Ετικέτες

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Soulmates Μ2 "4. Η Υπόσχεση"


 

Έντουαρτ

«Έχεις αποτυπωθεί Έντουαρτ, στο πρόσωπο μου» μου απάντησε και έμεινα για λίγο να την κοιτώ χωρίς να μπορώ να το πιστέψω. Πράγματι θα μπορούσε να είχε συμβεί αυτό και να μην το είχα καταλάβει; Αφού εγώ θυμάμαι να την αγαπώ από πολύ πριν σπάσω ακόμα την κατάρα.

Γέρνοντας προς τα πίσω, έβαλε το χέρι της πάνω στο πρόσωπο της και κοίταξε οπουδήποτε αλλού εκτός από την ματιά μου και αυτό μου έφερε μια απίστευτη αγωνία. Τόσο δυσάρεστο ήταν αυτό για εκείνην;... αναρωτήθηκα με έναν πόνο να διαπερνάει το στήθος μου αλλά δεν τον άφησα να με λυγίσει.

«Τώρα εξηγούνται όλα» ψιθύρισε σχεδόν άηχα σαν να μίλαγε στον εαυτό της.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησα με αγωνία παίρνοντας το χέρι της από το πρόσωπο της απαλά για να μπορέσω να δω τις αντιδράσεις της πιο καθαρά και εκείνη άφησε την ανάσα της να βγει βαριά από μέσα της.

«Απλά δεν μπορώ να το πιστέψω» είπε βαριά σχεδόν πνιγμένα αποφεύγοντας ακόμα την ματιά μου με σφιγμένα χαρακτηριστικά σαν αυτό να ήταν ένα μεγάλο βάρος για εκείνην.

«Δεν απαιτώ να νιώσεις το ίδιο» είπα απογοητευμένα προσπαθώντας να την αποδεσμεύσω από όλο αυτό και πραγματικά το εννοούσα, άλλωστε ποτέ δεν ένιωσα ότι είχα κάποια ελπίδα μαζί της.

«Έντουαρντ...» ψιθύρισε βάζοντας το χέρι της πάνω στο πρόσωπο μου για να με κάνει να την κοιτάξω ξανά και η ανάσα μου κόπηκε στην μέση καθώς ένιωσα τα πάντα μέσα μου να διαλύονται για άλλη μια φορά... «Δεν φαντάζεσαι πόσο λυπάμαι γι αυτό, αν το είχα καταλάβει πιο νωρίς ίσως τώρα να ήταν διαφορετικά τα πράγματα αλλά ίσως και όχι» συνέχισε και την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω που το πήγαινε.

«Δεν χρειάζεται να απολογείσαι. Δεν νιώθεις τίποτα για μένα, το καταλαβαίνω....» πριν ολοκληρώσω την πρόταση μου εκείνη είχε ανακαθίσει πάνω στον καναπέ και με τα δύο της χέρια να πλαισιώνουν το πρόσωπο μου, με ανάγκασε να την κοιτάξω στα μάτια. Τα χαρακτηριστικά της ήταν απόλυτα σοβαρά.

«Νοιάζομαι για σένα Έντουαρτ...» είπε με απόλυτη ειλικρίνεια... «Όμως δεν είναι το ίδιο και δεν φαντάζεσαι πόσο λυπάμαι γι αυτό, γιατί σου αξίζουν πολλά περισσότερα από αυτό» συνέχισε με πόνο στην φωνή της.

«Αισθάνεσαι κάτι για μένα;» ρώτησα χωρίς να το πιστεύω.

«Σίγουρα σε θέλω σαν κολασμένη...» είπε και χαμογέλασε σπάζοντας για λίγο την μουντάδα που μας έχει πλαισιώσει και δεν μπόρεσα να κρατήσω το χαμόγελο της ικανοποίησης μου, καθώς όλο μου το κορμί μόνο με αυτήν την δήλωση της αμέσως πήρε φωτιά και αφήνοντας ένα απαλό φιλί πάνω στα χείλια μου συνέχισε πιο σοβαρά... «Νοιάζομαι για σένα από πολύ πριν έρθω να σε γνωρίσω από κοντά. Ο απίστευτος χαρακτήρας σου πάντα μου κινούσε το ενδιαφέρον, με έκανε να νιώθω υπερήφανη για σένα που κατάφερνες να μην αφήνεις κανέναν να επεμβαίνει σε αυτόν παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες, όμως...» είπε κάτω από τον αναστεναγμό της καθώς τα χαρακτηριστικά της βυθίζονταν σε μια αρχαία θλίψη... «Σου αξίζουν πολλά περισσότερα και είχα την ελπίδα να τα ζήσεις» κατέληξε και αυθόρμητα το χέρι μου αγκάλιασε την απαλή επιδερμίδα του προσώπου της.

«Δεν με νοιάζει...» είπα ειλικρινά χωρίς δισταγμό... «Μου φτάνει που ξέρω ότι στην καρδιά σου υπάρχει λίγος χώρος και για μένα»

Τα χέρια της αμέσως τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό μου και φέροντας με κοντά της άφησε το κεφάλι της να ακουμπήσει πάνω στον ώμο μου .Το χέρι της χάιδευε απαλά τα μαλλιά μου στέλνοντας σε όλη μου την σπονδυλική μου στήλη ηλεκτροφόρα κύματα κάνοντας όλο μου το είναι να ανατριχιάζει και αγκαλιάζοντας το σώμα της σφιχτά κοντά μου άφησα το κεφάλι μου να ακουμπήσει απαλά πάνω στα μαλλιά της εισπνέοντας άπληστα το άρωμα που ανέδυαν. Ήταν μια όαση μέσα σε όλη την απελπισία που με είχε κυριεύσει και δεν ήθελα με τίποτα να την αποχωριστώ.

«Ποια είναι τα σχέδια σου;» ρώτησα χωρίς να είμαι σίγουρος αν ήθελα να ξέρω την απάντηση. Εκείνη τότε αφήνοντας την ανάσα της να βγει από μέσα της αργά για λίγο έμεινε στην σιωπή, υποθέτω διαλέγοντας πολύ προσεκτικά τα λόγια που θα χρησιμοποιούσε ώστε να μου εξηγήσει την κατάσταση με το πιο ανώδυνο τρόπο.

~Δεν μπορώ να σε πάρω μαζί μου...~ μου πέρασε τελικά μέσα στην σκέψη μου με πόνο... ~Υπάρχουν τόσες ψυχές που στηρίζονται σε μένα και δεν μπορώ να τους προδώσω. Έχουν αφήσει τις οικογένειες τους για να μας ακολουθήσουν και δεν μπορώ να προδώσω την εμπιστοσύνη τους~ συνέχισε και απομακρύνοντας την για λίγο από πάνω μου την κοίταξα στα μάτια με απόλυτη κατανόηση.

~Δεν γύρισα πιο πριν για τον ίδιο λόγο αλλά πάντα σε παρατηρούσα από μακριά μέσω άλλων που μου έφερναν τα νέα σου. Έβλεπα να χάνεσαι μέρα με την ημέρα περισσότερο και με καταρράκωνε που δεν μπορούσα να είμαι εδώ για να σε στηρίξω, να σε βοηθήσω, όμως δεν μπορούσα να τους αφήσω. Είχα την ελπίδα ότι μόλις θα τελείωνες το σχολείο και θα ενηλικιωνόσουν πια θα μπορούσες να φύγεις μακριά του, να πας σε ένα πανεπιστήμιο να αρχίσεις την ζωή σου από την αρχή, να εκπληρώσεις τα όνειρα σου όπως ακριβώς τα είχες σχεδιάσει και βρίσκοντας κάποια για να μπορείς να είσαστε μαζί, ότι όλα αυτά θα άλλαζαν, ότι θα έβρισκες τις ισορροπίες σου και θα μπορούσες και πάλι να είσαι ο εαυτός σου απελευθερωμένος από όλα αυτά που σε βασάνιζαν...~ καταπίνοντας με δυσκολία έκανε μια παύση κοιτώντας για λίγο μακριά και εγώ παρέμεινα στην σιωπή περιμένοντας υπομονετικά να συνεχίσει. Γυρίζοντας ξανά την ματιά της προς το μέρος μου η όψη της πλέον είχε αλλάξει, η απελπισία που ένιωθε μέσα της ήταν έντονη πια στα χαρακτηριστικά της τόσο πολύ που με έκανε να αγωνιώ για εκείνην.

~Αλλά λόγω της αποτύπωσης...~ είπε με δυσκολία κάνοντας άλλη μια βασανιστική παύση... ~Ότι και να κάνεις, όσο μακριά του και να τρέξεις ποτέ δεν θα καταφέρεις να βρεις την γαλήνη που έχεις ανάγκη για να καταφέρεις να ισορροπήσεις~

«Μπέλλα...» ξαφνικά την διέκοψα χωρίς να το αντέχω άλλο όλο αυτό... «Με θες;» την ρώτησα και άφησε την ανάσα της κουρασμένα.

«Δεν είναι τόσο απλό Έντουαρντ» τελικά απάντησε.

«Υπάρχεις τρόπος κάποια στιγμή να είμαστε μαζί;» συνέχισα εγώ με περισσότερο πείσμα.

«Δεν καταλαβαίνεις...»

«Υπάρχεις τρόπος;» επέμενα περισσότερο.

~Δεν θέλω να σε μπλέξω σε όλο αυτό, δεν θα το αντέξεις Έντουαρντ~ είπε αγανακτισμένα... ~Αν σε πάρω μαζί μου θα πρέπει να ζεις σαν κυνηγημένος, να επιβιώνεις με ότι σου παρέχει η φύση, να ζεις σε σπηλιές με την λυκίσια σου μορφή για να μπορείς να κρύβεις το πραγματικό σου πρόσωπο...~

«Θα είμαι μαζί σου;...» την διέκοψα εκνευρισμένα... «Μόνο αυτό με νοιάζει δεν το καταλαβαίνεις;»

«Έντουαρνττττ...»

«Αν υπάρχεις τρόπος να είμαι μαζί σου μπορώ να αντέξω όλα τα άλλα» της δήλωσα κατηγορηματικά χωρίς να της αφήνω περιθώρια για αμφισβήτηση.

~Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτα αυτήν την στιγμή Έντουαρντ, πρέπει να καταλάβεις ότι δεν εξαρτάται μόνο από μένα πια, δεν είμαι εγώ αυτή που αποφασίζει~ μου πέρασε στην σκέψη παρακαλώντας με σιωπηλά για λίγη κατανόηση.

~Τότε ποιος;~ ένα θλιμμένο χαμόγελο έκανε την εμφάνιση του στα χαρακτηριστικά της που με έκανε να διαλυθώ.

~Ποτέ δεν ήμουν σφετερίστρια της δύναμης μου Έντουαρντ και δεν θα το κάνω ούτε και τώρα, μπορεί να με θεωρούν αρχηγό τους αλλά δεν παίρνω ποτέ αποφάσεις αν δεν συμφωνήσουν και εκείνοι μαζί μου~ μου είπε σοβαρά και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.

«Μάλλον έπρεπε να διαβάσω την ιστορία μας όταν μου δόθηκε η ευκαιρία» της είπα απολογητικά.

«Ακόμα μπορείς να το κάνεις αν το θες» μου απάντησε εκείνη ήρεμα χωρίς να μου κρατήσει ίχνος κακίας.

«Δεν νομίζω να με αφήσει να πατήσω το πόδι μου στο σπίτι σου χωρίς επιπτώσεις» είπα με βαριά καρδιά.

«Δεν είναι όμως και το μόνο μέρος που μπορείς να βρεις αυτό που ψάχνεις» μου χτύπησε και αμέσως σκέφτηκα την βιβλιοθήκη.

«Τότε σίγουρα θα έχω να κάνω κάτι πολύ εποικοδομητικό μέχρι να γυρίσεις» της απάντησα με περισσότερη ελπίδα.

«Όσο και αν χρειαστεί;» ρώτησε με πόνο.

«Αν ξέρω ότι υπάρχει η ελπίδα να σε ξαναδώ, τότε ναι μπορώ να περιμένω όσους αιώνες και να χρειαστεί» ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλια της και την κοίταξα με περιέργεια.

«Ακόμα και όταν ξέρεις ότι το περισσότερο που μπορείς να ζήσεις είναι λιγότερο από δύο αιώνες;» ρώτησε πίσω με μια έκφραση που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω.

«Δεν πρόκειται να φύγω από αυτήν την ζωή αν πρώτα δεν σε κατακτήσω ολοκληρωτικά» είπα με πείσμα και πριν καλά, καλά ολοκληρώσω την φράση μου σφράγισα τα χείλια της με τα δικά μου φιλώντας την με όλη την αγάπη που ένιωθα μέσα μου να μου δίνει την δύναμη που χρειαζόμουν για να ενισχύσω τα λόγια μου, δίνοντας μου μια νέα αναπνοή γεμάτη με ελπίδα και σιγουριά για το μέλλον.

Δεν με ένοιαζε που δεν μπορούσε να νιώσει όπως νιώθω εγώ, το μόνο που με ένοιαζε ήταν ότι και εκείνη με ήθελε, ότι ενδιαφερόταν για μένα και όχι από λύπηση αλλά επειδή πραγματικά ένιωθε κάτι και αυτό ήταν αρκετό για να μπορέσω να παλέψω και για τους δύο μας. Ο πόθος της για μένα μου ήταν αρκετός για τώρα και αν δεν καταφέρω να κερδίσω την αγάπη της ίσως και για πάντα.

«Σ’ αγαπώ Μπέλλα και δεν αφήσω κανέναν να με κάνει να το αμφισβητήσω ξανά αυτό...» της δήλωσα και ένα βογκητό ξέφυγε από τα χείλη της... «Σ’ αγαπώ και θα σε περιμένω όσο και να χρειαστεί» συνέχισα με περισσότερο πείσμα και κολλώντας απόλυτα το κορμί μου πάνω στο δικό της, την άφησα να νιώσει την ανάγκη μου γι αυτήν την ένωση. Εκείνη αμέσως πάγωσε και σταμάτησε να ανταποκρίνεται σαν μόλις να είχε δει κάποιο φάντασμα. Περίεργος απομάκρυνα το κεφάλι μου λίγο από το δικό της και μόλις είδα την έκφραση της πάγωσα και εγώ. Είχε γίνει πιο χλωμή από ποτέ, η κόγχες των ματιών της είχαν πεταχτεί έξω, ενώ η έκφραση της θύμιζε τόσο κάποιον που μόλις του είχαν στερήσει όλη την ζωή από μέσα του.

«Μπέλλα;...» ρώτησα τρομοκρατημένα και η ματιά της γύρισε αργά προς την δική μου χωρίς να αλλάζει στάση... «Μπέλλα μίλα μου τι συμβαίνει, έχεις αρχίσει να με φρικάρεις» παραδέχτηκα ταρακουνώντας την ανεπαίσθητα και τα μάτια της αμέσως άρχισαν να δακρύζουν και δεν ήξερα πως να αντιδράσω σε αυτό.

«Η καρδιά μου έχει παγώσει...» κατάφερε να πει με δυσκολία τόσο σιγά που στην αρχή δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε... «Η καρδιά μου είναι παγωμένη» συνέχισε με τα μάτια της να δακρύζουν περισσότερο και μπερδεύτηκα τελείως, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί αυτό ήταν τόσο σημαντικό τώρα, αφού αυτό είχε συμβεί από τον καιρό που έγινε βρικόλακας.

«Μπέλλα τι έπαθες;» δεν άντεξα τελικά και την ρώτησα και εκείνη σαν μόλις να άρχιζε να ξυπνάει ξανά από τον λήθαργο, άρχισε να με ταρακουνάει απελπισμένα.

«Δεν το καταλαβαίνεις; Η καρδιά μου είναι παγωμένη» σύριξε ανεξέλεγκτη και δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι αυτό.

«Μπέλλα ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τι προσπαθείς να μου πεις» είπα απολογητικά με την αγωνία μου να κορυφώνεται και κλείνοντας τα μάτια της πήρε μια τρεμάμενη ανάσα και προσπάθησε να μαζέψει όσο περισσότερο κουράγιο μπορούσε για να καταφέρει να μου εξηγήσει πιο ήρεμα.

«Θυμάσαι την ημέρα που κάναμε έρωτα όταν ο μικρός πρίγκιπας είχε καταλάβει το σώμα σου;» ρώτησε χωρίς να ανοίγει τα μάτια της.

«Ναι ένιωθα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που περίμενε από σένα» παραδέχτηκα και παίρνοντας μερικές ανάσες άνοιξε τα δακρυσμένα της μάτια και με κοίταξε με πόνο.

«Περίμενε την καρδιά μου να ζωντανέψει Έντουαρντ αλλά εκείνη έχει παγώσει για πάντα από την στιγμή που η δική του καρδιά σιώπησε μέσα στο χέρι μου και από την στιγμή που απελευθερώθηκε δεν θα ζωντανέψει ξανά» συνέχισε με την ανάσα της να πνίγεται μέσα της.

«Τώρα αν σου πω εγώ ότι κατάλαβα ψέματα θα είναι» είπα πιο μπερδεμένος από ποτέ και εκείνη δαγκώνοντας τα χείλια της κοιτάζοντας σπασμωδικά γύρω της προσπάθησε να βρει έναν άλλο τρόπο να μου το εξηγήσει.

«Όταν αποτυπωνόμαστε σε κάποιον Έντουαρντ, την στιγμή που η ψυχή μας ενώνεται με την αδελφή ψυχή μας, οι καρδιές μας συντονίζονται» προσπάθησε περισσότερο να μου περάσει ένα μήνυμα υψίστης σημασίας για εκείνην απελπισμένα και την κοίταξα πιο μπερδεμένος από ποτέ.

«Φοβάσαι ότι θα απογοητευτώ όπως εκείνος επειδή δεν θα μπορέσεις να μου δώσεις αυτό που μάλλον θα έχω ανάγκη εκείνη την στιγμή να νιώσω;» ρώτησα το μόνο λογικό συμπέρασμα που είχα βγάλει από όλα αυτά.

«Οχιιιιι...» αναφώνησε απογοητευμένα... «Φοβάμαι ότι η δική σου η καρδιά θα νεκρώσει επειδή θα συντονιστεί με την δική μου καρδιά... Εσύ είσαι αποτυπωμένος σε μένα Έντουαρντ, όχι εγώ» ξεφούρνισε τελικά αυτό που προσπαθούσε τόση ώρα να μου πει και για μια στιγμή έμεινα να την κοιτάζω ξαφνιασμένος από την διαπίστωση.

«Φοβάσαι ότι δεν θα καταφέρω να επανέλθω!» εξωτερίκευσα την διαπίστωση μου και τα μάτια της για άλλη μια φορά άρχισαν να δακρύζουν ενώ η θλίψη της έκανε το πρόσωπο της να πανιάσει περισσότερο από τον φόβο που την είχε κυριεύσει.

«Δεν θέλω να χάσεις την ζωή σου εξαιτίας μου» ψιθύρισε με τόσο πόνο που έκανε την καρδιά μου να σπάσει σε χίλια κομμάτια και αυτόματα την έκλεισα μέσα στην αγκαλιά μου για να την παρηγορήσω.

«Αν αυτή είναι η τελευταία στιγμή της ζωής μου την δέχομαι με μεγάλη χαρά» είπα αυτόματα πιστεύοντας κάθε λέξη που έβγαινε από τα χείλια μου.

«Έντουαρντττ...» προσπάθησε να με διακόψει αλλά δεν την άφησα.

«Άκουσε με...» παρακάλεσα και την απομάκρυνα για άλλη μια φορά για να την κοιτάξω στα μάτια... «Είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου και δεν με νοιάζει αν θα είναι η τελευταία. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σε εμποδίσω να φύγεις αλλά ούτε και να έρθω μαζί σου και δεν σου κρύβω ότι και μόνο στην ιδέα με κάνει να τρομοκρατούμαι για το τι θα μου ξημερώσει μακριά σου. Ωστόσο δεν το βάζω κάτω, θα παλέψω να κρατηθώ με νύχια και με δόντια για να σε περιμένω, όμως ποιος μου εγγυάται ότι μέχρι εκείνη την στιγμή εγώ δεν θα έχω μετατραπεί σε ένα τέρας ή ότι εσύ δεν θα γυρίσεις για να αντιμετωπίσεις αυτό το τέρας επειδή αυτό θα πρέπει να κάνεις;...» δεν απάντησε. Τα μάτια της δάκρυσαν με περισσότερη ορμή σε απάντηση μου επιβεβαιώνοντας μου ότι είχα δίκιο και αυτό μου έδωσε την δύναμη να συνεχίσω με περισσότερη αυτοπεποίθηση.

«Σήμερα μετά από – ειλικρινά δεν θυμάμαι από πότε – μπορώ να είμαι ο εαυτός μου, να σκεφτώ λογικά, να έχω την κρίση να αποφασίσω συνετά και δεν θέλω τίποτα περισσότερο από μια στιγμή μαζί σου, να σε νιώσω ολοκληρωτικά, μόνο εγώ χωρίς να έχω κάποιον να με καθοδηγεί ή να μου ορίζει το σώμα χωρίς την θέληση μου. Γι αυτό σε παρακαλώ, σε εκλιπαρώ μην μου το αρνηθείς, αν τα καταφέρω τότε θα έχω περισσότερη δύναμη να παλέψω» της είπα ήρεμα αλλά εκείνη στην αρχή δεν ανταποκρίθηκε, με την ανάσα της να πνίγεται μέσα της, με κοίταζε με τόσο πόνο που με τρέλαινε, κάνοντας με να αγωνιώ περισσότερο.

«Πως θα μπορέσω ποτέ να συγχωρέσω τον εαυτό μου αν....» προσπάθησε με κόπο να με συνετίσει αλλά εγώ δεν το έβαζα κάτω.

«Η αγάπη όλα τα νικά» ήταν η μοναδική απάντηση που μπορούσα να της δώσω και πριν πει τίποτα άλλο κάλυψα τα χείλια της με τα δικά μου ελπίζοντας να μην με απορρίψει και πάλι.

Ήμουν έτοιμος για όλα, ακόμα και αν αυτό θα σήμαινε τον ίδιο μου τον θάνατο. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχα μια ελπίδα μαζί της και τώρα που την έχω δεν θα την έχανα για τίποτα στον κόσμο. Η ψυχή μου την αναζητούσε, το κορμί μου φλεγόταν στο παραμικρό της άγγιγμα, ενώ η καρδιά μου φτερούγιζε με ένα της και μόνο βλέμμα, δεν είχε σημασία αν θα σιωπούσε για πάντα. Αν η ζωή μου έσβηνε μέσα στα δύο της χέρια θα ένιωθα ο πιο ευλογημένος άνθρωπος στον κόσμο. Αλλά από την άλλη....

«Μπέλλα!!...» μουρμούρισα πάνω στα χείλια της ενώ τα γευόμουν αχόρταγα... «Υποσχέσου μου...» απαίτησα αλλά εκείνη δεν ανταποκρίθηκε, νιώθοντας τα λόγια που ήμουν έτοιμος να εξωτερικεύσω , ένιωσα το σώμα της να τρέμει και τα χέρια της να με σφίγγουν περισσότερο κοντά της... «Υποσχέσου μου ότι δεν θα κατηγορήσεις ποτέ τον εαυτό σου αν κάτι μου συμβεί» απαίτησα με περισσότερο πείσμα σταματώντας το φιλί μας και εκείνη τρεμάμενα έμεινε να με κοιτάζει καταπίνοντας με δυσκολία.

«Ορκίσου μου Μπέλλα, αυτή είναι δική μου απόφαση, σε θέλω όσο δεν θέλησα τίποτα άλλο στην ζωή μου αλλά δεν θέλω να σου στιγματίσω την ζωή για πάντα»

«Υποσχέσου μου ότι θα σταματήσεις όταν θα νιώσεις να συμβαίνει» μου γύρισε και εκείνη πίσω.

«Αν καταφέρω να έχω την λογική να κάνω κάτι τέτοιο» της απάντησα με ειλικρινά.

«Ορκίσου μου ότι δεν θα κάνεις καμιά ανοησία» απαίτησε με περισσότερο πείσμα.

Δεν έβγαζε πουθενά και οι δύο ήμασταν πολύ πεισματάρηδες για να κάνουμε πίσω.

«Σ’ αγαπώ περισσότερο και από την ίδια μου την ζωή και δεν θα αφήσω τίποτα να μας χωρίσει» ήταν η μόνη υπόσχεση που θα μπορούσα να της δώσω και πριν με σταματήσει ξανά, της έδωσα όλον μου τον εαυτό αποδεικνύοντας το με πράξεις.



Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Soulmates Μ2 "3. I live to make you free"



Έντουαρντ

«Αφήστε μας μόνους...» διέταξε και με την άκρη του ματιού μου είδα τον Ντέιμον αμέσως να ανταποκρίνεται θετικά σοβαρός με μια κίνηση του κεφαλιού του ενώ πιάνοντας την Έλενα από το μπράτσο άρχισε να την σέρνει προς την πόρτα... «Και σιγουρέψου ότι θα ξεχάσει ότι συνέβη τις δύο τελευταίες μέρες» συνέχισε.

«Πες πως έχει γίνει ήδη» την διαβεβαίωσε εκείνος κλείνοντας την πόρτα πίσω του και άκουσα την αντίδραση της Έλενας την στιγμή που μείνανε μόνοι.

«Μην τολμήσεις...» δήλωσε η Έλενα αλλά ο Ντέιμον δεν της έδωσε το περιθώριο να πει τίποτα άλλο.

«Εχθές σε πήγα κατευθείαν στο σπίτι, στην διαδρομή δεν είπαμε κουβέντα και σήμερα δεν μιλήσαμε ποτέ... Ήρθαμε εδώ με τον Έντουαρντ και τώρα θα διασκεδάσουμε οι δύο μας μέχρι να έρθει να μας βρει» άκουσα να της λέει και για λίγο απλώθηκε σιωπή.

«Που είναι ο Έντουαρντ;» ρώτησε εκείνη αμέσως με μια περίεργη χροιά στην φωνή της.

«Πήγε στην τουαλέτα, τι λες πάμε να πάρουμε κανένα ποτό μέχρι να έρθει;» ρώτησε εκείνος και αμέσως η άλλη δέχτηκε και τα βήματα τους άρχισαν να απομακρύνονται.

Η Μπέλλα που όλη αυτήν την ώρα είχε πάει προς το μπαρ για να ανανεώσει το ποτό της, δεν έβγαλε άχνα, δεν γύρισε καν προς το μέρος μου για να με αντικρίσει.

«Λοιπόν; Γύρισες από το πουθενά όπου ήσουν για να θερίσεις ότι έσπειρες;» ρώτησα πικρόχολα καθώς την πλησίαζα. Εκείνη όμως γυρίζοντας μου την πλάτη πήγε προς το σημείο που καθόταν και όταν είχα πρωτομπεί σε αυτό το δωμάτιο και έμεινε εκεί, κοιτώντας τον κόσμο που από κάτω μας χόρευε εκστασιασμένος σε έξαλλους ρυθμούς παραμένοντας για λίγο στην σιωπή.

Γεμίζοντας ένα ποτήρι με ουίσκι, πήγα κοντά της και μόλις με ένιωσε δίπλα της γύρισε προς το μέρος μου ανέκφραστη.

Τα μάτια μου αμέσως θαμπώθηκαν καθώς και η κρίση μου, η έντονη επιθυμία μου να πετάξω το ποτήρι που κρατούσα και να την κρατήσω στην αγκαλιά μου με ξάφνιασε σε τέτοιο βαθμό που για λίγο δεν ήμουν σίγουρος αν ήμουν ακόμα θυμωμένος μαζί της ή αν αυτό που ήθελα ήταν να την πάρω στην αγκαλιά μου και να τρέξω μακριά από εδώ... Για κάποιον ανεξήγητο λόγο κάτι με εμπόδιζε να κάνω κάτι από τα δύο.

«Όχι» απάντησε τελικά αποσπώντας με από τις σκέψεις μου και ζάρωσα τα μάτια μου με απορία.

«Τότε γιατί είσαι εδώ;» δεν μπορούσα να μην ρωτήσω.

«Γι αυτό» δήλωσε τείνοντας προς το μέρος μου έναν φάκελο που πήρε από το τραπεζάκι που ήταν δίπλα της και τον κράτησα στα χέρια μου προβληματισμένος.

Κοιτώντας γύρω μου, μόλις είδα τον καναπέ που ήταν στο κέντρο του δωματίου, πήγα κοντά του άφησα το ποτήρι μου πάνω στο τραπεζάκι που ήταν μπροστά του και μόλις έκατσα στον καναπέ άνοιξα με περιέργεια τον φάκελο και άρχισα να τον μελετώ. Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες μιας νεκρής κοπέλας που δεν είχα δει ποτέ ξανά στην ζωή μου και σήκωσα το κεφάλι προς την μεριά της χωρίς να καταλαβαίνω.

«Έκανες τόσο κόπο να έρθεις ως εδώ για να μου δείξεις φωτογραφίες από ένα κορίτσι που προφανώς έχει σκοτωθεί απάνθρωπα από τα χέρια κάποιου λυκάνθρωπου;» ρώτησα με μια δόση ειρωνεία στην χροιά στην φωνή μου.

«Όχι από τα χέρια ενός οποιοδήποτε λυκάνθρωπου Έντουαρτ αλλά από τα δικά σου χέρια» δήλωσε κατηγορηματικά και τότε η ανάσα μου χάθηκε.

«Τι πράγμα;» ρώτησα χωρίς να μπορώ να πιστέψω ότι με κατηγορούσε για κάτι τέτοιο.

«Μην το αρνείσαι Έντουαρντ...» προσπάθησε αλλά δεν την άφησα να συνεχίσει.

«Πως μπορείς να με κατηγορείς για κάτι τέτοιο;» αναφώνησα καθώς σηκώθηκα όρθιος πετώντας στο πάτωμα νευριασμένα τον φάκελο αλλά εκείνη σαν να μην είχε ακούσει τίποτα από όσα της είχα πει, συνέχισε με το ίδιο σοβαρό και ανέκφραστο ύφος.

«Η μυρωδιά σου ήταν απάνω σε όλο της το κορμί, εγώ η ίδια ήμουν αυτή που την μύρισε όταν την ξεθάψαμε από το σημείο που την είχες παραχώσει για να μην την βρει κανείς» είπε και με έβγαλε από τα ρούχα μου.

~Μην την ακούς, προσπαθεί να σε παγιδέψει~ άκουσα την φωνή της λογικής να μου λέει και τότε έγινα χειρότερα.

«Αν το είχα κάνει δεν θα το θυμόμουν;» της γύρισα σκληρά με την ανάσα μου να επιταχύνεται και εκείνη σταυρώνοντας τα χέρια της πάνω στο στήθος της χαλαρά ακούμπησε πάνω στο τζάμι τόσο ανάλαφρα λες και έκανε μια κουβέντα για τον καιρό και αυτό με προβλημάτισε περισσότερο... Είχε έρθει για να με κατηγορήσει τελικά ή όχι;

«Αλήθεια Έντουαρντ, πόσα θυμάσαι από τους τελευταίους πέντε μήνες που είσαι λυκάνθρωπος;» ρώτησε απαλά χωρίς ίχνος ειρωνείας στην φωνή της και έμεινα σοκαρισμένος να την κοιτώ.

«Τα πάντα» δήλωσα κατηγορηματικά με την ματιά μου να πετάνε σπίθες και την περιφερική μου όραση να χρωματίζεται για άλλη μια φορά στο χρώμα της κόκκινης πυρκαγιάς ενώ τα μηλίγγια μου πάλλονταν ανεξέλεγκτα. Εκείνη όμως ατάραχη συνέχισε σαν να μην είχε παρατηρήσει τίποτα από όλα αυτά που συνέβαιναν σε μένα.

«Πάντα κράταγες ημερολόγιο για ότι συνέβαινε στην ζωή σου ακόμα και για τα πιο ανούσια πράγματα, θυμάσαι μήπως από πότε έχεις να το ενημερώσεις ή ακόμα καλύτερα, μήπως θυμάσαι τον γραφικό χαρακτήρα που χρησιμοποίησες την τελευταία φορά που κατέγραψες κάτι εκεί;» ρώτησε το ίδιο ήρεμα και για λίγο προβληματίστηκα.

«Τι προσπαθείς να μου πεις;» ρώτησα χωρίς να είμαι ικανός να κάνω μια λογική σκέψη για όλα αυτά.

«Δεν είμαι εδώ για να σε κατηγορήσω για κάτι – αν και θα έπρεπε – Είμαι εδώ απλά για να σε προειδοποιήσω» μου είπε το ίδιο ήρεμα χωρίς να αλλάζει στάση.

«Να με προειδοποιήσεις για ποιο πράγμα;» ρώτησα ενώ ένιωθα τους παλμούς της καρδιάς μου να επιταχύνονται.

«Πρόσεχε Έντουαρτ, είναι πάρα πολύ κοντά, τόσο κοντά που σχεδόν μπορώ να τον μυρίσω...» τόνισε και ζάρωσα τα φρύδια μου με απορία. Για ποιον μιλάει;;;... «Αν είσαι ακόμα εδώ, αν έχει μείνει έστω και λίγο ίχνος από σένα ακόμα, τότε κάνε την χάρη στον εαυτό σου και ρώτα τον σοβαρά: Αυτό ήταν που ήθελες από την ζωή σου; Αυτό ήταν το όνειρο σου; Να γίνεις μαριονέτα στα χέρια άλλων;» με ρώτησε και η ανάσα μου κόπηκε στην μέση αλλά δεν ανταποκρίθηκα και εκείνη συνέχισε.

«Δεν είμαι εδώ για να σε κρίνω, ούτε για να σου πω πως θα ζήσεις την ζωή σου ή πως όχι αλλά αν ξαναδώ οι πράξεις σου να έχουν αντίκτυπο στην ανθρώπινη ζωή, αν δω έστω και άλλο ένα θύμα από τα δικά σου χέρια τότε θα με βρεις μπροστά σου» δήλωσε κατηγορηματικά και για λίγο αυτό με έκανε να γελάσω.

«Είμαι πιο δυνατός από σένα και ξέρεις ότι δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα» της γύρισα κυνικά αλλά εκείνη δεν αντέδρασε.

«Ναι είσαι πιο δυνατός από μένα, πιο δυνατός από όλους μας, όμως ειλικρινά πιστεύεις ότι η δύναμη σου μόνο φτάνει για να τα βάλεις με την εμπειρία 1300 χρόνων σε μάχες σώμα με σώμα;» με ρώτησε σοβαρά.

«Δεν μπορείς να τα βάλεις μαζί μου, κανείς δεν μπορεί» της είπα νευριασμένα με τα μηλίγγια μου να πάλλονται σαν τρελά ενώ η ανάσα μου επιταχυνόταν επικίνδυνα.

«Αν δεν μπορεί να τα βάλει κανείς μαζί σου, τότε γιατί παραμένεις κλεισμένος μέσα στην φυλακή σου, γιατί δεν ανοίγεις την πόρτα να φύγεις από εκεί;...»

Άνοιξα το στόμα μου να της απαντήσω καταλλήλως αλλά άξαφνα δεν είχα τίποτα για να της πω.

«Γιατί δεν σκοτώνεις αυτόν που πιστεύεις ότι είναι υπαίτιος για όλα ή δεν στραγγαλίζεις αυτήν που νιώθεις ότι σε πνίγει επειδή πρέπει να είσαι μαζί της ακόμα και αν δεν θυμάσαι πια για ποιον λόγο;» συνέχισε εκείνη με την ίδια ήρεμη και απαλή της φωνή και τα μάτια μου άρχισαν να κινιούνται γρήγορα αριστερά και δεξιά. Ήξερα ότι η απάντηση ήταν μπροστά στα μάτια μου αλλά εγώ δεν μπορούσα να την δω.

«Που θες να καταλήξεις;» ρώτησα εκνευρισμένα.

«Πόσα θυμάσαι από την ημέρα που έγινες λυκάνθρωπος Έντουαρντ;» ρώτησε απαλά με μια τρυφερή φωνή που έκανε όλο το κορμί μου να ανατριχιάσει και σήκωσα την ματιά μου προς το μέρος της.

Για λίγο έμεινα σιωπηλός μόνο να την κοιτάζω χωρίς να ξέρω τι να πω. Η ηρεμία στα χαρακτηριστικά της, η ισορροπία και η εφορία που ανέδυε όλο της το σώμα με έκανε να την ζηλεύω, να θέλω να την πλησιάσω, να την πάρω στην αγκαλιά μου για να κλέψω έστω και λίγο αυτό που την έκανε τόσο ολοκληρωμένη, μέχρι που μια σκιά πέρασε από τα μάτια μου και μου υπενθύμισε όλους τους λόγους που με έκαναν να νιώθω τόσο οργισμένος.

«Θυμάμαι εσένα...» παραδέχτηκα τελικά κάτω από τον αναστεναγμό μου... «~Θα σε προστατεύω πάντα, θα είμαι δίπλα σου ακόμα και όταν δεν θα με βλέπεις, θα γυρίσω για σένα~ είχες πει, τα λόγια σου ακόμα ηχούν μέσα στο μυαλό μου σαν φαντάσματα του παρελθόντος υπόηχα. Ακόμα και η εικόνα σου είναι τόσο ξεθωριασμένη πια που με κάνει να πιστεύω ότι είναι πλασματική αλλά δεν ήταν παρά ένα όνειρο σωστά;» ρώτησα με την καρδιά μου να πνίγεται μέσα μου.

«Όχι δεν ήταν όνειρο...» είπε και ένιωσα την καρδιά μου να σταματά... «Ήμουν εκεί Έντουαρντ, την βραδιά που προσπάθησες να σκοτώσεις τον πατέρα σου, την βραδιά που έφυγα από κοντά σας εξηγώντας σου τον λόγο που έπρεπε να το κάνω, δίνοντας σου την υπόσχεση μου ότι δεν θα σε εγκαταλείψω, όπως και την κράτησα. Προσπάθησε να ανοίξεις και πάλι τα μάτια σου και θα δεις ότι δεν σου λέω ψέματα, θα δεις ότι ποτέ δεν έμεινες μόνος. Μπορεί να μην ήμουν εδώ αλλά υπήρχαν τόσοι άνθρωποι για να σε βοηθήσουν αν εσύ το ήθελες, όμως δεν σε πλησίασαν γιατί εκείνοι ήξεραν τον πιο σημαντικό κανόνα από όλους. ~Δεν επεμβαίνουμε ποτέ στην φύση ενός λυκάνθρωπου~ Έντουαρντ, δεν προσπαθούμε ποτέ να του επιβάλουμε τι να κάνει και τι όχι αλλά πάντα δίνουμε απλόχερα την βοήθεια μας αν την χρειαστεί»

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» είπα ηττημένα και έκατσα ξανά βαρύς στον καναπέ αποφεύγοντας το βλέμμα της. Ένιωσα να με πλησιάζει αργά αλλά δεν αντέδρασα την άφησα απλά να κάνει αυτό που ήθελε.

«Ξέρω πως νιώθεις...» είπε μετά από λίγο με την πιο απαλή της φωνή ενώ γονάτιζε μπροστά μου ακουμπώντας τα χέρια της τρυφερά πάνω στα δικά μου... «Ζούσα μέσα σε αυτήν την κόλαση 1000 χρόνια και καταλαβαίνω απόλυτα τα όσα περνάς...» συνέχισε και αυτόματα έσφιξα τα χέρια της μέσα στα δικά μου από φόβο μην φύγει πάλι αλλά δεν μίλησα, την άφησα να συνεχίσει ακόμα και χωρίς να καταλαβαίνω τι ακριβώς εννοούσε. Η φωνή της ένιωθα να μου δίνει μια δύναμη που είχα τόσο ανάγκη να νιώσω αυτήν την στιγμή...

«Αλλά χάρης εσένα είμαι πια ελεύθερη και αυτό θα σου το χρωστάω για πάντα...» είπε και ανασηκώνοντας την ματιά μου προς το μέρος της ζάρωσα τα μάτια μου με απορία. Τι εννοούσε;... «Είμαι ελεύθερη πια από το βάρος που έκανε τον δικό μου λύκο να με απειλεί Έντουαρντ, η πόρτα του σφραγίστηκε για πάντα και πλέον μπορώ να δω ξανά πεντακάθαρα, χωρίς την ομίχλη που κάλυπτε την κρίση μου, να είμαι ξανά ο εαυτός μου χωρίς να φοβάμαι τις συνέπειες»

«Δεν καταλαβαίνω» ψιθύρισα σχεδόν άηχα και μου χαμογέλασε με κατανόηση ενώ ελευθερώνοντας το ένα της χέρι μου χάιδεψε απαλά το πρόσωπο μου.

«Δεν είμαι εδώ για να σου πω τι να κάνεις ούτε για να σε κρίνω, είμαι εδώ για να σου ανταποδώσω το καλό που μου έκανες...» μου δήλωσε και ανασαίνοντας γρήγορα δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι αυτό... «Ο λύκος σου Έντουαρτ, σου δηλητηριάζει την κρίση σου, σε κάνει να χάνεις την εμπιστοσύνη σου σε εμάς, όμως θέλω να είσαι σίγουρος ότι αν αποφασίσεις ότι θες την βοήθεια μας εμείς θα είμαστε και πάλι εδώ, δίπλα σου, να σε στηρίξουμε σε ότι χρειαστείς... Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα κλείσουμε και τα μάτια αν αφαιρέσεις άλλη ανθρώπινη ζωή»

«Δεν το έκανα εγώ» αντέδρασα και αναστέναξε.

«Δεν είσαι σε θέση να το θυμάσαι αλλά το έκανες Έντουαρντ, υπάρχουν μάρτυρες που σε είδαν, η μυρωδιά σου ήταν απάνω στο κορμί της, τα δόντια σου στην ξεσκισμένη της σάρκα. Μην αφήσεις όμως τον εαυτό σου τώρα να γεμίσει από άσκοπες τύψεις, γιατί δεν ήσουν εσύ αυτός που το έκανε αλλά εκείνος»

«Ποιος;;;;;;» ρώτησα απελπισμένα.

«Η λυκίσια σου υπόσταση Έντουαρντ, αυτός που σου έχει κλέψει την ζωή μέσα από τα χέρια σου και δεν το έχεις καταλάβει καν» μου είπε ήρεμα και έμεινα να την κοιτώ σοκαρισμένος.

«Γιατί με άφησες;» ρώτησα πληγωμένα το μόνο που με ένοιαζε να μάθω, το μόνο που ένιωθα να με τρώει όλον αυτόν τον καιρό.

«Γιατί δεν έφυγες από το σπίτι; Γιατί δεν σκότωσες ποτέ τον πατέρα σου παρόλο που τον θεωρείς υπαίτιο για όλα σου τα προβλήματα; Γιατί συνεχίζεις να είσαι με την Έλενα παρόλο που κάθε φορά που πας μαζί της νιώθεις να σε δηλητηριάζει περισσότερο και να σε κάνει να θες να την πνίξεις ακριβώς την στιγμή που εκείνη σου δίνει το κορμί της για να σε ικανοποιήσει;» με ρώτησε πίσω και έμεινα να την κοιτώ προσπαθώντας πολύ σκληρά να θυμηθώ το γιατί.

Εικόνες από το βάθος του μυαλού μου άρχισαν να κάνουν δειλά την εμφάνιση τους και στην αρχή δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν πράγματι μνήμες ή εικόνες που δημιουργούσα εγώ για να ικανοποιήσω την οργή που μου έκαιγε τα σώθηκα μου.

Μέσα στα μάτια μου έβλεπα τον πατέρα μου να έχει ξεμείνει από αέρα κάτω από το σφιχτό μου κράτημα πάνω στον λαιμό του ενώ η καρδιά του παλλόταν σαν τρελή μέσα στην χούφτα μου που την κράταγα έτοιμος να την ξεριζώσω αλλά κάτι με σταμάταγε από το να το κάνω. Ήταν η φωνή της που με παρακαλούσε να σταματήσω, με ικέτευε να μην το κάνω αλλά εγώ ήμουν πολύ θολωμένος για να την ακούσω, ένιωθα τόσο πνιγμένος που δεν ήθελα να σταματήσω ανεξάρτητα από τις συνέπειες που θα έπρεπε να υποστώ μέχρι που το βογκητό πόνου της μητέρας μου, μου τράβηξε την προσοχή και μόλις την είδα να σωριάζεται στο πάτωμα ξέχασα τα πάντα. Η οργή μου μετατράπηκε σε αγωνία, το χέρι μου αυτόματα βγήκε από την σάρκα του και τρέχοντας κοντά της με δάκρυα στα μάτια την πήρα στην αγκαλιά μου και προσπαθούσα να καταλάβω τι της συνέβαινε αλλά ήμουν ακόμα τόσο θολωμένος που δεν μπορούσα να δω καθαρά.

Σήκωσα την ματιά μου προς την Μπέλλα και την είδα να με κοιτάζει υπομονετικά αμίλητη περιμένοντας τις δικές μου αντιδράσεις.

«Έχει δέσει την ζωή του με την δική της, αν πεθάνει εκείνος...»

«Θα την πάρει μαζί του, γι αυτό και δεν μπορεί να αντιδράσει σε ότι και να της κάνει, γι αυτό παραμένει σιωπηλή δίπλα του υπομένοντας ότι και να συμβαίνει γύρω της παρόλο που ξέρει τα πάντα. Γι αυτό ζει ακόμα» συμπλήρωσε παρηγορώντας με χαϊδεύοντας απαλά το μάγουλο μου.

«Και εσύ το ήξερες!» δήλωσα ξέπνοα την διαπίστωση μου και ένα θλιμμένο χαμόγελο έκανε την εμφάνιση του.

«Φρόντισε να μου το χτυπήσει έγκαιρα για να γλυτώσει το τομάρι του όταν του πήρα το δαχτυλίδι που τον προστάτευε» επιβεβαίωσε.

«Γι αυτό έφυγες;» ρώτησα σπαρακτικά.

«Δεν μπορούσα να σε πάρω από τα χέρια του Έντουαρντ χωρίς μάχη, αν το έκανα, δεν θα άντεχες την γνώση ότι η ελευθερία σου επισκιάζεται από τον θάνατο της» μου είπε ήρεμα και ένιωσα τον κόσμο μου να γκρεμίζεται και να χτίζεται ξανά από την αρχή.


Τα μάτια μου εστίασαν πάνω στο πρόσωπο της απορροφώντας άπληστα τα χαρακτηριστικά της σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά νιώθοντας όλο μου το σώμα να απορροφά κάθε της θετική ενέργεια, κάνοντας το κορμί μου να ξυπνά, την ανάσα μου να γεμίζει με ζωή και την καρδιά μου να χτυπά με αρμονία.

Η ανάσα της πλαισιώνοντας το πρόσωπο μου έκανε τις αισθήσεις μου να αναζωπυρωθούν και το πρόσωπο μου σαν μαγεμένο άρχισε να πλησιάζει το δικό της. Πριν το καταλάβω τα μάτια μου σφάλισαν αλλά εκεί που τα χείλια μου έψαχναν για τα δικά της χείλη, η φωνή της ήρθε για να με κάνει να συνειδητοποιήσω τι ήμουν έτοιμος να κάνω.

«Ότι και να γίνει και πάλι θα φύγω» την άκουσα να λέει και ανοίγοντας τα μάτια μου την κοίταξα για μια στιγμή.

Αυτό δεν ήταν άρνηση σωστά;... αναρωτήθηκα για λίγο και καθώς είδα ότι δεν έκανε καμία κίνηση να απομακρυνθεί από κοντά μου χωρίς να αντέχω άλλο, βάζοντας το χέρι μου μέσα στα μαλλιά της, την έφερα κοντά μου και άρχισα να την φιλώ.

Τα χείλια μου τριβόντουσαν απελπισμένα πάνω στα δικά της και τα χέρια της αμέσως πλαισίωσαν τον λαιμό μου φέροντας με ακόμα πιο κοντά της. Η καρδιά μου φτερούγισε, τα χέρια μου απαλά την παρέσερναν πάνω στην αγκαλιά μου και εκείνη αμέσως δεχόμενη την πρόσκληση μου, βάζοντας τα πόδια της αριστερά και δεξιά από τα δικά μου πόδια, έκατσε πάνω στα γόνατα μου. Μόλις ένιωσα το κορμί της να με ακουμπά βόγκηξα δυνατά καθώς ένιωσα όλα τα μέσα μου να εκρήγνυνται και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, γέρνοντας το σώμα μου στο πλάι την ξάπλωσα πάνω στον καναπέ και συνέχισα το φιλί μας πιο παθιασμένα μέχρι που ένιωσα τα πνευμόνια μου να διαμαρτύρονται σιωπηλά για λίγο αέρα.

Η ανταπόκριση της με έστελνε στον έβδομο ουρανό και έκανε όλο μου το σώμα να ζητά για περισσότερα. Αφήνοντας τα χείλια της, με τον πιο τρυφερό τρόπο, δάγκωσα απαλά το σαγόνι της και την άκουσα να βογκά ενώ τέντωνε το σώμα της κάνοντας το να ακουμπήσει απόλυτα πάνω στο σώμα μου ενώ με το χέρι της μέσα στα μαλλιά μου με παρότρυνε να συνεχίσω. Χωρίς καν να το σκεφτώ τα χείλια μου άρχισαν να γεύονται την επιδερμίδα του λαιμού της καθώς εκείνη έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω δίνοντας μου το ελεύθερο να προχωρήσω. Η επιδερμίδα της άρχισε να λαμπιρίζει δειλά δειλά ενώ το σώμα της έτρεμε ανεπαίσθητα με την ανάσα της να επιταχύνεται περισσότερο και άξαφνα εικόνες της από ένα μακρινό παρελθόν που είχαν διαγραφεί από τις μνήμες μου ξεπήδησαν μέσα στο μυαλό μου και με έκαναν για μια στιγμή να σταματήσω ξαφνιασμένος.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε με βαθιά φωνή από όλο το πάθος που της είχαν ξυπνήσει τα φιλιά μου και σήκωσα το κεφάλι μου για να την κοιτάξω στα μάτια.

Η ματιά της με έκαψε, με έκανε σχεδόν να ξεχάσω γιατί είχα σταματήσει και θαμπωμένος έμεινα για λίγο να την κοιτώ εκστασιασμένος από την ομορφιά που απλωνόταν μπροστά μου. Στην ματιά της έβλεπα όλο τον πόθο που σιγόκαιγε μέσα της αλλά δεν ήταν αυτό που μου είχε τραβήξει τόσο την προσοχή, όσο η ηρεμία σε όλα της τα χαρακτηριστικά.

«Λάμπεις!!!» εξωτερίκευσα την σκέψη μου πριν το σκεφτώ και εκείνη μου χάρισε το πιο εκθαμβωτικό της χαμόγελο κάνοντας με να πεταρίσω τα μάτια μου σαν μόλις να είχα ξυπνήσει από τον λήθαργο που με κράταγε πίσω κλεισμένο μέσα στο ίδιο μου το κορμί.

«Μοιάζεις τόσο με την Μπέλλα της ανάμνησης του προγόνου μου...» συνέχισα προβληματισμένος με την υποψία ότι κάτι μου ξεφεύγει... «Αλλά ταυτόχρονα είσαι και τόσο διαφορετική»

«Είναι γιατί είμαι πια απελευθερωμένη από τα "μάγια" της αποτύπωσης» μου είπε και άρχισα να ανασαίνω με περισσότερη ελπίδα.

«Δηλαδή δεν...» δεν μπορούσα να συνεχίσω.

«Δεν είμαι δεμένη πια μαζί του...» επιβεβαίωσε εκείνη τις υποψίες μου συμπληρώνοντας την φράση μου και η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά κάνοντας τον λαιμό μου να ξεραθεί τελείως... «Ο δεσμός μας έσπασε όταν θάφτηκε για πάντα μέσα σου και γίνατε ένα» συνέχισε και κατάπια με δυσκολία. Είχα χάσει τα λόγια μου, τα μάτια μου άρχισαν να βλέπουν πιο καθαρά και καθώς πέρναγε η ώρα όλο και περισσότερες αναμνήσεις ξεπηδούσαν από το πουθενά αφήνοντας με ξέπνοο. Μας πως ήταν δυνατόν να είχαν σβηστεί;

«Βοήθησε με» παρακάλεσα απελπισμένα και παίρνοντας μια θλιμμένη έκφραση αναστέναξε κοιτώντας με απολογητικά.

«Αν μπορούσα να νικήσω τον δαίμονα σου για σένα, θα το είχα κάνει ήδη και χωρίς να μου το ζητήσεις αλλά δεν μπορώ, είναι μια μάχη που πρέπει να δώσεις μόνος σου» μου είπε με πόνο και κοίταξα για λίγο γύρω μου προσπαθώντας από κάπου να κρατηθώ φοβούμενος να μην χάσω αυτό που είχα βρει από την στιγμή που την είχα αντικρίσει ξανά.

«Τότε πάρε με μαζί σου, αν είμαστε μαζί θα βρω την δύναμη να τον νικήσω» είπα απελπισμένα αλλά και πάλι μου το αρνήθηκε χαϊδεύοντας απαλά τα μαλλιά μου για να με παρηγορήσει πριν τα λόγια της να έρθουν να με καταρρακώσουν περισσότερο.

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, λυπάμαι»

«Γιατί;» ρώτησα με αγανάκτηση και άρχισε να μου ψιθυρίζει μέσα στην σκέψη μου.

~Γιατί είμαστε στους πρόποδες μια μάχης που δεν θα έχει προηγούμενο Έντουαρντ και πρέπει όλοι μας να προετοιμαστούμε γι αυτό. Αν σε πάρω τώρα μαζί μου, τότε ο πατέρας σου θα μπορεί να βάλει όλη την αστυνομία να σε ψάξει γιατί είσαι ανήλικος και άνετα μπορεί να ισχυριστεί ότι σε απήγαγα για να σε εκμεταλλευτώ και δεν μπορώ να το ρισκάρω. Προσπαθούμε να τους κρυφτούμε με μεγάλη δυσκολία ώστε να μην ξέρουν τον αριθμό μας για να μπορέσουμε να έχουμε το αβαντάζ όταν θα έρθει η ώρα να τους αντιμετωπίσουμε και ήδη ρισκάρω πολλά με το να είμαι εδώ αν σε πάρω και μαζί μου...~ κλείνοντας τα μάτια μου έκοψα την φράση της στην μέση και εκείνη ανασηκώνοντας το κορμί της άφησε τα χείλια της να ακουμπήσουν απαλά πάνω στο μέτωπο μου πριν συνεχίσει.

~Είσαι δυνατός, πάντα ήσουν μην αμφιβάλεις γι αυτό, απλά έχασες στον στόχο σου, ένιωσες προδομένος, μόνος μέσα στο ατελείωτο σκοτάδι της απελπισίας που σε έκανε να πιστεύεις ότι είσαι . Δεν είναι έτσι όμως, έχεις πολλούς συμμάχους δίπλα σου Έντουαρτ, ζήτα τους την βοήθεια τους και εκείνοι θα σου την δώσουν χωρίς να σε κρίνουν~ συνέχισε και ανοίγοντας τα μάτια μου βύθισα την ματιά μου μέσα στην δική της και εξέφρασα ότι με έπνιγε όλη αυτήν την ώρα.

~Χωρίς όμως εσένα δεν μπορώ να ανασάνω, η καρδιά μου νιώθω ότι σταματά και πνίγομαι. Προσπάθησα, σου το ορκίζομαι, προσπάθησα πολύ σκληρά αλλά όσο περισσότερο πάλευα να σε ξεχάσω τόσο περισσότερο ένιωθα ότι σ’ αγαπώ~ της είπα με πόνο και ξαφνικά σταμάτησε να αναπνέει κοιτώντας με μια έκφραση που δεν μπορούσα να αποκωδικοποιήσω και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει ξανά με αγωνία.

«Δεν φαντάζεσαι πόσο λυπάμαι γι αυτό» είπε πνιγμένα και σάστισα για λίγο.

«Για ποιο; Δεν καταλαβαίνω» είπα μπερδεμένος.

«Έχεις αποτυπωθεί Έντουαρντ, στο πρόσωπο μου».............

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Soulmates Μ2 "2. Bloodlust"


Έλενα

Είχα φτάσει στα όρια μου, στην κυριολεξία σερνόμουνα από μάθημα σε μάθημα με τα μάτια μου μισόκλειστα από την εξάντληση. Τι το ήθελα η ρουφιάνα να το κάνω και με τον Ντέιμον;;;; Δεν μου έφτανε το ξεπάτωμα που είχα φάει από τον Έντουαρ;;; Τα είχα δει όλα αλλά γαμώ την τρέλα μου γαμώ ποτέ ξανά στην ζωή μου δεν έχω νιώσει πιο γεμάτη, πιο ολοκληρωμένη και αυτό με τρελαίνει ακόμα περισσότερο. Μα από όλους τους άντρες που έχω πάει αυτός έπρεπε να με κάνει να νιώσω για πρώτη φορά στην ζωή μου πως είναι να νιώσεις την απόλυτη ολοκλήρωση;;;; Μμμμμμμμμμμμμμμμμ... μούγκρισα μέσα μου και μόλις ένιωσα το σκούντημα της Κάρολαιν δίπλα μου αυτόματα γύρισα προς την μεριά της ξεχνώντας για λίγο τις σκέψεις που με βασάνιζαν.

«Βρε βρε καλώς την πουτανοτουρίστρια» σχολίασε εκείνη πικρόχολα και καθώς ακολούθησα την ματιά της έμεινα παγωτό από την έκπληξη.

Μετά το τέλος των μαθημάτων η ομάδα του ράγκμπι όπως και η ομάδα των μαζορετών που ήμασταν εμείς είχαμε έρθει στο γήπεδο για προπόνηση ενώ πολλά παιδία είχαν κάτσει στις κερκίδες για να παρακολουθήσουν την προπόνηση ή είχαν έρθει ραντεβουδάκι εδώ για να περάσουν την ώρα τους πριν γυρίσουν στην κλεισούρα του σπιτιού. Κοιτώντας προς το μέρος τους είδα την σκρόφα την Μπέλλα να ανεβαίνει τα σκαλιά με έναν αέρα που δεν άφησε κανένα ανδρικό βλέμμα απαρατήρητο φορώντας όπως πάντα ένα ξέκωλο μπλουζοφόρεμα που με το ζόρι κάλυπτε τα επίμαχα σημεία της και με ψιλοτάκουνες μπότες που έφταναν πάνω από το γόνατο της κάνοντας μια εντυπωσιακή επανεμφάνιση. Όλα τα μέσα μου ένιωσα να εκρήγνυνται ενώ αυτόματα γύρισα την ματιά μου προς τον Έντουαρτ που εκείνην την στιγμή έτρεχε να βάλει γκολ. Δεν φάνηκε να την έχει πάρει είδηση και έτσι γύρισα ξανά προς την μεριά της ψάχνοντας ένα σχέδιο για να την κάνω να ξεκουμπιστεί από εδώ μέχρι που την είδα να κάθετε δίπλα στον Μπρέκ και τότε πάγωσα.

Τι δουλειά έχει αυτή με το καθυστερημένο που μου το παίζει και πορτιέρης στο “Salend”;;;... σκέφτηκα ψυλλιασμένη και χωρίς να το σκεφτώ γύρισα προς την Κάρολαιν.

«Βρες μια δικαιολογία να με καλύψεις, πρέπει να φύγω» της είπα γρήγορα στο αυτί και πριν αντιδράσει έτρεξα στον μπάγκο, πήρα την τσάντα μου και βγάζοντας το κινητό μου την έβαλα στον ώμο και εξαφανίστηκα.

«Πρέπει να μιλήσουμε... ΤΩΡΑ» απαίτησα από τον Ντέιμον την ώρα που απάντησε στην κλήση μου και αφού συνεννοηθήκαμε το που θα συναντηθούμε πήγα καρφί για να τον βρω. Αν προσπαθήσει να μου την φέρει ο παλιοπούστης πέθανε, δεν ξέρω με ποιον τρόπο αλλά από εμένα θα την βρει.


Μπέλλα

Φτάνοντας δίπλα στον Μπρέκ τον φίλησα καθώς έκατσα δίπλα του και άφησα την ματιά μου να περιπλανηθεί προς το μέρος του Έντουαρτ φορώντας ακόμα τα γυαλιά ηλίου στα μάτια μου.

«Τι λέει;» τον ρώτησα χωρίς να τον κοιτώ και εκείνος μου έδωσε τον φάκελο που κρατούσε για μένα.

«Από το κακό στο χειρότερο» ψιθύρισε και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά καθώς τον έβλεπα που τώρα μάλωνε με έναν που είχε πέσει πριν απάνω του κόβοντας του την φόρα.

«Το βλέπω» απάντησα κάτω από την αναπνοή μου χωρίς να κάνω τον κόπο να ανοίξω τον φάκελο να δω τι περιείχε μέσα... «Πόσο καιρό έχει να πάει για κυνήγι;» ρώτησα το ίδιο ψιθυριστά για να μην φτάσει η φωνή μου στα αυτιά του αν και ήμουν σίγουρη ότι στην κατάσταση που βρισκόταν και να την άκουγε ούτε καν θα την έπαιρνε είδηση.

«Από χθες» με ενημέρωσε ο Μπρέκ και γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος του απότομα.

«Από χθες και έχει τέτοια νεύρα;...» ρώτησα με δυσπιστία και γύρισα ξανά την ματιά μου προς το μέρος του.

Τώρα πια όλες οι φλέβες του σώματος του είχαν πεταχτεί επικίνδυνα καθώς πάλλονταν ενώ το άσπρο των ματιών του είχε καλυφθεί όλο από εκατομμύρια μικρές κόκκινες φλέβες με το χρώμα των ματιών του να αλλάζει προς το χρυσαφί. Ο Μπρέκ κατευθείαν τσιτώθηκε και άρχισε να συγκεντρώνετε για να σώσει την κατάσταση.

«Άσʼ τον...» τον σταμάτησα βάζοντας το χέρι μου πάνω στο μπράτσο του... «Υπάρχουν μάρτυρες...» του είπα και κοιτώντας γύρω μου του έδειξα προς την κοπέλα που εκείνη την στιγμή έκανε προθέρμανση μόνη της λίγο πιο μακριά από το σημείο που ο Έντουαρτ με τους υπόλοιπους συμπαίκτες του μαλώναμε και του την έδειξα με μια κίνηση του κεφαλιού μου.

«Κάνʼ την να ματώσει η μύτη της και τρέχα να την πάρεις από εδώ πριν την πλησιάσει, αν χρειαστεί θα επέμβω εγώ» του είπα και εκείνος αμέσως πήγε με γρήγορα βήματα προς το σημείο που η κοπέλα ακόμα αμέριμνη έκανε κάποια τεντώματα με τα χέρια της. Φτάνοντας αρκετά κοντά της, ο Μπρέκ, ζάρωσε τα μάτια του και αμέσως η κοπέλα έπιασε το κεφάλι της και λύγισε μπροστά ενώ η μύτη της δεν άργησε να ματώσει.

~Παράτα ότι κάνεις και έλα στο γήπεδο τώρα~ έστειλα μήνυμα στην Άλις και μόλις γύρισα την ματιά μου προς τον Έντουαρτ τον είδα που ξαφνικά πάγωσε στην θέση του.

Η κοπέλα πια αιμορραγούσε αρκετά ώστε να πιάσει την μυρωδιά του φρέσκου αίματος και γυρίζοντας το κεφάλι του αργά προς το μέρος της σταμάτησε να δίνει σημασία σε ότι οι άλλοι γύρω του τού έλεγαν. Σαν λαγωνικό σκάναρε κάθε κίνηση του Μπρέκ και της κοπέλας που τώρα την έπαιρνε από το γήπεδο και με αργά φιδίσια βήματα άρχισε να τους παίρνει από πίσω ενώ ο Έμετ και οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να τον σταματήσουν αλλά εκείνος αγνοώντας τους συνέχυσε να τους ακολουθεί και έκανα ακριβώς το ίδιο για να δω μέχρι που μπορεί να το φτάσει.

Μόλις ο Μπρέκ και η κοπέλα φτάσανε σε ένα απόμακρο σημείο όπου δεν υπήρχαν μάρτυρες, ο Έντουαρτ άνοιξε το βήμα του και τους πλησίασε σαν λιοντάρι που ήταν έτοιμο να επιτεθεί σε ένα κοπάδι ανυπεράσπιστων ελαφιών. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που έβλεπα μπροστά μου, είχε ξεφύγει τελείως, δεν μπορούσε να σκεφτεί ούτε που βρισκόταν αλλά ούτε και ποια ήταν αυτή που ήταν τώρα πληγωμένη;

«Έλιροουζ;» η Άλις αναφώνησε φτάνοντας κοντά της και πήγε να ελέγξει αμέσως την κατάσταση της... «Είσαι καλά; Τι έπαθες;»

«Εεε... Δεν είναι τίποτα, άνοιξε λίγο η μύτη μου...» απολογήθηκε εκείνη και ο Έντουαρτ παγώνοντας στην θέση του έψαξε μέρος για να κρύψει τα ίχνη του αλλά η Άλις πρόλαβε να δει την κίνηση του και τον πρόδωσε πριν προλάβει εκείνος να φύγει.

«Έντουαρτ; Τελείωσε η προπόνηση;» ρώτησε η Άλις και εκείνος χωρίς επιλογή, πήρε μια βαθιά ανάσα από την αντίθετη κατεύθυνση και γύρισε προς το μέρος τους παίζοντας το καλό παιδί. Πραγματικά είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό.

«Όχι αλλά είδα την Έλιροουζ που έφυγε άρον άρον και ανησύχησα, είσαι καλά;» την ρώτησε με τέτοιο ενδιαφέρον που αν δεν είχα δει τι είχε διαδραματιστεί πριν θα μπορούσα να το πιστέψω μέχρι και εγώ.

«Ναι, σε ευχαριστώ» απάντησε η κακομοίρη κοπέλα που τα είχε χάσει τελείως με όλη του την συμπεριφορά.

«Θες να σε πετάξω στο σπίτι; Μπορώ να πω...» ρώτησε με έναν τελείως σαγηνευτικό τρόπο ο Έντουαρτ αλλά πριν τελειώσει την φράση του ο Μπρέκ μπήκε αμέσως στην μέση για να τον σταματήσει.

«Θα την πάω εγώ» δήλωσε και ο Έντουαρτ γύρισε την ματιά μου με απορία προς το μέρος του.

«Εσύ είσαι;» ρώτησε ψυχρά και πριν ο Μπρέκ απαντήσει η Άλις μπήκε στην μέση μιλώντας αντί για εκείνον.

«Καλέ δεν ξέρεις τον Μπρέκ;» ρώτησε και ο Έντουαρτ γύρισε προς το μέρος της ξαφνιασμένος λες και είχε ξεχάσει τελείως την παρουσία της.

«Θες να σε πάω στο σπίτι;» ρώτησε τελικά μαλακώνοντας την φωνή του προς την Έλιροουζ και για μια στιγμή εκείνη σάστισε και δεν ήξερε τι να πει.

«Άσε τον Μπρέκ να την πάει σπίτι, μέχρι να πας να κάνεις ένα ντουζάκι και να αλλάξεις μπορεί η κοπέλα να γίνει χειρότερα» επενέβη η Άλις και είδα τα χέρια του Έντουαρτ να σχηματίζουν μπουνιές αλλά το πρόσωπο του να παραμένει το ίδιο προς την Έλιροουζ που εκείνη την στιγμή γύριζε την ματιά της προς την Άλις.

«Εεεε... Έχει δίκιο η Άλις, καλύτερα να πάω με τον, Μπρέκ δεν θέλω να σε βάζω σε μπελάδες με τον προπονητή σου. Πάντως σʼ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον» συνέχισε εκείνη καθώς έβγαλε το ύφασμα που κάλυπτε την μύτη της τόση ώρα και ο Έντουαρτ βλέποντας την κίνηση της έκανε για λίγο πίσω σταματώντας την ανάσα του στην μέση.

«Δεν κάνει τίποτα» είπε γρήγορα και γυρίζοντας την πλάτη του άρχισε να γυρίζει προς το γήπεδο με γοργά βήματα με την Άλις πίσω του να τον ακολουθεί φωνάζοντας τον.

Πριν πιάσει την μυρωδιά μου μπήκα γρήγορα μέσα στο δάσος και εξαφανίστηκα.

Άλις

«Περαστικά...» είπα στην Έλιροούζ και αφού με ευχαρίστησε άρχισα να τρέχω πίσω από τον Έντουαρτ πριν γυρίσει ξανά στο γήπεδο... «Έντουαρτττττ... Σταμάτα παιδί μου να τρέχεις, τι έπαθες; Νέφτι σου βάλανε;;;» του έλεγα προσπαθώντας να τον σταματήσω και εκεί που έτρεχα να τον προφτάσω εκείνος ξαφνικά φρέναρε απότομα γυρίζοντας προς το μέρος μου και εγώ πριν προλάβω να σταματήσω έπεσα απάνω του και τελικά βρέθηκα στο πάτωμα με την πλάτη μου βογκώντας από τον πόνο που με διαπέρασε αλλά πριν προλάβω να σκεφτώ τι μου συμβαίνει η ματιά του με έκανε να κοκαλώσω στην θέση μου χωρίς να ξέρω τι να κάνω.

«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ μου λες;» με ρώτησε εκνευρισμένος με όλες τις φλέβες του προσώπου του να πετάγονται λες και ήταν έτοιμος να πάθει κανένα εγκεφαλικό.

«Είχα πάει στην βιβλιοθήκη και...»

«Στην βιβλιοθήκη!» επανέλαβε δύσπιστα.

«Ναι στην βιβλιοθήκη. Ξέρεις, αυτό το μεγάλο γκρι κτήριο με τα μεγάλα παράθυρα και τα πολλά βιβλία που έχεις να πατήσεις το πόδι σου από τότε που σκέφτηκες να μας το παίξεις αντράκι!!!» του γύρισα πίσω το ίδιο εκνευρισμένη χωρίς να κουνιέμαι από την θέση μου και εκείνος σαν αίλουρος έφερε το πρόσωπο του σε απόσταση αναπνοής από το δικό μου και βάζοντας το χέρι του κάτω από το σαγόνι μου τόσο δυνατά που μου έκοψε το αίμα μου μίλησε με τέτοιον τρόπο που πραγματικά έκανε την καρδιά μου να σταματήσει.

«Αν σε δω να ανακατεύεσαι ξανά στα πόδια μου, να είσαι σίγουρη ότι θα σου κόψω την γλώσσα και θα σου την δώσω να την φας. Έγινα κατανοητός;» ρώτησε αλλά πριν του απαντήσω καταλλήλως εκείνος με άφησε από το σφιχτό του κράτημα και άρχισε να πηγαίνει και πάλι προς γήπεδο χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα προς το μέρος μου αφήνοντας με στο πάτωμα άδεια.

Τα μάτια μου βούρκωσαν, η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει άρρυθμα και εκεί που ένιωθα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου ένα άγγιγμα με έκανε να πεταχτώ αλλά πριν προλάβω να ουρλιάξω η Μπέλλα έβαλε το χέρι της πάνω στο στόμα μου και με το δάχτυλο της πάνω στα χείλια της μου έκανε νόημα να μην μιλήσω. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και μόλις απελευθέρωσε τα χείλια μου άνοιξε την αγκαλιά της για μένα και εγώ χώθηκα μέσα σε αυτήν ευθύς αμέσως χωρίς δισταγμό. Είχα τόσο ανάγκη για λίγη κατανόηση.

«Σσσς... όλα θα πάνε καλά...» με παρηγόρησε εκείνη αλλά εγώ δεν ήμουν και τόσο σίγουρη πια γι αυτό... «Έλα σήκω να φύγουμε από εδώ» με παρότρυνε καθώς με σήκωνε από το χώμα ενώ καθάριζε τα ρούχα μου με το χέρι της και με τρεμάμενα χέρια την σταμάτησα και εκείνη με κοίταξε στα μάτια.

«Ποιος είναι αυτός; Τι κάνανε στον αδελφό μου;» ρώτησα σπαρακτικά και εκείνη για άλλη μια φορά με έκλεισε μέσα στην αγκαλιά της.

«Έχουμε πολλά να πούμε» με ενημέρωσε και με την λιγότερη βοήθεια από μέρους μου, με παρέσυρε προς ένα μαύρο αυτοκίνητο που από την θολούρα μου δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν. Τουλάχιστον τα παράθυρα του ήταν μαύρα και έτσι θα γλύτωνα την πιθανότητα να με δει κανείς σε αυτά τα χάλια.

Φτάνοντας στο σπίτι της μου έφτιαξε μια ζεστή σοκολάτα και μου την πρόσφερε ενώ έκατσε δίπλα μου και την κοίταξα ικετευτικά.

«Σε παρακαλώ κάνε κάτι» παρακάλεσα με ένα πληγωμένο ύφος και αναστέναξε.

«Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι αυτό» είπε και ένιωσα την καρδιά μου να σταματά.

«Κάποιος τρόπος...» προσπάθησα αλλά εκείνη βάζοντας το χέρι της πάνω στο δικό μου με κοίταξε σταθερά στα μάτια σταματώντας την φράση μου στην μέση.

«Άλις... Δεν μπορείς να επέμβεις στην ζωή ενός λυκάνθρωπου, αυτός είναι ο πρώτος μας κανόνας...» μου είπε σοβαρά και τα μάτια μου αμέσως δάκρυσαν... «Αν προσπαθήσεις να το κάνεις τότε το μόνο που θα καταφέρεις είναι να τον κάνεις χειρότερο... Όσο επεμβαίνεις στην ζωή του τόσο θρέφεις την λυκισια του πλευρά και εκείνη τον δηλητηριάζει περισσότερο. Είναι πως να το πω... σαν το δεύτερο εγώ σου που σου ψιθυρίζει στο αυτί παροτρύνοντας σε να κάνεις πράγματα που δεν θα έκανες ποτέ αν είχε την κρίση να αποφασίσεις μόνος σου. Αυτό συμβαίνει και στον Έντουαρτ, όσο περισσότερο επεμβαίνετε στην ζωή του τόσο αυτή η φωνή τον παραπλανεί και τον κάνει να δυσπιστεί απέναντι σας, αν εκείνος δεν βρει τις ισορροπίες του ώστε να του κλείσει το στόμα τα πράγματα θα γίνονται χειρότερα μέρα με την ημέρα» μου είπε απαλά προσπαθώντας να μην με πληγώσει περισσότερο αλλά δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο αυτό.

«Χειρότερα; Πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν δηλαδή;» αναφώνησα χωρίς να μπορώ να το πιστέψω.

«Πολύ χειρότερα Άλις και δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να τον σταματήσω, πρέπει μόνος του να αποφασίσει για τον εαυτό του, να διαλέξει πια πλευρά του εαυτού του θα κυριαρχεί» συνέχυσε εκείνη και έκλεισα το πρόσωπο μου μέσα στα δύο μου χέρια παλεύοντας απελπισμένα για μια επαρκή ανάσα και αμέσως με τράβηξε στην αγκαλιά της για να με παρηγορήσει.

«Πως συνέβη αυτό;;; Από την μια εκείνος να γίνεται χειρότερος μέρα με την ημέρα ενώ ο πατέρας να γίνεται όλο και καλύτερος; Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα, είναι σαν να τους απήγαγαν Άλιεν και να τους αντικατέστησαν, δεν αναγνωρίζω κανέναν από τους δύο τους πια» έλεγα απαρηγόρητη και εκείνη μου έτυψε την πλάτη ήρεμα αναστενάζοντας.

«Ο πατέρας σου παίρνει την ικανοποίηση που έχει ανάγκη η ψυχή του για να τραφεί, ο αδελφός σου όμως...» ψιθύρισε κάτω από την ανάσα της σαν να μην είχε σκοπό να το ακούσω και σήκωσα την ματιά μου προς το μέρος της.

«Σε παρακαλώ Μπέλλα μην τον εγκαταλείψεις πάλι, πρέπει να υπάρχει τρόπος...» έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια και μου χάιδεψε τα μαλλιά απαλά ακριβώς όπως θα έκανε η μητέρα μου για να με καθησυχάσει.

«Θα προσπαθήσω αλλά δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα Άλις, είναι δικιά του επιλογή όχι δική μου» μου είπε και κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά ενώ ακουμπούσα το κεφάλι μου για άλλη μια φορά πάνω στο στερνό της.

«Δεν σε κατηγορώ που έφυγες αλλά δεν θα σε συγχωρήσω αν τον αφήσεις και τώρα» της δήλωσα αλλά εκείνη δεν είπε τίποτα.


Έντουαρτ

Καθόμουν στο κρεβάτι μου ακίνητος, τα μάτια μου στυλωμένα στο ταβάνι με τα νεύρα μου να χτυπάνε κόκκινο, μια περίεργη μυρωδιά μου τρύπαγε τα ρουθούνια αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ από που την ήξερα. Με βασάνιζε, με θόλωνε, με έκανε να θέλω να σπάσω ότι υπήρχε όρθιο εδώ μέσα αλλά εγώ πεισματικά παρέμενα ακίνητος με τα μάτια στο ταβάνι με τις ίδιες εικόνες να με πνίγουν. Αυτό το χρώμα μου είχε γίνει εμμονή, δεν το ήθελα άλλο μέσα στο δωμάτιο μου, όμως είχα ξεχάσει πια για ποιον λόγο, το μόνο που θυμόμουν ήταν ότι το μισώ, οτιδήποτε είναι άσπρο το μισώ τόσο πολύ που με κάνει να ξεπερνώ τα όρια μου.

Τα βήματα του πατέρα μου που πλησίαζαν στην πόρτα έφτασαν στα αυτιά μου αλλά και πάλι δεν κουνήθηκα, δεν με ενδιέφερε τι ήθελε, δεν με ενδιέφερε κανένας τους πια, το μόνο που ήθελα ήταν να με αφήνουν στην ησυχία μου και αν είναι δυνατόν να μην τους ακούω κιόλας ήταν ακόμα καλύτερα αλλά γι αυτό δεν μπορούσα να κάνω κάτι μιας και που η ακοή μου πια καθώς και η όραση μου ήταν τόσο καλές που ξεπερνούσαν κάθε όριο.

«Ακόμα έτσι είσαι εσύ δεν θα ετοιμαστείς;» ρώτησε ο πατέρας μου μπαίνοντας στο δωμάτιο μου χωρίς να κάνει τον κόπο να χτυπήσει αλλά δεν του έδωσα σημασία, για κάποιον λόγο προσπαθούσα με μανία να θυμηθώ γιατί μισούσα τόσο πολύ αυτό το ταβάνι, γιατί κάθε φορά που το κοίταζα η όραση μου άλλαζε και γινόταν από απαλό ροζ σε βαθύ κόκκινο, τόσο λαχταριστό σαν το αίμα.

Αίμα!!!! Η μυρωδιά του αμέσως μόλις το σκέφτηκα κάλυψε οποιοδήποτε άλλη σκέψη και αμέσως ανασηκώθηκα στο κρεβάτι και κοίταξα προς το χέρι του πατέρα μου που κράταγε ένα ποτήρι από άσπρο φενιζολ από αυτά που έχουν στις καφετέριες για να παίρνεις τον καφέ μαζί σου, καλυμμένο με ένα πλαστικό άσπρο καπάκι χωρίς καλαμάκι και πριν το σκεφτώ είχα ήδη μπει μπροστά του, είπα πάρει το ποτήρι στα χέρια μου και ανοίγοντας το καπάκι, ήπια τον περιεχόμενο του με μια ανάσα χωρίς να αφήσω καμία σταγόνα να πάει χαμένη.

Αίμα!!! Ρευστό, απολαυστικό, τονωτικό, μου όξυνε όλες μου τις αισθήσεις, μου έπαιρνε όλες τις παράταιρες σκέψεις και έκανε όλα τα μέσα μου να καταλαγιάζουν, να βρίσκουν την αρμονία που τόσο αναζητούσα.

«Άκουσα τι συνέβη στην προπόνηση» είπε ξαφνικά ο πατέρας μου και γύρισα προς το μέρος μου.

«Και;» ρώτησα μειδιάζοντας ενώ πάλευα να στραγγίξω ότι είχε απομείνει μέσα στο ποτήρι νιώθοντας ικανοποίηση αλλά και απογοήτευση ταυτόχρονα επειδή είχε τελειώσει τόσο γρήγορα.

«Έχεις ξεφύγει, δεν θέλω να επαναληφθεί κάτι τέτοιο έγινα κατανοητός;» ρώτησε και γύρισα για άλλη μια φορά προς το μέρος του.

«Θα κάνω ότι γουστάρω. Έγινα κατανοητός;» του γύρισα πίσω σκληρά αλλά εκείνος δεν μάσησε μια.

«Όχι όσο ζεις κάτω από την στέγη μου. Εδώ γίνετε ότι λέω εγώ γι αυτό αν ακούσω το παραμικρό...»

«Τι ακριβώς θα κάνεις; Θα με φυλακίσεις σε κανένα υπόγειο; Θα πεις στην γυναίκα σου ότι με έστειλες διακοπές και άλλες τέτοιες παπαριές;» τον ειρωνεύτηκα και εκείνος κάλυψε την απόσταση που μας χώριζε με δύο δρασκελιές.

«Αν δεν συμμορφωθείς θα χάσεις τα πάντα, το κατάλαβες; Τέρμα οι τσαμπουκάδες μικρέ, δεν θα ανεχτώ άλλη παρασπονδία, γι αυτό ξανασκέψου καλά πριν κάνει καμία ίδια μαλακία με αυτή που έκανες το πρωί. Έγινα κατανοητός;» ρώτησε με τα μάτια του να αστράφτουν και ξαφνικά έμεινα να τον κοιτάζω με απορία.

Γιατί δεν τον στέλνω στο διάολο; Πως κάθομαι και ανέχομαι ότι λέει;... Δεν μπορούσα να θυμηθώ.

~*~*~*~*~*~*~*~

Οι ώρες περνούσαν για άλλη μια φορά ανούσια, ατάραχα, μέσα στην αδράνεια, πληκτικά, μονότονα, μέχρι που η σκρόφα έκανε την εμφάνιση της και μου χάλασε την ησυχία για άλλη μια φορά... Πόσο ήθελα να της στρίψω το λαρύγγι!!! Πόσες φορές είχα ονειρευτεί να το κάνω αλλά και πάλι ποτέ δεν το είχα κάνει, ακόμα απορώ γιατί.

«Ακόμα έτσι είσαι θα αργήσουμε» γκρίνιαξε και ήρθε κοντά μου.

«Θα αργήσουμε;» ρώτησα και αναστέναξε.

«Δεν είπαμε ότι σήμερα θα βγούμε;;; Έλα μην μου το χαλάς, μετά από τόσο καιρό που μας αφήνει ο πατέρας σου να ξεσκάσουμε λιγάκι» έλεγε εκείνη παρακλητικά αλλά εγώ δεν ανταποκρινόμουν.

«Έντουαρτ ο πατέρας σου μας αφήνει να βγούμε δεν το καταλαβαίνεις; Να πάμε όπου θέλουμε να διασκεδάσουμε να μπλεχτούμε με τον υπόλοιπο κόσμο, τι έχεις πάθει πια;;;;» ρώτησε κοιτώντας με σαν να κοίταζε κάποιον ξένο και τελικά σηκώθηκα χωρίς να της απαντήσω. Από το κάτσω μαζί της άλλο ένα βραδύ να την γαμάω, αλήθεια για ποιον λόγο;;;;

Κατεβαίνοντας στο σαλόνι η μητέρα μου ήταν εκεί και μιλούσε με τόση ζεστασιά με αυτόν που αντιπαθούσα περισσότερο από όλους... Ντέιμον, ο πιο αντιπαθητικός, ο πιο μισητός βρικόλακας από όσους είχα γνωρίσει από αυτούς που ο πατέρας μου συνήθιζε να φέρνει στο σπίτι. Το αίμα του με αηδίαζε σε τέτοιο βαθμό που με προκαλούσε, με έκανε να θέλω να του ξεριζώσω την καρδιά, να τον συνθλίψω μέσα στα δύο μου χέρια, να του διαλύσω το κρανίο πετώντας αυτά τα αντιπαθητικά εριστικά του μάτια έξω για να σταματήσει να με κοιτάζει.

Η μητέρα μου πλησιάζοντας με έκανε κάθε μου σκέψη να εξαφανιστεί και ξαφνικά δεν ήμουν ικανός να θυμηθώ τι ήταν αυτό ακριβώς που σκεφτόμουν αλλά για κάποιον λόγο δεν με ένοιαζε κιόλας.

«Αγόρι μου είσαι έτοιμος;» ρώτησε και απλά κατένευσα, δεν είχα όρεξη να μιλήσω σε κανέναν τους, ήμουν τόσο οργισμένος με όλους τους.

«Καλά να περάσετε» συνέχισε εκείνη κάπως πικραμένα αλλά δεν έδωσα και τόσο σημασία. Κοιτάζοντας προς την Έλενα της έκανα σήμα με το κεφάλι μου και εκείνη ρίχνοντας μια ματιά προς τον Ντέιμον άρχισε να προχωράει προς την πόρτα και εγώ την ακολούθησα χωρίς να πω κουβέντα σε κανέναν.

Όταν ένιωσα τον Ντέιμον να μας ακολουθεί γύρισα και τον κάρφωσα στα μάτια αλλά εκείνος προσπερνώντας με δεν μου έδωσε το δικαίωμα να του πω το οτιδήποτε. Φτάνοντας έξω είδα την Έλενα να κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο του και τότε δεν άντεξα άλλο και έλυσα την σιωπή μου.

«Τι ακριβώς γίνεται εδώ;» ρώτησα με δηλητήριο στην φωνή μου.

«Θα είμαι ο συνοδός σας για απόψε...» δήλωσε εκείνος και άρχισα να ανασαίνω γρήγορα τρίζοντας τα δόντια μου με δύναμη καθώς ένιωσα όλα τα μέσα μου να βράζουν... «Τι περίμενες ότι θα σε άφηνε ξέφραγο αμπέλι;» σχολίασε εκείνος με το γνωστό εριστικό του υφάκι και μπήκε στην θέση του οδηγού χωρίς να περιμένει απάντηση.

Έκανα επιτόπου στροφή για να γυρίσω στο δωμάτιο μου αλλά η Έλενα με σταμάτησε πριν κάνω ένα βήμα.

«Σε παρακαλώ Έντουαρτ, θα περάσουμε καλά θα το δεις, μην χαλάς την βραδιά» παρακάλεσε και έσφιξα τις γροθιές μου με τόσο δύναμη που ένιωσα τα νύχια μου να μπήγονται μέσα στο δέρμα μου.

~Πως την αφήνεις να σε κάνει ότι θέλεις;~ μια φωνή μέσα μου με αφύπνισε και σηκώνοντας ξανά το ανάστημα μου συνέχισα την πορεία μου προς το σπίτι αλλά η Έλενα δεν το άφησε έτσι.

«Αν δεν έρθεις εσύ θα χάσεις, τόσο κόπο έκανα να τον πείσω για να σε αφήσει, για να μπορέσεις να ξεσκάσει λίγο αλλά φαίνετε ότι τελικά δεν άξιζε. Άντε τράβα σαν ποντίκι να κρυφτείς στην φωλιά σου» μου γύρισε πικρόχολα και γύρισα αυτόματα προς το μέρος της κοιτώντας την με μια δολοφονική ματιά... Γιατί διάολο δεν την στέλνω από εκεί που ήρθε;

«Έντουαρτ, μην κάνεις σαν παιδί... Θα σας αφήσω στην ησυχία σας μόλις φτάσουμε εκεί» επενέβη ο Ντέιμον και για λίγο το σκέφτηκα αλλά τελικά αποφάσισα να πάω. Λίγο ποτό και να αναμιχτώ με τον κόσμο ίσως μου κάνει καλό τελικά.

Σε όλη την διαδρομή δεν τους έδωσα καμία σημασία, κοιτώντας έξω από το παράθυρο στο πίσω κάθισμα για κάποιον λόγο ένιωθα σαν πρόβατο που πάει στην σφαγή... Τα πάντα με πείραζαν. Κάθε τους λέξη σαν μέλισσα μέσα στα αυτιά μου έκανε το μυαλό μου να μυρμηγκιάζει να πυρώνει ένα σίδερο που υπήρχε εκεί και να το κάνει να καίει περισσότερο κάνοντας όλες μου τις σκέψεις να στρέφονται σε διάφορα πλασματικά όνειρα για το πως θα καταφέρω να τους εξοντώσω ώστε να σταματήσουν να μιλάνε, να σταματήσουν να με ενοχλούν... Δεν άντεχα να τους ακούω.

Φτάνοντας στο μπαράκι βγήκαμε από το αυτοκίνητο και εκείνος μας οδήγησε προς την πλαϊνή πόρτα, η παρουσία του Μπρέκ εκεί μου τράβηξε την προσοχή... Τι δουλειά είχε εδώ αυτός και μάλιστα σε τέτοιο πόστο;

Δεν ρώτησα, δεν με ενδιέφερε να μάθω, όλα με αφήνανε παντελώς αδιάφορο πια, η ζωή μου μια ρουτίνα, δωμάτιο, σχολείο και πάλι πίσω, ούτε στην τραπεζαρία δεν κατέβαινα πια για να φάω μαζί τους, τόσο τους είχα σιχαθεί όλους τους.

Πλησιάζοντας μια πόρτα όπου μας οδηγούσε ο Ντέιμον στον πρώτο όροφο, η καρδιά μου για κάποιον ανεξήγητο λόγο άρχισε να επιταχύνετε, το αίμα μου στις φλέβες μου να ρέει πιο έντονα σε σημείο να κάνει τα μηλίγγια μου να είναι έτοιμα να εκραγούν ενώ τα άκρα μου να μυρμηγκιάζουν και καθώς η πόρτα άνοιξε και έκανα ένα βήμα για να μπω στο δωμάτιο ξαφνικά όλα άλλαξαν.

Η μυρωδιά που βασάνιζε την σκέψη μου από την στιγμή που γύρισα στο σπίτι από την προπόνηση, με κατέκλισε για άλλη μια φορά. Ένιωσα το αίμα μου ξαφνικά να παγώνει στις φλέβες μου, την καρδιά μου να σπάει σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια σαν κρυστάλλινο βάζο διασκορπίζοντας τα κομμάτια της σε όλο μου το κορμί θρυμματίζοντας το όπου με ακουμπούσαν και χάνοντας κάθε ίχνος από την ανάσα μου ξαφνικά το μυαλό μου ξύπνησε βομβαρδίζοντας με με διάφορες εικόνες που είχα θάψει καιρό τώρα βαθιά μέσα μου για να μην τις θυμάμαι κάνοντας όλο μου το κορμί να τρανταχτεί από έναν όξινο πόνο που όμοιο του δεν είχα νιώσει ποτέ ξανά στην ζωή μου.

Η όραση μου θαμπώθηκε, τα πάντα γύρω μου κοκκίνισαν και καθώς εκείνη γύρισε προς το μέρος μας και η ματιά της καρφώθηκε μέσα στην δική μου η καρδιά μου άρχισε και πάλι να χτυπά ενώ τα πνευμόνια μου γέμισαν με μια ανάσα ζωής, μιας ζωής που δεν είχα συνειδητοποιήσω μέχρι τώρα ότι είχε απλά ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μου.


ESCAPE POLH FANTASMA