Ετικέτες

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Soulmates "6. Το πάρτι"




Καρλάιλ

Καθώς η βραδιά κυλούσε ήρεμα και εγώ μίλαγα με τους καλεσμένους μας, ξαφνικά άκουσα τη φωνή της Έσμε να με καλεί από πίσω μου... Αφήνοντας την ανάσα μου βαριά γύρισα προς το μέρος της κοιτώντας την με ύφος αλλά μόλις την είδα τρομοκρατημένη παραξενεύτηκα για λίγο και ζητώντας συγνώμη την έπιασα από το μπράτσο παίρνοντας την παράμερα για να δω τι συμβαίνει επιτέλους.

«Τι έπαθες και είσαι σαν να είδες φάντασμα;» την ρώτησα με χαμηλή φωνή στο αυτί της και εκείνη μου έδειξε με το βλέμμα της προς την είσοδο... Όταν ακολούθησα την ματιά της, έμεινα να την κοιτώ σοκαρισμένος.

«Γιατί της έδωσες την άδεια να μπει;» την ρώτησα νευριασμένος καθώς γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της.

«Δεν της έδωσα την άδεια να μπει...» υπερασπίστηκε τον εαυτό της και την κοίταξα δύσπιστα.

«Και τότε πως μπήκε;... Τα παιδιά είναι στον κήπο, μόνο εσύ ήσουν στην υποδοχή» της είπα κατηγορηματικά και με κοίταξε με το ύφος ενός πληγωμένου κουταβιού.

«Σου το ορκίζομαι δεν της έδωσα την άδεια μου, ήμουν κοντά στην πόρτα και μόλις την είδα να έρχεται με τον Στέφαν, έτρεξα να σου το πω» είπε με παράπονο και δεν μπορούσα να την αμφισβητήσω, ήταν ολοκάθαρο ότι έλεγε την αλήθεια.

«Κύριε Κάλεν;» άκουσα την φωνή του Στέφαν και γυρίζοντας την ματιά μου προς το μέρος τους, τους κοίταξα με αηδία αλλά λόγω του ότι ήμασταν μπροστά σε τόσο κόσμο έπρεπε να παραμείνω ψύχραιμος.

«Στέφαν» του είπα και του ανταπέδωσα την χειραψία... κοιτώντας απαξιωτικά προς την μεριά της.

«Κυρία Κάλλεν, σας ευχαριστώ για την πρόσκληση, για άλλη μια φορά κάνατε καταπληκτική δουλειά» εκείνος συνέχισε καθώς της έδινε το χέρι του και η Έσμε του το ανταπέδωσε νευρικά ενώ με κοίταξε για μία στιγμή.

«Έχε χάρη που είσαι ιδρυτικό μέλος αλλιώς θα σου έλεγα εγώ αν θα έμπαινες εδώ μέσα» του είπα εγώ με δηλητήριο στην φωνή μου και εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της με ειρωνεία... «Εσένα ποιος σου έδωσε την άδεια να μπεις στο σπίτι μου;» την ρώτησα κατευθείαν καθώς της έδινα το χέρι μου για να τελειώνουμε με το τυπικό μέρος.

«Και ποιος σου είπε ότι χρειαζόμουν άδεια για να μπω;» με ρώτησε καθώς μου έσφιξε το χέρι περισσότερο από όσο χρειαζόταν και ζάρωσα τα φρύδια μου κοιτώντας την ερευνητικά.

«Δεν σε θέλω μέσα στο σπίτι μου, ξεκουμπίσου και φύγε από εδώ Τώρα...» απαίτησα αλλά εκείνη σιγά μην μου έκανε την χάρη.

«Συγνώμη αλλά συνοδεύω το θείο μου, που επάξια είναι ιδρυτικό μέλος και έχει κάθε δικαίωμα να είναι εδώ... Αν τολμάς προσπάθησε να με πετάξεις έξω» με προκάλεσε και έτριξα τα δόντια καθώς εκείνη γύριζε την ματιά της προς την Έσμι...
«Έσμι μου δεν φαντάζεσαι πόσο χαίρομαι που σε γνωρίζω επιτέλους και από κοντά... Έχω ακούσει τόσα για σένα που νιώθω σαν να σε ξέρω χρόνια» της είπε και η Έσμε μουδιασμένη της έδωσε το χέρι της και κατένευσε χωρίς να ξέρει τι να πει... «Μην φοβάσαι Έσμε μου, αντιθέτως με το τι θέλει να πιστεύετε ο απαισιότατος, είμαι εδώ μόνο για το καλός σας και όχι για το αντίθετο» της είπε και η Έσμε γύρισε την ματιά της προς το μέρος μου... «Μάλλον θα θέλετε να σας αφήσουμε στην ησυχία σας, θα τα πούμε κάποια στιγμή αργότερα» συνέχισε και την κοίταξα βλοσυρά αλλά εκείνη απαξιωτικά πήρε αγκαζέ τον Στέφαν και άρχισαν να απομακρύνονται.

«Πήγαινε βρες τον Έντουαρντ και πες του να έρθει στο γραφείο μου...» διέταξα αμέσως στην Έσμε και εκείνη δίστασε... «Τώρα Έσμε τι περιμένεις;» την ρώτησα γυρίζοντας την πλάτη μου και αφήνοντας το ποτήρι της σαμπάνιας που κράταγα στο τραπεζάκι που ήταν μπροστά μου και μόλις μπήκα στο γραφείο μου... Ανοίγοντας το μπαράκι, γέμισα ένα ποτήρι με ουίσκι και παίρνοντας ένα πούρο, το άναψα και έκατσα στην καρέκλα μου με τα νεύρα μου να χτυπάνε κόκκινο... Δεν έπρεπε να τα χάσω, δεν θα μου καταστρέψει εκείνη τα πάντα... Πρέπει να δράσω άμεσα και μόνο ένας ήταν ο ποιο κατάλληλος για να με βοηθήσει σε αυτό.

Παίρνοντας το τηλέφωνο στα χέρια μου κάλεσα το γνωστό αριθμό και η απάντησε ήρθε μετά το πρώτο χτύπημα…

«Σε πόση ώρα μπορείς να είσαι στο σπίτι μου;...... Ναι η ρουφιάνα, βρήκε τρόπο να μπει, θέλω την βοήθεια σου για να την ενοχοποιήσουμε πάλι» του είπα αμέσως και μόλις χτύπησε η πόρτα έκλεισα το τηλέφωνο και άφησα να περάσουν.

Έντουαρντ

«Έντουαρντ αγόρι μου μπορώ να σου πω;» άκουσα την φωνή της μαμάς μου και γυρίζοντας προς την μεριά της την είδα να με κοιτάει τρομοκρατημένη... Η καρδιά μου άρχισε να αυξάνει παλμούς και κατεβαίνοντας από το κιόσκι όπου καθόμουν, έτρεξα αμέσως κοντά της.

«Μαμά τι συμβαίνει; Έπαθες κάτι;» την ρώτησα με αγωνία και αφού με τράβηξε μακριά από τα παιδιά, μου είπε συνωμοτικά.

«Είναι αυτή εδώ...»

«Αυτή όταν λες αυτή;» την ρώτησα καθώς δεν μπορούσα να καταλάβω που αναφερόταν.

«Αυτή που μας έδειξε στην φωτογραφία ο πατέρας σου και μας είπε να μην την πλησιάσουμε ποτέ...» επανέλαβε με νόημα και καταλαβαίνοντας ότι αναφερόταν στην Μπέλλα, την κοίταξα έκπληκτος.

«Δεν πιστεύω να της έδωσες την άδεια σου να περάσει» της είπα κατηγορηματικά και εκείνη με βουρκωμένα μάτια άρχισε να κουνάει το κεφάλι της αρνητικά.

«Όχι σου το ορκίζομαι δεν της την έδωσα αλλά εκείνη και πάλι μπήκε μέσα» μου είπε και γούρλωσα τα μάτια μου.

«Πως;» ρώτησα.

«Δεν ξέρω αγόρι μου, δεν ξέρω...» έλεγε ενώ σχεδόν έκλαιγε και την έσφιξα στην αγκαλιά μου.

«Ηρέμισε μαμά, δεν θα κάνει τίποτα μπροστά σε τόσο κόσμο... Όλα θα πάνε καλά θα δεις...» την καθησύχαζα μαλακά και εκείνη κατανεύοντας προσπαθούσε σκληρά να καταπνίξει τον φόβο της.

«Ο μπαμπάς σου θέλει να σε δει στο γραφείο του» με ενημέρωσε και ξεφύσησα απηυδισμένα.

«Τι θέλει πάλι;...» ρώτησα ρητορικά και εκείνη με κοίταξε παρακλητικά... «Καλά, καλά θα πάω» της επιβεβαίωσα και πιάνοντας την από την μέση, την παρέσυρα μαζί μου ξανά προς τα μέσα.

«Με ζήτησες πατέρα;» τον ρώτησα καθώς άνοιξα την πόρτα την στιγμή που μπήκα στο γραφείο του και εκείνος μου έκανε νόημα με το χέρι του να μπω... Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και μόλις έφτασα κοντά στο γραφείο του, με κοίταξε επιβλητικά.

«Είναι εδώ αυτή ... καμία ιδέα πως μπήκε μέσα;» με ρώτησε κατευθείαν και τον κοίταξα άναυδος.

«Και που θες να ξέρω εγώ ποιος της έδωσε την άδεια;» τον ρώτησα πίσω και εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του κοιτώντας με λες και μόλις με είχε πιάσει να λέω ψέματα.

«Δεν φαίνεσαι πάντως και πολύ έκπληκτος με τα νέα» μου γύρισε πίσω.

«Ίσως γιατί η μαμά φρόντισε να με ενημερώσει;» του γύρισα το ειρωνικό του σχόλια και ξεφύσησε.

«Τέλος πάντων... Θέλω να μείνεις μακριά της, αν προσπαθήσει να σε ξεμοναχιάσει καν της ρητό ότι δεν θέλεις να έχεις παρτίδες μαζί της και μείνε με την παρέα σου» με διέταξε και τον κοίταξα με περιέργεια.

«Γιατί ιδιαιτέρα εμένα πατέρα;» ρώτησα και με κοίταξε με ένα περιφρονητικό ύφος σαν να μου έλεγε τι ηλίθια ερώτηση είναι αυτή.

«Ξέρεις ακριβός τον λόγο... Είσαι ο τελευταίος Κάλλεν» μου είπε κατηγορηματικά ότι πάντα έλεγε αλλά δεν μπορούσε πια να με πείσει.

«Και η Άλις είναι Κάλλεν μπαμπά, γιατί συγκεκριμένα να θέλει να σκοτώσει εμένα για να σταματήσει την οικογένεια εδώ και όχι και τους δύο μας;» τον ρώτησα και εκείνος με κοίταξε με ένα βλέμμα λες και έβλεπε μπροστά του ένα καθυστερημένο.

«Γιατί εσύ φέρεις το όνομα ηλίθιε όχι η Άλις» μου είπε και τον κοίταξα νευριασμένα... Για πόσο ηλίθιο με περνάει πια;... «Γύρνα στην παρέα σου τώρα και άσε όλα τα άλλα σε μένα... Και δεν θα το ξαναπώ... μείνε μακριά της...» τόνισε και χωρίς να του πω τίποτα άλλο γύρισα την πλάτη μου και έκανα φύγω...
«Α και που είσαι...» με σταμάτησε μόλις έπιασα το πόμολο της πόρτα και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του... «Θέλω να ξεκαθαρίσεις το θεματάκι σου με την Έλενα... Κακομοίρη μου αν μάθω ότι μαλώσατε ξανά θα σε κάνω να το μετανιώσεις... Έγινα κατανοητός;»

«Τι πράγμα;» τον ρώτησα δύσπιστα.

«Σε λίγο οι Σουαν θα είναι εδώ... Μέχρι αυτό το πάρτι να τελειώσει να είσαστε αγαπημένοι» έδωσε την εντολή του και με μια απαξιωτική κίνηση του χεριού του με έδιωξε με συνοπτικές διαδικασίες.

Ποιος νομίζει ότι είναι πια; Πως τολμάει να ανακατεύεται στην ζωή μου; Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να μου την ορίζει;... σκεφτόμουν καθώς προχωρούσα με γρήγορα βήματα κοιτώντας το πάτωμα, ενώ πήγαινα προς την πίσω αυλή... Χωρίς να προσέχω έπεσα ώμο με ώμο πάνω σε κάποιον και καθώς γυρίζαμε προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που ήμασταν ήδη και ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο, σήκωσα το κεφάλι μου για να ζητήσω συγνώμη αλλά βλέποντας την μπροστά μου αυτόματα το μυαλό μου πάγωσε και έμεινα να την κοιτώ αποσβολωμένος... Ήταν πραγματικά εκθαμβωτική.

Μέσα στο κατακόκκινο φόρεμα της ήταν σαν μια θεά που μόλις είχε κατέβει από τα ουράνια… η θεά του έρωτα και του πάθους. Το φόρεμα της ήταν στράπλες και έφτανε ως τη μέση του μηρού της αφήνοντας το κατάλευκο δέρμα του λαιμού, των ώμων και των ποδιών της καθώς και το πάνω μέρος του στήθους της στη θέα των ανδρών που την κοιτούσαν με απροκάλυπτη λαχτάρα. Το ύφασμα του φορέματος που κολλούσε πάνω στο σώμα της διαγράφοντας τις καμπύλες της δεν έκανε τίποτα παρά να εξάπτει περαιτέρω τον πόθο των παρευρισκομένων. Ακόμη και εγώ δε μπορούσα να αρνηθώ ότι βλέποντας την έτσι, με το κατακόκκινο φόρεμα της που έκανε αντίθεση με το χιονάτο δέρμα της, τα μαλλιά της που έμοιαζαν μ’ ένα χείμαρρο σοκολάτας και τα κατακόκκινα, σαρκώδη χείλη της, ότι ήταν η ομορφότερη γυναίκα που είχα δει ποτέ μου!

«Είσαι καλά; Δείχνεις σαν να είδες φάντασμα» με πείραξε και έμεινα για λίγο να την κοιτώ σας πράγματι να έβλεπα φάντασμα μπροστά μου... «Χαλάρωσε μωρό μου δεν δαγκώνω... Όχι τουλάχιστον μπροστά σε κόσμο» συνέχισε το πείραγμα της με ένα πονηρό υπονοούμενο και σμίγοντας τα φρύδια μου με απορία έμεινα να την κοιτώ με όλα μου τα ερωτηματικά να έρχονται ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό μου να με πνίγουν.

Ποια είσαι επιτέλους; Τι θέλεις από μένα; Γιατί εμένα συγκεκριμένα;

«Ξέρεις βοηθάει περισσότερο να εξωτερικεύεις τις σκέψεις σου αν θες πραγματικά να απαντηθούν τα ερωτηματικά που νιώθεις να σε πνίγουν...» είπε αυτόματα λες και μόλις είχε διαβάσει την σκέψη μου αλλά και πάλι εγώ δεν ανταποκρίθηκα... «Μην φοβάσαι να με ρωτήσεις Έντουαρντ γι’ αυτό είμαι άλλωστε εδώ, για να σε βοηθήσω» συνέχισε καθώς πλησίαζε το σώμα της προς το δικό μου και μόλις με την άκρη του ματιού μου έπιασα την παρουσία του πατέρα μου, κάρφωσα την ματιά μου προς το μέρος του και εκείνη την ακολούθησε... Βλέποντας τον άφησε ένα ειρωνικό γελάκι και γύρισε ξανά την ματιά της προς το μέρος μου.

«Μμμμ... βλέπω ότι έχεις απαγορευτικό... Και πάλι αν θες να με ρωτήσεις κάτι, να ξέρεις ότι εγώ θα είμαι εδώ γύρω, μην διστάσεις να έρθεις να με βρεις» μου είπε αλλά πριν προλάβω να πω κάτι, ο πατέρας μου ήρθε με γρήγορα βήματα κοντά μας.

«Έντουαρντ πήγαινε στην παρέα σου που σε περιμένει» επαινέβει και η Μπέλλα άφησε άλλο ένα ειρωνικό γελάκι ενώ γυρίζοντας το μισό της σώμα προς το μέρος του, τον κοίταξε ειρωνικά.

«Γιατί φοβάσαι μην μάθει κάτι που ήδη θα έπρεπε να ξέρει;» του κάρφωσε με δηλητήριο και χωρίς να περιμένει απάντηση μας γύρισε την πλάτη της και σας κυρία έφυγε με το κεφάλι ψηλά, με ένα ύφος νικητή όπως ακριβώς και το πρωί.

«Δεν σου είπα ότι δεν θέλω να έχεις παρτίδες με αυτό το παλιογύναιο;» σχεδόν μου φώναξε έξαλλος και γυρίζοντας του την πλάτη πήγα να φύγω αλλά εκείνος πιάνοντας με από το μπράτσο μου με ανάγκασε να τον κοιτάξω.

«Τι σου είπε;...» απαίτησε αλλά δεν του απάντησα... «Λέγε τι σου είπε;» επανέλαβε πιο αυστηρά και προσπάθησα να πάρω το χέρι μου μέσα από το δικό του συνεχίζοντας να μην του απαντώ αλλά εκείνος το έσφιξε τόσο πολύ που ένιωσα να μου κόβεται το αίμα.

«Τίποτα δεν μου είπε εντάξει; Δεν την πρόσεξα και έπεσα απάνω της αυτό ήταν όλο...» του είπα με πείσμα και προσπάθησα για άλλη μια φορά να πάρω το χέρι του από πάνω μου αλλά εκείνος δεν μου έκανε την χάρη.

«Δεν τελειώσαμε εδώ μικρέ... όταν μείνουμε μόνοι τότε θα τα πούμε» είπε κατηγορηματικά και αφήνοντας το χέρι μου σηκώθηκε και έφυγε... Εγώ ανασαίνοντας γρήγορα σφράγισα το στόμα τρίζοντας τα δόντια μου και πηγαίνοντας προς το κιόσκι που ήταν μέσα στο δασάκι από την άλλη μεριά του κήπου μας που χωριζότανε στην μέση από ένα φυσικό ποτάμι που πέρναγε από την γη μας, πήγα κατευθείαν και βρήκα τον Έμετ.

«Τι έγινε ρε μεγάλε, σου βάλανε νέφτι στον κώλο και τρέχεις έτσι;» με ρώτησε χλευάζοντας και τον κοίταξα με ένα μισοτρελαμένο ύφος, κάνοντας τον αμέσως να σοβαρέψει.

«Πάω να φέρω καύσιμα... τα τσιγάρα τα έδωσα στον Μάικ» είπε αμέσως καταλαβαίνοντας τι θα του ζητήσω και μόλις πήρα το πακέτο από τον Μάικ πήγα σε μια ήσυχη γωνία... Βγάζοντας το σακάκι και την γραβάτα από πάνω μου και πετώντας τα κάτω με δύναμη έκατσα απάνω τους και ανάβοντας ένα και έμεινα μακριά από όλους για να χαλαρώσω πριν γυρίσω ξανά κοντά τους.

Μόλις ο Έμετ ήρθε κοντά μου, μου έτεινε την μπύρα που κράταγε στο χέρι και μόλις την πήρα με μια ρουφηξιά ήπια σχεδόν τα τρία τέταρτα χωρίς ανάσα.

«Σιγά αγόρι μου θα πνιγείς δεν είναι νερό» προσπάθησε να με σταματήσει ο Έμετ και μόλις τον κοίταξα δολοφονικά εκείνος σήκωσε τα χέρια του αμυντικά μπροστά του και αφήνοντας άλλο ένα μπουκάλι μπύρας δίπλα μου έφυγε καθώς κατάλαβε ότι δεν ήμουν σε θέση ούτε να μιλήσω.

Μετά από λίγο, όταν ήρθε η Άλις να με βρει, εγώ ήμουν ήδη ταύρος σε υαλοπωλείο και όταν είπε δε ότι ο πατέρας ήθελε να με δει δεν έχω ιδέα πως δεν χίμηξα μέσα αλλά εκείνη καταλαβαίνοντας το αμέσως έπεσε στην αγκαλιά μου την στιγμή που σηκώθηκα όρθιος και με παρακάλεσε να μην κάνω καμία βλακεία καθώς τα κανάλια είχαν έρθει για να καταγράψουν το κοσμικό αυτό γεγονός.

Κάνοντας με μια αηδιασμένη γκριμάτσα και χωρίς να κάνω τον κόπο να βάλω ξανά το σακάκι και την γραβάτα μου, τράβηξα προς το σπίτι.

«Έντουαρντ αγόρι μου...» είπε αμέσως η μητέρα μου μόλις με είδε να μπαίνω στο κυρίως σπίτι και με έκλεισε στην αγκαλιά της πριν φτάσω κοντά στον πατέρα μου και την οικογένεια Σουαν που μόλις είχαν έρθει... «Σε παρακαλώ λυπήσου με» είπε αμέσως παρακλητικά κοιτώντας με με πληγωμένο ύφος και αφού κατάπια όλη την περηφάνια μου, κατένευσα δίνοντας της τον λόγο μου... Ηρέμισα τα χαρακτηριστικά μου, βάζοντας το χέρι μου γύρω από την μέση της και την τράβηξα προς το πηγαδάκι που είχαν στήσει... Μόλις ο πατέρας μου με είδε χωρίς το σακάκι και την γραβάτα, έγινε έξω φερνών.

«Τι εμφάνιση είναι αυτή;» με ρώτησε κατευθείαν και ανασήκωσα τους ώμους μου αδιάφορα ενώ χαιρέτησα την οικογένεια Σουαν... Μόλις πήγα να πλησιάσω την Έλενα εκείνη γύρισε προς τους υπόλοιπους ενώ απομακρύνθηκε από κοντά μου... Μμμμ ωραία, δεν μου φτάνουν όλα τα άλλα τώρα θα έχω και αυτό;

«Εμένα θα μου επιτρέψετε να πάω έξω στα παιδιά που με περιμένουν» είπε ευγενικά και μόλις οι γονείς της δώσανε το οκ άρχισε να απομακρύνετε... Ο πατέρας μου μού έκανε νόημα να πάω από πίσω της.

«Αν δεν με χρειάζεστε κάτι άλλο» συμπλήρωσα και εγώ και αφού μου δώσανε την άδεια την ακολούθησα μέχρι που βγήκε έξω από την πόρτα και πριν προλάβει να κάνει άλλο ένα βήμα, αρπάζοντας την από το μπράτσο, την πήγα σε ένα πιο απόμερο μέρος και μόλις σταματήσαμε, την γύρισα προς την μεριά μου.

«Έτσι θα πάει τώρα;» την ρώτησα αμέσως και εκείνη με κοίταξε ειρωνικά.

«Γιατί περιμένεις μετά τα όσα είπες να σου πω και ευχαριστώ;» μου χτύπησε και κλείνοντας τα μάτια μου σφιχτά κράτησα την ανάσα μου για να μπορέσω να χαλιναγωγήσω τα συναισθήματα μου.

«Εγώ στην θέση σου του ζητούσα και συγνώμη» άκουσα την φωνή της Μπέλλας και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της με περιέργεια... Αυτό μου έλειπε τώρα, να επεμβαίνει και αυτή τώρα στην προσωπική μου ζωή.

«Δεν σε αφορά το θέμα, γι αυτό άδειασε μας την γωνιά επιτέλους και σταμάτα σκαλίζεις την μύτη σου παντού» απαίτησα νευριασμένος και εκείνη χαχάνισε ειρωνικά.

«Δεν είχα σκοπό να μείνω αλλά αν σε δω να της ζητάς και συγνώμη τότε πραγματικά θα χάσω πάσα ιδέα για σένα... Είσαι ένας Κάλλεν αγόρι μου, πότε επιτέλους θα το καταλάβεις; Και ένας Κάλλεν δεν σκύβει το κεφάλι ΠΟΤΕ...» τόνισε κοιτώντας με έντονα τα μάτια... «Ιδίως όταν έχει δίκιο» συνέχισε στρέφοντας την ματιά της τώρα προς την Έλενα έντονα με ένα περίεργο ύφος που με έκανε να νιώθω ότι προσπαθούσε κάτι να της περάσεις και κοίταξα την Έλενα με απορία και την είδα να της ανταποδίδει το βλέμμα με μια δολοφονική ματιά.

Μόλις γύρισα την ματιά μου και πάλι προς την Μπέλλα, την είδα να ξεμακραίνει και πριν προλάβω να το καταλάβω, η Έλενα έπεσε στην αγκαλιά μου, ξαφνιάζοντας με και άρχισε να με φιλάει με τέτοιο πάθος που πραγματικά έμεινα έκπληκτος.

«Μόνο γι αυτό, σε συγχωρώ και θα ξεχάσω ότι έγινε» είπε ανάμεσα από το φιλί μας και πριν προλάβω να της απαντήσω συνέχισε το φιλί μας με περισσότερο πάθος και εγώ πήρα μια βαθιά ανάσα.

Άσ’ το να περάσει αγόρι μου, άσ’ το να περάσει, αρκετά πέρασες για μια μέρα... είπα παρηγορητικά στον εαυτό μου και χαλαρώνοντας παραδόθηκα στο φιλί της παρόλο που ήταν η πρώτη φορά που πραγματικά δεν με έκανε να νιώσω τίποτα απολύτως.

Soulmates "5. Αναπάντητα ερωτήματα"



Φτάνοντας στο σπίτι πριν προλάβω να βγω από το αμάξι ο Έμετ με σταμάτησε.

«Έντουαρντ;» είπε καθώς κράτησε σφιχτά το μπράτσο μου και γύρισα την ματιά μου νευριασμένα προς το μέρος του.

«Ξέρω ότι δεν είναι η καλύτερη στιγμή για σένα αλλά μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη;» είπε παρακλητικά και γυρίζοντας την ματιά μου μπροστά, άφησα την ανάσα μου βαριά.

«Λέγε» του είπα κοφτά μέσα από τα δόντια μου και εκείνος για λίγο δίστασε.

«Αυτό που έγινε με μένα και την Μπέλλα...» είπε και γύρισα το πρόσωπο μου απότομα προς το μέρος του και εκείνος αμέσως σήκωσε τα χέρια του αμυντικά ενώ συνέχιζε... «Γίνετε να μην το πεις στον θείο;» συμπλήρωσε και για λίγο το σκέφτηκα.

«Δεν θα το πω αλλά με έναν όρο» του δήλωσα και με κοίταξε αινιγματικά... «Θέλω και εσύ να μην του πεις όσα μας είπε ο κύριος Σάλτζμαν σήμερα γι’ αυτήν» του είπα κατηγορηματικά και με κοίταξε με περισσότερη περιέργεια.

«Δεν θα το πω αλλά δεν καταλαβαίνω τον λόγο» είπε κοιτώντας με ακόμα με απορία.

«Δεν σου κάνει εντύπωση ότι δεν ξέρουμε τίποτα για εκείνην;» τον ρώτησα και ο Έμετ ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.

«Ίσως γιατί μπορεί να μην έχει σχέση με μας;» είπε την πρώτη κοτσάνα που σκέφτηκε και τον κοίταξα με νόημα στα μάτια.

«Σύνελθε Έμετ, παρέδωσε τον θρόνο της στον πρώτο Κάλεν που έγινε βασιλιάς στον τόπο μας και δεν έχει σχέση με μας;» τον ρώτησα δύσπιστα και εκείνος συνέχισε να με κοιτάει λες και μίλαγα κινέζικα...
«Ξέρεις κάτι; Άστο, απλά για την ώρα μην πεις τίποτα γι’ αυτό οκ;» τον ρώτησα ξανά και ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.

«Ότι πεις» απάντησε και ανοίγοντας την πόρτα του βγήκε από το αμάξι και τον ακολούθησα και εγώ.

«Έντουαρντ;...» με σταμάτησε και πάλι ο Έμετ λίγο πριν ανοίξω την πόρτα και γύρισα προς το μέρος του... «Πιστεύεις ότι μπαμπάς σου μας λέει ψέματα;» με ρώτησε και τον κοίταξα έκπληκτος που το σκέφτηκε αυτό.

«Φυσικά και όχι... απλά πάντα ένιωθα ότι υπήρχαν κενά στις ιστορίες του και τώρα επιβεβαιώθηκα» του απάντησα και εκείνος το σκέφτηκε για λίγο.

«Και τι θα κάνεις τώρα;» με ρώτησε τελικά και ανασήκωσα τους ώμους μου.

«Δεν ξέρω ακόμα» του απάντησα ειλικρινά και εκείνος με σκούντησε.

«Πάμε μέσα γιατί με όλα αυτά μου άνοιξε η όρεξη» είπε εκείνος και γέλασα κουνώντας το κεφάλι μου απελπισμένα... ο αιώνιος Έμετ.

Ανοίγοντας την πόρτα είδαμε την μαμά μου να έρχεται προς το μέρος μας.

«Καλός τα παιδιά μου, πως ήταν η μέρα σας;» ρώτησε και ο Έμετ – για να αποφύγει την ανάκριση – πέρασε από δίπλα της σαν σίφουνας δίνοντας της ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο και έφυγε πριν προλάβει να τον σταματήσει.

«Τι έπαθες αυτός;» με ρώτησε ενώ αγκαλιάζοντας με, μου έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο και εγώ της το ανταπέδωσα πριν της απαντήσω.

«Δεν τον ξέρεις τώρα τον Έμετ;» της είπα και εκείνη με κοίταξε εξεταστικά.

«Τι έχεις αγόρι μου;» είπε καταλαβαίνοντας αμέσως το πόσο χάλια ένιωθα μέσα μου.

«Τσακώθηκα με την Έλενα» παραδέχτηκα και με κοίταξε με πόνο στα μάτια.

«Γιατί βρε αγάπη μου;» ρώτησε αμέσως ενώ με παρηγόρησε τρίβοντας απαλά την πλάτη μου.

«Δεν αντέχω τις σκηνές ζηλοτυπίας της» είπα αμέσως αγανακτισμένος και εκείνη μου χαμογέλασε.

«Έλα βρε αγόρι μου και νόμιζα ότι ήταν για κάτι σοβαρό...» την κοίταξα με το ύφος που έλεγε “γιατί δεν με καταλαβαίνεις;” Και εκείνη αμέσως με έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά της... «Με τέτοιο όμορφο παλικάρι δίπλα της, είναι δυνατόν να μην ζηλεύει;» με πείραξε αλλά εγώ έγινα χειρότερα.

«Δεν της έχω δώσει κανένα δικαίωμα να με αμφισβητεί...» είπα κατηγορηματικά αλλά πριν συνεχίσει άλλαξα κουβέντα... «Τέλος πάντων δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό τώρα... η Άλις πως είναι;»

«Είναι καλύτερα μην ανησυχείς» με διαβεβαίωσε.

«Θα πάω να την δω» της είπα και αφού της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο, έφυγα από την αγκαλιά της και πήγα προς την σκάλα.

«Μιας που πας, ρώτα την κιόλας αν έχει κουράγιο να φάει μαζί μας» μου είπε και αφού κατένευσα για απάντηση ανέβηκα με γρήγορα βήματα προς τον πάνω όροφο.

Φτάνοντας έξω από το δωμάτιο της, χτύπησα την πόρτα και αφού με άφησε να μπω, άνοιξα την πόρτα και την είδα να είναι κουλουριασμένη σε μια μπάλα.

«Πως είσαι;» την ρώτησα και γυρίζοντας μόνο το κεφάλι της έκανε μια γκριμάτσα.

«Μουδιασμένη αλλά τουλάχιστον δεν πονάω... Εσύ γιατί έχεις βάλει πλερέζες;» με ρώτησε κατευθείαν και αναστέναξα, τόσο ανοιχτό βιβλίο είμαι πια;

«Τσακώθηκα με την Έλενα αλλά δεν θέλω να το συζητήσω» της το ξέκοψα κατευθείαν καθώς έκλεινα την πόρτα και μόλις έκατσα δίπλα της εκείνη γύρισε προς την μεριά μου για να με κοιτάξει καλύτερα.

«Δεν ξέρω τον λόγο αλλά είμαι σίγουρη ότι εσύ είχες δίκιο» μου είπε κατευθείαν και γέλασα καθώς σκύβοντας της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο.

«Τι λες θα τα καταφέρεις να σηκωθείς για να φάμε;» την ρώτησα και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.

«Θέλω να κοιμηθώ» είπε κουρασμένα και χαϊδεύοντας την πλάτη της απαλά κατένευσα με κατανόηση.

«Μέχρι το βράδυ λες να έχεις συνέλθει;» την ρώτησα και εκείνη άνοιξε τα μάτια της διάπλατα.

«Είσαι καλά; Δεν το χάνω με τίποτα, πονάω δεν πονάω θα έρθω, δεν θα χάσω τέτοιο πάρτι για μια χαζοπερίοδο» είπε κατηγορηματικά και γέλασα κουνώντας το κεφάλι μου δύσπιστα.

«Είσαι μια... Άντε κοιμήσου τώρα να ξεκουραστείς και θα τα πούμε το απόγευμα» της είπα και αφού την αγκάλιασα, της έδωσα άλλο ένα φιλί και την άφησα για να πάω στο δωμάτιο μου.

Σήμερα θα γινόταν ο ετήσιος χορός των Κάλεν που διοργάνωναν κάθε χρόνο οι γονείς μου και καλούσαν τα πιο σημαντικά πρόσωπα της πόλης και μέσα σε όλα αυτά τα πρόσωπα θα ήταν και ο διοικητής Σουάν ο πατέρας της Έλενας και όπως καταλαβαίνετε σίγουρα θα ερχόταν και εκείνη... Ακόμα ήμουν πολύ διχασμένος μετά από όσα είχαν συμβεί και επιπλέον με τα όσα έμαθα για την Μπέλλα, με έκαναν να στρεσάρομαι τόσο πολύ που δεν είχα ιδέα τι να κάνω για να ηρεμήσω τα νεύρα μου που πια είχαν χτυπήσει κόκκινο.


Τα πάντα ήταν έτοιμα και τα τακτοποιημένα για την σημερινή βραδιά και γι’ αυτόν τον λόγο, σήμερα, θα τρώγαμε στην κουζίνα αντί στην τραπεζαρία που συνηθίζαμε να τρώμε για να αφήσουμε και τους επαγγελματίες που είχαν έρθει για να διοργανώσουν το πάρτι να κάνουν την δουλειά τους... Μόλις η μητέρα μου μας φώναξε, κατέβηκα με τον Έμετ και μόλις μπήκα στην κουζίνα και είδα τον πατέρα μου να είναι ήδη εκεί και να κάθετε, ένιωσα ότι έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου... Δεν ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω την ανάκριση του αλλά περισσότερο δεν ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω εκείνον ιδίως αν άρχισε πάλι της χαζομάρες του.

«Καλός τους, δεν θα κάτσετε;» ρώτησε κοιτώντας μας εξεταστικά και κάτσαμε σχεδόν ταυτόχρονα με τον Έμετ χωρίς να ανταλλάξουμε ματιές.

«Τι έγινε πως ήταν η πρώτη μέρα για την καινούργια μας μαθήτρια» ρώτησε κατευθείαν χλευάζοντας στην τελευταία λέξη και τον κοίταξα με απορία... Ήξερε ότι θα έρθει σήμερα στο σχολείο και δεν μας το είπε;

«Το ήξερες ότι θα έρθει σήμερα;» τον ρώτησα χωρίς να μπορέσω να χαλιναγωγήσω την περιέργεια μου.

«Το έμαθα» είπε απλά και τον κοίταξα δύσπιστα... «Λοιπόν;»

«Ήταν λες και δεν ήταν εκεί» απάντησε αμέσως ο Έμετ και τον κοιτάξαμε και οι δύο ταυτόχρονα.

«Δεν την είχατε σε κανένα μάθημα;» συνέχισε την ανάκριση και η μητέρα μου καθώς σέρβιρε και το δικό της πιάτο έκατσε απέναντι του και τον κοίταξε παρακλητικά.

«Αγάπη μου, άσε τα παιδιά να φάνε και τα λέτε μετά αυτά»

«Μπορείς να μην με διακόπτεις όταν μιλάω;» την επέπληξε σηκώνοντας την φωνή του μια οκτάβα πιο πάνω και η μητέρα μου χαμήλωσε το κεφάλι της ηττημένα μουρμουρίζοντας ένα συγνώμη και βάζοντας την πετσέτα στα πόδια της, πήρε το ποτήρι με το νερό της και έμεινε σιωπηλή... Σφίγγοντας τις μπουνιές μου κάτω από το τραπέζι σφράγισα το στόμα μου πριν του απαντήσω καταλλήλως και καταλαβαίνοντας το ο Έμετ έσπευσε να το σώσει.

«Μόνο στην ιστορία» του είπε για να του αποσπάσει την προσοχή και τα κατάφερε.

«Και είπε ή έκανε τίποτα ενδιαφέρον;» ρώτησε τον Έμετ για να συνεχίσει και εκείνος κούνησε σοβαρός το κεφάλι του αρνητικά.

«Σου λέω αλήθεια θείε ήταν σαν να μην είχε έρθει καθόλου... ακόμα και στο διάλλειμα δεν την είδε κανείς, λες και άνοιξε η γη και την κατάπιε» τον διαβεβαίωσε και ο πατέρα μου φάνηκε να πείστηκε.

«Περίεργο...» είπε σκεπτικός τρίβοντας το σαγόνι του και ξαφνικά κάρφωσε την ματιά του απάνω μου... «Σου μίλησε καθόλου;» με ρώτησε αυστηρά και τον κοίταξα με απορία.

«Για ποιον λόγο; Γνωριζόμαστε και από χθες;» τον ρώτησα και εκείνος χαλαρώνοντας πήρε το πιρούνι του και την στιγμή που άρχισε να τσιμπάει λίγο από τα λαχανικά του έριξε μια γρήγορη ματιά προς το μέρος μας.

«Τρώτε τι περιμένετε;... Μετά το φαί θα συνεχίσουμε την κουβέντα μας στο γραφείο, μην αφήνουμε και την μάνα σας να ξεροσταλιάζει περιμένοντας μας» συμπλήρωσε και δεν έχω ιδέα πως κρατήθηκα να μην τον κρατήσω από τα μαλλιά και να του χώσω την μούρη μέσα στο πιάτο.

Ήταν το λιγότερο απαράδεκτος απέναντι στην μητέρα μου και συνέχεια αν όχι πάντα, με έκανε να βγαίνω από τα ρούχα μου με την συμπεριφορά του... Εκείνη κλεισμένη όλη μέρα μέσα στο σπίτι να μας περιποιείται και να κάνει τα πάντα για να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι και εκείνος δεν ήταν ικανοποιημένος με τίποτα... Πάντα θα είχε έναν λόγο να της φωνάξει, πάντα θα έβρισκε κάτι να μην του αρέσει και εκείνη πάντα θα έκανε τα πάντα και πάλι να τον ευχαριστήσει παίρνοντας όλη την ευθύνη απάνω της... Πως μπορεί να είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να μην βλέπει το πόσο τον αγαπάει; Πως μπορεί ο ίδιος να μην έχει τα ίδια συναισθήματα για εκείνην;

Καθώς έτρωγα, μέσα στο μυαλό μου στριφογύριζαν τα λόγια που είπε πριν... Γιατί να με ρωτήσει αν μου μίλησε και μάλιστα με τέτοιο ύφος; Και στην τελική γιατί να μου μιλήσει και τι να μου πει ακριβώς;... Τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου για μια στιγμή... Μήπως φοβάται ότι εκείνη έχει κάτι να πει που εμείς δεν πρέπει να μάθουμε; Μήπως αυτό το κάτι είναι αυτό που μας είπε σήμερα ο κύριος Σάλτζμαν;... Δεν καταλαβαίνω τίποτα, γιατί να μας το κρύψει από την αρχή ή ακόμα χειρότερα, γιατί να μην πρέπει εμείς να το μάθουμε;

Πάντα ήξερα ότι υπήρχαν κι άλλα, όμως αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί ο πατέρας, μας τα λέει επιλεκτικά.

Όταν μας οδήγησε στην βιβλιοθήκη, υπενθύμισα με τρόπο στον Έμετ να μην πει κουβέντα και μόλις κάτσαμε και οι τρεις εκείνος άρχισε να μας κοιτάει σαν να ήταν ο διοικητής της αστυνομίας και εμείς μόλις είχαμε κάνει το χειρότερο έγκλημα.

«Τι κρύβεται εσείς οι δύο;» ρώτησε χωρίς υπεκφυγές και τον κοιτάξαμε και οι δύο σοβαρά στα μάτια.

«Δεν σου κρύβουμε τίποτα θείε... Την είδαμε όταν ήρθε, στο διάλλειμα δεν εμφανίστηκε πουθενά και την ώρα της ιστορίας έσκασε μύτη στο μάθημα, έκατσε σε ένα θρανίο και έμεινε εκεί χωρίς να πει ή να κάνει κάτι άλλο» τον διαβεβαίωσε ο Έμετ που ήταν διάνοια στο να λέει ψέματα και να μην τον καταλαβαίνει κανείς και εγώ τον σιγοντάριζα κρατώντας το ύφος μου σοβαρό χωρίς να τα χάνω στιγμή και εκείνος αφού επιτέλους πείστηκε, χαλάρωσε και άρχισε τα δικά του.

«Καλός...» είπε παρατώντας τα και αφού άνοιξε το συρτάρι του έβγαλε έναν φάκελο της αστυνομίας και το πέταξε προς το μέρος μας... «Τώρα θέλω να με ακούσετε καλά γιατί θα το πω μια φορά και αν δω ότι με παρακούτε θα υπάρχουν επιπτώσεις...» δήλωσε αυστηρά και με την ματιά του έδειξε τον φάκελο... «Αυτό είναι το τελευταίο της θύμα» μας ενημέρωσε και ο Έμετ ανυπόμονα το άνοιξε και άρχισε να κοιτάει τις φωτογραφίες αχόρταγα με ενθουσιασμένο ύφος... Τι να πω πια γι’ αυτό το παιδί, η επιστήμη σηκώνει τα χέρια της ψηλά.

Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στις φωτογραφίες, διαπίστωσα ότι τα σημάδια ήταν ίδια και με τις άλλες δύο δολοφονίες που μας είχε δείξει ο πατέρας μου μέσα στο καλοκαίρι και κλείνοντας τον φάκελο τον έτεινα προς το μέρος του.

«Πιστεύω τώρα να έχετε καταλάβει πόσο επικίνδυνη είναι...» είπε με μια σιγουριά που εμένα περισσότερο με προβλημάτισε παρά με έκανε να νιώσω φόβο μέσα μου για εκείνην... «Θέλω να μείνετε όσο μπορείτε πιο μακριά από αυτόν τον διάβολο που ήρθε για να μας χαλάσει την ησυχία μας και όπου και να πηγαίνετε να μην είσαστε ποτέ μόνοι, όσο θα σας βλέπει με παρέα δεν θα τολμήσει να σας πλησιάσει γιατί σίγουρα δεν την συμφέρει να αποκαλυφθεί... Αν προσπαθήσει να σας μιλήσει, αποφύγετε την, είναι πανούργα και σίγουρα θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να σας χωρίσει, για να καταφέρει να πάρει αυτό που θέλει...» είπε γυρίζοντας την ματιά του προς το μέρος μου... «Και σίγουρα δεν θα την αφήσουμε να το πάρει, έτσι δεν είναι Έντουαρντ;» με ρώτησε και έσμιξα τα φρύδια μου με απορία.

«Μιλάς σαν να την ξέρεις πολύ καλά...» του πέταξα και άφησε ένα ειρωνικό γελάκι.

«Δεν την ξέρω προσωπικά, αν αυτό υπονοείς, αλλά ξέρω ακριβώς πως σκέφτονται αυτά τα αηδιαστικά πλάσματα που όπου εμφανιστούν σπέρνουν μόνο το κακό και τον θάνατο» είπε σταθερά αλλά δεν με έπεισε και πολύ.

«Και πως είσαι τόσο σίγουρος, ότι αυτή η καινούργια, είναι αυτή που έκανε τους φόνους;» συνέχισα να τον πιέζω και εκείνος με κοίταξε ερευνητικά.

«Με αμφισβητείς;» μου γύρισε την ερώτηση και ξεφύσησα απηυδισμένος.

«Μα πατέρα, δεν υποτίθεται ότι οι βρικόλακες καίγονται στον ήλιο; Πως μπορεί να είναι η καινούργια και να κυκλοφορεί ανενόχλητη το πρωί;» τον ρώτησα πίσω και άφησε ένα γελάκι πριν απαντήσει.

«Είδατε κανένα περίεργο κόσμημα απάνω της;» ρώτησε και έσμιξα τα φρύδια μου σε μια προσπάθεια να θυμηθώ.

«Είχε ένα περίεργο δαχτυλίδι» είπε αμέσως ο Έμετ και γύρισα την ματιά μου απότομα προς το μέρος του, φυσικά εκείνος θα ήξερε μέχρι και τι χρώμα εσώρουχο φόραγε, αν φόραγε, αυτό δεν θα ήξερε;

«Θυμάσαι πως ήταν;» τον ρώτησε ο πατέρας μου και εκείνος το σκέφτηκε για λίγο.

«Ήταν τεράστιο και μπλε» του είπε αδιάφορα.

«Είχε τίποτα απάνω;» τον πίεσε περισσότερο ο πατέρας μου και ο Έμετ το σκέφτηκε λίγο περισσότερο.


«Θείε δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο...» είπε ξινίζοντας τα μούτρα του... «Ένα απλό δαχτυλίδι ήταν με μια ψεύτικη πέτρα σαν σκαθάρι... Στο πανηγύρι που πήγαμε την προηγούμενη βδομάδα, το είχαν σε κάθε πάγκο που υπήρχε με τα ασημένια κοσμήματα και σίγουρα δεν κοστίζει πάνω από 5€» του είπε ειλικρινά ο Έμετ και ο μπαμπάς τον κοίταξε σχεδόν σοκαρισμένος.

«Είσαι σίγουρος ότι δεν φόραγε κάποιο άλλο δαχτυλίδι;» τον ρώτησε πιο επίμονα και αυτό με έκανε ακόμα πιο βέβαιο ότι ξέρει περισσότερα για εκείνην από όσο θέλει να δείξει αλλά περισσότερο με έκανε να καταλάβω ότι δεν του άρεσε καθόλου αυτό το νέο... Το γιατί σίγουρα θα μου μείνει αναπάντητο.

«Είσαι σίγουρος ότι δεν ξέρεις τίποτα παραπάνω για εκείνην από όσα μας έχεις πει ήδη;» τον προκάλεσα εγώ και εκείνος γύρισε απότομα την ματιά του άγρια προς το μέρος μου.

«Πως τολμάς να αυθαδιάζεις μπροστά στον πατέρα σου;» μου γύρισε πίσω και τον κοίταξα με ύφος.

«Τουλάχιστον γνωρίζεις πόσο χρονών είναι;» συνέχισα εγώ ακάθεκτος και έσμιξε τα φρύδια του ενώ με κοίταζε με ένα ύφος λες και προσπαθούσε να μπει μέσα στο μυαλό μου.

«Έχεις ιδιαίτερο λόγο που ρωτάς;» μου γύρισε πάλι την ερώτηση αποφεύγοντας να μου απαντήσει και αυτό με έκανε ακόμα πιο πεπεισμένο ότι κρύβει κάποια πράγματα επίτηδες ιδίως για εκείνην.

«Απλά ρώτησα» του απάντησα αδιάφορα ανασηκώνοντας τους ώμους μου αλλά δεν τον έπεισα.

«Εσείς είσαστε σίγουροι ότι δεν σας μίλησε;» το γύρισε στην επίθεση και άφησα ένα γελάκι να μου ξεφύγει.

«Όχι δεν μας μίλησε...» του είπα σχεδόν ειρωνικά και εκείνος σκλήρυνε το ύφος του... «Αλλά ο κύριος Σάλτζμαν μας ρώτησε σήμερα αν γνωρίζουμε ποιο είναι το όνομα της πρώτης και μοναδικής Αρχόντισσας του τόπου μας... μήπως εσύ γνωρίζεις ποια ήταν η απάντηση;» τον προκάλεσα περισσότερο και αμέσως όλο του το ύφος άλλαξε αλλά παρέμεινε το ίδιο αυστηρό.

«Δεν θα σας χρειαστώ άλλο προς το παρόν... Μείνετε μακριά της... Μην με αναγκάσετε να το πω δεύτερη φορά γιατί τότε θα έχει και συνέπειες» δήλωσε κατηγορηματικά και μας άδειασε αφήνοντας μας με όλα τα ερωτήματα μας αναπάντητα.

Χωρίς επιλογή, κάναμε ότι μας είπε και όταν γύρισα στο δωμάτιο μου έκατσα και σκέφτηκα πολύ καλά όλα όσα είχα μάθει σήμερα για εκείνην... Κάτι δεν κολλούσε εδώ και σίγουρα θα έψαχνα για να το βρω αλλά το θέμα είναι το πως... Σε καμία περίπτωση δεν μπορούσα να ρωτήσω την ίδια, από την άλλη ο πατέρας μου δεν θα μου απαντούσε ποτέ... πως σκατά θα ανακαλύψω την αλήθεια;

Με το σούρουπο ο κόσμος άρχισε να έρχεται σιγά-σιγά και εγώ καθώς φόρεσα ένα μαύρο υφασμάτινο παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο, έστρωσα τα μαλλιά μου, μετά από απαίτηση του κύριου Κάλλεν γιατί δεν άντεχε να τα βλέπει να πετάνε και καθώς κατέβηκα κάτω, πήγα να βρω τα αδέλφια μου στην πίσω αυλή που είχαν μαζευτεί για να ξεχαστώ.

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Soulmates "Γεναιολογικο Δέντρο"

Werewolf Family Tree
Callen


 Για να το δείτε πιο μεγάλο πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο


 Vampire Family Tree
Lockwood


Για να το δείτε πιο μεγάλο πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο

Witches Family Tree


όσοι είναι με  πορτοκαλή χρώμα είναι Λυκάνθρωποι
όσοι είναι με κόκκινο χρώμα είναι Βρικόλακες
και όσοι είναι χωρίς χρώμα είναι άνθρωποι  

Ελθρόρεν Κάλλεν> πρώτος λυκάνθρωπος.



Απόγονος > Φάρελ Κάλλεν και πολλοί άλλοι

Τελευταίος γιος του Ελθρόρεν Κάλλεν > Αλάρικ Σάλτζμαν

Φάρελ Κάλλεν > Απόγονοι> Βινέζε Κάλλεν, Ντορόθεα Κάλλεν



Βινέζε Κάλλεν > Απόγονος > Έλθρορεν Κάλεν ο δεύτερος
Τελευταίοι απόγονοι της οικογένειας Κάλλεν >

Έντουαρτ Κάλλεν


και Άλις Κάλλεν


Ντορόθεα Κάλλεν > Τελευταία απόγονη > Ίζαμπέλ Κουιν





Νικολάη Λοκγουντ > Πρώτος βρικόλακας


Τελευταίοι απόγονοι της οικογένειας Λόκγουντ>

Έλετζαι Λόκγουντ



Κλάους Λόκγουντ



Ρεμπέκα Λόκγουντ



Ίζαμπελ Κουιν



Ντάιμον Λόκγουντ




Κορνέζε Σάλβατορ> σύζηγος της Ντορόθεα Κάλλεν



Έσθερ Λόκγουοντ> σύζηγος του Νίκολαη Λόκγουντ και μητέρα των, Έλετζαι, Κλάους, Ρεμπέκα, Ντάιμον Λόκγουντ και Έμελαιν Σάλβατορ




Απόγονος τους> Έμελαιν Σάλβατορ


Τελευταίος απόγονος της οικογένειας Σάλβατορ > Στέφαν Σάλβατορ  



όσοι είναι με  πορτοκαλή χρώμα είναι Λυκάνθρωποι
όσοι είναι με κόκκινο χρώμα είναι Βρικόλακες
και όσοι είναι χωρίς χρώμα είναι άνθρωποι 

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Soulmates "4. Queen Isabel"




Έντουαρντ

Η μέρα πήγαινε απελπιστικά αργά και για καλή μου τύχη μέχρι στιγμής δεν την είχα πετύχει σε κανένα μάθημα που παρακολουθούσα... Μπαίνοντας μέσα στην αίθουσα που διεξάγονταν το μάθημα της ιστορίας, κοιτώντας προς τα θρανία δεν την είδα πουθενά... Πήρα μια ανακουφιστική ανάσα και η Έλενα που ήταν δίπλα μου με κοίταξε με απορία.

«Επιτέλους έφτασε η τελευταία ώρα, δεν φαντάζεσαι πόσο ανυπομονώ να γυρίσω σπίτι, δεν ξέρω γιατί αλλά σήμερα δεν έχω καθόλου όρεξη να παρακολουθήσω κανένα μάθημα» της είπα πριν αρχίσει να σκέφτεται διάφορα σενάρια – τι το ήθελα – και εκείνη αμέσως με κοίταξε με πιο εξεταστικό βλέμμα καθώς καθόταν στο θρανίο που ήταν δίπλα μου.

Όλα τα θρανία στην αίθουσα ήταν μονοθέσια και έτσι δεν είχα την πολυτέλεια να την έχω απόλυτα δίπλα μου όπως θα ήθελα... Ακόμα και αυτή η μικρή απόσταση του διαδρόμου με εκνεύριζε, δεν μπορούσα στιγμή μακριά της.

«Ξέρεις... τον τελευταίο καιρό έχεις γίνει πολύ νευρικός και αυτό έχει αρχίσει να με προβληματίζει» άδικα;... σκέφτηκα αλλά δεν τόλμησα να πω.

«Συγνώμη μωράκι μου άλλα ο πατέρας μου ήταν που ήταν, τώρα έχει αρχίσει να γίνετε ακόμα πιο εκνευριστικός και αυτό ξέρεις πως με επηρεάζει» απολογήθηκα ρίχνοντας το βάρος για άλλη μια φορά στον πατέρα μου καθώς ήξερε το πόσο με πίεζε και το πόσο άγχος και νεύρα μου προκαλούσε... Όχι ότι ήταν ψέματα αλλά την συγκεκριμένη μέρα μόνο εκείνος δεν έφταιγε για ότι μου συμβαίνει.

«Πάλι άρχισε τα ίδια;» ρώτησε ενώ με κοίταζε με κατανόηση στα μάτια και ξεφύσησα κουρασμένα καθώς κατένευσα αλλά μπαίνοντας ο κύριος Σάλτζμαν στην αίθουσα αμέσως γυρίσαμε τις ματιές μας μπροστά και χωρίς να πούμε κάτι άλλο, μείναμε σιωπηλοί καθώς εκείνος μας χαιρετούσε αφήνοντας την τσάντα του και τα βιβλία του πάνω στην έδρα του.

«Που είναι ο Έμετ;» με ρώτησε η Έλενα ψιθυριστά και γυρίζοντας την ματιά μου προς το μέρος της ανασήκωσα τους ώμους μου αλλά πριν προλάβω να γυρίσω την ματιά μου ξανά μπροστά, εκείνος μπήκε μέσα με φόρα και αφού ζήτησε συγνώμη από τον κύριο Σάλτζμαν, ήρθε προς το μέρος μου και μόλις έκατσε στο πίσω θρανίο από το δικό μου που καθόταν πάντα, έβαλε και τα δύο του χέρια πάνω στους ώμους μου και αφού τους ζούλιξε δυνατά, άρχισε να με ταρακουνά με ένα επιφώνημα ευτυχίας.

«Πας καλά ρε μαλάκα; Τι κάνεις;» τον ρώτησα ενώ ταυτόχρονα έβγαλα τα χέρια του από πάνω μου και γυρίζοντας προς τα πίσω τον κοίταξα εκνευρισμένος και εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του αρκετές φορές παιχνιδιάρικα δηλώνοντας μου ότι μόλις είχε παίξει κάτι με κάποια πάλι και την στιγμή που στριφογύριζα τα μάτια μου απηυδισμένα ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και μόλις γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της απορημένος εκείνη άνοιξε και εμφανίστηκε ο χειρότερο μου εφιάλτης.....


Την ίδια στιγμή................

Καρλάιλ

Μόλις έφτασα στον τόπο του εγκλήματος όπου με είχε καλέσει ο παιδικός μου φίλος, ο Διοικητής της αστυνομίας, Τσάρλι Σουάν και είδα το πτώμα, αμέσως αναγνώρισα τα σημάδια και αυτό άρχισε να με προβληματίζει πάρα πολύ... Ήταν το τρίτο πτώμα που βρίσκαμε με τον ίδιο τρόπο νεκρό μέσα στο τελευταίο μήνα και άρχισα να είμαι περισσότερο από σίγουρος ότι η καινούργια μας επισκέπτρια ήταν υπαίτια για όλους αυτούς τους θανάτους... Ίσως τελικά οι αιώνες που πέρασαν από πάνω της να την έχουν αλλάξει ριζικά και πρέπει να το ανακαλύψω το συντομότερο δυνατών.

«Τι έγινε Τσάρλι;» τον ρώτησα καθώς τον πλησίασα και εκείνος γυρίζοντας απότομα προς το μέρος μου, σταματώντας την κουβέντα με τον ιατροδικαστή που είχε έρθει να κάνει την πρώτη εκτίμηση, ήρθε κοντά μου και επιβεβαιώνοντας με την ματιά του ότι κανείς δεν παρακολουθούσε την κουβέντα μας, μίλησε σιγανά.

«Κάτι πρέπει να κάνουμε Καρλάιλ, είναι το τρίτο πτώμα που βρίσκουμε, που θα πάει όλο αυτό; Με πιέζουν από παντού, οι κάτοικοι έχουν αρχίσει να βγάζουν διάφορες βρόμες, αν αυτό διαρρεύσει πάει και ο τουρισμός πάνε και όλα και σίγουρα καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό» μου είπε με νόημα και έριξα μια ματιά προς το πτώμα ξανά.

«Ένια σου και δεν θα διαρρεύσει τίποτα... Ο ιατροδικαστής είναι οκ;» τον ρώτησα.

«Θα γράψει στην αναφορά ότι ήταν επίθεση αρκούδας» μου επιβεβαίωσε και του χτύπησα τον ώμο φιλικά.

«Σταμάτα να αγχώνεσαι, σου είπα τα έχω όλα υπό έλεγχο» προσπάθησα να τον καθησυχάσω αλλά εκείνος ήταν ήδη πολύ ταραγμένος για να με ακούσει... «Το βράδυ στην δεξίωση θα μπορέσουμε να τα πούμε καλύτερα... Θα έρθετε έτσι δεν είναι;» τον ρώτησα και εκείνος κατένευσε... «Θα τα πούμε τότε εκεί» συνέχισα και έκανα την κίνηση να φύγω.

«Καρλάιλ;...» με σταμάτησε εκείνος και μόλις γύρισα την ματιά μου προς το μέρος του περίμενα υπομονετικά να συνεχίσει και εκείνος με πλησίασε... «Είναι αλήθεια ότι είναι εκείνη;» με ρώτησε με την πιο χαμηλή του φωνή και εγώ του το επιβεβαίωσα.

«Ναι είναι η Ιζαμπελ».......

Έντουαρντ

«Με συγχωρείτε, είσαστε ο κύριος Αλάρικ Σάλτζμαν, ο καθηγητής της ιστορίας;» τον ρώτησε εκείνη καθώς μπήκε στην αίθουσα και ο κύριος Σάλτζμαν την κοίταξε με απορία.

«Ναι εγώ είμαι» της απάντησε ευγενικά και μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω της προχώρησε προς το μέρος του.

«Συγνώμη που άργησα άλλα πρώτη μου μέρα, μέχρι να βρω τις αίθουσες, καταλαβαίνετε...» απολογήθηκε με ένα θελκτικό χαμόγελο που έκανε τον κύριο Σάλτζμαν αμέσως να χαλαρώσει και να πέσει στα δίχτυα της... Άτιμη πουτάνα, θα αφήσεις κανέναν στην ησυχία του επιτέλους;

«Κανένα πρόβλημα, δεν μου είπες όμως ποια είσαι;» την ρώτησε και εκείνη αμέσως χαμογέλασε με ένα περίεργο χαμόγελο.

«Είμαι η Κουιν (Βασίλισσα)... Κουιν Ιζαμπέλα» μωρέ τι μας λες και εγώ είμαι ο Κάρολος της Αγγλίας, χλεύασα από μέσα μου καθώς την άκουγα να τονίζει το όνομα της με τόσο καμάρι λες και ήταν το πιο σπουδαίο όνομα όλου του πλανήτη.

«Την κάναμε λαχείο μάγκα μου...» είπε αμέσως ο Έμετ ψιθυρίζοντας στο αυτί μου και αγνοώντας την, γύρισα προς το μέρος του.

«Εσύ δεν έλεγες το πρωί ότι καλύτερα να την ξεχάσουμε γιατί δεν είναι μια από μας;» του χτύπησα τα πρωινά του λόγια και εκείνος ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.

«Χέστηκα για το τι είναι, πρέπει οπωσδήποτε θα την ρίξω στο κρεβάτι» είπε με πείσμα και τον κοίταξα δύσπιστα.

«Με εκείνην ήσουν πριν... Γι’ αυτό άργησες και ήρθατε σχεδόν ταυτόχρονα;» τον ρώτησα σοκαρισμένος και εκείνος μου το επιβεβαίωσε με το βλέμμα του.

«Και πίστεψε με ήταν ακόμα καλύτερο από την προηγούμενη φορά και να φανταστείς ότι ακόμα δεν την έχω αγγίξει...» έλεγε με έναν τεράστιο ενθουσιασμό και πριν προλάβω να του απαντήσω η φωνή της διέκοψε την κουβέντα μας στην μέση.

«Και θα αργήσεις πολύ να το καταφέρεις» του γύρισε κυνικά καθώς καθόταν στο διπλανό θρανίο από τα δεξιά μου που ήταν άδειο και ταυτόχρονα με τον Έμετ γυρίσαμε τα κεφάλια μας προς το μέρος της... «Δεν είσαι ακόμα έτοιμος αγόρι μου για τα δικά μου δόντια» συνέχισε ενώ έπαιξε παιχνιδιάρικα τα φρύδια της και μόλις τελείωσε την φράση της πέρασε επιδεικτικά την γλώσσα της αργά και επιδεικτικά πάνω από την κατάλευκη εντυπωσιακή οδοντοστοιχία της λες και προσπαθούσε να μας επιβεβαιώσει ότι πράγματι ήταν η λέξη που αρχίζει από Β.

Εκείνην την στιγμή, παράλληλα, ένιωσα κάτι να έρχεται προς το μέρος μου και αντανακλαστικά γύρισα και έπιασα στον αέρα το τσαλακωμένο σε σχήμα μπάλας χαρτάκι πριν με χτυπήσει στο κεφάλι και μόλις γύρισα το βλέμμα μου προς την Έλενα την είδα να με κοιτάει νευριασμένη.

«Τι πρόβλημα έχεις εσύ;» την ρώτησα με τον ίδιο εκνευρισμό ψιθυριστά ώστε να μην με ακούσει ο κύριος Σάλτζμαν.

«Τι λέτε τόση ώρα εσείς εκεί;» μου γύρισε πίσω με ύφος τελείως ζηλόφθονα και τότε τα πήρα στο κρανίο.

«Δεν σε αφορούν όλα ξέρεις» της γύρισα πίσω και πετώντας της γρήγορα το χαρτί που κράταγα στο χέρι μου, μόλις εκείνο προσγειώθηκε πάνω στην μούρη της με δύναμη και έμεινε σοκαρισμένη να με κοιτάει, γύρισα ξανά στην θέση μου και βάζοντας το αγκώνα μου να ακουμπήσει πάνω στο θρανίο, άφησα το κεφάλι μου να ξεκουραστεί πάνω στην παλάμη μου και απομονώθηκα στις σκέψεις μου αγνοώντας όλους τους άλλους ακόμα και εκείνην...

Καλή, χρυσή, άγια η Έλενα αλλά όταν μου κάνει σκηνές ζηλοτυπίας, μα τον Θεό θέλω να την πιάσω στα χέρια μου και να αρχίσω να την ταρακουνάω... Δύο χρόνια είμαστε μαζί, ακόμα δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει για μένα; Τόσο λίγο με ξέρει πια;

«Έντουαρντ;» άκουσα το όνομα μου και αυτόματα σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα προς τον κύριο Σάλτζμαν που με είχε φωνάξει.

«Ναι;» ρώτησα πίσω.

«Ξέρεις την απάντηση ή όχι;» με ρώτησε και αφού ανακάθισα στο κάθισμα μου τον κοίταξα απολογητικά.

«Συγνώμη μπορείτε να επαναλάβετε την ερώτηση γιατί δεν την άκουσα» του είπα και μου χαμογέλασε για μια στιγμή.

«Η ερώτηση ήταν: Ποιο είναι το όνομα της πρώτης και μοναδικής Αρχόντισσας του τόπου μας και πότε πήρε την εξουσία στα χέρια της» επανέλαβε την ερώτηση που είχε κάνει πριν και τον κοίταξα σαν να κοίταζα κάποιο άλιεν.

«Συγνώμη δεν γνωρίζω» είπα ειλικρινά και εκείνος αναστενάζοντας γύρισε την ματιά του στην υπόλοιπη τάξη.

«Κάποιος άλλος που να το γνωρίζει;» τους ρώτησε και όλοι αυτόματα άρχισαν να κοιτιούνται μεταξύ τους... Αφού δεν πήρε καμία απάντηση, γύρισε προς τον πίνακα και παίρνοντας την κιμωλία στα χέρια του άρχισε να γράφει ενώ ταυτόχρονα έλεγε.

«Η πρώτη και η μοναδική γυναίκα αρχόντισσα του τόπου μας ήταν η Ίζαμπελ Σάλβατορ...» έγραψε στον πίνακα και μόλις γύρισε προς την μεριά μας συνέχισε... «Όπως αρχικά ονομαζόταν όσο ζούσε με τον πατέρα της μητέρας της... Ή Ίζαμπελ Λοκγουντ...» συνέχισε ενώ έγραψε και το δεύτερο όνομα στον πίνακα... «Όπως ονομάστηκε μετά από απαίτηση του πραγματικού της πατέρας Νικολάι Λοκγουντ που ήταν ο άρχοντας του τόπου μας πριν από εκείνην...»

«Ή Queen Isabel, όπως απαίτησε η ίδια να την αποκαλούν μετά την αναδοχή του θρόνου της...» συμπλήρωσε η Μπέλλα και ταυτόχρονα όλοι γυρίσαμε και την κοιτάξαμε σαν να την βλέπαμε για πρώτη φορά... «Εφόσον και οι δύο οικογένειες την κάνανε να νιώσει ότι δεν ανήκε σε καμία από τις δύο, εκείνη προτίμησε να μην έχει κανένα επίθετο και έτσι όλοι την αποκαλούσαν Βασίλισσα Ίζαμπελ. Όταν παραιτήθηκε από τον θρόνο, της έμεινε το όνομα Ίζαμπελ Κουιν όπου και κράτησε» γι’ αυτό τόνιζε το όνομα της; Επειδή είναι απόγονος της; Ή μήπως γιατί είναι η ίδια η Ίζαμπελ;

«Φυσικά... Ιζαμπέλλα Κουιν πως δεν το σκέφτηκα πιο πριν, είσαι η ανιψιά του Στέφαν Σάλβατορ σωστά; Μια γνήσια απόγονος της Βασίλισσας Ίζαμπελ...» είπε ο κύριος Σάλτζμαν και εκείνη του το επιβεβαίωσε με ένα νεύμα... «Δεν φαντάζεσαι πόσο χαίρομαι που βλέπω ότι κατέχεις τόσο καλά την ιστορία της οικογενείας σου» είπε με θαυμασμό και ανασήκωσε τους ώμους της.

«Πιστεύω ότι είναι χρέος όλων όσων κατάγονται από μια οικογένεια και μάλιστα με τέτοια βαριά κληρονομιά, να γνωρίζουν τα πάντα για την καταγωγή και την ιστορία της οικογένειας τους» είπε κατηγορηματικά ενώ με κάρφωνε με την ματιά της προκαλώντας με.

«Και εγώ γνωρίζω τα πάντα για την καταγωγή μου και την ιστορία της οικογένειας μου» της χτύπησα πίσω και πριν προλάβει να με προκαλέσει περισσότερο, ο κύριος Σάλτζμαν ξαναπήρε τον λόγο.

«Παιδιά δεν νομίζω ότι είναι συνετό να ανοίξουμε μια τέτοια κουβέντα... Ας προχωρήσουμε σας παρακαλώ...» είπε και μόλις έγραψε και το τελευταίο της όνομα συνέχισε... «Τώρα ποιος γνωρίζει να μου πει πότε γεννήθηκε, πότε πήρε την εξουσία και πότε την παρέδωσε» είπε γυρίζοντας προς το μέρος μας αλλά κανείς δεν ανταποκρίθηκε... «Μπέλλα;» την ρώτησε εφόσον ήταν σίγουρος ότι εκείνη το γνώριζε καλά.

«Γεννήθηκε το 500μ.χ., της δώσανε την εξουσία το 518μ.χ. και εκείνη την παρέδωσε δεκαεννέα χρόνια αργότερα....Μήπως γνωρίζετε κύριε Κάλεν σε ποιον ή περισσότερο - για μια εποχή ανδροκρατούμενη όπου η μοναρχία ήταν το Α και το Ω!! - το πως, κατάφερε να πάρει την εξουσία από την στιγμή που ήταν γυναίκα και μάλιστα σε τόσο νεαρή ηλικία;» με ρώτησε προκλητικά και της έριξα μια μοχθηρή ματιά και χωρίς να της απαντήσω γύρισα το κεφάλι μου μπροστά αγνοώντας την.

«Έντουαρντ;» με ρώτησε ξανά ο κύριος Σάλτζμαν.

«Συγνώμη αλλά δεν το γνωρίζω» του απάντησα ηττημένα και ο κύριος Σάλτζμαν συνέχισε.

«Στον Έλθρορεν Κάλεν τον δεύτερο, τον μόνο απόγονο που είχε απομείνει από την οικογένεια Κάλεν...» μου απάντησε εκείνος και αυτόματα χωρίς πραγματικά να το θέλω γύρισα την ματιά μου προς την Μπέλλα σοκαρισμένος και εκείνη με κοίταξε με ύφος... «Όσο για το πως κατάφερε να πάρει την εξουσία και μάλιστα σε μια τόσο νεαρή ηλικία...» τόνισε κοιτώντας τώρα την Μπέλλα... «Θα το αναλύσουμε κάποια άλλη στιγμή γιατί σήμερα δυστυχώς ο χρόνος μας τελείωσε»

Το κουδούνι χτύπησε και εκείνη απαξιωτικά πήρε τα βιβλία και την τσάντα της στο χέρι και με έναν αέρα νικητή, έφυγε από την τάξη χωρίς να με ξανακοιτάξει.

«Πω πωωωω μεγάλεεεε... φαντάζεσαι τι κόλπα θα ξέρει να κάνει η θεογκόμενα με τα 1500 χρόνια εμπειρίας που έχει;...» μου ψιθύρισε ο Έμετ από πίσω μου συνωμοτικά καθώς πάλι άρχισε να με ταρακουνάει με όλον τον ενθουσιασμό που τον είχε συνεπάρει και γύρισα απηυδισμένος προς το μέρος του και εκείνος με κοίταξε με περιέργεια.

«Πραγματικά με εκπλήσσεις που κατάφερες με όλες αυτές τις φαντασιώσεις που είμαι σίγουρος ότι είχαν πνίξει το λιγοστό μυαλό σου, να κάνεις τον συσχετισμό» του γύρισα και με κοίταξε σαν να του μίλαγα κινέζικα.

«Μίλα σαν άνθρωπος βρε αδελφάκι μου, τι μαλακίες είναι αυτές, με εκπλήσσεις, να κάνεις τον συσχετισμό... Σε ποια γλώσσα μιλάς επιτέλους; Και τι διάολο σημαίνει πάλι αυτός ο συσχετισμός» είπε απηυδισμένα και στριφογύρισα τα μάτια μου απελπισμένος.

«Αν άνοιγες κανένα βιβλίο τώρα θα ήξερες» του χτύπησα και εκείνος άρχισε να γελάει.

«Σιγά μην κάτσω να γίνω φύτουλας σαν και εσένα... μια χαρά είμαι και έτσι» μου γύρισε πίσω.

«Και σιγά μην κάτσω να σου κάνω ξανά καμία εργασία... για να γλεντάς εσύ με τις χαζογκόμενες σου» του ανταπέδωσε και γέλασε περισσότερο.

«Ξέρεις κάτι; Εγώ λέω να παρατήσεις και τις δικές σου και να έρθεις να τις γλεντήσουμε μαζί... Αδελφάκι μου δεν ξέρεις τι χάνεις, ξέρεις πόσες μου την πέφτουν από δίπλα μόνο και μόνο για να με πείσουν να τους κάνω κατάσταση μαζί σου;» τον κοίταξα με ύφος αλλά εκείνος δεν μάσησε... «Ρε ηλίθιε ξέρεις πόσα γκομενάκια ξεροσταλιάζουν να σε κοιτάνε με τις ώρες με τα βρακάκια τους να στάζουν από μακριά και εσύ τα περιφρονείς; Μαλάκα ουρά κάνουν για να βρουν μια ευκαιρία να σε πλησιάσουν και εσύ δεν παίρνει πρέφα τι γίνετε γύρω σου» μου γύρισε άλλη μια φορά και έπιασα το κεφάλι μου απηυδισμένος.

«Δεν τρώγεσαι πια... Τέλος πάντων για να σου λύσω την απορία... εννοούσα ότι με άφησες μαλάκα που κατάφερες να καταλάβεις ότι η Ίζαμπελ και αυτή... είναι το ίδιο πρόσωπο» του εξήγησα μπας και με παρατούσε επιτέλους ήσυχο με τα ηλίθια κηρύγματα του που τον τελευταίο καιρό είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο επίμονα και άνοιξε τα μάτια του διάπλατα ενώ δάγκωνε το κάτω του χείλος καθώς άρχισε την ματιά του να δείξει πόσο την λιγουρευόταν.

«Πας καλά; Τέτοιες πληροφορίες δεν τις αφήνουν να πέσουν κάτω... Πω πωωω μαλάκα δεν σου λέω τίποτα, τώρα είναι που την θέλω οπωσδήποτε» είπε κατηγορηματικά και πριν προλάβω να του απαντήσω καταλλήλως, η Έλενα μας διέκοψε καθαρίζοντας τον λαιμό της.

«Μπορώ να σου πω;...» ρώτησε εκνευρισμένα και κοίταξε προς τον Έμετ... «Ιδιαιτέρως»

«Άι μωρή που έμαθες και το ιδιαιτέρως...» είπε με αηδία προς την Έλενα και πριν προλάβει εκείνη να του απαντήσει, γύρισε προς το μέρος μου αγνοώντας την τελείως... «Μεγάλε την κάνω, ξέρεις πως ξενερώνω με αυτά, θα τα πούμε στο αυτοκίνητο...» μου είπε και αμέσως του έδωσα τα κλειδιά... «Φόρα και κανένα κράνος, θα σου χρειαστεί» ψιθύρισε συνωμοτικά καθώς τα έπαιρνε από το χέρι μου και του έδωσα μια ψεύτικη μπουνιά στον ώμο την ώρα που έκανε την κίνηση να φύγει.

Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του, στην πλέον άδεια τάξη από μαθητές, γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της.

«Σε ακούω» της είπα και αμέσως το ύφος της έγινε πιο άγριο.

«Μπορώ να μάθω τι σιγομουρμουρίζατε τόση ώρα με τηνννν... άντε μην την χαρακτηρίσω;» είπε και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

«Υπονοείς κάτι; Τολμάς να υπονοείς κάτι; Μετά από τα δύο χρόνια που έχουμε περάσει μαζί ενώ ξέρεις πάρα πολύ καλά ότι όταν δεν μπορείς να βγεις εγώ μένω πάντα κλεισμένος μέσα στο σπίτι αντί να βγαίνω με τους φίλους μου για να σε κάνω να νιώθεις καλύτερα και όταν καταφέρνουμε να βγούμε δεν έχω μάτια παρά μόνο για σένα και τολμάς να με αμφισβητείς και από πάνω; Τόσο λίγο με ξέρεις πια;» την ρώτησα εξαγριωμένος και εκείνη τα πήρε στο κρανίο και άρχισε να ωρύεται.

«Έχεις άλλη, είμαι σίγουρη ότι έχεις άλλη, δεν είσαι ο Έντουαρντ που γνώρισα... δεν ξέρω πια ποιος είσαι» ήταν το μόνο βρήκε να μου γυρίσει και την κοίταξα με ειρωνικό ύφος.

«Φυσικά πως μπορείς να με αναγνωρίζεις, μήπως με κοίταξες και ποτέ; Μήπως έκατσες ποτέ να με δεις ή να με καταλάβεις;» της γύρισα και εκείνη γούρλωσε τα μάτια της και με κοίταξε δύσπιστα.

«Εγώ; Δεν σε κατάλαβα ποτέ, εγώ;» ρώτησε σοκαρισμένη και την κοίταξα με νόημα στα μάτια.

«Όχι Έλενα, ποτέ δεν με κατάλαβες, ποτέ δεν νοιάστηκες ούτε για μια στιγμή για το τι θέλω εγώ, πάντα προτεραιότητα έχεις εσύ και οι δικές σου ανάγκες, για τις δικές μου ούτε να το συζητάς» της γύρισα με πικρία και άρχισε πάλι να τα παίρνει.

«Ναι φυσικά το σεξ, αυτό και μόνο είναι όλο μας το πρόβλημα» γύρισε με ειρωνεία.

«Δεν είναι; Έχεις ιδέα σε μένα τι κοστίζει; Ή ακόμα χειρότερα έχεις νοιαστεί να μάθεις; Αλλά δεν φταίει κανένας άλλος παρά μόνο εγώ που αντί να σε βάλω κάτω και να σε πιέσω ή να σε απειλήσω ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο κάνουν όλοι άλλοι για να πείσουν τις κοπελιές τους να τους κάτσουν, εγώ κάθομαι και σε περιμένω σαν κεράκι αναμμένο χωρίς καν να σου το αναφέρω πια γιατί ακόμα και αυτό σε αγχώνει, περιμένοντας το πότε εσύ θα κάνεις την πρώτη κίνηση και ποιο είναι το ευχαριστώ, να μου την λες και να με κατηγορείς και από πάνω ότι έχω άλλη;... Ε όχι Έλενα αυτό πάει πάρα πολύ... ανέχομαι πολλές μαλακίες σου αλλά την ζήλια σου και την αμφισβήτηση σου ποτέ»

«Ανέχεσαι πολλές μαλακίες μου;...»

«Μπορείς να μου εξηγήσεις τι διάολο σε έχει πιάσει τώρα τελευταία και μόλις γυρίσω το κεφάλι μου προς την μεριά ενός θρανίου που τυχαίνει να κάθετε κοπέλα, αρχίζεις να πετάς χαρτάκια για να γυρίσω την ματιά μου αλλού; Τι διάολο καλάθι του μπάσκετ έχεις περάσει το κεφάλι μου;» της γύρισα πίσω πριν προλάβει να τελειώσει την φράση της και εκείνη άρχισε να κουνάει το κεφάλι της αρνητικά κοιτώντας με σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά.

«Δεν σε αναγνωρίζω πια... Ποιος είσαι;» με ρώτησε ενώ τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν αλλά για πρώτη φορά από τότε που ήμασταν μαζί, δεν με συγκινούσαν.

«Αν με ήξερες, αν πράγματι ενδιαφερόσουν ή ένιωθες έστω και στο μισό όπως νιώθω εγώ για σένα, τώρα θα ήξερες την απάντηση» της χτύπησα στα μούτρα και παίρνοντας στο χέρι μου τα βιβλία μου και την τσάντα μου πριν πει οτιδήποτε άλλο και με κάνει χειρότερα, έφυγα και με γρήγορα βήματα πήγα μέχρι το παρκινγκ για να πάρω το αυτοκίνητο ώστε να φύγω όσο πιο μακριά της μπορούσα.

ESCAPE POLH FANTASMA