένα συμβόλαιο... υπάρχει κάτι που να έχεις τηρήσει μέχρι τώρα?» η υπομονή του είχε εξαντληθεί και ήμουν στο χείλος του γκρεμού αλλά πλέων είχα φτάσει και εγώ στα δικά μου όρια και δεν ήμουν διατεθειμένη να κάνω πίσω.

«ξέρω πολύ καλά τι έχω υπογράψει... και απο όσο θυμάμαι στο συμβόλαιο αναφέρει ότι είμαι εδώ για να σε ικανοποιήσω... όμως δεν αναφέρει πουθενά ότι απαγορεύεται να ικανοποιήσω και τον εαυτό μου ταυτόχρονα... οπότε δεν μπορείς να μου το απαγορεύσεις... αν δεν σου αρέσει μην κοιτάς... κάτσε πίσω και απόλαυσε το» έβαλα τις πατούσες μου πάνω στον ερεθισμό του και μόλις άρχισα να τις τρίβω πάνω του πήρε μια βαθιά ανάσα.

«βλέπεις κύριε Κάλεν... η λεπτομέρεια κάνει την διαφορά... συνέχισα και με περισσότερη ένταση συνέχισα να τον ερεθίζω... και αν θες την γνώμη μου το συμβόλαιο σου έχει πολλές τρύπες... είναι πάρα πολύ έλειπες... αλλά φυσικά αυτό έχει να κάνει στο ότι καμία δεν τόλμησε να σου εναντιωθεί... την επόμενη φορά όμως σου προτείνω να το σκεφτείς καλύτερα»

Του μίλαγα εκφράζοντας όλον μου τον εκνευρισμό και αυτό τον έφερε στα όρια του... ήξερε ότι έχω δίκιο και ήξερε ότι δεν θα κάνω πίσω και αυτό τον εκνεύριζε περισσότερο... όταν όμως ένιωσε τις κινήσεις των ποδιών μου πάνω στον ερεθισμό του και ο τρόπος που οι πατούσες μου τον διεγείρανε... για άλλη μια φορά άρχισε να με κοιτά αναποφάσιστος.

Ήμουν σίγουρη ότι δεν είχε άλλη τέτοια εμπειρία και αυτός ήταν ο λόγος που τον δίχαζε... απο εγωισμό ήθελε να με σταματήσει... απο περιέργεια να με αφήσει να συνεχίσω.

Τον κοίταζα ανέκφραστη και συνέχισα να παίζω με τον ερεθισμό του πιο δυνατά... τον κύκλωσα με τα δάχτυλα τον ποδιών μου και συνέχισα πιο επίμονα... σε κάθε μου κίνηση τον ένιωθα να μεγαλώνει περισσότερο και οι μύες του άρχισαν να τσιτώνονται.

Ξεφύσησε και τα παράτησε... ξάπλωσε πάλι πίσω και με άφησε να συνεχίσω κλείνοντας τα μάτια και τότε άρχισα να γίνομαι πιο επιθετική... τον κατακτούσα με όλην μου την δύναμη και τον έβλεπα σιγά σιγά να χαλαρώνει... μόλις η αναπνοή του έγινε πιο γρήγορη, άρχισα να αυξάνω τις κινήσεις μου και τον είδα να τεντώνετε... ήταν πολύ κοντά και τότε άρχισα και εγώ να ικανοποιώ ταυτόχρονα τον εαυτό μου.

Η ανάσα μου τον έκανε να τσιτωθεί... δεν του άρεσε να τελειώνουν οι γυναίκες μπροστά του... αλλά απολάμβανε αυτό που του πρόσφερα και αυτό του δημιουργούσε σύγχυση.

Συνέχισα με δυναμισμό και αισθησιασμό... όσο περισσότερο καύλωνα εγώ τόσο περισσότερο του χάριζα απόλαυση και τότε τα παράτησε... ήταν πολύ κοντά στο να σταματήσει αλλά μόλις κατάλαβε ότι όσο περισσότερο το νιώθω τόσο περισσότερα μπορώ να του προσφέρω... πήρε μια βαθιά ανάσα και κλείνοντας τα αυτιά του άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να το ευχαριστηθεί.

Ήταν πολύ κοντά και όλο του το κορμί δήλωνε το πόσο το ευχαριστιόταν... ξαφνικά έβαλε τα χέρια του πάνω στα πόδια μου και με ακινητοποίησε παίρνοντας το πάνω χέρι και άρχισε να κουνάει το σώμα του επιταχύνοντας τις κινήσεις του... αυτό με εξίταρε περισσότερο και αφέθηκα και εγώ για να αφήσω τον εαυτό μου να το ευχαριστηθεί και να φτάσω στην δική μου κορύφωση... μόλις άκουσε το βογκητό μου άνοιξε τα μάτια του και κλείδωσε την ματιά του στην δική μου... δεν μπορούσα να καταλάβω τι μπορεί να σκεφτόταν εκείνη την στιγμή αλλά δεν φαινόνταν να είναι διατεθειμένος να το σταματήσει... διαχώρισα τα δύο μου πρώτα δάχτυλα και βάζοντας τον ερεθισμό του μέσα στο άνοιγμα των δαχτύλων τον έσφιξα δυνατά και σίριξε απο ικανοποίηση σμίγοντας τα φρύδια του... αλλά δεν έκλεισε τα μάτια.

Έσφιξε τα χέρια του με περισσότερη δύναμη κλειδώνοντας τα πέλματα μου πάνω στον ερεθισμό του και έκανε τις κινήσεις του πιο γρήγορες... έκανα το ίδιο και με τις κινήσεις μου και ένιωσα την κορύφωση μου να είναι πολύ κοντά... άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να εκφραστεί και με μια κραυγή έφτασα στην απελευθέρωση μου και ταυτόχρονα ένιωσα και την δική του έκρηξη... έγειρε πάλι το κεφάλι του πίσω και άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να εκφράσει τον οργασμό του... ήταν το πιο αισθησιακό κομμάτι απο όλα... η φωνή του στα αυτιά μου έμοιαζε μουσική και ο οργασμός μου διπλασιάστηκε και με έκανε να χάσω την ανάσα μου.

Όταν σταματήσαμε και οι δύο μείναμε ακίνητοι στην ίδια θέση χωρίς να μιλάμε, χαμένοι και οι δύο στις δικές μας σκέψεις... προσπαθούσα να βρω την αναπνοή μου αλλά δεν μπορούσα να ηρεμήσω... και τι δεν θα έδινα να ήξερα τι σκεφτόταν τώρα... αλλά ήξερα πολύ καλά ότι δεν θα μάθαινα ποτέ.

«φύγε» είπε ξαφνικά μέσα απο τα δόντια του αλλά τα χέρια του δεν μου απελευθέρωνε τα πόδια μου.

«Έντουαρντ» είπα απαλά και σηκώνοντας το κεφάλι του με κοίταξε με το πιο μοχθηρό βλέμμα που είχα αντικρίσει ποτέ στην ζωή μου, που μου δήλωνε... ότι αν πω έστω και μια κουβέντα τότε θα ήταν και η τελευταία μου.

Πήρα μια ανάσα και κοίταξα προς τα χέρια του... ακολούθησε την ματιά μου και τότε συνειδητοποίησε ότι ακόμα με κρατούσε... άνοιξε τα χέρια του απελευθερώνοντας τα πόδια μου και γυρίζοντας το κορμί μου έκατσα στην άκρη του κρεβατιού.

Πήρα την πετσέτα απο το πάτωμα και την τύλιξα γύρω απο το σώμα μου σαν ασπίδα... ήθελα να φύγω... ήθελα να τρέξω μακριά του αλλά κάτι με κράταγε εκεί ακίνητη να κοιτώ το κενό.

Είχα έρθει για να τον εκδικηθώ... είχα καταφέρει το ακατόρθωτο, κάνοντας όλα όσα δεν ήθελε να του κάνουν... τα είχα καταφέρει και όμως αυτό αντί να με ικανοποιεί με έκανε να αισθάνομαι ακόμα χειρότερα... πως γίνετε αυτό?... πως γίνετε αντί να τον μισήσω, μετά απο όλα αυτά, να με κάνει να τον αγαπήσω περισσότερο?... πόσο ανώμαλη είμαι πια?

Δεν ξέρω πόση ώρα καθόμουν ακίνητη χαμένη στις σκέψεις μου κοιτώντας το κενό... το άγγιγμα του με επανέφερε στην πραγματικότητα και αναπήδησα κλείνοντας τα μάτια.

«τι σκέφτεσαι?» ρώτησε με απαλή φωνή και γύρισα να τον αντικρίσω με απορία... είναι δυνατών να τον ενδιαφέρει?

Η ματιά του ήταν απαλή και τα δάχτυλα του απάνω στον ώμο μου με χάιδευαν ήρεμα... πήρα μια βαθιά ανάσα και κλείνοντας τα μάτι μου κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά και έφυγα μακριά του... τα δάκρυα ήταν πολύ κοντά και δεν θα του έκανα την χάρη να τα δει.

Αφού βγήκα απο το δωμάτιο του, άρχισα να τρέχω... ήθελα να φύγω απο κοντά του όσο το δυνατών πιο γρήγορα και αφού έφτασα στο μπάνιο που είχα ξεντυθεί, φόρεσα το φόρεμα μου και τα παπούτσια μου γρήγορα αγνοώντας τα εσώρουχα και αρπάζοντας την τσάντα μου, άρχισα να πηγαίνω με σταθερά βήματα προς την έξοδο... ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν σε κάποια γωνιά να με κοιτάει και δεν θα του έδινα την ικανοποίηση ότι με επιρρέασε... με ψηλά το κεφάλι κατέβηκα την σκάλα και μόλις έφτασα στην πόρτα την έκλεισα ήρεμη και κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο μου.

Τα είχα καταφέρει... βγήκα απο εκεί μέσα με το κεφάλι ψηλά... τα δάκρυα μου δεν με πρόδωσαν και τώρα μπορούσα να πάω στο σπίτι και να ξεσπάσω με την άνεση μου... όχι κύριε Κάλεν δεν πρόκειται να σε αφήσω ποτέ να έχεις την ικανοποίηση ότι με επηρέασες... ότι με τσάκισε για άλλη μια φορά... ότι με έκανες χίλια κομμάτια.

Όταν θυμήθηκα ότι είχε κρατήσει το κινητό μου ήταν πολύ αργά... και σίγουρα δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να του κάνω την χάρη να γυρίσω να το πάρω.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Η αγάπη σου με σκοτώνει "1. Η κατάκτηση"


Όταν αγαπάς κάνεις τα πάντα


«κύριε Κάλεν η συνοδός σας έχει έρθει» άκουσα τον Τάιλερ να λέει ήρεμα απο την πόρτα.

«καλώς φέρτην μέσα» του απάντησα χωρίς να γυρίσω να τον κοιτάξω και ήπια μια γουλιά απο το ουίσκι μου ξεφυσώντας.

Άλλη μια βραδιά με τους συγγενείς... σκέφτηκα και πέρασα το χέρι μου μέσα στα μαλλιά μου... αλλά και άλλη μια βραδιά ικανοποίησης... ήρθε αυτόματα η δεύτερη σκέψη και με έκανε αμέσως να νιώσω καλύτερα.

Ο θείος Καρλάηλ και η θεία Έσμε προσπάθησαν να κάνουν τα πάντα για μένα αλλά ποτέ αυτό δεν ήταν αρκετό... δεν τους μισούσα αλλά ούτε και τους αγαπούσα... όμως τους σεβόμουν αρκετά και πάντα ήμουν ευγνώμων για όσα κάνανε για μένα όλα αυτά τα χρόνια... αλλά αυτή τους η επιμονή να με δουν υποκατεστημένο ήταν το κάτι άλλο... και κάθε φορά που έπρεπε να δειπνήσω μαζί τους έπρεπε να έχω μαζί μου και μια συνοδό για να ξεφύγω απο την μουρμούρα τους, οπότε πάντα κατέφευγα στην λύση της αγορασμένης συνοδού... φυσικά μετά εκείνη ικανοποιούσε όλα μου τα θελήματα και αυτό ήταν το μόνο καλό απο όλο αυτό.

«κύριε Κάλεν?» άκουσα ξανά την φωνή του Τάιλερ και πήρα μια αναπνοή

«μπορείς να πηγαίνεις Τάιλερ» του είπα χωρίς να γυρίσω και ήπια άλλη μια γουλιά απο το ουίσκι μου για να χαλαρώσω πριν γυρίσω να κοιτάξω τι μου έστειλε σήμερα η Μαντάμ Ορντάνζ.

«είσαι το λευκό Ρόδο?»

«μάλιστα κύριε Κάλεν» απάντησε με μια ζεστή φωνή και χωρίς να καταλάβω το γιατί με έκανε να ανατριχιάσω.

«και πως θα σε αποκαλώ σήμερα?» την ρώτησα ειρωνικά κοιτώντας ακόμα τον τοίχο προσπαθώντας να ελέγξω τον εκνευρισμό μου.

Σιχαίνομαι κάθε φτηνή γυναίκα αλλά είναι η μόνη λύση για μένα...

«με λένε Μπέλα... απάντησε με ήρεμη φωνή σχεδόν ψιθυριστά... μπορείτε να με φωνάζετε αν θέλετε με το πραγματικό μου όνομα... δεν με ενοχλεί» συνέχισε με περισσότερη αυτοπεποίθηση και αυτό με παραξένεψε... πρώτη φορά μου τυχαίνει μια απο αυτές να θέλει να χρησιμοποιήσει το πραγματικό της όνομα.

«πιστεύω ότι έχεις διαβάσει το συμβόλαιο που έχεις υπογράψει» συνέχισα με το τυπικό μέρος για να τελειώνουμε με όλην αυτήν την κωμωδία

«μάλιστα κύριε... το έχω διαβάσει»

«περιμένω απο εσένα να το ακολουθήσεις καταγράμμα»

«μάλιστα κύριε» απάντησε πάλι ψιθυριστά και αυτό άρχισε να με προβληματίζει και γύρισα προς το μέρος της.

Μόλις την κοίταξα στα μάτια εκείνη σάστισε και αμέσως κοκκίνισε, η αναπνοή της άρχισε να επιταχύνετε και μου φάνηκε σαν να ήταν έτοιμη να πει κάτι αλλά τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και έμεινε σιωπηλή... ήταν πολύ όμορφη κοπέλα αλλά δεν φαινόταν να είναι της δουλειάς... αυτή η κοπέλα είχε κάτι περίεργο επάνω της.

«τουλάχιστον είσαι όμορφη... σχολίασα πικρόχολα... κάτι είναι και αυτό» συνέχισα και αφού ήπια το υπόλοιπο ουίσκι που περιείχε το ποτήρι μου το άφησα πάνω στο γραφείο μου και άρχισα να την πλησιάζω.

Εκείνη βλέποντας με να προχωρώ προς το μέρος της... αναπήδησε και πετάρισε τα μάτια της... τι περίεργο... σκέφτηκα.

«πάμε?» την ρώτησα μόλις έφτασα κοντά της και κούνησε μόνο το κεφάλι της.

Τι ηλίθια γυναίκα... μου έστειλε πρωτάρα γι αυτό το ραντεβού???

«πρώτη σου φορά να υποθέσω?» ρώτησα ευθέως την στιγμή που φτάσαμε στο αυτοκίνητο και γύρισε και με κοίταξε... τα μάγουλα της είχαν γίνει ακόμα πιο κόκκινα απο πριν.

«μάλιστα κύριε... απάντησε με κομμένη την ανάσα... αλλά σας υπόσχομαι ότι δεν θα σας απογοητεύσω» συνέχισε ανήσυχη... φαντάζομαι γιατί φοβήθηκε ότι θα την απορρίψω... πράγμα που θα έκανα αν είχα χρόνο... αυτό μου έλειπε τώρα, να έχω μια πρωτάρα στο δείπνο με τους δικούς μου... θα μου το πληρώσει πολύ άσχημα η μαντάμ Ορντάνζ, αν αυτή η χαζογκόμενα μου χαλάσει την βραδιά.

«το ελπίζω... απάντησα νευριασμένα και την άφησα να μπει πρώτη στο πίσω κάθισμα... αλλιώς θα έχετε συνέπειες και οι δύο» συνέχισα και εκείνη ξεροκατάπιε και κούνησε το κεφάλι της χωρίς να με κοιτάει.

Σε όλην την διαδρομή ήταν σιωπηλή και αυτό ήταν καλό... δεν είχα όρεξη για κουβέντες βραδιάτικα... και συνήθως αυτού του είδους οι γυναίκες ήταν τρομερά ομιλητικές... τουλάχιστον αυτή δεν φαίνεται να είναι άρα θα πάει καλά το δείπνο... σκέφτηκα και έλπιζα να έχω δίκιο.

«είσαι μοντέλο?»ρώτησα και γύρισε ξαφνιασμένη και με κοίταξε

«τι σας κάνει να το πιστεύεται αυτό?» ανταπάντησε σμίγοντας τα φρύδια της με απορία

«η στάση του σώματος σου και οι αναλογίες που έχεις» απάντησα αμέσως και μισο χαμογέλασε

«όχι δεν είμαι μοντέλο» είπε αμέσως κουνόντας το κεφάλι της αρνητικά και κοίταξε προς το παράθυρο πάλι.

«φαίνεται να γνωρίζεις απο καλούς τρόπους και αυτό για να είμαι ειλικρινής με εκπλήσσει λίγο... ελπίζω να έχεις και ικανοποιητικό εκπαιδευτικό επίπεδο... αν όχι μην βγάλεις μιλιά... δεν μου αρέσουν οι ανεγκέφαλες χαζογκόμενες» άλλο ένα μισό χαμόγελο έκανε την εμφάνιση του και αφού γύρισε πάλι προς την μεριά μου απάντησε ήρεμα.

«έχω τελειώσει την νομική... αυτό σας αρκεί?» έμεινα κόκαλο

«ναι... απάντησα έχοντας τα ακόμα χαμένα... αν έχεις τελειώσει την νομική τι δουλειά έχεις εδώ?» την ρώτησα χωρίς να καταλαβαίνω και εγώ ο ίδιος για ποιον λόγο με ενδιέφερε να μάθω κάτι τέτοιο

«έχει σημασία για σας?» αντιερώτησε και με κοίταξε με απορία στα μάτια

«πραγματικά όχι... αλλά είμαι περίεργος»

«στην ζωή κύριε Κάλεν δεν είναι όλα ρόδινα... είχα ανάγκη την δουλειά και να με» απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους της αδιάφορη περιμένοντας την δική μου αντίδραση

«μην μου αρχίσεις τώρα το παραμύθι με κανέναν άρρωστο πατέρα ή μητέρα που είναι στο νοσοκομείο και τα λοιπά και τα λοιπά... γιατί είναι πολυφορεμένη ιστορία» την ειρωνεύτηκα και άφησε ένα γελάκι να της ξεφύγει

«μην ανησυχείτε δεν το είχα σκοπό» ανταπάντησε ήρεμα αλλά κάπου στο ύφος της κατάλαβα ότι κάτι υπήρχε απο πίσω απο αυτήν της την απάντηση.

«καλώς» της ανταπάντισα και εγώ με άγριο ύφος και γύρισα την ματιά μου πάλι προς το παράθυρο.

Σε όλην την υπόλοιπη διαδρομή δεν ανταλλάξαμε άλλη κουβέντα... αλλά σε όλην την ατμόσφαιρα υπήρχε ένας περίεργος ηλεκτρισμός... τι στο καλό έκανε αυτήν την κοπέλα να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα δεν μπορώ να καταλάβω... αλλά απο ότι φαίνεται και η ίδια δεν είναι διατεθειμένη να μου πει... σκασίλα μου... λες και με νοιάζει... όσο περισσότερο παραμείνει σιωπηλή τόσο το καλύτερο για μένα.

Όταν φτάσαμε στο τραπέζι ο θείος Καρλάηλ και η θεία Έσμε ήταν ήδη εκεί.

«Έντουαρντ» είπε με ενθουσιασμό η θεία μου και ήρθε όπως πάντα κοντά μου να με αγκαλιάσει... αυτή η θεία δεν βάζει ποτέ μυαλό.

«θεία Έσμε... τη χαιρέτησα και εγώ και της ανταπέδωσα την αγκαλιά της τυπικά... θείε Καρλάηλ» γύρισα προς τον θείο μου και του έδωσα το χέρι μου.

«αγόρι μου τι κάνεις?» απάντησε εκείνος θερμά σφίγγοντας το χέρι μου

«μια χαρά» του απάντησα σοβαρά.

«η κοπέλα?» ρώτησε με περίσσιο ενθουσιασμό η θεία Έσμε και τότε θυμήθηκα ότι δεν ήμουν μόνος.

«Έσμε, Καρλάηλ... να σας συστήσω την Μπελα... Μπέλα... ο θείος μου Καρλάηλ και η θεία μου Έσμε» τους σύστησα τυπικά και εκείνη τους χαμογέλασε με ένα θερμό χαμόγελο.

«Μπέλα?» ρώτησε η Έσμε με απορία και την κοίταζε σαν να της ήταν γνωστή

«Ιζαμπέλα Σουάν... απάντησε εκείνη αμέσως και κοίταξε προς το μέρος μου για μια στιγμή αλλά αμέσως γύρισε πάλι προς το μέρος της Έσμε και του Καρλάηλ και συνέχισε... αλλά μπορείτε να με φωνάζετε Μπέλα... χάρηκα πάρα πολύ που σας γνωρίζω επιτέλους απο κοντά... ο Έντουαρντ μου έχει μιλήσει με τα καλύτερα λόγια για εσάς... και δεν σας κρύβω ότι ανυπομονούσα να σας γνωρίσω» την άκουσα να λέει και γύρισα να την κοιτάξω παραξενεμένος... σίγουρα δεν είναι ηθοποιός???

«και εμείς κορίτσι μου... απάντησε η Έσμε και αμέσως πήγε κοντά της να την αγκαλιάσει... που μας την έκρυβες τόσο καιρό???» ρώτησε κοιτώντας εμένα... και με κοίταξε με το βλέμμα... αυτό είναι κορίτσι όχι σαν τις άλλες... και δεν είχε άδικο εδώ που τα λέμε... ηθοποιός ξε ηθοποιός... μέχρι στιγμής με έχει βγάλει ασπροπρόσωπο.

«δεν καθόμαστε?» ρώτησε ο Καρλάηλ και αμέσως καθίσαμε όλοι μαζί.

Η βραδιά κύλησε μπορώ να πω πολύ ήρεμα... η Έσμε με την Μπέλα τα είχαν βρει μια χαρά και δεν σταματάγανε να μιλάνε ούτε για ένα λεπτό... η Έσμε απολάμβανε τόσο πολύ την παρέα της και όλη την ώρα κοιτούσε προς το μέρος μου με ενθουσιασμό... κάτι περίεργο έχει αυτό το κορίτσι αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι... και το όνομα της... να είναι τόσο σύμπτωση???... αλλά απο την άλλη είναι η μέρα και η νύχτα.

«τελικά δεν μου είπατε... πως γνωριστήκατε εσείς οι δύο??» ρώτησε η Έσμε και εγώ με την Μπέλα κοιταχτήκαμε αυτόματα

«μπορώ να το πω εγώ???... με ρώτησε και με κοίταξε παρακλητικά στα μάτια... σε παρακαλώ?» ένευσα απρόθυμα... δεν πάει και το μπαλιάμπελο... σκέφτηκα... μέχρι στιγμή μια χαρά τα έχει πάει

«που λες Έσμε... ξεκίνησε και χαμογέλασε νοσταλγικά... με τον Έντουαρντ γνωριζόμαστε χρόνια» συνέχισε και την κοιτάξαμε όλοι μαζί με απορία... τι λέει????

«αλήθεια?? Απο πότε?» ρώτησε όλο απορία η Έσμε και με κοίταξε για να δει τις αντιδράσεις μου

«ήμασταν μαζί στο σχολείο 5 χρόνια, μοιραζόμασταν την ίδια τάξη... η καρδιά μου κλότσησε για μια στιγμή αλλά εγώ δεν αντέδρασα... εκείνη συνέχισε ανέμελα και ήπιε μια γουλιά απο το κρασί της... φυσικά εκείνος δεν με είχε κοιτάξει ποτέ αλλά εγώ... είπε και γύρισε την ματιά της προς το μέρος μου και αναστέναξε... τον είχα προσέξει απο την πρώτη στιγμή... σήκωσε αργά το χέρι της και κοιτώντας με στα μάτια με νοσταλγία παραμέρισε μια τούφα που είχε πέσει στο πρόσωπο μου... είχα μείνει κάγκελο... ήξερε πολύ καλά ότι απαγορεύω να με αγγίζουν... πως τολμάει... αλλά φυσικά δεν μπορούσα να αντιδράσω τώρα μπροστά στους δικούς μου και έτσι έμεινα να δω μέχρι που θα το πάει.

«αυτά τα μάτια... συνέχισε σαν να μίλαγε μόνο σε μένα... αυτό το βλέμμα που σου αγγίζει την καρδιά... δεν είναι κάτι που θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω... πέρασε το χέρι της απο τα χείλια μου και ένιωσα να φουντώνω άγρια απο θυμό... θα μου το πληρώσεις πολύ ακριβά... έλεγα απο μέσα μου αλλά παρέμενα ψύχραιμος για χάρη των δικών μου.

«όταν πριν δύο μήνες συναντηθήκαμε τυχαία... τότε κατάλαβα ότι ήταν μοιραίο» συνέχισε και γύρισε πάλι προς την Έσμε και τον Καρλάηλ και τους χαμογέλασε...

«δηλαδή είσαστε δύο μήνες μαζί?» ρώτησε η Έσμε σοκαρισμένη κοιτώντας προς το μέρος μου με το ύφος... και γιατί μου έφερνες τις άλλες????

«όχι, όχι... έσπευσε να διορθώσει η Μπέλα πριν μιλήσω εγώ... μόνο την τελευταία βδομάδα... της είπε ήρεμα και της χαμογέλασε... για την ακρίβεια είναι η δεύτερη φορά που βρισκόμαστε εκτός σπιτιού... συνέχισε με ένα χαμόγελο όλο νόημα και κόντεψα να πνιγώ με το ποτό μου και εκείνη γύρισε προς το μέρος μου με απολογητικό ύφος και γέρνοντας πολύ κοντά μου έβαλε το χέρι της στο μάγουλο μου για άλλη μια φορά μου σκούπισε το κρασί που είχε ξεφύγει απο τα χείλια μου με τον αντίχειρα της...

«συγνώμη καρδιά μου... δεν ήθελα να σε κάνω να πνιγείς... είπε απολογητικά και άφησε ένα τρυφερό φιλί στα χείλια μου και με κοίταξε με ένα παιχνιδιάρικο ύφος... και έμεινα κάγκελο... πως τολμά???

Πριν αντιδράσω... άρχισε να χτυπάει ένα τηλέφωνο και εκείνη φεύγοντας απο κοντά μου άνοιξε την τσάντα της και πήρε το κινητό της στα χέρια της.

«συγνώμη... είχα ξεχάσει να το κλείσω» μας είπε απολογητικά

«παρακαλώ» είπε ο Καρλάηλ και της έδωσε την άδεια να το σηκώσει.

Καθώς το σήκωσε πήρε την τσάντα της μαζί της και άρχισε να απομακρύνετε απο το τραπέζι... εγώ έβραζα στο ζουμί μου... θα μου το πληρώσεις πολύ άσχημα αυτό... σκεφτόμουν αλλά η θεία μου δεν με άφησε να πάρω ανάσα.

«Έντουαρντ... αναφώνησε με ενθουσιασμό... αυτό το κορίτσι... κούνησε το κεφάλι της... είναι πραγματικά το κάτι άλλο... δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι για σένα... μην τολμήσεις να την αφήσεις να σου φύγει κακομοίρη μου» είπε κουνόντας το δάχτυλο της απειλητικά και την κοίταξα με το ύφος... σταμάτα να ανακατεύεσαι... αλλά εκείνη δεν μάσησε

«συγνώμη γι αυτό» είπε πάλι απολογητικά η Μπέλα και έκατσε στην καρέκλα της

«μην απολογείσαι καλή μου... της είπε μελιστάλαχτα η Έσμε και της κράτησε το χέρι... ξέρεις τι σκεφτόμουν μόλις τώρα?» την ρώτησε και η Μπέλα την κοίταξε με απορία.

«τι?»

«το Σάββατο θα κάνουμε μια συγκέντρωση στο σπίτι και θα ήθελα πάρα πολύ να έρθεις μαζί με τον Έντουαρντ... η Μπέλα γύρισε και κοίταξε εμένα... σε παρακαλώ μην μου το αρνηθείς Έντουαρντ» είπε αυστηρά προς το μέρος μου

«θα δούμε θεία... της απάντησα ήρεμα εγώ... μέχρι το Σάββατο έχουμε μέρες μπροστά μας» αν ζει μέχρι τότε... σκέφτηκα και χαμογέλασα προς το μέρος της και εκείνη συνοφριώθηκε

«σας υπόσχομαι όμως ότι θα κάνουμε τα πάντα για να είμαστε εκεί» συνέχισε εκείνη συνεχίζοντας να με κοιτάει έντονα και περίμενε να την αντίδραση μου... χα... τι προσπαθεί να πετύχει με όλα αυτά???... μήπως τελικά δεν το διάβασε καθόλου το συμβόλαιο??

«σίγουρα θα προσπαθήσουμε» απάντησα και εγώ και της χαμογέλασα περισσότερο ανασηκώνοντας το ένα μου φρύδι και γύρισε προς το μέρος της θείας μου για άλλη μια φορά.

Το υπόλοιπο της βραδιάς πέρασε σε πιο ήρεμους ρυθμούς και όταν ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε η Έσμε ήταν τόσο ενθουσιασμένη που άρχισε να μας μοιράζει απλόχερα τις αγκαλιές της και αναστέναξα... σε 10 λεπτά... έλεγα ξανά και ξανά απο μέσα μου για να μπορέσω να συγκρατήσω τον εκνευρισμό μου... ήμουν έτοιμος να εκραγώ... αλλά δεν θα της έκανα την χάρη να της το δείξω μέχρι να έρθει η ώρα που θα πλήρωνε για όλα όσα έκανε... 

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

My heart belong' s to you "Η καρδιά μου σου ανήκει"

My heart belong' s to you 2. Η καρδιά μου σου ανήκει

Οι επόμενες μέρες που περάσαν ήταν κάπως περίεργες... απο την μια η Ρόζαλη να μην με αφήνει απο τα μάτια της λες και είχε καταλάβει τα πάντα... απο την άλλη ο Έντουαρντ κάθε μέρα να είναι πιο νευριασμένος... με είχαν βάλει στην μέση και εγώ δεν ήξερα τι να κάνω.

Ένα απόγευμα εκεί που προχωρούσα ανέμελη προς το ποτάμι για να ηρεμήσω άκουσα γρήγορους καλπασμούς να με πλησιάζουν και την στιγμή που γύρισα την ματιά μου για να δω ποιος με πλησιάζει είδα ένα άλογο να έρχεται καταπάνω μου και σάστισα πριν καταλάβω ποιος το ιππεύει... βγάζοντας μια κραυγή πήγα να το αποφύγω αλλά ένα χέρι τυλίχτηκε στην μέση μου και με έκανε να ανέβω στο άλογο... ούρλιαζα απο την σύγχυση και τον φόβο αλλά τα χείλια που χάιδευαν τον λαιμό σε συνδυασμό το υπέροχο άρωμα του με έκαναν να ηρεμήσω απότομα... ένιωθα τόσο ασφάλεια κοντά του.

Για μια στιγμή υπήρχε αμηχανία και απο τις δύο πλευρές... η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει... η ματιά του που αιχμαλώτιζε που και που την δική μου με έκανε να ξεχνώ όλα τα άλλα, αλλά όταν συνειδητοποίησα το πόσο ξεμακρέναμε απο το σπίτι, απότομα συνήλθα και άρχισα να βρίσκω τα λογικά μου.

«που με πας?» απαίτησα νευριασμένη

«σε απαγάγω» είπε παιχνιδιάρικα και αυτό με εκνεύρισε περισσότερο

«με ποιο δικαίωμα»

«αφού δεν παίρνεις την απόφαση να ορίσεις το ραντεβού μας... σκέφτηκα να το κάνω εγώ για σένα»

«πρέπει να με γυρίσεις πίσω... φώναξα και γέλασε... θα αρχίσουν να με ψάχνουν» συνέχισα απελπισμένη

«δεν νομίζω... εσύ βγήκες μια βόλτα... και εγώ έβγαλα το άλογο για να ξεπιαστεί... για την επόμενη μια ώρα κανείς δεν θα μας ενοχλήσει»

«είσαι σίγουρα τρελός» του πέταξα και αμέσως σοβάρεψε

«μμμχχχμμμ... μόνο για σένα» είπε και βύθισε την ματιά του στην δική μου για να μου δείξει το πόσο το εννοούσε και πήρα μια κοφτή ανάσα.

Όταν φτάσαμε σε ένα ξέφωτο το άλογο άρχισε να πηγαίνει πιο αργά και κοίταξα γύρω μου... μπροστά απο μια τεράστια λίμνη υπήρχε ένα ξεχασμένο παλιό σπίτι που ήταν έτοιμο να καταρρεύσει και τον κοίταξα με απορία.

Εκείνος δεν είπε τίποτα... σταμάτησε το άλογο μπροστά απο ένα τεράστιο δέντρο που πλαισίωνε το σπίτι και με απαλή κίνηση με άφησε να κατέβω απο το άλογο συγκρατώντας με γερά για να μην πέσω... όταν κατέβηκε απο το άλογο το έδεσε στο τεράστιο δέντρο και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου.

«αυτό είναι το ραντεβού που ονειρευόσουν... του είπε ειρωνικά δείχνοντας το σπίτι και γέλασα δυνατά... να με φέρεις σε ένα ερείπιο?» συνέχισα και γέλασα με περισσότερα τρανταχτά γέλια

«αυτό δεν είναι ένα οποιοδήποτε ερειπωμένο σπίτι» είπε σοβαρά χωρίς να τον ενοχλεί το γέλιο μου

«ναι σωστά είναι το σπίτι των πνευμάτων και με έφερες εδώ για να κάνουμε παρέα με τα φαντάσματα για να με εντυπωσιάσεις» συνέχισα και γέλασε και εκείνος δυνατά

«έλα θα σου δείξω» είπε και με πήρε απο το χέρι

«εεεεε, που με πας? Και αν μας πέσει τίποτα στο κεφάλι?»

«μου έχεις εμπιστοσύνη?»

«όχι» του πέταξα και γέλασε με το στραβό του χαμόγελο που τόσο λάτρευα και η καρδιά μου έχασε έναν χτύπο και αμέσως άρχισε να καλπάζει πιο ζωηρά.

«ψεύτρα» είπε και άρχισε να με σέρνει προς το εσωτερικό του σπιτιού

«ψεύτρα εγώ? Πως τολμάς» του είπα έξαλλη αλλά μόλις άνοιξε την πόρτα και είδα το εσωτερικό του σπιτιού για λίγο πάγωσα.

Ήταν ένα ερείπιο αλλά ακόμα και έτσι ήταν τόσο εντυπωσιακό... για κάποιον λόγο σου έδινε έναν αέρα ζεστασιάς και αγάπης... το εσωτερικό ήταν σχεδόν άδειο αλλά και τόσο γεμάτο απο συναισθήματα που με συγκλόνισε.

«σου αρέσει?» με ρώτησε και γύρισα προς την μεριά του... τα χείλια του ήταν τόσο κοντά στα δικά μου που με μαγνήτιζαν... πετάρισα τα μάτια μου και γύρισα πάλι να κοιτάξω προς το σπίτι και απλός κούνησα το κεφάλι μου χωρίς να καταφέρω να βγάλω μιλιά.

Προχώρησα προς το εσωτερικό του και ένιωσα σαν να ζούσα απο πάντα εδώ... ένα περίεργο συναίσθημα πλημμύρισε τις αισθήσεις μου και πήρα μια βαθιά ανάσα... τα χέρια του βρέθηκαν στους ώμους μου και το πρόσωπο του πλησίασε πιο κοντά μου και τα χείλια του βρέθηκαν πάνω στο αυτί μου και ανατρίχιασα.

«κάποτε θα γίνει δικό μου» ψιθύρισε στο αυτί μου και ένας ηλεκτρισμός διαπέρασε όλο μου το κορμί

«αλήθεια» θέλησα να τον πειράξω αλλά δεν τον έπειθα πια,εκείνος είχε παρατηρήσει το τρέμουλο μου και με γύρισε προς το μέρος του... με το απαλό του χέρι απομάκρυνε τα μαλλιά απο το πρόσωπο μου και η ματιά του αιχμαλώτισε την δικιά μου.

«αλήθεια... είναι η φυτεία Γουίνδσορ...φτιάχτηκε το 1772... ο Φράνσις Μάριον έκανε πρόταση γάμου στη γυναίκα του εδώ... και έζησαν όλες τις στιγμές αγάπης και πάθους μέσα σε αυτό το σπίτι... απο την ημέρα που το είδα και έμαθα την ιστορία του το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι θέλω να το αποκτήσω και να ζήσω εδώ μέσα τον έρωτα της ζωής μου... με σένα» τελείωσε την πρόταση του και έμεινα για μια στιγμή να τον κοιτώ άφωνη.

«μέσα σε ένα ερειπωμένο σπίτι?... τον πείραξα και γέλασε... φαντάζεσαι να με κλείσεις για το υπόλοιπο της ζωής μου εδώ μέσα?»

«σίγουρα θέλει πολύ δουλειά αλλά κάποια στιγμή θα γίνει και αυτό και μετά θα μπορούμε να το απολαύσουμε» συνέχισε σοβαρά.

«μμμ... είπα μόνο βάζοντας το χέρι μου πάνω στο σαγόνι μου και αφού απομακρύνθηκα απο κοντά του άρχισα να κοιτάω τον γύρω χώρο... σε αυτήν την περίπτωση τότε... συνέχισα το πείραγμα μου για να αλλάξω την ατμόσφαιρα που είχε αρχίσει να με κάνει νευρική... Θέλω ένα λευκό σπίτι με μπλε παντζούρια...κι ένα δωμάτιο με θέα για στούντιο ώστε να ζωγραφίζω»

«ζωγραφίζεις?... με ρώτησε με απορία και ανασήκωσα τους ώμους μου... ωραία λοιπόν, τίποτα άλλο?»

«σίγουρα μια μεγάλη βεράντα γύρω απ' όλο το σπίτι... συνέχισα σκεπτική... όπου θα πίνουμε τσάι και θα βλέπουμε το σούρουπο»

«αυτό είναι μια υπέροχη σκέψη... συνέχισε σοβαρός αφήνοντας να φανεί η χαρά που ένιωθε μέσα του... οπότε είμαστε σύμφωνοι?»

«για ποιο πράγμα?»

«εγώ θα φτιάξω το σπίτι... και εσύ θα γυρίσεις για να μείνεις εδώ» είπε ανάλαφρα και με πλησίασε.

«θα πρέπει να το αγοράσεις πρώτα»

«δεν μου απαντάς» επέμενε και ξεφύσησα

«εντάξει λοιπόν... είμαστε σύμφωνοι» του είπα και του έτεινα το χέρι μου μπροστά και με κοίταξε με σοβαρό ύφος δηλώνοντας μου ότι πραγματικά το εννοεί.

«το υπόσχεσαι?»

«το υπόσχομαι» του απάντησα στο ίδιο ύφος και σβήνοντας την απόσταση που μας χώριζε με διστακτικές κινήσεις με έκλεισε στην αγκαλιά του κοιτώντας με πάντα μέσα στα μάτια για να βλέπεις τις αντιδράσεις μου... η καρδιά μου κάλπαζε σαν τρελή και εκείνος έσκυψε αργά το πρόσωπο του πάνω στο δικό μου και την στιγμή που ένωσε τα χείλια μας ένιωσα την απόλυτη πληρότητα.

Τύλιξα τα χέρια μου γύρω απο τον λαιμό του και αφέθηκα σε αυτήν την πρωτόγνωρη για μένα αίσθηση... το φιλί του γλυκό και τρυφερό έκανε όλο μου το κορμί να τρέμη... τα χέρια μου μέσα στα μαλλιά του δήλωναν το πόσο πολύ τον ποθούσα και εκείνος άφησε ένα βογκητό να του ξεφύγει και η ανάσα του χάιδεψε απαλά το πρόσωπο μου και έστειλε κύματα ηλεκτρισμού σε όλο μου το κορμί.

«πρέπει να φύγω... είπα παραπονιάρικα απρόθυμη να φύγω απο την ζεστή του αγκαλιά και εκείνος κατένευσε... αλλά έχω υποσχεθεί ότι θα γυρίσω... του είπα με βαθιά φωνή και με κοίταξε μέσα στα μάτια... και σκοπεύω να τηρήσω την υπόσχεση μου» του είπα σοβαρά και σηκώνοντας με στον αέρα μου έδωσε άλλο ένα βαθύ φιλί που με έκανε να νιώσω ότι πετάω ψηλά...

Οι υπόλοιπες βδομάδες που πέρασαν ήταν οι ποιο ευτυχισμένες της ζωής μου... όλοι μέρα κοιτιόμασταν απο μακριά για να μην μας καταλάβει κανείς και κάθε βράδυ βρισκόμασταν στην λίμνη σφιχταγκαλιασμένοι να μιλάμε για τα πάντα, κάνοντας όνειρα για την κοινή μας ζωή... μακριά απο όλους και απο όλα.

Δεν είχαμε αυταπάτες ξέραμε καλά και οι δύο ότι θα ήταν δύσκολα τα πράγματα για μας αλλά η αγάπη μας ήταν τόσο δυνατή που δεν μας φόβιζε τίποτα... θα βάζαμε όλο μας το είναι και θα ξεπερνάγαμε κάθε εμπόδιο που θα βρισκόταν στον δρόμο μας προκειμένου να εκπληρώσουμε το μεγάλο μας όνειρο και όταν το σπίτι θα ήταν έτοιμο τότε θα μέναμε για πάντα μαζί αγνοώντας όλους τους άλλους που θα πήγαιναν κόντρα σε αυτό που εμείς θέλαμε περισσότερο... να ήμαστε ο ένας για τον άλλον.

Είχε μείνει μια βδομάδα και όλα τα όμορφα βράδια θα τελείωναν... κοίταζα το ολόγιομο φεγγάρι που λαμπύριζε και φώτιζε την μεγάλη λίμνη και ξαφνικά μελαγχόλησα... ο Έντουαρντ ήταν ξαπλωμένος πάνω στην μεγάλη κουβέρτα που έφερνε για να μην λερωνόμαστε απο την άμμο και εγώ καθόμουν με τα πόδια να ακουμπούν στο στήθος μου δίπλα του... είχα αγκαλιάσει τα πόδια μου και είχα αφήσει το σαγόνι μου να ακουμπήσει πάνω στα χέρια μου κοιτώντας πέρα μακριά...

Τα χέρια του απαλά πάνω στον ώμο μου απομάκρυναν τα βρεγμένα μου μαλλιά και τα χείλια του χάιδευαν τόσο απαλά τον ώμο μου που αμέσως ανατρίχιασα.

«τι σκέφτεσαι» με ρώτησε με βαθιά φωνή και γύρισα το πρόσωπο μου προς το μέρος του για να αντικρίσω την ματιά του και δεν χρειάστηκε καμία λέξη για να εκφράσει τι είχα μέσα στις σκέψεις μου... με ήξερε τόσο καλά, όπως και εγώ, που τις περισσότερες φορές τα μάτια μας μιλάγανε για μας.

Έβαλε ήρεμα το χέρι του πάνω στο μάγουλο μου και με τράβηξε κοντά του... άφησα την γλυκιά του ανάσα να τυλίξει τις αισθήσεις μου και ένας αναστεναγμός βγήκε απο μέσα μου βεβιασμένα... η καρδιά του στο στήθος του χτυπούσε τόσο γρήγορα που μου έκανε ξεκάθαρο το πόσο το πονούσαν και εκείνον οι ίδιες σκέψεις.

«υποσχέθηκες» είπε μόνο μέσα στην σιωπή και σήκωσα τα μάτια μου για να τον αντικρίσω.

Έβαλα το χέρι μου πάνω στο μάγουλο του και τα χείλια του βρέθηκα αμέσως πάνω στα δικά μου... το φιλί του τόσο τρυφερό μου έστελνε κύματα ηλεκτρισμού σε όλο μου το κορμί και με έκανε να τρέμω, όμως σήμερα έτρεμε και το δικό του κορμί και με έκανε να καταλάβω όλον του τον πόνο... όλην του την αγωνία για το αύριο που ήταν τόσο κοντά.

«την ημέρα που το σπίτι θα είναι έτοιμο» του απάντησα και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα με φίλησε με περισσότερο πάθος και ανταποκρίθηκα με όλην μου την ψυχή... με αργή κίνηση με έγειρε πάνω στην κουβέρτα και κλείδωσα τα χέρια μου γύρω απο τον λαιμό του για να μην με αφήσει.

Η γλώσσα του μέσα στο στόμα μου με έκανα να χάνω την αίσθηση του χρόνου και του χώρου και τα χέρια μου με δική τους πρωτοβουλία άρχισαν να εξερευνούν το υπέροχο κορμί του... άφησε να του ξεφύγει ένα βογκητό και με μια αυτόματη αντίδραση καταλαβαίνοντας ότι είχαμε ξεπεράσει τα όρια προσπάθησε να σηκωθεί για να ξαναβρεί την αυτοσυγκράτηση του αλλά εγώ δεν τον άφησα και με κοίταξε βαθιά στα μάτια.

«κάνε με δικιά σου» τον παρακάλεσα με βαθιά φωνή και μου χάιδεψε απαλά το πρόσωπο σμίγοντας τα φρύδια του.

«είσαι σίγουρη?... δεν θέλω να το μετανιώσεις» μου είπε μαλακά και ένιωσα την καρδιά του να καλπάζει μέσα στο στήθος του.

«η καρδιά μου σου ανήκει απο την πρώτη στιγμή που σε είδα... θέλω να σου ανήκει και το κορμί μου» του είπα με παράπονο και άρχισα να αναπνέω πιο γρήγορα απο την αγωνία μου.

«και η δική μου καρδιά σου ανήκει... πάντα θα σου ανήκει και πάντα θα σε περιμένει να γυρίσεις» είπε με πνιγμένη φωνή και μου χάρισε το πιο υπέροχο φιλί που είχα νιώσει ποτέ στην ζωή μου.

Τα χέρια του τρεμάμενα πάνω στον ώμο μου κατέβαζαν την τιράντα του σουτιέν μου και τα χείλια του ακολουθούσαν την πορεία που διέγραφε το χέρι του πάνω στο σώμα μου... το σώμα μου έτρεμε απο την επιθυμία και χωρίς να το καταλάβω ένα βογκητό βγήκε απο μέσα μου και έσπασε την απόλυτη σιωπή.

Αυτό του έδωσε περισσότερο κουράγιο και άρχισε να κάνει τα φιλιά του πιο παθιασμένα και το σώμα μου σε κάθε του άγγιγμά και σε κάθε του φιλί αντιδρούσε και έπαιρνε φωτιά... όταν τα χέρια του παραμέρισαν το ύφασμα πάνω απο το στήθος μου ένιωσα όλο μου το σώμα να τραντάζετε και κάτι ζεστό άρχισε να κυλάει ανάμεσα στα πόδια μου αλλά ήμουν τόσο παραδομένη στο πάθος μου που δεν καταλάβαινα τίποτα άλλο.

Τα χείλια του αιχμαλώτισαν την θηλή μου και με ένα δυνατό βογκητό τέντωσα το κορμί μου σφίγγοντας δυνατά την κουβέρτα και ο Έντουαρντ περνώντας τα τρεμάμενα χέρια του πίσω απο την πλάτη μου προσπάθησε να μου ξεκουμπώσει το σουτιέν αλλά δεν τα κατάφερνε και ξαφνικά κάτι τον σταμάτησε και άφησε το κεφάλι του να πέσει βαρύ πάνω στο στήθος μου και ξεφύσησε δυνατά.

Εγώ αμέσως έβαλα τα χέρια μου πάνω στον πρόσωπο του και τον ανάγκασα να με κοιτάξει...

«τι συμβαίνει?» τον ρώτησα μαλακά και γύρισε την ματιά του αλλού αναστενάζοντας και άρχισα να αγχώνομαι ότι ίσως τελικά εκείνος να μην με ήθελε όπως και εγώ.

«δεν θέλω να σε πονέσω» είπε τελικά και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου τρομερά αγχωμένος.

«σ’ αγαπώ... του είπα αφήνοντας την ματιά μου να εκφράσει όλην την αγάπη που ένιωθα για εκείνον... κάποια στιγμή θα πρέπει να το περάσω αυτό... του είπα για να τον ηρεμήσω... θέλω εσύ να είσαι αυτός που θα το κάνει... θέλω μόνο η δική σου αγάπη να πάρει την αγνότητα μου μακριά»

«και εγώ σ’ αγαπώ... δεν έχεις ιδέα πόσο σ’ αγαπώ... αλλά φοβάμαι» είπε και με κοίταξε με πόνο στα μάτια.

Ανασήκωσα το κορμί μου αναγκάζοντας τον να κάνει το ίδιο και δεν μου έφερε αντίρρηση... έβαλα αποφασιστικά τα χέρια μου πίσω στην πλάτη μου και ξεκουμπώνοντας το σουτιέν μου το αφαίρεσα και έμεινα εκτεθειμένη μπροστά του, δηλώνοντας του ότι δεν είμαι διατεθειμένη να κάνω πίσω και πήρε μια βαθιά ανάσα.

«είσαι τόσο όμορφη» είπε ψιθυριστά περισσότερο στον εαυτό του και βάζοντας το χέρι μου πάνω στο πρόσωπο του άρχισα πάλι να τον φιλάω και εκείνος δεν είχε άλλες αντοχές να μου αντισταθεί.

Με έγειρε πάλι πάνω στην κουβέρτα και άρχισε να σκορπίζει φιλιά σε όλο μου το πρόσωπο ενώ τα χέρια του εξερευνούσαν το κορμί μου και με έστελνε στον έβδομο ουρανό... μόλις όμως τα χέρια του έφτασα στο εσώρουχο μου το τράκ του ηθοποιού ήρθε να με διαλύσει και προσπάθησα με μεγάλο κόπο για να του το κρύψω όμως το σώμα μου με πρόδωσε και όταν ξαναήρθε κοντά μου με πήρε στην αγκαλιά του και μου χάιδεψε απαλά το πρόσωπο για να με ηρεμήσει.

«αν το μετάνιωσες» ξεκίνησε αλλά τον σταμάτησα

«δεν θα το μετανιώσω ποτέ» του είπα αποφασιστικά και τυλίγοντας τα χέρια μου γύρω του άρχισα και πάλι να τον φιλώ αφήνοντας το κορμί μου στα δικά του χέρια για να το κατευθύνει.

Όταν όμως τον ένιωσα να με κατακτάει κοκάλωσα... μια φλόγα με τύλιξε και ένας οξύς πόνος με έκανε να σαστίσω και ρίχνοντας το κεφάλι μου πάνω στον ώμο του προσπάθησα με γρήγορες ανάσες να ξαναβρώ τις ισορροπίες μου... ο Έντουαρντ αμέσως σταμάτησε και άρχισε να με φιλάει στον ώμο και στον λαιμό ζητώντας μου απανωτά συγνώμη.

«δώσε μου ένα λεπτό» παρακάλεσα και εκείνος κατένευσε και με έσφιξε στην αγκαλιά του

«θες να σταματήσω?» με ρώτησε με σπασμένη φωνή και κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου... Νόρα μου δεν μπορώ να σε βλέπω να βασανίζεσαι» είπε και με χάιδεψε παρηγορητικά στην πλάτη.

«είμαι καλά... επέμεινα απο τον φόβο μου μην με αφήσει τώρα... συνέχισε» απαίτησα και στην επόμενη του κίνηση νιώθοντας τον ίδιο οξύ πόνο σφίχτηκα περισσότερο απάνω του και σταμάτησε πάλι... μην σταματάς... είπα πιο δυνατά από όσο θα ήθελα πάνω στην απελπισία μου και απομακρύνοντας με για λίγο απο την αγκαλιά του με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου χάιδεψε το πρόσωπο για να με καθησυχάσει... φίλα με» παρακάλεσα με δάκρυα στα μάτια και εκείνος αμέσως υπάκουσε και άρχισε να μου χαρίζει το πιο ζεστό φιλί που αμέσως με έκανε να χαλαρώσω.

Το κορμί του άρχισε πάλι σιγά σιγά να κινείτε και ο πόνος παρέμενε ο ίδιος αλλά όσο με φίλαγε εγώ χαλάρωνα και το κορμί μου άρχισε να παίρνει ξανά φωτιά... ο πόνος άρχισε να υποχωρεί και τότε ένιωσα το τι θα πει ολοκληρωμένη αγάπη... αλλά εκεί που ήμασταν στον έβδομο ουρανό και ζούσαμε την καλύτερη νύχτα της ζωής μας... εκεί όλα καταστράφηκαν μέσα σε μια στιγμή.

Σκυλιά και φωνές άρχισαν να ακούγονται απο μακριά και ξαφνικά και οι δύο παγώσαμε και δεν ξέραμε τι να κάνουμε... εκείνος πιο ψύχραιμος απο μένα σηκώθηκε απο πάνω μου και παίρνοντας τα ρούχα μου στα χέρια του προσπάθησε να με βοηθήσει να ντυθώ καθώς ταυτόχρονα προσπαθούσε να κάνει και εκείνος το ίδιο.

«σας το είπα ότι θα είναι εδώ» άκουσα την φωνή της Ρόζαλης και κόντεψα να ουρλιάξω

Η Ρόζαλη να μου το κάνει αυτό?? Γιατί??? Ούρλιαζα μέσα μου και ο Έντουαρντ που κατάλαβε τον πόνο μου με πήρε στην αγκαλιά του και με σήκωσε όρθια χωρίς να με αποχωρίζετε για να αντιμετωπίσουμε μαζί ότι και να ήταν αυτό που ερχόταν.

«Νόρα???» τσίριξε ο πατέρας μου και άρχισα να τρέμω

«κύριε Δούκα μην τα βάζετε μαζί της... είπε αμέσως ο Έντουαρντ για να με υπερασπιστεί αλλά αυτό έκανε πιο έξαλλο τον πατέρα μου... σας παρακαλώ η ευθύνη είναι όλη δική μου» επέμενε ο Έντουαρντ αλλά δεν μπορούσα να τον αφήσω να το κάνει αυτό.

«σκάσε εσύ... του είπε ο πατέρας μου έξαλλος και γύρισε την ματιά του προς την μεριά μου... εσύ θα έρθεις μαζί μου τώρα»συνέχισε απειλητικά και ήξερα πολύ καλά τι θα επακολουθούσε αλλά δεν με ένοιαζε... είχα πάρει τις αποφάσεις μου και ότι και να μου λέγανε δεν θα άλλαζα γνώμη.

«εντάξει... του είπα εκνευρισμένα και άρχισα να προχωρώ αλλά το χέρι του Έντουαρντ με σταμάτησε και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του... μην φοβάσαι όλα θα πάνε καλά» τον καθησύχασα αλλά εκείνος κοίταζε τον πατέρα μου

«άσε με να έρθω μαζί σου» με παρακάλεσε απο τον φόβο του για το τι θα μπορούσε ο πατέρα μου να μου κάνει πάνω στα νεύρα του

«Νόρα δεν θα περιμένω άλλο» συνέχισε ο πατέρας μου να φωνάζει... κοίταξα μια προς τον πατέρα μου και μια προς το μέρος του και παίρνοντας μια ανάσα τον αγκάλιασα και του ψιθύρισα

«δεν θα ξεχάσω ποτέ την υπόσχεση μου... όσο πιο γρήγορα θα είναι έτοιμο το σπίτι... τόσο πιο γρήγορα θα είμαι και πάλι κοντά σου» του είπα και του έδωσα ένα φιλί στα χείλια με τον πατέρα μου να με τραβάει απο το χέρι αφήνοντας όλον του τον εκνευρισμό να ξεχυθεί.

«θα σου γράφω κάθε μέρα» τον άκουσα να μου φωνάζει καθώς ο πατέρας μου με τράβαγε με δύναμη απο το χέρι...

«θα κρατήσω την υπόσχεση μου» του φώναξα και εγώ και το τελευταίο πράγμα που άκουσα ήταν την κραυγή του...

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

My heart belong' s to you "Τολμώ"


My heart belong' s to you 1. Τολμώ

Η ιστορία αφιέρωμα στην nora
Η ιστορία είναι επηρεασμένη απο την ταινία 
"The Notebook"

Ιουνίος 1940
Άλλο ένα βαρετό καλοκαίρι είχε έρθει... όπως και κάθε χρόνο έτσι και φέτος ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε για το εξοχικό μας στο Σίμπρουκ... ήταν στην κατοχή της οικογένειας μας πολλά χρόνια τώρα και το μοιραζόμασταν με τον θείο Κάρλαηλ και την θεία Έσμε που είχαν μια κόρη την Ρόζαλη... οι σχέσεις μας ήταν πάντα σχέση ζήλιας και αντιπαλότητας αλλά μπροστά στην οικογένεια, ήμασταν πάντα οι αγαπημένες ξαδέλφες, αχώριστες και ταιριαστές.

«Νόρα?»

«ναι μαμά έρχομαι» φώναξα και άφησα το πινέλο μου στην θέση του.

Καθόμουν μπροστά στο καβαλέτο μου εδώ και μισή ώρα και δεν είχα ζωγραφίσει τίποτα... η ζωγραφική ήταν το μοναδικό κομμάτι της ζωής μου που έκανα μόνο για μένα και όμως ακόμα και αυτό πλέον δεν μπορούσα να το κάνω... ένας μήνας έμενε για να ξεκινήσω την καινούργια μου ζωή στο πανεπιστήμιο και ενώ ήταν όνειρο ζωής τώρα με φόβιζε τόσο πολύ.

Στην διαδρομή όλα ήταν σιωπηλά... κανείς δεν μίλαγε και το τοπίο ήταν το μόνο που κέντριζε το ενδιαφέρων μου... ήταν τόσο μαγευτικό... τα δέντρα αριστερά και δεξιά να αγκαλιάζονται και να φτιάχνουν μια φυσική ομπρέλα που μας προστάτευε άπο οτιδήποτε άγριο και επικίνδυνο υπήρχε γύρω μας.

«Νόρα δεν σου είπα τα νέα» είπε ξαφνικά ο πατέρας μου και μου κέντρισε το ενδιαφέρον

«τι πατέρα μου?»

«ο θείος επέκτεινε την εξοχική μας κατοικία και έχει βάλει και στάβλο»

«αλήθεια?» ρώτησα δύσπιστα

«μμμμ, δεν θα ήταν ωραίο να μάθεις και ιππασία»

«πατέρα, εγώ... δεν νομίζω ότι είναι και η καλύτερη ιδέα»

«μια κοπέλα της καλή κοινωνίας όπως είσαι εσύ, θα πρέπει να ξέρει και ιππασία»

«μάλιστα πατέρα» είπα μόνο γιατί ήξερα ότι θα ήταν ανώφελο να διαφωνήσω μαζί του μιας και που στο τέλος εκείνος θα είχε τον τελευταίο λόγο... και όπως πάντα θα πέρναγε το δικό του... ωστόσο το να με σκεφτώ πάνω σε άλογο... μπρρρρ... και μόνο στην σκέψη ανατρίχιαζα.

Όταν φτάσαμε ο θείος Καρλάηλ, η θεία Εσμε και η Ρόζαλη ήταν ήδη εκεί να μας προϋπαντήσουν...

«Νόραααα» φώναξε η Ρόζαλη και έτρεξε στην αγκαλιά μου και με έσφιξε τόσο που κόντεψα να σκάσω

«Νόρα γλυκιά μου» άκουσα και την φωνή της θείας μου και γύρισα προς το μέρος της

«θεία Έσμε... τι κάνεις?» της είπα γλυκά και με έσφιξε και εκείνη στην αγκαλιά της και της χαμογέλασα

«καλώς το κορίτσι μας» άκουσα και τον θείο μου και του έδωσα το χέρι μου και εκείνος με τράβηξε στην αγκαλιά του.

«θείε Κάρλαηλ... πόσο χαίρομαι που σε βλέπω» του είπα γλυκά και καθώς μου χαμογέλασε γύρισε στους γονείς μου και άρχισαν να λένε τα νέα τους την στιγμή που άρχισαν να πηγαίνουν προς το εσωτερικό του σπιτιού αλλά την στιγμή που πήγα να τους ακολουθήσω η Ρόζαλη με πρόλαβε και με σταμάτησε

«όχι τόσο γρήγορα... θα έρθεις μαζί μου» είπε και είδα έναν ενθουσιασμό στην ματιά της

«να πάμε που?» ρώτησα περίεργη και άρχισε να με τραβάει προς το πίσω μέρος του σπιτιού

«να δούμε τον στάβλο τι άλλο» είπε αυτόματα εκείνη και συνέχισε την πορεία της χωρίς να δέχεται δεύτερη κουβέντα

«Ρόζαληηηη... αντέδρασα εγώ και της τράβηξα το χέρι... είμαι πολύ κουρασμένη για να δω αυτήν την στιγμή τα άλογα» είπα ψέματα... γιατί στην ουσία τα σιχαινόμουν... μόνο στην ιδέα ότι θα πλησίαζα αυτά τα ζώα τρόμαζα.

«ωωω έλα τώρα μην κάνεις σαν μωρό... επέμενε εκείνη και συνέχισε να με τραβάει... πρέπει να το δεις αυτό... σίγουρα θα πάθεις την πλάκα σου» συνέχισε να μουρμουράει και εγώ ξεφύσησα απελπισμένα άλλα όταν φτάσαμε στην είσοδο του στάβλου κατάλαβα ότι είχε δίκιο.

Όντως έπαθα πλάκα... όχι φυσικά με τα βρομώ άλογα αλλά με το θέαμα που μου έκοψε την ανάσα... ήταν εκεί μπροστά μου με ένα δικράνι στο χέρι να φτυαρίζει το άχυρο και κοκάλωσα... φόραγε μόνο ένα παντελόνι που είχε κατέβει πιο κάτω απο τους γοφούς του να διαγράφει την αρχή των υπέροχων οπίσθιων του με της τιράντες να πέφτουν αριστερά και δεξιά απο τους γοφούς του... με την πλάτη γυμνή και γυαλιστερή απο τον ιδρώτα που σχημάτιζε σταγόνες πάνω στους μύες του... σε κάθε του κίνηση κάθε μυς παλλόταν και η αναπνοή μου άρχισε να επιταχύνετε... η καρδιά μου άρχισε να καλπάζει και ένιωθα ότι μια φλόγα άρχισε να καίει όλο μου το κορμί και άρχισε να το κάνει να ξεπεράσει τα όρια του... για μία στιγμή σήκωσε το κεφάλι του και τα χαλκινοκάστανα ανέμελα μαλλιά του που πέταγαν απο παντού έκαναν την εμφάνιση τους και ολοκλήρωσαν αυτήν την υπέροχη εικόνα.

Πέρασε το λεπτό με μακριά δάχτυλα χέρι του μέσα απο μερικές τούφες και ένιωσα να μου κόβετε η ανάσα μου... πόσο ήθελα να ήταν το δικό μου χέρι αυτό που τράβαγε αυτές τις υπέροχες τούφες βυθισμένη στο πάθος καθώς θα του φίλαγα τα υπέροχα σαρκώδη χείλια του... εκείνος σαν να είχε ακούσει τις σκέψεις μου πέρασε την γλώσσα του αργά απο τα κατακόκκινα του χείλια και αργά γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος μου και εγώ ένιωσα να χάνομαι... τα πράσινα σμαραγδένια μάτια του αιχμαλώτισαν τα δικά μου και τότε ένιωσα να χάνομαι μέσα στην ματιά του χωρίς να μπορώ να κουνηθώ... δάγκωσα τα χείλια μου αμήχανα και εκείνος μου χάρισε ένα απερίγραπτα υπέροχο στραβό χαμόγελο και χαμήλωσα την ματιά μου κοκκινίζοντας ολόκληρη.

«Νόρα σου μιλάω δεν με ακούς... άκουσα την φωνή της Ρόζαλης ξαφνικά και επανήλθα στην πραγματικότητα... που έχεις το μυαλό σου?» ρώτησε εκείνη έξαλλη καθώς δεν είχε καταλάβει τόση ώρα πως ενώ εκείνη μου εξηγούσε για τα ψωράλογα της εγώ είχα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής μου.

«εεε, συγνώμη... είπα απολογητικά... αλλά σου είπα ότι είμαι κουρασμένη» της είπα και προσπάθησα να την πίσω να φύγουμε

«όχι ακόμα... γκρίνιαζε με πείσμα... δεν σου έδειξα ακόμα το δικό μου» συνέχισε και χτύπησε σαν μικρό παιδί το πόδι της στο χώμα και ο νεαρός που κοίταζα τόση ώρα έπνιξε το γέλιο του σε ένα ξεροβήξιμο και η Ροουζ γύρισε προς το μέρος του εκνευρισμένη.

«εσύ δεν έχεις δουλειά να κάνεις... του πέταξε απότομα... δεν σε πληρώνουμε για να κοιτάς τα αφεντικά σου» του είπε πιο άγρια και εκείνος προσπάθησε με μεγάλο κόπο να κρατήσει την αντίδραση του ώστε να μην ξεσπάσει σε περισσότερα γέλια

«Ρόουζζζζ» προσπάθησα να την σταματήσω άλλα ήταν μάταιο

«μην ανησυχείτε δεσποινίς μου... είπε με την βελούδινη φωνή του και η καρδιά μου έχασε έναν χτύπο... έχει δίκιο η εξαδέλφη σας... καλύτερα να γυρίσω στην δουλειά μου» είπε και όπως πέρασε απο δίπλα μου ένα υπέροχο άρωμα πλημμύρισε όλες μου της αισθήσεις και τότε πήρα ολόκληρη φωτιά... ένας συνδυασμός απο αλμυρό ιδρώτα με άγονο χώμα και απαλό σαπούνι... σίγουρα σε άλλη περίπτωση θα με είχε κάνει να αηδιάσω... όμως δεν ξέρω γιατί άλλα σε αυτό το κορμί με έκανε να θέλω τόσο πολύ να το γευτώ.

Οι ματιές μας για μια στιγμή για άλλη μια φορά αιχμαλωτίστηκαν αλλά η Ρόουζζ που αυτήν την φορά το παρατήρησε δεν με άφησε να το χαρώ περισσότερο...

«Ρόουζ... ξεκίνησα διστακτικά γιατί ήξερα αμέσως ότι θα το μετάνιωνα... ποιος είναι αυτός?»

«ο κανένας... είπε υπεροπτικά και με τράβηξε προς το άλογο της και συνέχισε να φλυαρεί αλλά το δικό μου μυαλό είχε κολλήσει σε στην οπτασία που μόλις είχα δει.

Πέρναγαν οι μέρες και η Ρόζαλη επέμενε να ανέβω σε ένα απο τα άλογα τους αλλά εγώ αρνιόμουν πεισματικά... ωστόσο όμως δεν έχανα ευκαιρία για να βρεθώ στον στάβλο ώστε να τον ξαναδώ... πάντα εκεί... πάντα με την ίδια ενδυμασία να κάνει τις δουλειές του και η πλάτη του και το στήθος του να γυαλίζουν απο τον ιδρώτα... πόσο ήθελα να τον πλησιάσω... πόσο ήθελα να περάσω την γλώσσα μου πάνω απο αυτό το απαλό δέρμα για να γευτώ αυτόν τον πειρασμό αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσα να κάνω ποτέ κάτι τέτοιο... εγώ ήμουν ένα κορίτσι απο καλό σπίτι και εκείνος... αχχχ εκείνος... ένας μεγάλος απαγορευμένος καρπός.

«Νόρα... άρχισε ο πατέρας μου την στιγμή που ήμασταν στο μεγάλο φράχτη που είχαν φτιάξει για να εκπαιδεύουν τα άλογα... έλα κόρη μου να ανέβεις» είπε και προσπάθησα να το αποφύγω για άλλη μια φορά αλλά εκείνος δεν δεχόταν άλλη αντίρρηση οπότε αναγκάστηκα υπάκουσα.

Με βοήθησαν να ανέβω στο άλογο και εγώ άρχισα να τρέμω απο τον φόβο μου... το άλογο σαν να το κατάλαβε άρχισε να σκούζει και να πίσω πατεί και την στιγμή που κατάφερα να κάτσω πάνω στην σέλα και να κρατηθώ απο τα γκέμια εκείνο σήκωσε τα δύο του μπροστινά του πόδια βγάζοντας έναν εκκωφαντικό ήχο απο το λαρύγγι του και τότε άρχισε να τρέχει... εγώ τσίριζα και προσπάθησα να κρατηθώ απο όπου βρήκα για να μην πέσω αλλά εκείνο δεν σταμάταγε με τίποτα... η καρδιά μου κόντευε να σπάσει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα απο το να περιμένω την μοίρα μου.

Ξαφνικά κάποιος μπήκε μπροστά μου και απο το άγχος και την ένταση την στιγμή που το άλογο σηκώθηκε για δεύτερη φορά στα δύο του μπροστινά του πόδια εγώ έχασα την ισορροπία μου και έπεσα στο έδαφος άτσαλα με δύναμη και απο τον πόνο σάστισμα και έχασα την γη κάτω απο τα πόδια μου.

«δεσποινίς είσαστε καλά?» άκουγα μια φωνή απο μακριά και μια γνώριμη μυρωδιά κατέκλυσε όλο μου το είναι και ένιωσα ασφάλεια.

Άνοιξα τα μάτια μου δειλά και είδα τα υπέροχα του μάτια να με κοιτάνε με αγωνία... το χέρι του απομάκρυνε τα μαλλιά απο το πρόσωπο και η ανάσα του χάιδευε το πρόσωπο μου δροσίζοντας το... τα χείλια του με μαγνήτιζαν και ήθελα τόσο πολύ να τα ακουμπήσω... σήκωσα το χέρι μου μέσα στην παραζάλη μου και ακούμπησα δειλά το κάτω χείλος του και εκείνος το κράτησε στο δικό του χέρι και το φίλησε απαλά... όταν τα χείλια του ακούμπησα πάνω στα δάχτυλα μου ένας αναστεναγμός μου βγήκε και με επανέφερε στην πραγματικότητα αλλά πριν προλάβω να συνέλθω τα χείλια του αιχμαλώτισαν τα δικά μου και μου έκοψαν την ανάσα.

Τα χείλια του πάνω στα δικά μου μου έστελναν κύματα ηλεκτρισμού σε όλο μου το κορμί και το έκαναν να φλέγεται... η ανάσα μου είχε γίνει πιο κοφτή αλλά ο καλπασμός πάνω στην γη που ακούγονταν απο μακριά με έκανε να συνέλθω... τραβήχτηκα απο πάνω του και αμέσως τον χαστούκισα.

«πως τολμάς?» τον ρώτησα έξαλλη και εκείνος με κοίταζε απορριμένος

«συγνώμη?» ανταπάντησε αλλά δεν έφευγε απο πάνω μου.

«σήκω απο πάνω μου τώρα» φώναξα πιο δυνατά και είδα να το βρίσκει αστείο... αλλά οι φωνές και οι καλπασμοί των αλόγων τον έκανε να υπακούσει.

Μου έδωσε το χέρι του για να με βοηθήσει αλλά εγώ δεν το δέχτηκα και προσπάθησα να σηκωθώ μόνη μου μέχρι που κατάλαβα ότι δεν μπορούσα και γέλασε δυνατά...

«έλα αμαζόνα μου... είπε και έβαλε το χέρι του κάτω απο την μασχάλη μου και με σήκωσε... τουλάχιστον δεν χτύπησες» είπε χαμογελώντας μου και αυτό με εκνεύρισε περισσότερο

«μη με ακουμπάς» του είπα νευριασμένα και έφυγα βίαια απο την αγκαλιά του και γέλασε κουνώντας το κεφάλι του ενώ ταυτόχρονα πέρναγε το χέρι του μέσα απο τις ατίθασες τούφες των μαλλιών του και ήθελα τόσο πολύ να τον ξαναχαστουκίσω...

«Νόρα είσαι καλά?» άκουσα την φωνή του πατέρα μου την ώρα που πλησίαζε με το άλογο του και με ένα σάλτο κατέβηκε απο αυτό και ήρθε κοντά μου

«ναι πατέρα μην ανησυχείς» του είπα για να τον καθησυχάσω και με πήρε στην αγκαλιά του.

«σε ευχαριστώ νεαρέ μου... σου το χρωστάω» του είπε ο πατέρας μου και εκείνος χαμογέλασε

«δεν ήταν τίποτα κύριε... παρακαλώ» είπε μόνο και ανέβηκε πάλι στο άλογο του και παίρνοντας μαζί του και το ατίθασο δικό μου άρχισε να φεύγει...

Όλη την υπόλοιπη μέρα την πέρασα στο δωμάτιο μου προσπαθώντας να ηρεμήσω αλλά ήταν μάταιο... αυτό το φιλί είχε αναστατώσει όλο μου το είναι.

«Νόρα είσαι έτοιμη?» άκουσα την φωνή της Ρόζαλη απο την πόρτα του δωματίου μου και γύρισα να την κοιτάξω παραξενεμένη

«για ποιο πράγμα?»

«για το πανηγύρι φυσικά... ωωω μην μου πεις ότι το ξέχασες» είπε εκείνη απογοητευμένη και την χάρισα ένα γλυκό χαμόγελο

«όχι, φυσικά και όχι, σε 5 λεπτά θα είμαι έτοιμη» την καθησύχασα και αφού κατένευσε ευχαριστημένη έφυγε χοροπηδώντας προς τα κάτω διαμερίσματα.

Άλλαξα βάζοντας ένα αέρινο φόρεμα σε κόκκινο χρώμα, με άσπρα παπούτσια με λίγο τακουνάκι και παίρνοντας το άσπρο μου ζακετάκι ολοκλήρωσα το μακιγιάζ μου με κόκκινο κραγιόν και μάσκαρα για να τονίσω τις μακριές μου βλεφαρίδες...

Δεν ήμουν ιδιαίτερα όμορφη όπως η Ρόζαλη αλλά πάντα κατάφερνα να κάνω την διαφορά... τα καστανά κυματιστά μου μαλλιά που συνήθιζα να τα συγκρατώ αριστερά και δεξιά με τσιμπιδάκια, μαζί με τα καστανά ζεστά μου μάτια ήταν για όλους κάτι το συνηθισμένο, όχι όμως για μένα... η ματιά μου πάντα μου έλεγαν ότι ήταν έντονη και κεραυνοβόλα... και αυτό πάντα μου αναπτέρωνε το ηθικό.

Όταν φτάσαμε στο πανηγύρι ένιωσα τόση ζωντάνια, τόσο χαρά... αλλά για κάποιον λόγο ένιωσα ότι κάτι μου έλειπε αλλά δεν ήξερα τι... η παρέα της Ρόουζ ήταν τόσο χαρούμενη... παίζαμε στο λούνα παρκ που είχαν στήσει για το πανηγύρι και την στιγμή που ήμουν στα συγκρουόμενα τον είδα... ήταν τόσο αφύσικα όμορφος που κατευθείαν με έκανε να χάνομαι και να κοιτάζω μόνο εκείνον... φόραγε ένα καφέ απλό παντελόνι και ένα καρό πουκάμισο με τιράντες... ενώ στα μαλλιά του φόραγε ένα μπερέ και ενώ ήταν τόσο απλός ήταν τόσο εντυπωσιακός.

Η σύγκρουση με την Ρόζαλη με επανέφερε στην πραγματικότητα αλλά πριν γυρίσω την ματιά μου πρόλαβα να τον δω να με κοιτάζει και η καρδιά μου άρχισε να καλπάζει σαν τρελή... τι με έχει πιάσει???... ρώταγα τον εαυτό μου απελπισμένη και συνέχισα την τρελή μου κούρσα στα συγκρουόμενα αγνοώντας τον... όταν βγήκαμε απο τα αυτοκινητάκια πλησιάσαμε την παρέα και δεν είχα καταλάβει ότι ήταν κοντά μου μέχρι που άκουσα την βελούδινη φωνή του και αναπήδησα.

«θες να χορέψουμε?» είπε κατευθείαν μόλις τον κοίταξα στα μάτια

«όχι βέβαια» του είπα και πήγα να τον προσπεράσω αλλά εκείνος με σταμάτησε

«γιατί όχι?»

«επειδή δεν θέλω» του είπα πιο νευριασμένη και τον παραμέρισα για να περάσω και εκείνος χαμογέλασε.

«Νόρα θες να ανέβουμε στην ρόδα» με ρώτησε ο Ραιλη και του χαμογέλασα ζεστά

«γιατί όχι» είπα και παίρνοντας με απο το χέρι ανεβήκαμε πάνω στο κάθισμα αλλά την ώρα που η ρόδα άρχισε να ανεβαίνει εκείνος πήρε φόρα και ήρθε και ανέβηκε στο κάθισμα μας... εγώ ούρλιαξα απο σαστιμάρα αλλά εκείνος δεν πτοήθηκε και σπρώχνοντας μας έκατσε ανάμεσα σε μένα και τον Ράιλη.

«είσαι μετά καλά σου???... φώναξα και εκείνος χαμογέλασε... θες να μας σκοτώσεις???» συνέχισα και γυρίζοντας προς το μέρος μου, μου έδωσε το χέρι του

«είμαι ο Έντουαρντ Μέισεν»

«ποιος είναι αυτός?» ρώτησε εκνευρισμένος ο Ράιλη

«ο κανένας» του απάντησα εγώ και ο Έντουαρντ ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια

«Έντουαρντ... κατέβα απο εκεί θα σκοτωθείτε» φώναξε ο υπάλληλος του λούνα παρκ και σταμάτησε την ρόδα

«Θα βγεις μαζί μου?»είπε εκείνος αγνοώντας τον υπάλληλο

«ποτέ» του απάντησα εγώ με νευριασμένο ύφος αλλά δεν πτοήθηκε

«Γιατί όχι?» ρώτησε εκείνος με πληγωμένο ύφος

«Αφού σου είπε!» ξεκίνησε να λέει ο Ράιλη αλλά το βλέμμα του Έντουαρντ τον σταμάτησε

«Γιατί όχι?» είπε πάλι γυρίζοντας την ματιά του προς το μέρος μου

«επειδή δεν θέλω» του απάντησα πάλι νευριασμένα

«τότε δεν μπορώ να κάνω αλλιώς» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του και πιάστηκε απο την μπάρα και άρχισε να αιωρείται στον αέρα

«θεέ μου! είσαι τρελός?» αναφώνησα βάζοντας το χέρι μου στο στόμα για να συγκρατήσω την κραυγή μου σοκαρισμένη και εκείνος γύρισε προς το μέρος μου χωρίς να κατέβει απο την μπάρα

«θα σε ρωτήσω ξανά... συνέχισε απτόητος... θα βγεις ή όχι μαζί μου?»

«ποτέ» συνέχισα εγώ και άφησε το ένα του χέρι και έμεινε κρεμασμένος με το άλλο... στο πρόσωπο του φαινόταν η προσπάθεια που έκανε για να παραμείνει πάνω στην μπάρα και η καρδιά μου άρχισε να καλπάζει απο την αγωνία... σίγουρα ήταν τρελός αλλά δεν μπορούσα να υποκύψω σε αυτόν τον εκβιασμό.

«το χέρι μου γλιστράει» είπε με δυσκολία και ένιωσα να τρελαίνομαι... και αν το εννοεί????

«πιάσε τη μπάρα!» φώναξα και έφερα τα χέρια μου μπροστά απο την αγωνία που είχα για να τον πιάσω στην περίπτωση που πραγματικά το εννοούσε

«πρώτα να πεις "ναι"»

«πες του "ναι"!» φώναξαν τα παιδιά που ήταν στα άλλα βαγόνια με αγωνία παρακλητικά

«εντάξει, εντάξει, θα βγω μαζί σου» φώναξα κλείνοντας τα μάτια μου ηττημένη

«δε θέλω χάρες!» είπε ξινισμένα και άνοιξα τα μάτια για να τον αντικρίσω και παίρνοντας μια βαθιά αναπνοή είπα πιο ήρεμα μήπως και τον πίσω

«θέλω!»

«θέλεις?... ρώτησε δύσπιστα και τον κοίταζα σαν χαζή με το στόμα ανοιχτό... πες το» απαίτησε

«θέλω να βγούμε» του φώναξα νευριασμένη πια

«ξανά» απαίτησε πάλι

«θέλω να βγω μαζί σου!» φώναξα ξανά απελπισμένη

«εντάξει, λοιπόν... θα βγούμε» είπε ξανά βάζοντας το ελεύθερο χέρι του πάνω στην μπάρα, με ένα ύφος λες και εγώ ήμουν αυτή που το ζητούσε και εκείνος ηττημένος τα παράτησε και δέχτηκε... ε αυτό ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι μου

«νομίζεις ότι είσαι έξυπνος?» του είπα εγώ με άγριο ύφος

«αυτό δεν ήταν αστείο!» φώναξε μια κοπέλα απο το κάτω βαγόνι

«μη φοβάσαι, θα τον κανονίσω» της απάντησα εγώ και άρχισα να του ξεκουμπώνω την ζώνη και το παντελόνι του

«τι κάνεις?... ρώτησε εκείνος σοκαρισμένος αλλά εγώ συνέχιζα ακάθεκτη... μην το κάνεις αυτό... παρακάλεσε και τον κοίταξα ειρωνικά κατεβάζοντας το παντελόνι του τελείως... απίστευτο!» είπε τότε και κούνησε το κεφάλι του μην μπορώντας να το πιστέψει ότι είχα βρει το θάρρος να κάνω κάτι τέτοιο

«που είναι τώρα το θάρρος σου?» των ρώτησα ειρωνικά και εκείνος πήρε το πιο περίεργο πειραχτικό ύφος που είχα δει ποτέ στην ζωή μου.

«θα μου το πληρώσεις» απείλησε και εγώ είχα πλέον πάρει το πάνω χέρι

«ίσως ναι, ίσως και όχι» του είπα σηκώνοντας το ένα μου φρύδι για να του δείξω ότι δεν με συγκινούν τα λόγια του...

Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να ηρεμήσω... είχα τόση ένταση που η ζέστη του δωματίου μου φαινόταν τόσο αποπνικτική που τελικά τα παράτησα... με ανάλαφρα βήματα κατέβηκα αθόρυβα τις σκάλες και βγήκα έξω... στην αρχή δεν ήμουν σίγουρη για το που ήθελα να πάω αλλά στο τέλος πήρα την απόφαση να πάω να κάνω μια βουτιά στην λίμνη για να ηρεμήσω.

Όταν βγήκα απο το νερό έπαθα σοκ...

«πολύ μου αρέσει το αυτοσχέδιο μαγιό σου» άκουσα την φωνή του Έντουαρντ και έβαλα το χέρι μου μπροστά στο στόμα μου για να πνίξω την κραυγή μου...

Εκείνος άνετος και αμέριμνος καθόταν στην άμμο κρατώντας το νυχτικό μου και εγώ για μια στιγμή έμεινα να τον κοιτώ σοκαρισμένη... όταν όμως είδα να το κουνάει πέρα δώθε προκλητικά ξαναβρήκα την αυτοκυριαρχία μου και πήρα τα πάνω μου.

«δώστο μου» απαίτησα πλησιάζοντας τον

«όχι τόσο εύκολα... συνέχισε με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο... πρέπει πρώτα να το κερδίσεις» συνέχισε και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι

«τι θες?» τον ρώτησα βάζοντας τα χέρια μου στην μέση κουνόντας το πόδι μου νευρικά

«ημέρα και ώρα» είπε και το χαμόγελο του έγινε πιο πλατύ

«δεν πρόκειται να βγω μαζί σου ακόμα και αν είσαι το τελευταίος άντρας πάνω στην γη» του απάντησα με ξινισμένο ύφος και το γέλιο του αντήχησε μέσα στην σιωπή... Χριστέ μου ήταν τόσο όμορφος όταν γελούσε έτσι.

«τότε και εγώ δεν σου το δίνω» είπε μέσα απο τα γέλια του και προσπάθησα με πείσμα να το πάρω απο τα χέρια του αλλά εκείνος πιο γρήγορος απο μένα με έπιασε απο την μέση και με έριξε πάνω στην άμμο ρίχνοντας το βάρος του σώματος του πάνω στο δικό μου και η καρδιά μου έχασα έναν χτύπο.

«φύγε απο πάνω μου τώρα» άρχισα να φωνάζω και να κουνιέμαι αλλά εκείνος δεν τα παρατούσε

«όχι αν δεν μου δώσεις πρώτα αυτό που θέλω»

«και τι θες?» τον ρώτησα ειρωνικά

«ημέρα και ώρα» απάντησε αυτόματα και τον κοίταξα με δυσπιστία

«δεν πρόκειται να βγω μαζί σου» του δήλωσα νευριασμένη

«και εγώ δεν πρόκειται να σε αφήσω να φύγεις» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του αδιάφορα

«ναι καλά τραγούδα» του ανταπάντησα εγώ και τότε άρχισε να τραγουδάει και με έπιασαν τα γέλια

«Χριστέ μου είσαι τόσο παράφωνος»

«αν δεν σου αρέσει προσπάθησε να με σταματήσεις» με προκάλεσε ενώ συνέχιζε να τραγουδά και στην προσπάθεια μου να του κλείσω το στόμα με τα χέρια μου εκείνος τα άρπαξε και τα έβαλε πάνω απο το κεφάλι μου και έφερε το πρόσωπο του σε απόσταση αναπνοής απο το δικό μου χωρίς να σταματάει να τραγουδάει.

Ήθελα να μην του κάνω την χάρη και να τον παιδέψω περισσότερο... ήθελα να τον κάνω να μην ξέρει απο που να φύγει... αλλά η αναπνοή του πλημμύριζε όλες μου τις αισθήσεις... χάιδευε απαλά το πρόσωπο μου και μου ήταν αδύνατον να μείνω άλλο μακριά απο αυτά τα υπέροχα χείλη που ήταν τόσο κοντά στα δικά μου καθώς τα άφηνε να ακουμπούν που και που πάνω στα δικά μου και έτσι τα παράτησα ηττημένη.

Έσβησα την απόσταση που χώριζαν τα χείλια μου απο τα δικά του και με έναν αναστεναγμό παραδόθηκα στο πάθος μου για εκείνον... τα χείλια μας είχαν πάρει φωτιά και τα χέρια του ξέσφιγγαν τα δικά μου χέρια μέχρι που βρέθηκα πάνω στα μαλλιά μου... χωρίς να χάνω άλλο χρόνο έφερα τα χέρια μου μπροστά και τα τύλιξα γύρω απο το λαιμό του, μπλέκοντας τα μέσα στα απαλά σαν βελούδο μαλλιά του που απο την πρώτη στιγμή που τα είδα είχαν γίνει η προσωπική μου κόλαση.

Εκείνος τρυφερά δάγκωνε το κάτω χείλος μου και ένας ηλεκτρισμός διαπέρασε όλο μου το κορμί και με έκανε να ανατριχιάσω ολόκληρη... άφησα ένα βογκητό να μου ξεφύγει και πιέζοντας τον περισσότερο απάνω μου απαίτησα να βαθύνει το φιλί μας και εκείνος αμέσως ανταποκρίθηκε και πέρασε την γλώσσα του πάνω απο τα χείλια μου... άνοιξα τα χείλια μου διστακτικά και ένωσα την γλώσσα μου στην δική του και αναστέναξε... αλλά δεν τον άφηνα να σταματήσει... τον ήθελα τόσο πολύ... τον είχα τόσο ανάγκη... η γλώσσα του μέσα στο στόμα μου έκανε έναν τόσο υπέροχο χορό που όλο μου το σώμα πήρε φωτιά και ήξερα ότι έπρεπε να το σταματήσω πριν να είναι αργά.

«πρέπει να φύγω» ψιθύρισα πάνω στο φιλί μας και εκείνος έβαλε το μέτωπο του πάνω στο δικό μου  κλείνοντας τα μάτια του και αναστέναξε βαθιά.

«το ξέρω» είπε με βαθιά φωνή και αφού άφησε ένα παρατεταμένο φιλί πάνω στο μέτωπο μου παραμέρισε για να σηκωθώ.

Πήρα το νυχτικό μου στο χέρι μου και αφού το πέρασα πάνω απο το κεφάλι μου γύρισα και τον κοίταξα... είχε κάτσει δίπλα μου και κοίταζε πέρα μακριά το φεγγάρι χωρίς να πει κουβέντα.

«καληνύχτα» του είπα απαλά την ώρα που σηκώθηκα και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου και μου χαμογέλασε

«καληνύχτα» είπε με την ζεστή του φωνή και έμεινα για λίγο να τον κοιτάζω... μέσα σε μια στιγμή όλο του το πρόσωπο είχε αλλάξει... και τι δεν θα έδινα να μάθαινα τι σκεφτόταν αλλά ήξερα ότι έπρεπε να φύγω πριν με πάρει κανείς είδηση και έτσι έφυγα χωρίς να πούμε τίποτα άλλο....

ESCAPE POLH FANTASMA