Ετικέτες

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Soulmates "41. Ένωση ψυχών"




~Μπέλλα~

Έτρεχα μέσα στο δάσος όσο πιο γρήγορα μπορούσα και ακόμα και αυτό δεν ήταν αρκετό για να σβήσω την απόσταση που μας χώριζε... Έχοντας το διπλάσιο μέγεθος με την λυκίσια του μορφή από το δικό μου μέγεθος καθώς και από όσο μπορούσα να υπολογίσω και την διπλάσια δύναμη, πως θα μπορούσα να τον σταματήσω στην περίπτωση που εκείνος επιχειρούσε να κάνει κάτι;... αναρωτήθηκα για λίγο αλλά δεν τα παρατούσα, του υποσχέθηκα ότι θα τον προστατέψω και θα έκανα τα πάντα για να εκπληρώσω την υπόσχεση μου με οποιοδήποτε κόστος.

Καθώς οσμίστηκα δυο κατασκηνωτές στην ατμόσφαιρα ένα ζευγάρι που έκανε κάμπινγκ κοντά στο σημείο που εκείνος κατευθυνόταν προσπάθησα να σκεφτώ γρήγορα και αλλάζοντας πορεία βάζοντας όλη την δύναμη της ψυχής μου έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσε να τρέξει το σώμα μου ενώ φώναζα μέσα στην σκέψη του.

~Έντουαρτ μην το κάνεις~ αυτό τον έκανε για λίγο να κόψει ταχύτητα και καθώς ένιωσε την παρουσία μου να γυρίσει προς το μέρος μου κοιτώντας με απειλητικά, ενώ τώρα κατευθυνόταν προς το μέρος μου, και την στιγμή που προσπάθησε να μου ορμήσει δίνοντας ένα σάλτο πέρασα πάνω από το σώμα του... Μόλις τα πόδια μου άγγιξαν την γη γύρισα αυτόματα προς το μέρος του και τον είδα να είναι σε θέση εφόρμησης καθώς με κοίταζε απειλητικά έτοιμος να μου επιτεθεί.

~Δεν θα σε αφήσω να τους κάνεις κακό~ του δήλωσα γρυλίζοντας απειλητικά και εκείνος αφήνοντας ένα λυκίσιο ουρλιαχτό που έκανε την γη να τρανταχτεί όρμησε καταπάνω μου αλλά εγώ δεν κουνήθηκα σπιθαμή.

Καθώς τα δόντια του καρφώθηκαν μέσα στον λαιμό μου γυρίζοντας την μουσούδα μου προς τον δικό του λαιμό, έμπηξα και τα δικά μου δόντια μέσα στην σάρκα του και επειδή δεν το περίμενε αυτόματα τα δόντια του με απελευθέρωσαν και προσπάθησε να με απωθήσει από πάνω του κουνώντας έντονα το κεφάλι του σπασμωδικά κάνοντας το σώμα μου να αιωρείται στον αέρα... Δεν τα παρατούσα, σφίγγοντας με περισσότερη δύναμη τα δόντια μου κρατήθηκα από πάνω του και μόλις χτύπησε το κεφάλι του στο έδαφος για να κάνει το σώμα μου να συγκρουστεί στο χώμα άνοιξα το στόμα μου απελευθερώνοντας τον και πριν προλάβει να κινηθεί αλλάζοντας μορφή έμεινα με τα χέρια μου να είναι σε θέση άμυνας μπροστά από το σώμα μου... Μόλις με είδε κάτι τον έκανε να φρενάρει την επίθεση του και διχασμένος με κοίταζε χωρίς να ξέρει πως να αντιδράσει.

«Δεν θα σου κάνω κακό αλλά δεν θα σε αφήσω να τους πειράξεις, υπάρχει και άλλος τρόπος να ικανοποιήσεις την δίψα σου» του είπα κατηγορηματικά και κοιτώντας μια προς το ζευγάρι που εκείνην την στιγμή παρατώντας την κατασκήνωση του έτρεχε για να μπει μέσα στο αυτοκίνητο του προκειμένου να φύγουν μακριά από τον κίνδυνο που ένιωθε ότι ήταν πολύ κοντά τους, γύρισε ξανά την ματιά του προς την μεριά μου και ξεφυσώντας απανωτά από την μύτη προσπάθησε να παραμείνει ακίνητος στο ίδιο σημείο που ήταν, με μεγάλη δυσκολία μέχρι που το ζευγάρι κατάφερε να βάλει μπρος την μηχανή και να φύγει.

Μόλις η μυρωδιά τους αίματος τους διαλύθηκε και ο αέρας ήταν πια καθαρός ο Έντουαρτ έδειχνε να καταφέρνει να καταλαγιάζει τα ένστικτα του μέσα του και μόλις κατάφερε να κάνει την ανάσα του πιο σταθερή πέρασε την σκέψη του μέσα στην δική μου.

~Βοήθησε με~ παρακάλεσε και καθώς κατένευσα με το πιο αργό μου βήμα προσπάθησα να τον πλησιάσω... Χωρίς να κουνηθεί σπιθαμή, έγειρε το κεφάλι του προς τα κάτω και μόλις άφησα το χέρι μου να ακουμπήσει ανάμεσα στα αυτιά του άφησε ένα πονεμένο γρύλισμα να του ξεφύγει και την στιγμή που άρχισα να τον χαϊδεύω απαλά για να τον παρηγορήσω βάζοντας την μουσούδα του να ακουμπήσει πάνω στο σώμα μου άρχισε να την τρίβει με ένταση.

~ Βρομάς~ τον άκουσα να λέει με μια περίεργη χροιά στην φωνή του και γέλασα δυνατά.

«Είμαι βρικόλακας μην το ξεχνάς» του απάντησα χωρίς να σταματάω να γελάω και καθώς ανασήκωσε το βλέμμα του προς το δικό μου με κοίταξε με παράπονο.

~Νιώθω να καίγομαι~ μου πέρασε μέσα στην σκέψη μου με παράπονο και κατένευσα με κατανόηση.

«Μόλις ικανοποιήσεις την δίψα σου θα νιώσεις καλύτερα...» του υποσχέθηκα καθώς του έτριψα για μια ακόμα φορά την μουσούδα του... «Πάμε για κυνήγι» συνέχισα και απομακρύνοντας το σώμα μου από το δικό του άρχισα να τρέχω ενώ ταυτόχρονα μεταμορφωνόμουν και εκείνος με ακολούθησε με μεγάλη ευκολία.

Παρόλο που δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει το ένστικτο του ήταν τόσο ισχυρό που με μεγάλη ευκολία και δεξιοτεχνία κατάφερνε να κάνει το κυνήγι να μοιάζει τόσο εύκολο που τον κοίταζα και δεν μπορούσα να το πιστέψω... Αν και περίμενα τα χειρότερα τώρα ένιωθα τόσο ήσυχη που όλα πήγα καλά... Καθώς τον κοίταζα πίστευα όλο και περισσότερο ότι ήταν γεννημένος γι αυτό και η ικανοποίηση που ένιωθα μέσα μου με γέμιζε με περισσότερη αυτοπεποίθηση αλλά το γεγονός του ότι ο πρίγκιπας μου δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνιση του μου έφερνε ταυτόχρονα και μια ανησυχία... Τι είχε σκοπό να κάνει; Γιατί δεν έχει δείξει ακόμα κάποιο σημάδι του;

Καθώς ο ήλιος έκανε την πρώτη του εμφάνιση ήξερα ότι δεν είχα πολύ ώρα ακόμα και καθώς δεν ήθελα να χάσω αυτήν την μαγική στιγμή πλησίασα στον λόφο που συνηθίζαμε να πηγαίνουμε πάντα με τον πρίγκιπα μου για να απολαύσω, έστω και λίγο τα χρώματα του ουρανού που μέσα από τα λυκίσια μου μάτια έμοιαζαν με ουράνιο τόξο, πριν ο ήλιος εμφανιστεί και αρχίσει να με καίει μιας που πια δεν είχα το περιδέραιο μου για να με προστατεύει από αυτόν.

Ανεβαίνοντας την πεδιάδα ο Έντουαρτ ελάττωσε την ταχύτητα του και έμεινε πιο πίσω μου αλλά εγώ δεν σταμάτησα, αυξάνοντας τον ρυθμό μου, περνώντας το σώμα μου πάνω από τα αγριόχορτα που χαϊδεύανε απαλά το τρίχωμα μου έκλεισα τα μάτια μου και με το ένστικτο μου για οδηγό κατευθύνθηκα προς την μεγάλη πέτρα που ήταν στο μεγαλύτερο ύψωμα του λόφου με τις δροσοσταλίδες να υγράνουν το τρίχωμα μου αφήνοντας αυτήν την απίστευτη αίσθηση να με παρασύρει στο όνειρο... Ένα όνειρο που έκανε κάθε πρωινό μου όλα αυτά τα χρόνια που ήταν μακριά μου να ζωντανεύει τις αναμνήσεις που με έκαναν και πάλι να νιώθω ξανά έστω και για λίγο ζωντανή.

~Έντουαρτ~

Χορτάτοι πια καθώς το ξημέρωμα έκανε δειλά την εμφάνιση του ενώ οι πρώτες ακτίνες το ήλιου διαπερνούσαν αμυδρά τον αραιά σύννεφα που κινούνταν σχεδόν τεμπέλικα από το ελαφρύ αεράκι! Η Μπέλλα κατευθύνθηκε προς το ψηλότερο σημείο του λόφου και εγώ αμέσως την ακολούθησα με ευκολία χωρίς να την συναγωνίζομαι... Όλα είχαν έρθει τόσο ομαλά και αβίαστα που δεν μπορούσα να το πιστέψω, ένιωθα σαν να ήμουν λύκος όλη μου την ζωή και αυτό μου έδινε τόση αυτοπεποίθηση και τόση σιγουριά για το μέλλον που τώρα με έκανε να πιστεύω ότι είμαι ικανός για τα πάντα, όχι μόνο να κερδίσω την ζωή μου πίσω αλλά μέχρι και την ίδια.

Καθώς η ματιά μου εστίασε στον ορίζοντα ξαφνικά τυφλώθηκα, η ομορφιά που απλώνονταν μπροστά μου με μάγεψε και μειώνοντας τον ρυθμό μου έμεινα πιο πίσω της να τον κοιτώ εκστασιασμένος... Η όραση μου ήταν τόσο καθαρή που τα χρώματα που έβλεπα τώρα  μπροστά μου δεν είχαν καμία σχέση με τα χρώματα που έβλεπε με την ανθρώπινη μου ματιά.

Εκείνη φτάνοντας στον βράχο που ήταν μπροστά μας, με τα δύο της μπροστινά πόδια να μένουν πάνω στον βράχο τέντωσε το κορμί της και κλείνοντας τα μάτια άφησε το απαλό αεράκι να χαϊδέψει το κορμί της καθώς η φύση ξυπνούσε μαζί της... Το τρίχωμα της άξαφνα άρχισε να λαμπιρίζει τόσο πολύ που η ματιά μου δεν ήταν ικανή να κοιτάξει πουθενά αλλού και πλησιάζοντας την, έμεινα δίπλα της να την κοιτώ με την καρδιά μου να καλπάζει σαν τρελή... Ήταν σαν οπτασία, δεν είχα δει τίποτα πιο όμορφο στην ζωή μου και μόλις γύρισε την ματιά της προς το μέρος μου ένιωσα σαν να μου χαμογελά.

~Έχεις δει τίποτα πιο όμορφο στην ζωή σου;~ ρώτησε εννοώντας τα χρώματα στον ορίζοντα.

~Όχι~ της απάντησα με πάθος στην φωνή μου ξέπνοα καθώς εγώ εννοούσα εκείνην και γυρίζοντας την ματιά της ξανά προς τον ορίζοντα ξαφνικά η χροιά της φωνής της πήρε μια περίεργη θλίψη.

~Δυστυχώς όμως θα πρέπει να φύγουμε~ δήλωσε και γυρίζοντας το κορμί της προς την αντίθετη μεριά πήγε να το κάνει και πράξη.

~Δεν μπορούμε να μείνουμε λίγο ακόμα;~ παρακάλεσα γυρίζοντας προς την μεριά της μόνο το κεφάλι μου και εκείνη αμέσως έκοψε το βήμα της γυρίζοντας προς την μεριά μου.

~Αν θες να με δεις να καίγομαι, φυσικά~ με πείραξε.

~Αν φορέσεις το Evenstar μπορούμε να κάτσουμε περισσότερο~ πρότεινα και έκανε δύο βήματα προς το μέρος μου κοιτώντας με προβληματισμένη.

~Γιατί το φόρεσες;~ ρώτησε με μια δόση κατηγορίας στην φωνή της.

~Για να μην το χάσω, ήταν το μόνο σημείο που θα ήταν ασφαλές κατά την μεταμόρφωση μου~ είπα ειλικρινά παραλείποντας το κομμάτι ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να το μαγέψουμε ξανά.

Για μια στιγμή ένιωσα ότι δεν την έπεισα και απογοητευμένος γύρισα την ματιά μου ξανά προς τον ορίζοντα.

~Δεν θέλω να γυρίσω ακόμα, δεν νιώθω έτοιμος να τον αντιμετωπίσω~ συνέχισα κάτω από τον αναστεναγμό μου και ένιωσα να με πλησιάζει.

Βάζοντας την μουσούδα της να ακουμπήσει πάνω στον ώμο μου εκείνη προσπάθησε να με παρηγορήσει.

~Έχεις το διπλάσιο μέγεθος από μένα, την διπλάσια δύναμη – ακόμα να το πιστέψω αυτό~ είπε και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της αργά... ~Αν μπορείς να τα βάλεις μαζί μου δεν έχεις να φοβηθείς κανέναν τους~ συνέχισε με περισσότερη πειθώ και έμεινα για λίγο να την κοιτάζω.

~Είναι περισσότεροι, εκείνοι ξέρουν τι να κάνουν και πως, εγώ δεν ξέρω τίποτα, το ένστικτο μόνο δεν φτάνει για να τους αντιμετωπίσω Μπέλλα και το ξέρεις~ της είπα τις φοβίες μου και εκείνη κατένευσε καταλαβαίνοντας το.

~Έχεις όμως και εμένα, δεν θα σε αφήσω μόνο~ μου δήλωσε και γύρισα ξανά την ματιά μου προς τον ορίζοντα.

~Ας μείνουμε λίγο ακόμα~ παρακάλεσα για άλλη μια φορά αλλά εκείνη δεν είπε τίποτα, με την ματιά της να κοιτάει τον ορίζοντα έμεινε για λίγο να το σκέφτεται.

~Όταν γυρίσουμε όμως...~

~Μπορείς να μου το επιστρέψεις αν αυτό θες~ της επιβεβαίωσα εγώ πριν τελειώσει την φράση της καταλαβαίνοντας τι ήθελε να μου πει και γυρίζοντας την ματιά της προς το μέρος μου τελικά μου έδωσε την άδεια να της το φορέσω.

Αλλάζοντας μορφή πέρασα το περιδέραιο της πάνω από το κεφάλι μου και κρατώντας το στα δύο μου χέρια το έτεινα μπροστά για να το περάσω πάνω από το κεφάλι της αλλά για λίγο δίστασα και αυτό δεν διέφυγε της προσοχής της... Ο φόβος μου ότι όταν θα το έκανα αυτόματα θα ήταν και η τελευταία φορά που την έβλεπα έκοψε την κίνηση μου στην μέση αλλά πριν εκείνη καταλάβει κάτι και αντιδράσει τελικά το πέρασα από το κεφάλι της και το άφησα απαλά πάνω στον λαιμό της ενώ τα χέρια μου ακουμπούσαν απαλά πάνω στο τρίχωμα της.


«Είναι τόσο απαλό» εξωτερίκευσα την σκέψη μου πριν προλάβω να την φρενάρω και αυτόματα άρχισα να το χαϊδεύω χωρίς να είμαι ικανός να ελέγξω την κίνηση μου αυτή... Η Μπέλλα ενοχλημένη έκανε πιο πίσω και τα χέρια μου μείνανε μετέωρα στον αέρα στο ίδιο σημείο που ήταν πριν ενώ το στήθος μου από την απόρριψη της αμέσως διαλύθηκε.

«Πάντα θα ανήκεις σε εκείνον» δήλωσα με φωνή που ίσα έβγαινε από μέσα μου και χαμηλώνοντας τα χέρια μου κοίταξα χαμηλά σφίγγοντας τα δόντια μου απανωτά σε μια προσπάθεια να ελέγξω τον πόνο που διαπερνούσε όλο μου το σώμα. Το ήξερα αλλά ακόμα και τώρα δεν μπορούσα να το χωνέψω.

«Θα ανήκω πάντα σε εμένα» την άκουσα να λέει και σηκώνοντας την ματιά μου την κοίταξα μέσα στα μάτια. Το πρόσωπο της τώρα ήταν αλλιώτικο, τα μάγουλα της πιο ροδαλά από το πρωινό κυνήγι και η επιδερμίδα της πιο ζεστή, τα μάτια της δε, ήταν τόσο λαμπερά που με τύφλωναν καθώς το σοκολατένιο τους χρώμα με έκανε ανίκανο να κοιτάξω κάπου αλλού.

«Σε ερωτεύτηκα πριν καν σε γνωρίσω μέσα από τα όνειρα μου, μέσα από αυτά που περάσαμε με έκανες να σε αγαπήσω μέρα με την ημέρα περισσότερο αλλά ξέρω ότι, ό,τι και να κάνω ποτέ δεν θα είναι αρκετό για να σε κερδίσω, εκείνος θα μπαίνει πάντα ανάμεσα μας» της άνοιξα την καρδιά μου αλλά εκείνη δεν είπε τίποτα.

«Δεν μπορούμε να ορίσουμε την καρδιά μας...» συνέχισα κάτω από τον αναστεναγμό μου αποφεύγοντας την ματιά της... «Αλλά με εκείνην οδηγό μπορούμε να αλλάξουμε τις πράξεις μας...»

«Έντουαρτ...» είπε επιτακτικά γυρίζοντας με προς το μέρος της με το χέρι της πάνω στο πρόσωπο μου... «Μην τολμήσεις...»

«Είναι δική μου η επιλογή όχι δική σου...» την διέκοψα εκνευρισμένα... «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα και εσύ δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς εκείνον...»

«Έντουαρτ κάνεις λάθος, μην το κάνεις αυτό» απαίτησε τραντάζοντας με από τους ώμους.

«Το έχω κάνει ήδη» ήταν το μόνο που της απάντησα καθώς αφήνοντας το πνεύμα μου να αδυνατήσει ένιωσα να πνίγομαι μέσα στο ίδιο μου το σώμα ενώ ένα δάκρυ ένιωθα να κυλάει από τα μάτια μου.

«Έντουαρτττττ» συνέχισε εκείνη πιο νευριασμένα ταρακουνώντας με περισσότερο.

«Σ’ αγαπώ... Μην κάνετε τα ίδια λάθη» είπα με την φωνή μου να σβήνει χωρίς να είμαι σίγουρος αν το είχε ακούσει εκείνη και σίγουρος για την επιλογή μου με όση δύναμη είχα μέσα μου ενίσχυσα το πνεύμα του προγόνου μου και τον άφησα να πάρει τα ηνία.

~Μπέλλα~

Έβλεπα τον μικρό να σβήνει και δεν ήξερα τι να κάνω... Το σώμα του βάραινε, έπεφτε προς τα πίσω ενώ όλο του το σώμα άρχισε να γερνάει, τα χαρακτηριστικά του να σκληραίνουν, το δέρμα του να ζαρώνει... Καθώς τον συγκράτησα από τον αυχένα ενστικτωδώς για να μην χτυπήσει το κεφάλι του έμεινα σοκαρισμένη να βλέπω τις αυλακιές στο πρόσωπο του να βαθαίνουν ενώ τα μαλλιά γινόντουσαν άσπρα σαν το βαμβάκι και χάνοντας την ανάσα μου δεν ήξερα πως να αντιδράσω.

«Έντουαρτ;» ψιθύρισα με όσο αέρα διαθέτανε τα πνευμόνια μου καθώς τα μάτια μου βούρκωναν και μόλις άκουσα την βαθιά σχεδόν άηχη φωνή του πανικοβλήθηκα.

«Δεν έχω πολύ χρόνο» κατάφερε να πει με δυσκολία και φέρνοντας τον κοντά μου ακούμπησα το κεφάλι του πάνω στον ώμο μου και προσπάθησα να βρω την ανάσα μου που είχε χαθεί, ο καρδιακός του παλμός καθώς έσβηνε περισσότερο σε κάθε του χτύπο επιβεβαίωνε τα λόγια του.

«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησα τρεμάμενα πριν προλάβω να κοντρολάρω τον εαυτό μου και πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Χρειάζομαι το αίμα σου» κατάφερε να πει και πάγωσα.

Ήμουν σίγουρη ότι μπορούσα να το κάνω αυτό; Να κλέψω την ζωή του κακόμοιρου του παιδιού έστω και αν ήταν δική του επιλογή;... Από την άλλη όσο προετοιμασμένη και να ήμουν γι αυτό δεν μπορούσα να τον αφήσω να φύγει, έτρεμα και μόνο στην ιδέα να τον χάσω ξανά... Το μυαλό μου νέκρωσε όπως και το σώμα, δεν μπορούσα να αποφασίσω.

«Βασίλισσα μου» πρόφερε ικετευτικά καταλαβαίνοντας τον δισταγμό μου και απομακρύνοντας τον από την αγκαλιά μου, συγκρατώντας τον και με τα δύο μου χέρια βύθισα την ματιά μου μέσα στην δική του... Ήταν τόσο αδύναμος που δεν μπορούσε ούτε τα χέρια του να κουνήσει ώστε να μου ανταποδώσει την αγκαλιά.

«Σ’ αγαπώ, δεν έριξα ποτέ την ευθύνη απάνω σου, κατανοώ όλους τους λόγους που σε οδήγησαν σε αυτόν τον δρόμο που δεν ήταν δικός σου γι αυτό και ποτέ δεν σου κράτησα κακία, γι αυτό και πάντα σε συγχωρούσα όπως σε συγχωρώ και τώρα...»

«Ίζαμπελ» με διέκοψε πνιγμένα με φωνή που ίσα κατάφερνε να βγει από μέσα του.

«Σσσσς...» τον καθησύχασα ακουμπώντας απαλά τα χείλια μου πάνω στο μέτωπο του με τα δάκρυα μου να κατρακυλούν πάνω στις βαθιές αυλακές του προσώπου του ξεδιψώντας τες... «Ποτέ δεν θα πάψω να σε αγαπώ αλλά ήρθε η ώρα να σε αφήσω... Λυπάμαι αγάπη μου, λυπάμαι για όλα αλλά περισσότερο γιατί τους άφησα να μας κρατάνε χώρια...» σηκώνοντας ξανά το κεφάλι μου ένιωσα την ματιά του να με καίει, να με στοιχειώνει, ο πόνος τους ξεπερνούσε τον δικό μου αλλά δεν μπορούσα να το κάνω αυτό, έπρεπε να τον αφήσω να φύγει όσο και να με πονούσε... «Εύχομαι οι δρόμοι να ξανασυναντηθούν» ήταν τα τελευταία μου λόγια και πριν σβήσει τελείως μέσα στην αγκαλιά μου στο άκουσμα τον τελευταίων βαριών χτύπων της καρδιάς του, έσμιξα τα χείλια μας και του έδωσα ένα τελευταίο φιλί για να το αποχαιρετήσω.

Η καρδιά του άρχισε να λιγοστεύει τους παλμούς της, το φιλί του να γίνεται όλο και πιο ασθενές ενώ το σώμα του στα χέρια μου γινόταν όλο και πιο βαρύ.

«Σ’ αγαπώ» ήταν η τελευταία λέξη που βγήκε από τα χείλια του και μετά χάθηκε μακριά κάνοντας το σώμα να αδειάσει άψυχο πάνω στα χέρια μου.


«Έντουαρτ;» τα χείλια μου πρόφεραν αγχωμένα... Καμία αντίδραση, καμία ένδειξη ζωής, είχε χαθεί για πάντα και μαζί με εκείνον και ο μικρός;... «Έντουαρτ;;;;» φώναξα απελπισμένα ενώ τα χέρια μου αυτόματα τον τράνταζαν αλλά η ανάσα του δεν επανερχόταν, η καρδιά του παρέμενε σιωπηλή... «ΈΝΤΟΥΑΡΤΤΤΤΤΤΤ» είπα ξανά με την φωνή μου να σπάει καθώς τα μάτια μου έτρεχαν με ορμή καλύπτοντας όλη την περιφερική μου όραση και καθώς έγειρα προς το μέρος του, ακουμπώντας τον πάνω στο υγρό χορτάρι άφησα τον εαυτό μου να ξεσπάσει σπάζοντας την απόλυτη σιωπή με τα αναφιλητά μου.

Μια βαθιά ανάσα ζητώντας για λίγο αέρα με έκανε να παγώσω και ανασηκώνοντας το κορμί μου τον κοίταξα με ελπίδα... Το σώμα του άρχισε και πάλι σταδιακά να τσιτώνεται, οι αυλακές από το πρόσωπο του να χάνονται, το χρώμα των μαλλιών του να γίνονται ξανά καστανόξανθα και καθώς ένα χτύπος της καρδιά του τον έκανε να τιναχτεί σαν να κάποιος μόλις να του είχε κάνει ηλεκτροσόκ, η αλλαγή στο σώμα του άρχισε να γίνετε με πιο γρήγορο ρυθμό ενώ η καρδιά του ζωντάνευε λεπτό το λεπτό περισσότερο.

Δεν ήξερα πως να αντιδράσω, αν είχα καρδιακό παλμό σίγουρα τώρα η καρδιά μου θα είχε σπάσει κάθε κοντέρ και με τα μάτια μου χωρίς να σταματάνε να ξεχειλίζουν, κράτησα το πρόσωπο του μέσα στα δύο μου χέρια και άρχισα να του ψηλαφίζω το πρόσωπο σαν τυφλή.

«Έντουαρτ;;;» ρώτησα απελπισμένα και εκείνος καθώς προσπαθούσε να βρει έναν φυσιολογικό ρυθμό στην αναπνοή του άρχισε να κοιτάει αριστερά και δεξιά μπερδεμένος... «Έντουαρτ, είσαι καλά, είσαι εδώ...» έλεγα ακατάπαυστα και πιάνοντας τα χέρια μου σταθεροποίησε την ματιά του μέσα στην δική μου.

«Τι έγινε; Τι συμβαίνει;» ρώτησε με αγωνία χωρίς να μπορεί ακόμα να καταλάβει τι είχε μόλις διαδραματιστεί.

«Όλα θα πάνε καλά» ήταν το μόνο που κατάφερα να πω και ανασηκώνοντας τον στην αγκαλιά μου έβαλα το κεφάλι του να ακουμπήσει πάνω στον ώμο μου και τον χάιδεψα παρηγορητικά στον σβέρκο και στην πλάτη... «Όλα θα πάνε καλά» επανέλαβα ακόμα μια φορά περισσότερο για να το πιστέψω εγώ και μόλις ένιωσα τα χέρια του να με σφίγγουν απάνω του χωρίς να έχω άλλες αντοχές ξέσπασα ότι όλη αυτήν την ώρα με έπνιγε και οι ρόλοι μας αντιστράφηκαν με μιας, τώρα εκείνος ήταν που με παρηγορούσε και εγώ εκείνη που είχα ανάγκη να με καθησυχάσει.

~Έντουαρτ~

Καθώς φάνηκε να βρίσκει σταδιακά την αυτοκυριαρχία της και το σώμα της ηρεμούσε, συνειδητοποιώντας τι έκανε απομάκρυνε το κορμί της από το δικό μου και χωρίς να με κοιτά άρχισε σπασμωδικά να καθαρίζει το πρόσωπο της από τα δάκρυα της ντροπιασμένα.

«Συγνώμη δεν κατάλαβα...»

«Μπέλλα...» την σταμάτησα και την ανάγκασα να με κοιτάξει... «Τι συνέβη;» ρώτησα αγχωμένα προσπαθώντας σκληρά να καταλάβω την αντίδραση της και περισσότερο γιατί είχα πάρει ξανά τον έλεγχο του κορμιού μου.

«Καλύτερα να φύγουμε» ήταν η μοναδική της απάντηση και αλλάζοντας μορφή άρχισε να τρέχει μέσα στο δάσος χωρίς να μου δίνει το δικαίωμα της επιλογής.

Χωρίς να χάνω χρόνο, ενστικτωδώς, άλλαξα μορφή και με ευκολία την ακολούθησα... Φτάνοντας στο σημείο που έσπασα την κατάρα εκείνη πλησιάζοντας τα σχισμένα μου ρούχα με ενημέρωσε ότι βρήκε τα κλειδιά μου και πιάνοντας τα με τα δόντια της κίνησε προς το αυτοκίνητο μου όπου ήταν το μοναδικό που είχε απομείνει στο ξέφωτο και εγώ την ακολούθησα σιωπηλός.

Την στιγμή που έφτασε στο πορτμπαγκαζ άφησε τα κλειδιά στο έδαφος και πατώντας τα με το μπροστινό της πόδι για να ξεκλειδώσει το αμάξι ταυτόχρονα άλλαξε μορφή και το άνοιξε... Γέρνοντας προς τα μέσα έβγαλε μια μπλούζα και άρχισε να την φοράει με νεύρο... Βλέποντας την άλλαξα μορφή και απορριμμένος της πλησίασα.

«Πως;...» πήγα να την ρωτήσω αλλά εκείνη χωρίς να με κοιτάει, βγάζοντας μια αλλαξιά για μένα την πέταξε απάνω μου και συνέχισε να ντύνεται καθώς έλεγε.

«Πήρα τα κλειδιά από το μπουφάν σου την ώρα που ήσασταν απασχολημένοι» με ενημέρωσε πικρόχολα και κρατώντας ένα δαχτυλίδι που το είχε πάρει μέσα από την σακούλα που πριν ήταν τα ρούχα μας το φόρεσε και προσπάθησε να βγάλει το περιδέραιο της από πάνω της.

Βλέποντας την κίνηση της εγώ πάγωσα, κρατώντας ακόμα τα ρούχα στο χέρι έμεινα να κοιτώ τις αντιδράσεις της με την καρδιά μου να επιταχύνεται και καθώς την άκουσε, καταλαβαίνοντας ότι δεν ήταν εφικτό να το βγάλει γύρισε την ματιά της δολοφονικά προς το μέρος μου.

«ΤΙ ΔΙΑΛΟ ΚΑΝΑΤΕ;» φώναξε πλησιάζοντας με επικίνδυνα με το σώμα της να τρέμει από τα νεύρα της και εγώ ενστικτωδώς πισωπάτισα.

«Ήταν ο λόγος που επανήλθες στην ζωή, έπρεπε να σιγουρευτούμε ότι δεν θα το βγάλεις ξανά από πάνω σου» είπα διστακτικά την αλήθεια ενώ συνέχιζα να πισωπατώ με την ανάσα μου να κόβεται και εκείνη παγώνοντας στην θέση της άρχισε να ανασαίνει γρήγορα τρίζοντας τα δόντια της απειλητικά.

Δεν είχα ιδέα πόση ώρα είχε περάσει, εκείνη ακίνητη να με κοιτά και εγώ σαστισμένος να ανταποδίδω το βλέμμα τρομαγμένα.

«Πάμε να φύγουμε από εδώ» είπε τελικά και παίρνοντας τα κλειδιά από το έδαφος που τα είχε παρατήσει, κλείνοντας με δύναμη το πορτμπαγκαζ πήγε στην θέση του οδηγού χωρίς να συμπληρώσει κάτι άλλο.

Την κοίταζα μηχανικά κρατώντας ακόμα τα ρούχα στα χέρια μου και δεν ήξερα τι να κάνω... Ήταν η ηρεμία πριν την καταιγίδα; Το είχε ξεπεράσει κιόλας; Το δέχτηκε τόσο απλά;... Τι;;;

Φορώντας τα ρούχα που μου είχε δώσει μόλις μπήκα στην θέση του συνοδηγού εκείνη πατώντας το γκάζι στην ήδη αναμμένη μηχανή ξεκίνησε... Σε όλη την διαδρομή έτρεχε σαν δαιμονισμένη, παγερά ανέκφραστη με την ματιά της καρφωμένη στον δρόμο χωρίς να βγάλει άχνα.

«Θα μου πεις επιτέλους τι συμβαίνει;» ρώτησα εκνευρισμένα και εκείνη άφησε ένα γελάκι να της ξεφύγει χωρίς ίχνος χιούμορ να καλύπτει τα χαρακτηριστικά της.

«Εσύ τι νομίζεις ότι συμβαίνει;» ρώτησε με μια δόση κακίας στην φωνή της και τα πήρα περισσότερο.

«Αυτό ακριβώς προσπαθώ να καταλάβω» της γύρισα σκληρά με όλον τον εκνευρισμό που με είχε καταβάλει να αντικατοπτρίζεται στην χροιά της φωνής μου.

«Δεν δέχτηκα την αυτοθυσία σου» δήλωσε απλά σαν να μην την ενδιέφερε και πολύ πια το θέμα και έμεινα σοκαρισμένος να την κοιτώ με ανοιχτό το στόμα.

«Γιατί;» ρώτησα χωρίς να το πιστεύω αλλά εκείνη δεν απάντησε.

Κοιτώντας ξανά προς την ευθεία προσπάθησα σκληρά να βρω έναν λόγο για να δικαιολογήσω αυτή την πράξη της αλλά δεν βρήκα τίποτα που θα ταίριαζε σαν δικαιολογία... Είχα σοκαριστεί τόσο πολύ που τα είχα τελείως χαμένα, από την μια ήθελα να πανηγυρίσω για την νίκη μου αλλά από την άλλη δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι τελικά το ότι πήρα ολοκληρωτικά και πάλι τον έλεγχο του κορμιού μου ήταν μια νίκη.

«Και τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό με αγωνία.

«Θα δούμε» απάντησε κοφτά και άρχισα να ανασαίνω γρήγορα.

«Θα δούμε;...» ρώτησα με δυσπιστία... «Είσαι με τα καλά σου; Εκείνος ήξερε τον τρόπο να τους βγάλει από την μέση, εμείς δεν ξέρουμε τίποτα... Πες μου τουλάχιστον ότι σου τον είπε» απαίτησα αλλά εκείνη δεν μου απάντησε... «Είσαι τόσο ηλίθια;» αναφώνησα καθώς κατάλαβα ότι δεν το σκέφτηκε καν να τον ρωτήσει και εκείνη καθώς έφτασε στην αυλή του σπιτιού της πάτησε απότομα το φρένο και βγήκε έξω από το αμάξι και με άδειασε με μιας.

«Μπέλλαααα...» φώναξα καθώς προσπάθησα να την φτάσω αλλά τα αυτοκίνητα που άρχισαν να παρκάρουν πίσω από το δικό μου, μου έκοψαν την φόρα και γυρίζοντας για να δω τι συμβαίνει μόλις είδα τον πατέρα μου, τον παππού μου και τους ακόλουθούς τους να κατεβαίνουν από το αμάξι τους πάγωσα στην θέση μου και έμεινα να τους κοιτώ ξέπνοα.

«Ή μας τον δίνεις με το καλό...» ξεκίνησε ο πατέρας μου αμείλικτα και η Μπέλλα του έκοψε την φράση στην μέση.

«Είναι δικός σας» δήλωσε εκείνη και αυτόματα η ματιά μου γύρισε προς το μέρος της.

~Πως μπορείς να μου το κάνεις αυτό;~ ούρλιαξα μέσα στην σκέψη της αλλά εκείνη κατευθυνόμενη προς την πόρτα της δεν γύρισε καν να με κοιτάξει.

~Είσαι ανήλικος Έντουαρτ μην το ξεχνάς...~ μου απάντησε και δεν είχα ιδέα τι να της απαντήσω σε αυτό... ~Μην τους δήξεις την δύναμη σου, άσ’ τους να νομίζουν ότι είσαι ακόμα ένα άβουλο παιδάκι που κάνει ότι του λένε και θα τα πας μια χαρά~ συνέχισε κλείνοντας την πόρτα πίσω της αφήνοντας με στο έλεος τους και μόλις ένιωσα τα χέρια του να με κρατάνε από τα μπράτσα γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του πατέρα μου.

«Αρκετά αλώνισες, τώρα ήρθε η ώρα να πούμε δύο κουβεντούλες... Οι δύο μας» δήλωσε με δηλητήριο στην φωνή του και αυτόματα γύρισα την ματιά μου προς την κλειστή πόρτα ζητώντας σιωπηλά λίγη συμπαράσταση αλλά εκείνη δεν ήρθε ποτέ. 

Τέλος πρώτου μέρους

The Iron Fay - fan art

Megha & Puck


Meghan & Ash

 Meghan

Ash

Puck

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

SoulMates "Κεφάλαιο 40 η αρχική του μορφή¨"


SoulMates
Κεφάλαιο 40 η αρχική του μορφή


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ. ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΕΝΤ. ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ.

Η πόρτα ανοίγει απότομα και η ΜΠ παραμένοντας στο κατώφλι της κοιτάει τον ΕΝΤ ανέκφραστη.

Ο ΕΝΤ μισόγυμνος, λουσμένος στον ιδρώτα κοιμάται βογκώντας. Στα χαρακτηριστικά του φαίνεται όλος ο πόνος που βιώνει το σώμα του ενώ όλοι του οι μύες πάλλονται έντονα καθώς σφίγγει τα σεντόνια με μανία τόσο δυνατά που λίγο θέλει να τα κάνει κομμάτια με την ανάσα του όσο περνάει η ώρα να γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Η ματιά της σταματάει πάνω στο μισοκαλυμμένο του στήθος και εστιάζει πάνω στο περιδέραιο της που τώρα φοράει ο ΕΝΤ που μοιάζει σαν να έχει κολλήσει πάνω στο στερνό του ενώ τα διαμάντια του που λαμπιρίζουν από το φως της πανσελήνου που μπαίνει από το παράθυρο στέλνοντας δεσμίδες φωτός σε όλο το εκτεθειμένο του δέρμα.

Αφήνοντας ένα ειρωνικό γελάκι ενώ κουνάει το κεφάλι της απηυδισμένα, η ΜΠ μπαίνει αθόρυβα στο δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Τα βήματα της είναι τόσο αέρινα που νιώθεις ότι τα πέλματα της σχεδόν δεν αγγίζουν το πάτωμα.

Φτάνοντας κοντά στο κρεβάτι συνεχίζει να τον κοιτάζει ανέκφραστη ενώ ο ΕΝΤ ακόμα παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό αγκομαχώντας ξέπνοος. Κοιτώντας τον η έκφραση της γλυκαίνει ενώ όλο της το σώμα ανατριχιάζει καθώς δειλά, δειλά το σώμα της αρχίζει να αναδύει μια εσωτερική λάμψη με την ανάσα της να επιταχύνετε. Μια αρχαία θλίψη καλύπτει τα χαρακτηριστικά της αλλά πολύ γρήγορα την διώχνει μακριά αντικαθιστώντας την με αδιαφορία και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα όλη η λάμψη που είχε το σώμα της σβήνει.

Γυρίζοντας την ματιά της προς την κλειστεί ντουλάπα μένει για λίγο να την κοιτά και με αργά βήματα την πλησιάζει και την ανοίγει. Κλείνοντας τα μάτια της παίρνει μια βαθιά εισπνοή και καθώς αφήνει το άρωμα που αναδύεται μέσα από τα φρεσκοπλυμένα ρούχα να εισχωρήσει βαθιά μέσα της, ένα νοσταλγικό χαμόγελο κάνει την εμφάνιση του και το σώμα της ξαναπαίρνει την ίδια λάμψη που είχε και πριν αλλά η επιδερμίδα της παραμένει ακόμα θαμπή θυμίζοντας χαλασμένη λάμπα που τρεμοσβήνει στο σκοτάδι.

Ανοίγοντας τα μάτια της τείνει το χέρι της μπροστά αφήνοντας τα ακροδάχτυλά της να ακουμπήσουν ανεπαίσθητα το μανίκι ενός πουκαμίσου με την πιο αργή κίνηση. Ενώ καθώς το χέρι της κατηφορίζει ταυτόχρονα κατηφορίζει και η ματιά της ακολουθώντας την κίνηση του χεριού της. Κάτι στο πάτωμα της ντουλάπας της κινεί την περιέργεια και μόλις χαμηλώνει το κεφάλι και βλέπει το περίτεχνο σκαλιστό ξύλινο μικρό μπαούλο που είναι εκεί, μένει για λίγο παγωμένη να το κοιτά.

Με ένα αέρινο κάθισμα, γονατίζει μπροστά του και βάζοντας την παλάμη της πάνω στο κλειστό του καπάκι, το χαϊδεύει απαλά ενώ το κοιτάει με πόνο στην ματιά της. Κρατώντας στο χέρι της το καινούργιο λουκέτο καθώς κλείνει την χούφτα της εκείνο γίνετε θρύψαλα και ανοίγοντας το μικρό μπαούλο κοιτάει για λίγο το περιεχόμενο με απορία.

Τινάζοντας την σκόνη της διαλυμένης κλειδαριάς που έχει παραμείνει ακόμα μέσα στην χούφτα της μόλις εκείνη ακουμπά στο πάτωμα αφήνει ένα ανεπαίσθητο μεταλλικό ήχο. Παίρνοντας τυχαία ένα από τα σημειωματάρια που βρίσκονται μέσα, αφήνει απαλά το καπάκι να κλείσει και το ξεφυλλίζει για λίγο με περιέργεια. Χαμογελάει δύσπιστα ενώ σηκώνετε ξανά όρθια και χωρίς να σταματάει να το ξεφυλλίζει κινείτε προς το γραφείο του δωματίου που βρίσκεται μπροστά από τον μεγάλο γυάλινο τοίχο.

Ακουμπώντας το σώμα της απαλά στην άκρη της ξύλινης επιφάνειας, κρατώντας στα δύο της χέρια το σημειωματάριο από την πλαϊνή του πλευρά, τα ακουμπά πάνω στα πόδια της και αφήνει την ματιά της να ταξιδέψει μακριά στο μαγευτικό τοπίο της άγονης βλάστησης που ξεχύνετε εμπρός της με ένα βαρύ αναστεναγμό.

Ο ΕΝΤ τεντώνει το κορμί του κρατώντας την ανάσα του την στιγμή που η ματιά της σταματάει στο ολόγιομο φεγγάρι και μόλις η έκλειψη αρχίζει, το σώμα του ΕΝΤ αρχίζει να συσπάτε και εκείνος καλύπτοντας την κραυγή του με μεγάλο κόπο ανοίγοντας το στόμα του διάπλατα ενώ η έκφραση του προσώπου του σε κάνει να πιστεύεις ότι το κεφάλι του από την πίεση που δέχεται είναι έτοιμο να εκραγεί. Σφίγγοντας περισσότερο τα μάτια του γέρνει το κεφάλι του προς τα πίσω καθώς η μέση του ανασηκώνετε πιο ψηλά από το στρώμα τρέμοντας ολόκληρο από την προσπάθεια που καταβάλει ώστε να καταφέρει να σταματήσει τον πόνο που νιώθει καθώς τα κόκαλά του παραμορφώνονται χωρίς όμως να σπάνε.

Η ΜΠ κλείνοντας τα μάτια της σφιχτά αρχίζει να τρέμει ενώ σε όλο της το πρόσωπο εκφράζετε όλος ο ψυχικός πόνος που ίδια βιώνει μέσα της ακριβώς την στιγμή που ο ΕΝΤ μουγκρίζει ξεφυσώντας σαν να του βγαίνει η ψυχή.

Η ΜΠ λυγίζει και καθώς η ίσια της πλάτη καμπουριάζει, το κεφάλι της κρεμά με τα μαλλιά της να καλύπτουν το πρόσωπο της και το σώμα της αυτόματα παίρνει μια απίστευτη λάμψη που μοιάζει σαν άπειρα μικροσκοπικά άστρα να καλύπτουν όλη την επιφάνεια του δέρματος της και όλο το δωμάτιο φωτίζετε περισσότερο.

Ανασαίνοντας βαριά ανασηκώνει το πρόσωπο της που είναι ρυτιδιασμένο από την αρχαία θλίψη που έχει καλύψει όλα της τα χαρακτηριστικά και καθώς ανοίγει τα μάτια της και κοιτάει ίσια μπροστά της, μέσα από τον αντικατοπτρισμό του μεγάλου παραθύρου, εμφανίζετε αμυδρά η ανάμνηση που έχει ξεπηδήσει μέσα στην σκέψη της με την ίδια να φορά ένα αέρινο λευκό αραχνοΰφαντο φόρεμα που καλύπτει απαλά την λεπτή αστροφωτισμένη επιδερμίδα της που την κάνει να μοιάζει με νεράιδα, να είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι του πρίγκιπα ΕΝΤ δίπλα από το ταλαιπωρημένο του κορμί που βιώνει ότι ακριβώς βιώνει και ο ΕΝΤ του παρόντος κοιτώντας τον με πόνο ενώ του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά καθώς η ΜΠ του παρόντος παραμένει ακίνητη ψιθυρίζοντας με μια βαθιά φωνή τα λόγια που ψιθύριζε και στον πρίγκιπα.
(Οι κινήσεις του πρίγκιπα ΕΝΤ με του ΕΝΤ του παρόντος είναι ίδιες σε όλη την διάρκεια της ανάμνησης)

ΜΠ
Λυπάμαι γλυκό μου αγόρι αλλά αυτή είναι η μοίρα σου, ο λόγος που γεννήθηκες...

Του λέει καθώς ένα δάκρυ που μοιάζει με μικρό διαμάντι, αρχίζει να ξεχειλίζει από τα μάτια της κάνοντας την πρόταση της να κοπή στην μέση.

ΜΠ
Η μοίρα όλον εμάς που έχουμε το αίμα του εκλεκτού που ζήτησε από τον θεό μας να του δώσει την δύναμη να προστατέψει τον λαό μας για να τον οδηγήσει και πάλι στο φως, να τον λυτρώσει από όλα τα σκοτεινά πλάσματα που θέλουν να το αφανίσουν.

Ο πρίγκιπας της ανάμνησης ταυτόχρονα με τον ΈΝΤ του παρόντος τινάζονται καθώς τα σώμα τα τους ξανά πέφτουν βαριά πάνω στο στρώμα ενώ ταυτόχρονα φωνάζουν κατηγορηματικά.

ΕΝΤ
ΟΧΙΙΙ

ΜΠ
Μην πολεμάς την φύση σου γλυκό μου αγόρι, άφησε το πνεύμα σου να απελευθερωθεί.

ΕΝΤ
ΟΧΙΙ

Αρνιούνται και πάλι με μια σπαρακτική φωνή ενώ λυγμοί καλύπτουν τα λόγια τους καθώς τα μάτια τους αρχίζουν να δακρύζουν με το κεφάλι τους να κουνιέται αριστερά και δεξιά φοβισμένα.

Τα ουρλιαχτά των λύκων που έρχονται από μακριά κάνουν και την ΜΠ του παρόντος και του παρελθόντος να κοιτάξουν προς τα δεξιά αφουγκράζοντας με τα μάτια κλειστά ενώ ένα γλυκό χαμόγελο κάνει την εμφάνιση του καθώς ο πρίγκιπας και ο ΕΝΤ του παρόντος βιώνουν ξανά από την αρχή το ίδιο μαρτύριο με το σώμα τους να παραμορφώνετε χωρίς τα κόκκαλα τους να σπάνε ενώ και οι δύο παλεύουν πολύ σκληρά να καταπνίξουν τις κραυγές τους.

ΜΠ
Άκου τα αδέλφια σου μικρέ μου πρίγκιπα, είναι εκεί έξω, έτοιμα...

Η ΜΠ του παρόντος ανοίγει τα μάτια της καθώς συνεχίζει την φράση της γυρίζοντας το κεφάλι της προς το ΈΝΤ του παρόντος και τον κοιτάζει με θαυμασμό ενώ η ΜΠ της ανάμνησης γυρίζει την ματιά της προς τον πρίγκιπα έχοντας ακριβώς την ίδια έκφραση.

ΜΠ
Περιμένοντας τον ηγέτη τους να τους να τους καθοδηγήσει, να τους οδηγήσει στο φως της ψυχής του που θα χαράξει νέα μονοπάτια πιο λαμπερά από αυτά που οι πρόγονοι του χάραξαν... Μην τους το αρνείσαι γλυκιά μου ύπαρξη, χωρίς εσένα θα χάσουνε το δρόμο τους θα οδηγηθούνε στο σκοτάδι.

Καθώς ο πρίγκιπας ανοίγει δειλά τα μάτια του η ΜΠ της ανάμνησης απομακρύνει τα δάκρυα από τα μάτια του και του δίνει ένα φιλί στο μέτωπο του και καθώς τον κοιτά ξανά τρυφερά εκείνος με ένα παράπονο στην έκφραση του ανασαίνει βαριά και το δέχεται με μια κίνηση του κεφαλιού του την στιγμή που ο ΕΝΤ του παρόντος ακόμα παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό και το αρνείται.

ΕΝΤ
ΟΧΙΙΙ

Μουγκρίζει μέσα από τα δόντια του με τα μάτια του ερμητικά κλειστά να δακρύζουν ακόμα και η ΜΠ καθώς ανασηκώνει τους ώμους της αδιάφορα ξαφνικά χάνει όλη της την λάμψη ενώ η ανάμνηση της ταυτόχρονα εξανεμίζεται καθώς τα λόγια της βγαίνουν αδιάφορα μέσα από τα χείλια της.

ΜΠ
Λυπάμαι τότε αλλά δεν μου δίνεις άλλη επιλογή.

Ισιώνοντας το κορμί της γυρίζει και κάθετε στην καρέκλα του γραφείου και καθώς ανοίγει το σημειωματάριο που κρατάει ακόμα στα χέρια της αρχίζει να το διαβάζει με το φως που μπαίνει από το παράθυρο κάνοντας διάφορες αποδοκιμαστικές γκριμάτσες.

Μόλις το βασανιστήριο του ΕΝΤ φτάνει στο τέλος του πετάγετε σαν ελατήριο και καθώς ανακάθεται στο στρώμα κλείνει το πρόσωπο του μέσα στα δύο του χέρια παλεύοντας πολύ σκληρά να βρει ξανά την ανάσα του.

ΜΠ
Καιρός ήταν.

Ακούγοντας την φωνή της, γυρίζει το πρόσωπο του προς το μέρος που κάθετε η ΜΠ και την κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα σοκαρισμένος αλλά μόλις συνειδητοποιεί τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια της, πετάει το κουβαριασμένο νοτισμένο από τον ιδρώτα του σεντόνι από πάνω του και τρέχει κοντά της αγριεμένος.

ΕΝΤ
Τι κάνεις εκεί;

ΜΠ
Δεν ήξερα ότι κρατούσες ημερολόγιο είναι αρκετά ενδιαφέρον.

ΕΝΤ
Πως τολμάς;

Νευριασμένα της αρπάζει το ημερολόγιο του από τα χέρια της και η ΜΠ τον περιπαίζει.

ΜΠ
Δεν είχες τίποτα πιο ενδιαφέρον να διαβάσω.

ΕΝΤ
Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Φύγε τώρα και μην ξαναγυρίσεις.

Της δείχνει το παράθυρο έντονα με το χέρι του και κρατώντας το ημερολόγιο στα χέρια του πηγαίνει προς την ντουλάπα του.

ΜΠ
Αν φύγω μόνη τότε ξέχνα την αδελφούλα σου.

Ακούγοντας τα λόγια της ο ΕΝΤ γυρίζει απότομα προς το μέρος της και την κοιτάει με αγωνία ασθμαίνοντας.

ΕΝΤ
Που είναι; Τι της έκανες;

ΜΠ
Τίποτα... Ακόμα.

Η ΜΠ χαμογελάει πονηρά και ο ΕΝΤ σβήνοντας την απόσταση με δύο δρασκελιές, την πιάνει από τους ώμους και την ταρακουνάει ενώ την κοιτάζει με μίσος. Η ΜΠ χαμογελάει αυτάρεσκα.

ΕΝΤ
Που την έχεις;

ΜΠ
Έλα μαζί μου και θα μάθεις.

Ο ΕΝΤ ηττημένος παίρνει μια βαθιά ανάσα και καθώς σπεύδει προς την ντουλάπα του, ντύνεται με γρήγορες κινήσεις και γυρίζει προς το μέρος της αποφασιστικά. Η ΜΠ πάει προς το παράθυρο και τον κοιτάει με το ύφος νικητή. Ο ΕΝΤ την πλησιάζει, της ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο δηλητήριο, κάθεται πάνω στο πρεβάζι του παράθυρου και περνώντας και τα δύο του πόδια από την έξω πλευρά, ρίχνει άλλο ένα βλέμμα προς την ΜΠ και αφού παίρνει μια βαθιά ανάσα αφήνει το σώμα του να πέσει στο κενό και Η η ΜΠ τον ακολουθεί.

ΣΚΗΝΗ 2. ΠΙΣΩ ΑΥΛΗ. ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ. Η ΕΚΛΕΙΨΗ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ.

Η ΜΠ περνώντας το παράθυρο μετά τον ΈΝΤ φτάνει στο έδαφος πιο γρήγορα από εκείνον και μόλις προσγειώνετε στα πόδια της, απλώνει τα χέρια της και τον συγκρατεί στην αγκαλιά της πριν προλάβει να πέσει στο χώμα.

Μόλις τα πόδια του ΕΝΤ ακουμπούν το έδαφος, η ΜΠ τον αφήνει και μαζί αρχίζουν να τρέχουν προς τον μαντρότοιχο.

Πριν ακόμα τον φτάσουν η ΜΠ πιάνοντας τον ΕΝΤ από το μπουφάν του, του δίνει μια ώθηση προς τα πάνω και βάζοντας το ένα της πόδι πάνω στον τοίχο δίνει στον εαυτός της ώθηση προς τα πλάγια. Καθώς το σώμα της πλησιάσει στον κορμό του δέντρου που είναι πιο κοντά, δίνει άλλη μια ώθηση στον εαυτό της ακουμπώντας τον με το πόδι της και περνώντας το τοιχίο, συγκρατεί τον ΕΝΤ από την μέση και μαζί προσγειώνονται ξανά απαλά στο γρασίδι και ταυτόχρονα τρέχουν προς την μοτοσυκλέτα της που είναι παρκαρισμένη ακριβώς μπροστά τους.

Ανεβαίνοντας και οι δύο στην μηχανή η ΜΠ την βάζει μπρος και μαρσάροντας αρχίσει να την οδηγεί σχίζοντας τον άνεμο στην μέση, με απίστευτη ταχύτητα.

ΣΚΗΝΗ 3. ΔΑΣΟΣ. ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΑ ΤΡΙΑ ΤΕΤΑΡΤΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ.

Φτάνοντας στο δάσος, η ΜΠ σταματάει την μηχανή και βάζοντας το σταντ ο ΕΝΤ κατεβαίνει από την μηχανή και ψάχνει μέσα στο μισοσκόταδο γύρω του με τα μάτια του ζαρωμένα, να βρει την ΑΛ.

Η ΜΠ τον πιάνει από τα μπράτσα και τον σέρνει προς ένα δέντρο εκεί κοντά που βρίσκεται στο πιο ανοιχτό σημείο του κομματιού του δάσους που το φωτίζει περισσότερο το φεγγάρι. Τον καρφώνει πάνω στον κορμό και ο ΕΝΤ παλεύει να ξεφύγει μάταια. Τον δένει γερά με τις αλυσίδες που βρίσκονται ακουμπισμένες πάνω στο χορτάρι γύρω από την μέση του και κάνοντας το γύρω του κορμιού του, πιάνει τα χέρια του και τα δένει ξεχωριστά.

ΕΝΤ
Λύσε με τώρα.

Ο ΕΝΤ απαιτεί να τον αφήσει και η ΜΠ κλειδώνοντας την αλυσίδα με ένα μεγάλο λουκέτο, πάει και στέκετε μπροστά του ατάραχη.

ΜΠ
Έχεις μόνο 5 λεπτά για να αλλάξεις γνώμη.

ΕΝΤ
Δεν πρόκειται να υποκύψω.

ΜΠ
Τότε θα δεις την αδελφούλα σου να σιγοσβήνει.

Ο ΕΝΤ αρχίζει να παλεύει με όλη του την δύναμη αλλά οι αλυσίδες είναι πολύ σφιχτές και πολύ σύντομα τα παρατάει.

Η έκλειψη αρχίζει να τον επηρεάζει. Όλες οι μύες του κορμιού του αρχίζουν να πάλλονται και η ανάσα του γίνεται όλο και πιο βαριά.

ΕΝΤ
Τι μου συμβαίνει;

ΜΠ
Το πνεύμα σου προσπαθεί να απελευθερωθεί.

Ο ΕΝΤ ουρλιάζει γέρνοντας το κεφάλι του προς τα πίσω και την στιγμή που ακούγετε ένας εκκωφαντικός ήχος από τα κόκαλα του που αρχίζουν να σπάνε καθώς το σώμα του παραμορφώνετε. Τραντάζετε ολόκληρος και πριν πάρει την τελική του μορφή, τα κόκαλα του επανέρχονται ξανά στην αρχική τους θέση. Ξέπνοος αφήνει το σώμα του να παραλύσει ενώ παλεύει να βρει για άλλη μια φορά την ανάσα του.

ΜΠ
Αν δεν σπάσεις την κατάρα,
αυτό θα γίνετε μέχρι η έκλειψη να τελειώσει.

ΕΝΤ
Ποτέ.

ΜΠ
Όπως θες.

Τα φώτα ενός αυτοκινήτου φωτίζουν το ξέφωτο περισσότερο και η ΜΠ γυρίζει την ματιά της προς το σημείο που το αυτοκίνητο τους πλησιάζει. Το μαρτύριο του ΕΝΤ επαναλαμβάνετε και πριν το αυτοκίνητο σταματήσει τελείως, η πόρτα ανοίγει και η ΆΛ τρέχει προς το μέρος τους φωνάζοντας.

ΑΛ
ΈΝΤΤΤΤ

Η ΜΠ την προλαβαίνει στα μισά και πιάνοντας την από τους ώμους, την συγκρατεί απάνω της και προσπαθεί να την καθησυχάσει.

ΜΠ
Μην φοβάσαι γλυκιά μου,
σύντομα θα είναι μια χαρά.

ΑΛ
Τι του έκανες;

ΜΠ
Τίποτα.

ΕΝΤ
Αλ, μην την ακούς, φύγε από εδώ.

Ο ΕΝΤ παλεύοντας με τον εαυτό του, προσπαθεί να ξεφύγει από τα δεσμά του ενώ το σώμα του ακόμα πασχίζει να πάρει την τελική του μορφή καθώς τα κόκαλα του σπάνε για άλλη μια φορά και μετά από λίγο επανέρχονται ξανά στο φυσιολογικό. Ο ΕΝΤ τρελαίνετε από τον πόνο και σαστίζει.

ΜΠ
Τελευταία ευκαιρία ΕΝΤ.

Ακούγοντας την φωνή της, ο ΕΝΤ με ξεγυμνωμένα δόντια την κοιτάει με μίσος ξεφυσώντας από το στόμα ενώ όλο του το πρόσωπο αρχίζει να αγριεύει καθώς το χρώμα των ματιών του παίρνει ένα χρυσαφένιο τόνο. Η ΑΛ μυξοκλαίει κοιτώντας τον με πόνο στα μάτια και η ΜΠ παραμερίζοντας τα μαλλιά της ΑΛ από τον ώμο της, προκαλώντας τον ΕΝΤ με την ματιά της. Το σοκολατένιο χρώμα των ματιών της αλλάζει σε μια έντονη κόκκινη απόχρωση και ξεγυμνώνοντας τα δόντια της του χαμογελά σατανικά.

ΕΝΤ
Μην τολμήσεις να την ακουμπήσεις.

ΜΠ
Προσπάθησε να με σταματήσεις.

Η ΑΛ παγώνει από φόβο, ο ΕΝΤ παλεύει ξανά να σπάσει της αλυσίδες ενώ η ΜΠ γδέρνει απαλά το δέρμα της ΆΛ με τα δύο της κοφτερά δόντια προκαλώντας τον περισσότερο έχοντας πάντα καρφωμένη την ματιά της στον ΕΝΤ. Ο ΕΝΤ μόλις βλέπει το αίμα πάνω στον λαιμό της ΑΛ τρελαίνετε αλλά δεν τα παρατά. Βάζοντας όλη την δύναμη της ψυχής του κάνει άλλη μια απελπισμένη προσπάθεια να σπάσει τα δεσμά του και η ΜΠ γελάει κοροϊδευτικά.

ΜΠ
Μάλλον θα χρειαστείς κάτι περισσότερο από αυτό.

Η ΜΠ τον ειρωνεύεται και ανοίγοντας το στόμα της διάπλατα, χώνει τα δόντια της μέσα στην σάρκα της ΑΛ. Η ΑΛ αρχίζει να ουρλιάζει και ο ΕΝΤ αφήνει μια σπαρακτική κραυγή αγανακτισμένα. Κοιτάει έντονα προς την έκλειψη που έχει πλέον καλύψει όλο το φεγγάρι και με όλη την δύναμη της θέλησης του, σπάει την κατάρα.

ΕΝΤ
Σε ικετεύω, δώσε μου την δύναμη μου πίσω να προστατέψω τον λαό μου, να καταστρέψω τον εχθρό μου, να αφανίσω όλα τα πλάσματα που θέλουν να μας καταστρέψουν για να ικανοποιήσουν την δίψα τους για αίμα και εκδίκηση και εγώ για αντάλλαγμα υπόσχομαι να τους προστατεύω με την ζωή μου.

Ο ΕΝΤ ικετεύει και κολλώντας όλο του το σώμα πάνω στον κορμό που είναι δεμένος ξεγυμνώνει τα δόντια του και τα τρίζει με δύναμη μουγκρίζοντας. Το σώμα του τρέμει, η ανάσα του γίνετε όλο και πιο δύσκολη και τεντώνοντας το σώμα του απότομα, κουνάει το κεφάλι του αριστερά και δεξιά σαν κάποιος να του δίνει μπουνιά στο πρόσωπο.

Η ΜΠ δαγκώνοντας τον καρπό της, αφήνει το αίμα της να στάξει στην ανοιχτή πληγή της ΑΛ ενώ εκείνη κλαίει βοερά καθώς παλεύει να ξεφύγει από το σφιχτό της κράτημα. Μόλις το αίμα της ΜΠ κλείνει την πληγή, κρατώντας την Αλ στην αγκαλιά της, την σέρνει με το ζόρι προς το αυτοκίνητο ενώ η Αλ φωνάζει και αντιστέκεται. Βάζοντας την μέσα κοιτάει έντονα τον ΣΤΕΦ.

ΜΠ
Φύγετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε.
Δεν είσαστε ασφαλείς πια εδώ.

Δίνοντας την εντολή της η ΜΠ, κλείνει την πόρτα και ο Στέφαν μαρσάροντας την ήδη ανοιγμένη μηχανή του αυτοκινήτου ξεκινάει σπινάροντας ενώ η ΜΠ πλησιάζει τον ΕΝΤ που συσπάται ολόκληρος βγάζοντας τα ρούχα της με αργές κινήσεις.

Ο εκκωφαντικός ήχος από τα κόκαλα του ΕΝΤ που σπάνε σε κομμάτια σε συνδυασμό με το ουρλιαχτό του, κάνουν την φύση να ξύπνα. Τα πουλιά με ορμή, τρέχουν μακριά κάνοντας το λιγοστό φως να γίνετε πιο αποπνικτικό, τα ποδοβολητά των ζώων κάνουν την γη να σείεται και το φεγγάρι που άρχισε μόλις να κάνει ξανά την εμφάνιση του, στέλνει μια δεσμίδα φωτός προς το σώμα του ΕΝΤ κατασταλάζοντας ακριβώς πάνω στο κεντρικό διαμάντι του περιδεραίου που φοράει. Όσο η δεσμίδα φωτός τον αγγίζει εκείνος παραμένει ακίνητος μέχρι το σώμα του να την απορροφήσει ολόκληρη.

Καθώς το η δεσμίδα φωτός απορροφάται από το σώμα του, τεντώνεται γέρνοντας το κεφάλι του προς τα πίσω και καθώς το σώμα του αρχίζει να μακραίνει, τα ρούχα του γίνονται κομμάτια. Σκύβοντας το κεφάλι του μπροστά, προσπαθεί για άλλη μια φορά να σπάσει τις αλυσίδες βάζοντας όλη του την δύναμη με το σώμα του να τρέμει ολόκληρο αφήνοντας μια δυνατή αγανακτισμένη κραυγή. Ελευθερώνοντας τα χέρια του τα ρούχα του πέφτουν στο χώμα αφήνοντας να αποκαλυφθεί το γκρίζο του τρίχωμα που έχει καλύψει όλη του την επιδερμίδα. Το πρόσωπο του έχει πάρει ήδη την μορφή ενός λύκου με τα δόντια του να είναι όλα μακριά και μυτερά ενώ το χρώμα των ματιών του είναι πλέον χρυσαφί.

Βάζοντας τα χέρια του πάνω στις τελευταίες αλυσίδες που τον συγκρατούσαν, κοιτάει προς την ΜΠ απειλητικά και μόλις τα μάτια της ΜΠ γίνονται χρυσαφένια, του χαμογελάει προκλητικά ενώ όλο της το σώμα αρχίζει να μακραίνει και το δέρμα της να καλύπτετε από ένα πλούσιο καστανοκόκκινο τρίχωμα. Με το που ο ΕΝΤ σπάει τις αλυσίδες η ΜΠ είναι λίγο πριν την τελική της μεταμόρφωση και την στιγμή που ο ΈΝΤ τρέχει καταπάνω της αρχίζει να τρέχει και η ίδια με το χαμόγελο της ικανοποίησης να μην σβήνει στιγμή από τα χείλια της.

Λίγο πριν φτάσουν ο ένας τον άλλο δίνουν ένα σάλτο στον αέρα και τα σώματα του περνάνε ξυστά. Λίγο πριν τα πόδια τους ακουμπήσουν ξανά το έδαφος η μεταμόρφωση τους ολοκληρώνετε και την στιγμή που γυρίζουν ο ένας αντιμέτωπος στον άλλο είναι και οι δύο λύκοι.

ΕΝΤ
Θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό.

Ο ΕΝΤ την απειλεί περνώντας την σκέψη του μέσα στην δική της γρυλίζοντας λυσσασμένα με τα μάτια του να γυαλίζουν δαιμονισμένα.

ΜΠ
Πρέπει πρώτα όμως να με πιάσεις.

Η ΜΠ ανταποδίδει παιχνιδιάρικα και χωρίς να τον περιμένει γυρίζει την πλάτη της και τρέχει προς το πυκνό δάσος με μια απίστευτη ταχύτητα που κάνει το χώμα να ξεσηκώνετε ενώ με το φως του φεγγαριού το τρίχωμα της παίρνει μια απίστευτη λάμψη καθώς στο τελείωμα του τριχώματος της βλέποντας την νομίζεις ότι χορεύουν απάνω του εκατομμύρια μικρές πυγολαμπίδες που την κάνουν να φωτίζει όλα τα σκοτεινά σημεία που υπάρχουν στην πυκνή βλάστηση και ο ΕΝΤ την ακολουθεί.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Soulmates "40. Υπηρέτης του Φεγγαριού"



Προσοχή αυτό είναι το κανονικό κεφάλαιο 
της ιστορίας και όχι το προηγούμεν0. 
Το προηγούμενο που διαβάσατε μπήκε μόνο 
για να δείτε καλύτερα το κομμάτι της μεταμόρφωσης. 

Έντουαρτ

Μέσα στο σκοτάδι προσπαθούσα να σκεφτώ πολύ σκληρά τι ήταν καλύτερο να κάνω... Καθώς έβγαλα το περιδέραιο της από την τσέπη μου και το κράτησα στα χέρια μου εστίασα απάνω της και έμεινα για λίγο να την κοιτώ... Τα χαρακτηριστικά της δεν δήλωναν τίποτα αλλά δεν με ξεγελούσε, ο πόνος της για όσα στερήθηκε σίγουρα την έτρωγε ακόμα και ας μην το έδειχνε, τι θα μπορούσα εγώ να κάνω για να γιατρέψω αυτόν τον πόνο, πως θα μπορούσα ποτέ να φέρω την ισορροπία μέσα της;

Είχα αποτύχει σε όλα, ακόμα και αν έσπαγα την κατάρα, ακόμα και αν τον άφηνα να κερδίσει εκείνος το κορμί μου, ένα ήταν το σίγουρο, εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να βρει την γαλήνη που αναζητούσε.

Μπέλλα

Με την άκρη του ματιού μου τον έβλεπα που είχε καρφώσει την ματιά του απάνω μου και ήθελα τόσο πολύ να ακούσω την σκέψη του αυτήν την στιγμή αλλά ίσως και καλύτερα που δεν μπορούσα, δεν ήθελα να ξέρω αν είχε ήδη παραιτηθεί... Δεν μπορούσα να το εξηγήσω αλλά αν μπορούσα να διαλέξω θα διάλεγα εκείνον και όχι απλά γιατί ήταν άδικο για εκείνον να του κλέψει κάποιος άλλος την ζωή αλλά γιατί του αξίζει να ζήσει μια ζωή όπως την έχει ονειρευτεί και δεν έχει καταφέρει ακόμα να την ζήσει.

Ο Έντουαρτ από πριν τον γνωρίσω μου είχε κινήσει τόσο το ενδιαφέρον που δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί... Δεν ήταν τόσο η ομοιότητα τους, ούτε καν τα κοινά τους χαρακτηριστικά, ήταν αυτή η ανιδιοτέλεια που τον έκανε να ξεχωρίζει, η ευγένεια της ψυχής του που τον έκανε να σου θυμίζει μια άλλη εποχή, ίσως και αυτήν που εγώ είχα μεγαλώσει, η καρδιά του που αγαπούσε με πάθος και δεν αδικούσε κανέναν, ίσως και το ότι μου θύμιζε εμένα όπως ήμουν κάποτε, δεν ξέρω και ίσως να μην το καταλάβω και ποτέ όμως όταν ένιωσα τον δικό μου Έντουαρτ έστω και για μια στιγμή τότε διχαστικά, η καρδιά μου άνηκε πάντα σε εκείνον και πάντα θα ανήκει πως μπορεί τώρα να είναι έτοιμη να τον αποχωριστεί;;; Όσο και να με τρομάζουν οι συνέπειες ξέρω ότι αυτό είναι το σωστό και θα το ακολουθήσω όμως αν τελικά δεν τον χάσω, αν καταφέρει να του κλέψει την ζωή; Τι αυτό θα μου κοστίσει;

Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο ήρθε κοντά μου με ήρεμα βήματα και γυρίζοντας τον κοίταξα στα μάτια.

«Έτοιμος;» ρώτησα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

«Δεν νομίζω ότι θα είμαι ποτέ έτοιμος γι αυτό...» παραδέχτηκε καταβεβλημένα... «Αλλά μια ψυχή που είναι να βγει...» συνέχισε κάτω από την αναπνοή του και βάζοντας το χέρι μου πάνω στον ώμο του τον παρέσυρα προς το δέντρο που ήταν στο κέντρο του ξέφωτου πιο απομακρυσμένο από τα υπόλοιπα στο σημείο που το φεγγάρι το φώτιζε περισσότερο από όλα.

«Μπέλλα;...» ρώτησε φτάνοντας κοντά γυρίζοντας προς το μέρος μου και τον κοίταξα υπομονετικά δίνοντας του την άδεια να συνεχίσει... «Αν σου ζητούσα να διαλέξεις...» είπε με κόπο... «Ποιον θα διάλεγες από τους δύο μας;» ρώτησε την μοναδική ερώτηση που δεν ήθελα να απαντήσω και πήρα μια απελπισμένη ανάσα.

«Αυτή η ζωή σου ανήκει, θα βρω τρόπο να πάω κοντά του» του απάντησα ήρεμα και εκείνος κρύβοντας με μεγάλο κόπο τον πόνο που ένιωσε μέσα του αποφεύγοντας την ματιά μου με άφησε να τον οδηγήσω προς το σημείο που είχα επιλέξει για εκείνον.

«Οι αλυσίδες;» ρώτησε αγχωμένα καθώς τις είδε στο έδαφος και του έτριψα το μπράτσο παρηγορητικά.

«Είναι για να σε κρατήσουν μέχρι την τελική σου μεταμόρφωση για να προλάβουν να φύγουν ο Τζάσπερ με τον Τζέικοπ» εξήγησα και εκείνος κοίταξε προς το μέρος τους αγχωμένα.

«Αν δεν προλάβουν να φύγουν;» ρώτησε και γέλασα.

«Δεν θα σε αφήσω να τους κάνεις κακό» του δήλωσα και πήρε μια ανακουφιστική ανάσα.

«Δεν θα με αφήσεις μόνο μου έτσι δεν είναι;» με παρακάλεσε και του το επιβεβαίωσα.

«Ούτε για ένα λεπτό»

Καθώς κατένευσε πλησίασε προς το δέντρο πιο αποφασιστικά μόνος του και γύρισε την ματιά του προς το μέρος μου.

«Τότε είμαι έτοιμος... Μάλλον» είπε με περισσότερο θάρρος και ένιωσα ένα πόνο να διαλύει το στήθος μου... Πόσα μπορεί να θυσιάσει για τους άλλους;... αναρωτήθηκα για μια στιγμή και αυτό για λίγο με έκανε να τρομοκρατηθώ.

Πλησιάζοντας τον, χωρίς να πω κάτι, έδεσα τις αλυσίδες σφιχτά γύρω από το κορμί του και αφού έδεσα και τα χέρια του με άλλες αλυσίδες ξεχωριστά έκανα το γύρω του κορμιού του και στάθηκα μπροστά του.

«Τι πρέπει να κάνω τώρα;» ρώτησε ενώ η ανάσα του έτρεμε στην προσπάθεια του να πάρει μια επαρκή ανάσα για να καταφέρει να καταλαγιάσει το άγχος του.

«Άσε το ένστικτο σου να σε καθοδηγήσει, όταν θα είσαι έτοιμος να σπάσεις την κατάρα θα το καταλάβεις» του είπα απλά και εκείνος κατένευσε καθώς κοίταξε για λίγο γύρω του... Μόλις η ματιά του καρφώθηκε πάνω στο φεγγάρι έμεινε εκεί για λίγο πριν γυρίσει προς το μέρος μου ξανά.

«Αν δεν τα καταφέρω...»  ξεκίνησε να πει αλλά δεν τον άφησα να συνεχίσει.

«Θα τα πας μια χαρά...»

«Αν δεν τα καταφέρω...» επανέλαβε διακόπτοντας με, με περισσότερο πείσμα... «Θέλω να ξέρεις...» βάζοντας το χέρι μου πάνω στα χείλια του έκοψα την φράση του στην μέση κουνώντας το κεφάλι μου αρνητικά.

«Ότι θες να μου πεις τώρα κράτα το για να μου το πεις όταν θα τα καταφέρεις αλλιώς δεν θέλω να το ξέρω» του είπα κατηγορηματικά και κλείνοντας τα μάτια ξεφύσησε παραιτημένα και δεν είπε τίποτα άλλο.

Κάνοντας πιο πίσω του έδωσα λίγο χρόνο να συμβιβάσει τα μέσα του και μόλις άνοιξε τα μάτια του με κοίταξε με ένα βλέμμα που έκανε την άψυχη καρδιά μου να γίνει κομμάτια... Ήξερα τι ήθελε να μου πει αλλά δεν ήθελα να το επιβεβαιώσω, ήθελα να έχει έναν λόγο να παλέψει και να βγει νικητής.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και η έκλειψη άρχισε να γίνεται εμφανής, μέσα στο δάσος επικρατούσε η απόλυτη ησυχία και καθώς το σώμα του Έντουαρτ άρχισε να τρέμει με κοίταξε τρομοκρατημένα.

«Δεν θα κρατήσει πολύ» υποσχέθηκα και σφίγγοντας τα δόντια, πήρε μια βαθιά ανάσα για να πάρει κουράγιο και κατένευσε χωρίς να πει κάτι.

Το σώμα του άρχισε να αντιδρά, πάλευε να πάρει την πραγματική του μορφή αλλά για κάποιον λόγο αυτό δεν γινόταν... Τα κόκαλα του άρχισαν να τρίζουν το σώμα του να ιδρώνει από την προσπάθεια αλλά και πάλι αυτό δεν ήταν αρκετό... Αποφάσισα να μην το πιέσω περισσότερο αλλά καθώς ένιωσα την φύση να ξυπνά και όλα τα ζώα να τρέχουν πανικόβλητα γύρισα προς τον Τζέικοπ και εκείνος μου ανταπέδωσε την ματιά.

«Ετοιμαστείτε, έρχονται» τους δήλωσα και ο Έντουαρτ άρχισε να τρομοκρατείτε ενώ ο Τζέικοπ με τον Τζάσπερ σήκωσαν την ασπίδα γύρω μας για να μας προστατέψουν ώστε να μην μπορούν να καταφέρουν να μας πλησιάσουν.

«Επικεντρώσου στον στόχο σου Έντουαρτ, ο Τζέικοπ και ο Τζάσπερ δεν θα τους αφήσουν να μας πλησιάσουν» του είπα αλλά εκείνος δεν κατάφερε να ηρεμήσει... Κοιτάζοντας γύρω του τρομοκρατημένος άρχισε να τρέμει περισσότερο ενώ ανάσανε τόσο γρήγορα που πραγματικά άρχισε να με ανησυχεί.

Σβήνοντας την απόσταση που μας χώριζε, κράτησα το πρόσωπο του μέσα στα δύο μου χέρια και τον ανάγκασα να με κοιτάξει.

«Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πλησιάσει» του υποσχέθηκα και καθώς με κοίταξε με πληγωμένο ύφος με την ανάσα του να βγαίνει κοφτή μέσα από τα δόντια του κατένευσε χωρίς να έχει κουράγιο να μιλήσει από το σάστισμα του πόνου που βίωνε όλο του το κορμί.

«Σκέψου τι θες πραγματικά και όλα θα τελειώσουν γρήγορα» του είπα πιο απαλά και κλείνοντας τα μάτια του προσπάθησε να συγκεντρωθεί αλλά τα φώτα ενός αυτοκίνητου μας αποπροσανατόλισε όλους και αυτόματα γυρίσαμε την ματιά μας προς το μέρος που εκείνο ερχόταν.

Η έκλειψη είχε καλύψει πλέον όλο το φεγγάρι, ο αέρας είχε περιοριστεί, ο ήχος των φτερών από τα πουλιά που πετούσαν πάνω από το κεφάλι μας καθώς διασκορπίζονταν πανικόβλητα έφερναν ένα αεράκι που έσπαγε την αποπνικτική ατμόσφαιρα και καθώς το αυτοκίνητο μας πλησίασε αρκετά, το φως από τους προβολείς του μας τύφλωσε αλλά εγώ δεν βλεφάρισα ούτε στο ελάχιστο. 

«Τζέικ, Τζαζ, προετοιμαστείτε αυτό δεν μου αρέσει καθόλου» τους φώναξα και καθώς απομακρύνθηκα από τον Έντουαρτ εκείνος έγινε χειρότερα.

«Μην με αφήνεις μόνο» φώναξε τρομοκρατημένα και γύρισα προς το μέρος του.

«Έντουαρτ δεν σε αφήνω μόνο, επικεντρώσου στον στόχο σου» του είπα απηυδισμένα και μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε και βγήκε έξω ο παππούς του Έντουαρτ με άλλους τρεις άντρες που δεν γνώριζα ο Τζέικ με κοίταξε προειδοποιητικά.

«Άσε τον μικρό να φύγει» απαίτησε ο Ιλινόη και γέλασα ειρωνικά.

«Αλλιώς τι;» του είπα σταυρώνοντας τα χέρια μου πάνω στο στήθος μου και μόλις ο Ιλινόη έκανε σήμα στους άλλους τρεις που ήταν δίπλα του εκείνοι ενώνοντας τα χέρια τους έκλεισαν τα μάτια και συγκεντρώθηκα... Ήξερα ότι ήταν μάγοι αλλά αυτό που δεν ήξερα ήταν αν ο Τζέικ και ο Τζαζ θα είχαν την δύναμη να κρατηθούν.

«Έντουαρτ δεν ξέρω πόσο χρόνο έχουμε πρέπει να το κάνεις τώρα» του είπα επιτακτικά.

«Προσπαθώ» είπε εκείνος αγανακτισμένα και για λίγο τα έχασα, τι στο καλό πάει στραβά;

«Μπέλλα» φώναξε ο Τζάσπερ και καθώς γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του και τους είδα να έχουν φτάσει στα όρια τους δεν ήξερα τι να κάνω. Τα ποδοβολητά από τους λύκους που μας πλησιάζανε τώρα ήταν σε απόσταση αναπνοής και μόνη μου δεν είχα πολλές ελπίδες για να καταφέρω να τους σταματήσω... Γυρίζοντας την ματιά μου προς το μέρος του Ιλινόη τον κοίταξα μοχθηρά.

«Αυτή η ζωή του ανήκει και δεν θα σας αφήσω να του την καταστρέψετε για τους απώτερους σκοπούς σας... Αν τον θες θα περάσεις πάνω από το πτώμα μου για να τον πάρεις» του δήλωσα αμείλικτα και εκείνος άρχισε να γελάει σατανικά.

«Πολύ ευχαρίστως» εκείνος ανταποκρίθηκε και κάνοντας ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα, όλοι οι λύκοι που ήταν πλέον σε απόσταση αναπνοής από μας, μας κύκλωσαν ασφυκτικά.

Ο Τζέικ με τον Τζάζ άρχισαν να τρέμουν στην προσπάθεια τους να τους απωθήσουν ενώ οι άλλοι τρεις που ήταν δίπλα στον Ιλινόη ατάραχοι συνέχιζαν να προσπαθούν να σπάσουν την ασπίδα τους και πραγματικά είχα αρχίσει να φοβάμαι για την σωματική τους ακεραιότητα.

~Έντουαρτ πρέπει να το κάνεις τώρα~ τον πίεσα περισσότερο μεταφέροντας του την σκέψη μου και εκείνος ουρλιάζοντας έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω και καθώς τα κόκαλα του άρχισαν να σπάνε βγάζοντας έναν εκκωφαντικό ήχο το σώμα του άρχισε να αλλάζει μορφή ενώ το κορμί του άρχισε να μακραίνει και εκείνος τρίζοντας τα δόντια του προσπάθησε με περισσότερο πείσμα να σπάσει την κατάρα του αλλά και πάλι δεν έγινε τίποτα.

~Πρέπει να το εννοείς~ φώναξα μέσα στην σκέψη του και καταβεβλημένα άδειασε το κορμί του ασθμαίνοντας χωρίς να έχει το κουράγιο να μου απαντήσει.

«Προστατέψτε τους εαυτούς σας...» διέταξα τον Τζάσπερ και τον Τζέικοπ και εκείνος με κοίταξε τρομοκρατημένος... «Τώρα πριν εξαντληθείτε» απαίτησα ξανά καθώς έπαιρνα θέση εφόρμησης και καθώς η ασπίδα διαλύθηκε και οι λύκοι έτρεξαν κατευθείαν απάνω μου ο Ιλινόη με τους άλλους τρεις πήγαν κατευθείαν προς τον Έντουαρτ για να τον απελευθερώσουν.

Η μάχη ήταν αμφίρροπη και ήξερα ότι δεν είχα πολλές ελπίδες αλλά δεν θα τα παράταγα ακόμα και αν θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανα.

Έντουαρτ

Με όση δύναμη είχα μέσα μου, μισάνοιξα τα μάτια μου και είδα την Μπέλλα να παλεύει δεν ξέρω και εγώ με πόσους λύκους προσπαθώντας να τους απωθήσει από κοντά μου ενώ ο παππούς μου με άλλους τρεις άντρες δίπλα του ερχόταν προς το μέρος μου και δεν ήξερα τι άλλο να κάνω... Είχα προσπαθήσει να σπάσω την κατάρα αλλά για κάποιον λόγο αυτό δεν έγινε... Το σώμα μου πόναγε τόσο πολύ που δεν είχα κουράγιο ούτε να φέρω αντίσταση στα χέρια που τώρα έσπαγαν τις αλυσίδες και με κράταγαν ασφυκτικά απάνω στον κορμί του άντρα που με είχε πλησιάσει ταυτόχρονα με τον παππού μου με τέτοια δύναμη που ένιωθα ότι λίγο ήθελε να μου σπάσει τα κόκαλα.

Γυρίζοντας ξανά την ματιά μου προς την Μπέλλα την είδα να χάνει την μάχη και εκεί που ένιωθα ηττημένος εκεί ξαφνικά ένιωσα μια τεράστια δύναμη να ξεχύνετε μέσα μου και καθώς τα μάτια μου άρχισαν να με καίνε όλα έγιναν κόκκινα στην περιφερειακή μου όραση...  Άρχισα να ανασαίνω γρήγορα, το σώμα μου άρχισε και πάλι να παραμορφώνεται και καθώς ένιωσα για άλλη μια φορά τον οξύ πόνο να διαπερνάει όλο μου το κορμί με τα κόκαλα μου να σπάνε στην προσπάθεια τους να πάρουν την τελική τους μορφή δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό ήχο, τράβηξα τα χέρια μου απότομα από αυτόν που τόση ώρα με κρατούσε και χαμηλώνοντας το κεφάλι μου προς τα κάτω με όλη την δύναμη της ψυχής μου για άλλη μια φορά προσπάθησα να σπάσω την κατάρα.

~Σε ικετεύω, δώσε μου την δύναμη μου πίσω να προστατέψω τον λαό μου, να καταστρέψω τον εχθρό μου, να αφανίσω όλα τα πλάσματα που θέλουν να μας καταστρέψουν για να ικανοποιήσουν την δίψα τους για αίμα και εκδίκηση και εγώ για αντάλλαγμα υπόσχομαι να τους προστατεύω με την ζωή μου~ ικέτεψα με όση δύναμη μου είχε απομείνει και μια δεσμίδα φωτός που ερχόταν από την έκλειψη ήρθε και καρφώθηκε πάνω στο στήθος μου ακριβώς στο μέρος που ήταν το κεντρικό διαμάντι του περιδεραίου της Μπέλλας που είχα φορέσει κρυφά την στιγμή που εκείνη δεν με κοιτούσε πριν βγω από το αυτοκίνητο... Όλοι πάγωσαν, το σώμα μου έπεσε πίσω και καθώς άρχισε να απορροφά την δεσμίδα φωτός που έπεφτε απάνω μου ένιωσα κάτι μέσα μου να αλλάζει αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτή η αλλαγή.

Μπέλλα

Εκεί που πάλευα και ένιωθα να χάνω την μάχη ξαφνικά άκουσα τον μικρό να ουρλιάζει με όλη του την ψυχή και καθώς η έκλειψη άρχισε να ξεσκεπάζει την σελήνη που την είχε καλύψει ολοκληρωτικά, μια δεσμίδα φωτός ξεπρόβαλε και κατευθύνθηκε προς το μέρος μας... Στην αρχή δεν μπορούσα να καταλάβω τι συμβαίνει αλλά μόλις είδα τους πάντες να παγώνουν και να κοιτάνε προς τα πίσω μου αυτόματα ακολούθησα την ματιά τους και μόλις είδα τι συμβαίνει πάγωσα και εγώ.

Η δεσμίδα φωτός είχε καρφωθεί πάνω στο στήθος του μικρού και το σώμα του πεσμένο στο έδαφος την απορροφούσε με εκείνον να παραμένει ακίνητος στην ανθρώπινη μορφή του με τα χέρια του ανοιχτά στο πλάι με το στερνό του να είναι ανασηκωμένο λίγα εκατοστά πιο πάνω από την γη... Δεν έβγαζε ούτε μια άχνα, το σώμα του ήταν σταθερό και η ανάσα του ανεπαρκής καθώς ο καρδιακός του παλμός αυξανόταν τόσο επικίνδυνα που ένιωθα ότι από στιγμή σε στιγμή η καρδιά του θα σπάσει σε χίλια κομμάτια.

Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε, δεν είχα δει ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο και δεν ήξερα πως να αντιδράσω, όπως και οι υπόλοιποι που ήταν γύρω του κοιτώντας τον αποσβολωμένοι... Η δεσμίδα φωτός ξεκινώντας από το σημείο που τον ακουμπούσε καθώς διείσδυε μέσα στο σώμα του άρχισε να απλώνετε κάνοντας τις φλέβες του όλες να φωτιστούν και μόλις απορροφήθηκε τελείως και έσβησε ο μικρός έμεινε για λίγο ακίνητος χωρίς ανάσα με την καρδιά του να έχει νεκρώσει.

Σάστισα, δεν ήξερα τι να σκεφτώ και εκεί που ήμουν έτοιμη να τρέξω κοντά του ξαφνικά άκουσα την καρδιά του να χτυπά... Ένας χτύπος, σιγή, δύο χτύποι, σιγή, μια σιγή που ίσως κράτησε περισσότερο από κάθε άλλη πιο πριν και ξαφνικά η καρδιά του άρχισε και πάλι να χτυπά τόσο δυνατά περισσότερο από κάθε άλλο καρδιακό παλμό που άκουγα τριγύρω μου καθώς το σώμα του ανασηκώνονταν με τον Έντουαρτ να ανοίγει αργά τα μάτια του... Η ματιά του με στοίχειωσε, τα μάτια του χρυσαφένια πια είχαν μια σκληράδα που όμοια της δεν είχα δει ποτέ σε ανθρώπινο βλέμμα... Με μια απότομη κίνηση τα κόκαλα του θρυμματίστηκαν, το σώμα του πήρε την τελική του μορφή και το ύψος του τριπλασιάστηκε ενώ τα ρούχα του έγιναν κομμάτια καταλήγοντας στο πάτωμα... Η ματιά μου αυτόματα έπεσε κατευθείαν πάνω στο περιδέραιο μου που τώρα το φορούσε εκείνος και δεν ήξερα τι να σκεφτώ γι αυτό.

Ανοίγοντας το στόμα του διάπλατα, άφησε από μέσα του να βγει ένα αγανακτισμένο ουρλιαχτό που έκανε όλη την γη να τρανταχτεί και οι λύκοι που ήταν γύρω μας κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σοκαρισμένοι...  Χωρίς να περιμένουν καμία εντολή ξαφνικά άρχισα να τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση προσπαθώντας να διαφύγουν από όπου μπορούσαν χωρίς να περιμένουν να ολοκληρώσει ο Έντουαρτ την μεταμόρφωση του... Ο παππούς του ανασαίνοντας βαριά τον κοίταζε αμείλικτα με τους άλλους τρεις δίπλα του να προσπαθούν να τον προστατέψουν δημιουργώντας μια ασπίδα γύρω από το σώμα του ενώ αυτός που τον κρατούσε πριν άλλαζε μορφή έτοιμος για μάχη.

Ο Έντουαρτ γυρίζοντας προς το μέρους τους χωρίς ακόμα να παίρνει την τελική του μορφή, με μια απλή κίνηση σαν να έδιωχνε μια μύγα από μπροστά του που τον ενοχλούσε, πέταξε τον λύκο χιλιόμετρα μακριά του και καθώς άπλωσε το χέρι του να πιάσει τον παππού του κάτι τον τίναξε και έκανε πιο πίσω απορημένος με περισσότερο πείσμα όμως έκανε την κίνηση να τον πλησιάσει ξανά... Το χέρι του ηλεκτριζόταν, το σώμα του αντιδρούσε στην επαφή του με την ασπίδα αλλά ακόμα και αυτό δεν ήταν πλέον ικανό να τον σταματήσει... Με την άκρη της ματιά μου έπιασα τον Τζέικ και τον Τζάσπερ να τον κοιτούν τρομοκρατημένοι αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι για να τους προστατέψω ή να του καθησυχάσω καθώς και εγώ η ίδια δεν είχα ιδέα ποιες ήταν η προθέσεις του ή σε τι ψυχική κατάσταση βρισκόταν, το χειρότερο όμως όλων ήταν ότι δεν ήξερα καν ποιος θα μπορούσε τώρα να είναι... Ο πρίγκιπας; Ο μικρός Έντουαρτ; Ή μήπως η λυκίσια υπόσταση τους;

Ο Έντουαρτ πιάνοντας από τα πέτα τον παππού του, τον σήκωσε από το έδαφος και τον έφερε στο ίδιο ύψος με εκείνον κρατώντας τον σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπο του και μελετώντας τον για λίγο ξαφνικά μίλησε.

«Αν τολμήσετε να ορίσετε την ζωή μου ξανά τότε θα είναι και η τελευταία σας» ήταν τα μοναδικά λόγια που βγήκαν από το στόμα του και όσοι ήμασταν γύρω του τρανταχτήκαμε σε τέτοιο βαθμό που δεν είχαμε ιδέα πως να αντιδράσουμε... Η φωνή του τράνταξε το σύμπαν, όλα τα ζώα του δάσους ξανά άρχισαν να τρέχουν μόνο με το άκουσμα της φωνή του πανικοβλημένα προς όλες τις κατευθύνσεις προκειμένου να καταφέρουν αν διαφύγουν τον κίνδυνο που ένιωσαν και εκείνος καθώς οσμίστηκε την ατμόσφαιρα πέταξε μακριά τον παππού του ενώ δίνοντας ένα σάλτο πήρε την τελική του μορφή και άρχισε να τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση μέσα στο δάσος.

«Γυρίστε στο σπίτι» είπα προς το Τζέικ και τον Τζάσπερ και την στιγμή που άλλαζα μορφή άκουσα τον Τζέικοπ πανικοβλημένο να με φωνάζει αλλά δεν είχα χρόνο να τον ακούσω έπρεπε να τον βρω πριν χάσω τελείως τα ίχνη του.

ESCAPE POLH FANTASMA