Ετικέτες

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Τα Χρώματα Του Έρωτα "Επίλογος"



Επίλογος



Άλικο

Το άλικο χρώμα αντιπροσωπεύει και το θάρρος, τον ηρωισμό και την εσωτερική δύναμη. Μπορεί να υπονοεί και ένα γεγονός ή περίπτωση που θα σε βάλει σε δοκιμασία.


— … –
Μπέλλα
˜ … ™

Ήθελε να με ξεφτιλίσει και το πέτυχε. Ήθελε να με υποδουλώσει σε αυτόν τον γελοίο γάμο και τα κατάφερε. Ο Τζέικοπ φυσικά και ήξερε τα πάντα για την σχέση μου με τον Έντουαρτ και έκανε τα αδύνατα δυνατά ώστε να το εκμεταλλευτεί. Από την αρχή ήθελε να έχει το πάνω χέρι στην σχέση μας, στην εταιρία του πατέρα μου, στην ζωή μου την ίδια και τώρα όλα ήταν με το μέρος του. Ποιος από εμάς θα μπορούσε να του πάει κόντρα όταν εγώ ήμουν αυτή που είχα πρώτη αθετήσει τον λόγο μου;
Καθώς έμπαινα μέσα στην σουίτα του ξενοδοχείου του με όλες τους παρατρεχάμενους μου που είχαν έρθει για να με ετοιμάσουν για να είμαι η τέλεια νύφη για τον τέλειο γάμο με τον τέλειο γαμπρό ένιωσα να πνίγομαι. Όσο προχωρούσα προς την κρεβατοκάμαρα η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Πως θα μπορούσα να συνεχίσω αυτό το θέατρο μέσα σε ένα δωμάτιο όπου ήταν παντού τα σημάδια του Έντουαρντ λες και δεν έφτανε που ήταν παντού στο κορμί και την καρδιά μου;
Ανοίγοντας την πόρτα η ανάσα μου κόπηκε στην μέση. Το κόκκινο του πάθους δέσποζε παντού. Ένα πάθος που όλοι περίμεναν από μένα να ξεδιπλώσω για τον μέλλοντα σύζυγο μου όμως πως μπορούσα να του παραδοθώ όταν το σώμα και περισσότερο η καρδιά μου ήταν ήδη δοσμένη αλλού; Απλά δεν μπορούσα και το ήξερε. Το ήξερε και το εκμεταλλευόταν και αυτό. Ποιος θα τον αδικούσε αν θα γύρναγε με την μια και με την άλλη από την στιγμή που στο κρεβάτι του θα είχε μια παγοκολόνα για συντροφιά; Όχι ότι θα χρειάζονταν και δικαιολογία άλλωστε. 
Τα κορίτσια που είχαν έρθει για να με ετοιμάσουν έπιασαν αμέσως δουλειά ετοιμάζοντας τα πράγματα τους αλλά εγώ σα παγωμένη στο ίδιο σημείο δεν κατάφερα να κουνηθώ. Τα μάτια μου κοιτούσαν την τοιχογραφία του και δάκρυζαν από απόγνωση. Ήταν ότι πιο αισθησιακό είχα δει ποτέ στην ζωή μου. Με τα μάτια του μυαλού μου, βλέποντας αυτή την τοιχογραφία, μπορούσα να δω τον εαυτό μου απελευθερωμένο από ότι με έπνιγε. Μπορούσα να δω τον εαυτό μου να χορεύει πάνω στις φλόγες που έγλυφαν το κορμί μου και να συνεχίζω να χορεύω με όλο το πάθος που μου είχε ξυπνήσει. Να χορεύω μόνο για εκείνον.
Οι αναμνήσεις κατάκλυζαν το μυαλό μου και το φάντασμα του αγγίγματος του που μου έφερνε πάντα ζεστασιά, μου προκαλούσε απελπισία και έκανε πάγο να κυλάει στις φλέβες μου στη σκέψη ότι σε λίγες ώρες το σώμα μου θα άνηκε σε κάποιον άλλον και μάλιστα μέσα  στο δωμάτιο που εγώ τον είχε εμπνεύσει να δημιουργήσει.
Η ώρα πέρναγε, τα κορίτσια σχεδόν είχαν τελειώσει την δουλειά τους και την στιγμή που εμφανίστηκε η κοπέλα που είχε φέρει το κατάλευκο νυφικό μου ο χρόνος πάγωσε. Φαντάστηκα τον εαυτό μου μέσα σε αυτό το νυφικό και δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Φαντάστηκα να στέκομαι δίπλα του στο ιερό και η ανάσα μου πνίγηκε μέσα μου. Φαντάστηκα να ζω μια ζωή γεμάτη δυστυχία και η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει.
Το νυφικό είχε πια φορεθεί και εγώ ανίκανη να ανασάνω λύγισα τα πόδια μου και σωριάστηκα στο πάτωμα. Οι κοπέλες σαστισμένες προσπάθησαν να με συνεφέρουν αλλά εγώ ήμουν σα να είχα πέσει σε κώμα. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο πέρα από εκείνη την τοιχογραφία.
Με είχε απαλλάξει από όλες μου τις αλυσίδες, με είχε απελευθερώσει, με είχε κάνει γυναίκα και εγώ τώρα τον πρόδιδα με τον χειρότερο τρόπο. Η αηδία και ο πόνος του εκείνη την ημέρα που με είδε στο σπίτι του Τζέικοπ ακόμα τρύπαγε την καρδιά μου αλλά δεν μπορούσα να τον αδικήσω. Τα λόγια του και η πικρία στη φωνή του όταν προσπάθησα να του εξηγήσω στοιχειώνουν κάθε βράδυ τους εφιάλτες μου.
«Μπέλλα… Μπέλλα» άκουσα την φωνή της μοναδικής μου φίλης Άλις να με καλεί και χωρίς να ξέρω τι άλλο να κάνω γύρισα την ματιά μου προς το μέρος της και την παρακάλεσα με την ματιά μου να με βοηθήσει.
Δεν χρειάστηκαν τα λόγια για να καταλάβει τι της ζητούσα. Ήταν δίπλα μου από την πρώτη στιγμή, ήταν δίπλα μου σε κάθε μου απόφαση και έτσι και τώρα πριν εγώ καταφέρω να κάνω ένα σχέδιο διαφυγής εκείνη το είχε έτοιμο.
Καθώς μεταφερθήκαμε από τον επάνω όροφο στο ισόγειο με άφησαν μόνη μέχρι να έρθει ο πατέρας μου για να με συνοδεύσει ως το ιερό.
Η Άλις που ξεπρόβαλε από την πόρτα που πριν λίγο είχα μπει έτρεξε κοντά μου.
«Μπέλα μη…» άρχισε να λέει η Άλις αλλά γρήγορα τη διέκοψα.
«Όχι Άλις! Ξέρεις την κατάσταση και τι πρέπει να κάνω. Σε παρακαλώ… με τα βίας δεν τα έχω βάλει στα πόδια.. δεν μπορώ» λυγμοί με κατέκλυσαν κάνοντας το λαιμό μου να κλείσει.
«Μα ο Εντ-» ξανάρχισε η Άλις και κλαίγοντας ακόμα έκανε έναν ήχο ανάμεσα σε λυγμό και ουρλιαχτό στο άκουσμα του ονόματος του.
Η φυσική υπενθύμιση της ύπαρξης του, το ότι δεν ήταν ένα πλάσμα που ζούσε μέσα στις αναμνήσεις και την καρδιά μου ήταν κάτι που δεν μπορούσα να αντέξω.
«Μπέλα είσαι ντυμένη νύφη και μοιάζεις λες και πας σε κηδεία! Δεν αξίζει σε καμιά γυναίκα αυτό! Μια ζωή φρόντιζες όλους τους άλλους αλλά δε μπορείς να αφήσεις τον άνθρωπο που αγαπάς για αυτούς, η αυτοθυσία έχει και τα όρια της!» είπε με μαλακή αλλά σταθερή και γεμάτη πυγμή φωνή.
Την κοίταξα στα μάτια και αυτό ήταν, επιτέλους αφέθηκα να κάνω αυτό που ήθελα από την αρχή. Η Άλις γρήγορη, ήρθε δίπλα μου αμίλητη αλλά με λαμπερά μάτια και με βοήθησε να πάω προς την πόρτα που μόλις είχε μπει. Πριν φτάσουμε εκεί η κεντρική πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε στο κατώφλι της η αδελφή μου.
«Το ήξερα ότι δεν θα άντεχες» δήλωσε με τέτοια ικανοποίηση που με έκανε να ξαφνιαστώ.
«Θα με σταματήσεις;» την ρώτησα και καθώς κοίταξε προς τον έξω χώρο έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.
«Αντιθέτως…» είπε και έμεινα να την κοιτώ χωρίς να το πιστεύω.
«Ο Τζέικοπ μαζί μου θα είναι καλύτερα» συνέχισε και σοκαρισμένη κοίταξα την Άλις για απαντήσεις αλλά εκείνη δεν είπε τίποτα.
Η αδελφή μου; Αυτή ήταν η αντικαταστάτρια μου; Όχι ότι είχε σημασία για μένα αλλά γιατί τέτοιο θέατρο; Γιατί δεν παντρευόταν εκείνη και να αφήσουν ήσυχη εμένα;
Δεν είχαμε χρόνο για απαντήσεις σε λίγο ο πατέρας μου θα ερχόταν και εγώ έπρεπε να φύγω όσο είχα χρόνο. 
«Φύγε όσο προλαβαίνεις και μην κοιτάξεις πίσω σου» ήταν τα τελευταία λόγια της αδελφής μου και πριν το σκεφτώ άρχισα να τρέχω. 




Μπορντώ
Το χρώμα μπορντώ συμβολίζει την επιτυχία, την αφθονία και την επιτυχία. Επίσης μπορεί να σχετιστεί με προσωπική δύναμη και πιθανότητες.


— … –
Μπέλλα
˜ … ™

Βάζοντας με μέσα σε ένα ταξί, η Άλις μου έδωσε την τσάντα της και έκλεισε την πόρτα.
«Άλις» φώναξα ενώ κατέβαζα γρήγορα το παράθυρο και εκείνη κοντοστάθηκε.
«Αν δεν πάει καλά πάρε με τηλέφωνο στο σπίτι. Θα δούμε τι θα κάνουμε μετά» μου έδωσε το κουράγιο που είχα ανάγκη.
«Άλις» ξαναφώναξα «ευχαριστώ… για όλα» είπα με βαθιά συγκίνηση και γεμάτη αγάπη για την καλύτερη μου φίλη, την αδερφή μου.
Εκείνη απλά μου χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι πριν γυρίσει και πάλι να φύγει. Με την καρδιά μου να σπαρταρά έδωσα την διεύθυνση στον οδηγό και εκείνος ξεκίνησε.
Η διαδρομή αν και λιγάκι μακρινή πέρασε εν ριπή οφθαλμού. Φτάνοντας έξω από την πολυκατοικία του Έντουαρτ τα πόδια μου είχαν παραλύσει. Τι θα του έλεγα; Θα έμπαινε στον κόπο να με ακούσει; Τι και αν με έδιωχνε λέγοντας ότι δε θα με συγχωρούσε ποτέ και ότι είχαμε τελειώσει για πάντα; Το κεφάλι που πήγαινε να σπάσει και η ήμουν στα πρόθυρα κρίσης πανικού.
«Φτάσαμε» άκουσα τον οδηγό να μου λέει και η ανάσα μου άρχισε να επιταχύνεται ακόμα περισσότερο. Όση απελπισία είχα νιώσει στην εκκλησία είχε διπλασιαστεί και με κατέτρωγε. 
«Τι σας χρωστάω;» ρώτησα μηχανικά με τρεμάμενη φωνή την στιγμή που άνοιγα το τσαντάκι της Άλις και μόλις είδα τα λεφτά που είχε μέσα σάστισα.
Σίγουρα ήταν όλες της οι οικονομίες. Μα πως μπορούσε να το κάνει αυτό όταν ήξερα ότι τα μάζευε δολάριο – δολάριο για τις σπουδές της; Όχι δεν μπορούσα να τα δεχτώ. Έπρεπε να βρω τρόπο να της τα επιστρέψω όμως τώρα προείχε κάτι άλλο.
Βγαίνοντας αποφασιστικά από το ταξί, κράτησα στα χέρια μου την φούστα του νυφικού και άρχισα να τρέχω. ‘Μόνο να είναι εδώ’ παρακάλαγα μέσα μου δε θα το άντεχα αν μετά απ’ όλα αυτά δεν ήταν εδώ, αν είχα έρθει για το τίποτα. ‘Μόνο να είναι εδώ’ επαναλάμβανα καθώς χτύπαγα την πόρτα του και μόλις την άνοιξε η ανάσα μου κόπηκε στην μέση.
Το σπίτι απ’ όσο μπορούσα να δω ήταν για άλλη μια φορά όπως την πρώτη μέρα για να μην πω και χειρότερο. Μπορούσα να δω τα άδεια μπουκάλια στο τραπεζάκι δίπλα στο τασάκι που ξεχείλιζε με αποτσίγαρα. Ήταν λες και αντανακλούσε στο σπίτι όλον τον συναισθηματικό του κόσμο, τα πάντα ήταν τόσο ανάκατα που με διέλυε να σκέφτομαι ότι βίωνε συναισθηματικά έστω και το μισό από αυτό το χάος.
Με το φόβο ότι θα μου κλείσει την πόρτα κατάμουτρα γρήγορα τον παραμέρισα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Πάγωσα μπροστά στο τοπίο της φρίκης. Νόμιζα ότι είχα ήδη δει το χειρότερο αλλά έκανα λάθος. Το χειρότερο ήταν ότι την οργή του την είχαν πληρώσει και οι ίδιοι του οι πίνακες. Καθώς τους κοίταζα στο πάτωμα σχισμένους η καρδιά μου πόνεσε όσο δεν είχε πονέσει ποτέ άλλοτε. Δεν ήταν μόνο η σκληρή δουλειά του που είχε πάει στράφι αλλά ένιωσα σα να είχε καταστρέψει όλες μας τις αναμνήσεις, όλα του τα συναισθήματα για μένα κείτονταν στο πάτωμα κομματιασμένα μαζί με τους πίνακες και η ιδέα με σκότωνε. 
Καθώς η ματιά μου καρφώθηκε πάνω στην σκληρή δική του ματιά, η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει αλλά δεν έχασα το θάρρος μου. Είχα έρθει να τον διεκδικήσω και δεν θα έφευγα χωρίς να βάλω όλα μου τα δυνατά. Ακόμα και αν με απέρριπτε θα ήξερα ότι είχα προσπαθήσει. Ήταν όλα ή τίποτα!
«Δεν ήρθα εδώ για να δικαιολογηθώ» είπα γρήγορα πριν εκείνος πει οτιδήποτε και παίρνοντας μια ανάσα για να καλμάρω κατάπια σπασμωδικά και συνέχισα.
«Δεν σε αδικώ… και εγώ στην θέση σου θα σκεφτόμουν τα χειρότερα αλλά δεν φεύγω από εδώ αν δεν σου αποδείξω ότι δεν ήταν δική μου επιλογή, αν δεν σου αποδείξω ότι είμαι μόνο δική σου» προσπάθησα με όση δύναμη είχα μέσα μου αλλά το ύφος του δεν άλλαζε.
«Αν σκέφτεσαι ότι μπαίνοντας στην ζωή μου θα μπορείς να έχεις μια θέση στην περιουσία των Κάλλεν…» δεν τον άφησα να συνεχίσει. Παρόλο που μου άξιζε ο εξευτελισμός του δεν είχα σκοπό να τον αφήσω να με λυγίσει.
«Μαζί σου θα μπορούσα να ζήσω και στην κορυφή των Ιμαλάϊων μέσα σε ένα αντίσκηνο. Αρκεί να μου το πεις και θα το κάνω… σε παρακαλώ»….



Κόκκινο
Το κόκκινο είναι το χρώμα της φωτιάς και είναι στενά συνδεδεμένο με την αγάπη, το πάθος, την επιθυμία, τον πόθο, το ρομαντισμό και τη χαρά. Σε διαφορετικές κουλτούρες συμβολίζει την αγνότητα και την ευτυχία και είναι το παραδοσιακό χρώμα που φοριέται από τις νύφες. Στην Κίνα το κόκκινο χρησιμοποιείται για καλή τύχη και αντιπροσωπεύει την ευδαιμονία και την ευζωία.


— … –
Έντουαρτ
˜ … ™

2 χρόνια μετά….

Βγαίνοντας από την γκαλερί όλοι οι δημοσιογράφοι μου είχαν στήσει καρτέρι και χωρίς επιλογή στάθηκα μπροστά τους και έπαιξα τον ρόλο μου ως είθισται.
«Κύριε Μέισεν, τι έχετε να δηλώσετε για την επιτυχία της έκθεσης;» ρώτησε μια κοπέλα που ήταν μπροστά μου και χαμογελώντας της κοίταξα την κάμερα κατάματα.
«Η επιτυχία της έκθεση οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην μούσα μου και γυναίκα της ζωής μου» της απάντησα με όλη την ευτυχία που ένιωθα μέσα μου να αντικατοπτρίζεται στα χαρακτηριστικά μου.
«Εννοείτε πως δημιουργείται για εκείνη ή μιλάτε για την ικανότητα της ως μάνατζερ σας;» τον ρώτησε με σοβαρό ύφος και πάλι η νεαρή δημοσιογράφος.
«Η Μπέλα μου είναι μια γυναίκα ταλαντούχα που κάνει τη ζωή μου καλύτερη απλά με την ύπαρξη της. Με ενθαρρύνει και με εμπνέει και συνάμα φροντίζει η τέχνη μου να λαμβάνει την προσοχή που της αξίζει. Δε νομίζω ότι μπορώ να πω κάτι παραπάνω» απάντησα προσπαθώντας όσο πιο σύντομα και όσο πιο απλά να εξηγήσω τα συναισθήματα μου για την γυναίκα που με περηφάνια αποκαλώ σύζυγο μου.
 «Και κάτι τελευταίο. Πως νιώθετε τώρα που γίνατε πατέρας;» συνέχισε εκείνη και καθώς γύρισα να την αντικρίσω χαμογέλασα σαν να έβλεπα μπροστά μου τον μικρό μου πρίγκιπα που είχε έρθει για να ολοκληρώσει την ευτυχία μας.
«Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη» της απάντησα με ειλικρίνεια αλλά πριν εκείνη συνεχίσει τις ερωτήσεις της εγώ συνέχισα.
«Γι’ αυτό θα με συγχωρήσετε τώρα αλλά δεν μπορώ να μείνω στιγμή παραπάνω μακριά τους» κατέληξα και καθώς πήρε την θέση μου η υπεύθυνη της γκαλερί για να κάνει τις δικές της δηλώσεις προχώρησα μέσα στο πλήθος και έσπευσα να πάω στο αυτοκίνητο μου για να πάω όσο πιο γρήγορα μπορούσα μέσα στην πιο ζεστή αγκαλιά του κόσμου. Εκείνη της γυναίκας μου και του γιού μου.


ΤΕΛΟΣ


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Τα χρώματα του έρωτα "10. Μαύρο"



Το μαύρο μπορεί να συμβολίζει μεγάλες αλλαγές, τον θάνατο και το πένθος. Είναι επίσης συνδεδεμένο με κρυμμένα πράγματα, το άγνωστο και το τέλος μια εποχής.


“Was it hard?" I ask. Letting go?"
Not as hard as holding on to something that wasn't real.”
― Lisa Schroeder

~ Έντουαρτ ~

Φορώντας τα μοναδικά καθώς πρέπει ρούχα που είχα κρατήσει από την παλιά μου ζωή κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και αναστέναξα.
Η τελευταία φορά που τα είχα βγάλει από πάνω μου ήταν τόσο βρόμικα και τόσο τσαλακωμένα που δεν περίμενα με τίποτα ότι το καθαριστήριο θα μπορούσε να τους δώσει ξανά ζωή και όμως φορώντας τα τώρα ήταν και πάλι σαν καινούργια.
Σαν χθες μου φαίνεται που με αυτή την αλλαξιά και 20$ στην τσέπη να είναι όλη μου η περιουσία είχα ξεκινήσει για την νέα μου ζωή… Μια ζωή που γνώρισα τι θα πει πείνα και δίψα, που έμαθα πως είναι να ζεις κάτω από τον μαυρισμένο ουρανό με μοναδικό κάλυμμα ένα χαρτόκουτο. Μια ζωή που μου έμαθε το πόσο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί σε μια στιγμή να γίνει απάνθρωπος και να σε κοιτάξει με απαξίωση. Nα σου γυρίσει την πλάτη ή ακόμα και να σε πετάξει έξω από το μαγαζί του σαν σκυλί γιατί έτυχε να μην έχεις την σωστή εμφάνιση, γιατί τα ρούχα σου μύριζαν απλυσιά, γιατί το μούσι σου ήταν πιο μακρύ ακόμα και από τα μαλλιά σου.
Όμως δεν το έβαλα κάτω. Όχι, δεν θα το έβαζα για τίποτα και για κανέναν. Μπορεί να πάλεψα πολύ αλλά ξέρω ότι τα κατάφερα. Κατάφερα να βρω ένα φτωχικό μαγαζάκι όπου η μοναδική πληρωμή που μπορούσε να μου προσφέρει ήταν ένα στρώμα στην αποθήκη για κατάλυμα, ένα ζεστό φαΐ από αυτά που περισσεύαν στην κουζίνα και ένα μικρό μεροκάματο για να έχω τα απαραίτητα: ένα ξυράφι για τα γένια, μια χτένα για τα μαλλιά, ένα καινούργιο δανικό ζευγάρι παπούτσια που με χτύπαγαν στο πέλμα και μια αλλαξιά ρούχα του καταστηματάρχη όπου επέπλεε απάνω μου ήταν η νέα μου περιουσία αλλά ούτε καν αυτό με πτόησε.
Έδωσα όλον μου τον εαυτό και τα κατάφερα. Μετά από μερικούς μήνες μπόρεσα να γίνω και πάλι ο εαυτός μου. Αυτό που έλπιζα να βρω όταν έφευγα από το χρυσό παλάτι που πλάκωνε τα όνειρα μου και μόλις τον βρήκα ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω.
Για να ανταποδώσω την καλοσύνη εκείνων των ανθρώπων που πίστεψαν σε μένα, χάλασα όλα τα λεφτά που είχα μαζέψει σε μπογιές και έπιασα αμέσως δουλειά. Τα γκριζωπά πολυκαιρισμένα χρώματα των τοίχων του μαγαζιού αντικαταστάθηκαν με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και αυτόματα η πελατεία διπλασιάστηκε. Ήταν τόση πολύ πια που ο καταστηματάρχης μπορούσε να με πληρώνει πια κανονικά ώστε να βρω μια δική μου στέγη.
Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Η δουλειά μου δεν πέρασε απαρατήρητη! Ο κόσμος που πέρναγε από το μαγαζάκι ενθουσιαζόταν και μου ζητούσε να του φτιάξω και τα δικά τους μαγαζιά ή σπίτια. Ώσπου δεν άργησε η δεύτερη δουλειά να γίνει πρώτη και έτσι, με βαριά καρδιά, έφυγα από εκεί και άρχισα να οραματίζομαι το μέλλον. Ένα μέλλον μόνο με επιτυχίες όπου δεν άργησε να έρθει…
Και να με πάλι με τα ίδια ρούχα να κάνω το νέο μου ξεκίνημα. Ένα ξεκίνημα που δεν ήξερα που θα μπορούσε να με οδηγήσει. Άραγε θα άντεχα να κλειστώ ξανά σε ένα ψεύτικο χρυσό παλάτι; Να παίζω τον άρχοντα μπροστά σε πρόσωπα που εγώ κάποτε ήμουν σε χειρότερη μοίρα από εκείνους; Πρόσωπα σαν την Μπέλλα μου που παλεύουν για ένα μεροκάματο;
Δεν ήξερα την απάντηση όμως ήξερα τι θα ήθελα για εκείνη. Δεν ήθελα να εξαρτάται από ένα ψωροκόμματο, ήθελα να μπορώ να  της παρέχω ότι της άξιζε με τα δικά μου χέρια.
Καθώς η ώρα περνούσε και το κινητό μου παρέμενε στην σιωπή η αγωνία μου μεγάλωνε. Μπορεί στο σύντομη τηλεφώνημα της να με είχε διαβεβαιώσει ότι όλα είναι καλά αλλά εγώ δεν είχα ανακουφιστεί καθόλου. Ο τόνος της φωνής έφτανε και περίσσευε για να με κάνει να πειστώ ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.
Μήπως οι γονείς της είχαν μάθει για μας; Μήπως δεν συμφωνούσαν με αυτήν την σχέση; Δεν θα τους αδικούσα. Ποιος γονιός θα ήθελε τέτοια τύχη για την κόρη τους. Αλλά τα είχα καταφέρει, είχα πλέον όλα τα εφόδια για να της παρέχω ένα σίγουρο μέλλον. Κατάφερα να αναγνωριστώ, τώρα οι δουλειές δεν θα ήταν τόσο δύσκολες για μένα και τα ποσοστά που θα πάρω από τους πίνακες που θα πουληθούν θα φτάσουν και θα περισσέψουν για ένα νέο ξεκίνημα.
Γιατί να είναι αρνητικοί; Αν μου έδιναν μια ευκαιρία θα μπορούσα να τους αποδείξω ότι η Μπέλλα μαζί μου, μπορεί να μην έκανε μια πλούσια ζωή, αλλά θα μπορούσε – αν ήθελε – να έχει μια άνετη ζωή μακριά από αφιλόξενα σπίτια που θα την κακομεταχειρίζονται οι αδιάφοροι κρυόκωλοι πλούσιοι για νένα κομμάτι ψωμί.
Τι παραπάνω ζητήσει ένας γονιός για το παιδί του;
Καθώς το κινητό μου χτύπησε, κάθε σκέψη παραμερίστηκε και έτρεξα να απαντήσω.
«Παρακαλώ;» ρώτησα χωρίς να κοιτάξω το καντράν και μόλις άκουσα μια άγνωστη γυναικεία φωνή η καρδιά μου άρχισε πάλι να χτυπά άρρυθμα.
Γιατί δεν έπαιρνε ένα τηλέφωνο; Μόνο να άκουγα την φωνή της… Πολλά ζητούσα;
«Κύριε Μέισεν με ακούτε;» ρώτησε ξανά η γυναικεία φωνή και αναστέναξα.
«Ναι σας άκουσα. Παίρνεται εκ μέρους του κύριου Μπλακ για να επιβεβαιώσετε για το σημερινό μας ραντεβού» επανέλαβα τα λόγια της ενοχλημένος και μετά συνέχισα. «Τώρα ξεκινώ. Ενημερώστε τον ότι θα είμαι στο σπίτι του σε μία ώρα»…


Βγαίνοντας από το ταξί που είχα πάρει πλησίασα την καγκελωτή αυλόπορτά και κοίταξα την ώρα. Είχα φτάσει πολύ νωρίτερα από όσο υπολόγιζα και δεν ήμουν σίγουρος για το τι έπρεπε να κάνω τώρα. Ένα αυτοκίνητο που σταμάτησε πίσω μου μού τράβηξε την προσοχή.
«Ψάχνετε κάτι;» ρώτησε μια ξανθιά γυναίκα και πλησίασα κοντά της.
«Έχω ραντεβού με τον κύριο Μπλακ» την ενημέρωσα και βγάζοντας τα γυαλιά του ηλίου της με κοίταξε με τα βαθυγάλανα μάτια της.
Μπορεί να ήταν εντυπωσιακή χωρίς καμιά αμφιβολία αλλά εμένα δεν με ξεγέλαγε. Ήταν σίγουρα άλλο ένα από εκείνα τα αρπακτικά που με το που μυριστούν χρυσό πέφτουν πάνω του σαν τις μύγες. Ήταν από εκείνο το είδος γυναίκας που με έκανε να σιχαθώ το γυναικείο φύλλο, που με έκαναν να αφήσω πίσω μου την παλιά μου ζωή μια ώρα αρχύτερα ώστε να απαλλαγώ από εκείνες που δεν έχαναν ευκαιρία να με πλησιάζουν μόνο για το όνομα μου και όχι για την καρδιά μου.
Χωρίς να πει κάτι, με ένα τηλεχειριστήριο άνοιξε την καγκελόπορτα και καθώς μου έκανε νόημα με το κεφάλι της για να την ακολουθήσω με προσπέρασε και μπήκε μέσα στον προαύλιο χώρο.
Ο διάδρομος ήταν όλος καλυμμένος με λευκό χαλίκι. Μπροστά στην είσοδο δέσποζε ένα τεράστιο σιντριβάνι που απεικόνιζε μια γοργόνα. Καθώς έκανε τον κύκλο του από τα δεξιά, βγήκε από το αμάξι της και στάθηκε στην πόρτα του περιμένοντας με.
«Να υποθέσω ότι είσαστε η μελλοντική κυρία Μπλακ;» ρώτησα καθώς την έφτασα.
«Όχι, εγώ είμαι η αδελφή της τυχερής νύφης» απάντησε με δυσανασχέτηση που δεν κρύβονταν.
Φυσικά τι άλλο να περίμενα! Κάνει κρα από μακριά το πόσο θα ήθελε να είναι στην θέση της.
«Συγνώμη αλλά γνωριζόμαστε από κάπου;» ρώτησε εκείνη με την σειρά της ενώ με οδηγούσε προς την κεντρική είσοδο.
«Δεν το νομίζω» της απάντησα ειλικρινά αν και εδώ που τα λέμε, και να την είχα γνωρίσει σίγουρα θα είχα κάνει τον κόπο να την απωθήσω από την σκέψη μου. Τόσο πολύ με αναγούλιαζε.
«Πως είπαμε ότι λέγεστε;» είπε με προσποιητό ενδιαφέρον.
«Δεν είπαμε…» την πικάρισα λίγο.
«Α! Ναι, σωστά. Ρόζαλη Σουάν» είπε με τέτοια υπερηφάνεια σαν να προσφώνησε το όνομα της βασίλισσάς της Αγγλίας.
«Έντουαρτ Μέισεν» της ανταπέδωσα το χέρι αδιαφορώντας την στάση που είχε απλώσει για χειροφίλημα και κουνώντας το λίγο πιο δυνατά από όσο σκόπευα.
«Μέισεν!» επανέλαβε με έναν απαξιωτικό τόνο τραβώντας το χέρι της δυσανασχετώντας. «Δεν μου θυμίζει κάτι» μετάφραση… σίγουρα δεν είσαι του κύκλου μας.
«Έντουαρτ, πόσο χαίρομαι που τα κατάφερες!» άκουσα την φωνή του κύριου Μπλακ και καθώς γύρισα προς την μεριά του χαμογέλασα με επαγγελματικό ύφος.
«Κύριε Μπλακ» ανταπέδωσα εγώ τείνοντας το χέρι μου προς το μέρος του.
«Ω! Σε παρακαλώ, λέγε με Τζέικοπ» διόρθωσε ενώ δεχόταν με μεγάλη προθυμία την χειραψία μου.
«Βλέπω γνώρισες την αγαπημένη μου κουνιάδα» συνέχισε ενώ άστραφτε ένα χαμόγελο προς το μέρος της από εκείνα που μόνο οι εραστές ανταλλάσσουν και η αηδία που ένιωσα έκανε το στόμα μου να γεμίσει με χολή.
Στα πρόθυρα του γάμου και είχε βρει κιόλας αντικαταστάτρια για τις μοναχικές νύχτες όσο η μελλοντική σύζυγός έλειπε από όσο μου είχε πει; Και ποιαν κιόλας την ίδια της την αδελφή; Πόσο χαίρομαι Χριστέ μου που είχα φύγει από όλα αυτά. Πόσο χαίρομαι που δεν είναι μέρος της ζωής μου πια. Και σίγουρα δεν θα είναι ποτέ ξανά.
Το να βρίσκομαι πάλι κοντά σε αυτούς του ανθρώπους έφερνε στην επιφάνεια και πάλι τον γεμάτο κυνισμό και θυμό Έντουαρν που σιχαίνονταν τα πάντα και τους πάντες και προπάντων τον εαυτό του. Είχα παλέψει σκληρά να τον αφήσω πίσω μου και δε μου ήταν ευχάριστο να ξέρω ότι δεν τον είχα ξορκίσει τελείως από μέσα μου, ότι δε μπορούσα να δω όλο αυτό το θέατρο των πλουσίων με αδιαφορία όπως του άξιζε.
Μάλλον είχε να κάνει με το γεγονός ότι έβλεπα τον εαυτό μου σε όλους αυτούς τους κενούς ανθρώπους. Αν δεν είχα το πάθος για την τέχνη μου, το πιθανότερο ήταν ότι θα ήμουν ένας Τζέικομπ Μπλακ, με μια σύζυγο που πέρα από τον τραπεζικό της λογαριασμό και το οικογενειακό της όνομα θα με άφηνε αδιάφορο, που θα τη διάλεγα με βάση το πόσο ταιριαστοί φαινόμαστε στις σελίδες των κοσμικών περιοδικών που θα φορούσαμε ασορτί ψεύτικα χαμόγελα και μια γραμματέα, υπηρέτρια, φίλη ή συγγενής της συζύγου μου ως ερωμένη μου. Πραγματικά δεν ήξερα αν θα έπρεπε να νιώσω θυμό ή οίκτο.
«Ναι φυσικά» απάντησα με φυσικότητα σαν να μην είχα παρατηρήσει όλα όσα είχαν διαδραματιστεί μπροστά στα μάτια μου.
«Όμως ακόμα δεν μπορώ να θυμηθώ από πού τον ξέρω» συνέχισε εκείνη επίμονα να λέει προσπαθώντας πάση θυσία να βρει κάτι ώστε να απαλλάξει από πάνω μου την ανωνυμία λες και ήταν θέμα υψίστου σημασίας για εκείνη. Λες και αν περνούσε το κατώφλι της έπαυλης κάποιος που το άκουσμα του επίθετος του δεν έφερνε αυτόματη αναγνώριση θα έπεφτε το σπίτι να τους πλακώσει.
«Είναι ο αγαπητός μας ζωγράφος που έκανε την τοιχογραφία στο σαλόνι και θα κάνει και το πορτρέτο της Μπέλλας» με το που άκουσα το όνομα αυτό να βγαίνει από τα χείλη του η καρδιά μου σταμάτησε, όμως μόλις θυμήθηκα το επίθετο που είχε πει η αδελφή της πήρα μια ανάσα ζωής.
Τόση σύμπτωση; Τόσα ονόματα υπάρχουν θα έπρεπε να είναι ίδιο με το δικό της…;
Όχι η Μπέλλα μου δεν είχε καμία σχέση με αυτήν την αγέλη χρυσοθήρων ήταν ένα αγνό πλάσμα γεμάτο ζωή. Τίποτα από όλα αυτά δεν την χαρακτήριζε. ‘Σύμπτωση’ έλεγα και ξανάλεγα στον εαυτό μου ‘γαμημένη σύμπτωση’.
«Α! Ναι, σωστά…» είπε κάπως απογοητευμένα καθώς επιβεβαίωσε και επισήμως ότι δεν ανήκω στον κύκλο της.
«Τι λέτε περνάμε μέσα;» ο ενθουσιασμός του Τζέικοπ ήταν εμφανές αλλά εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί.
Τόση χαρά πια που με έβλεπε; Ή μήπως όλη η χαρά ήταν για την «κουνιάδα»; Για τον θεό, την μέλλουσα γυναίκα σου περιμένεις. Τόση ξεδιαντροπιά πια. Έλεος.
Καθώς περάσαμε στο σαλόνι και μέχρι η υπηρέτρια να μας σερβίρει τον καφέ ο Τζέικοπ δεν σταμάτησε λεπτό να λέει τις εντυπώσεις του για την χθεσινοβραδινή βραδιά, από την άλλη η Ρόζαλη, δεν σταμάταγε να με κοιτάει με ένα αρπακτικό βλέμμα που ήταν ξεκάθαρο ότι προσπαθούσε πάση θυσία να θυμηθεί το από πού με ξέρει.
«Μέισεν, είπατε;» είπε σε μια άσχετη στιγμή την στιγμή που η υπηρέτρια σέρβιρε τον καφέ και καθώς γύρισα να την κοιτάξω κατένευσα.
«Με την οικογένεια Κάλλεν, τι σχέση έχετε;» συνέχισε με απόλυτη σιγουριά ότι είχε βρει την άκρη του νήματος και καθώς ήπια μια ήρεμη γουλιά από τον καφέ μου την κοίταξα ευθεία στα μάτια.
«Καμία» είπα με απόλυτη σιγουριά καθώς πια πράγματι αυτό συνέβαινε αλλά εκείνη δεν τα παρατούσε.
«Και όμως θα ορκιζόμουν ότι σας έχω δει μαζί τους παραπάνω από μια φορές» ήταν και εκείνη το ίδιο σίγουρη.
«Καλή μου…» προσπάθησε ο Τζέικοπ να την σταματήσει αλλά δεν τον άφησε.
«Δεν πειράζει… έχω συνηθίσει αυτού του είδους ερωτήσεις» του είπα μεταξύ σοβαρού και αστείου και γυρίζοντας προς το μέρος της συνέχισα. «Ίσως γιατί κάποτε ήμουν ένας από αυτούς, αλλά όχι πια» της απάντησα με ειλικρίνεια και ανασήκωσε τα φρύδια της με περισσότερο ενδιαφέρον θέλοντας να μάθει όλες τις βρόμικες λεπτομέρειες.
«Και το Μέισεν;» συνέχισε τις ερωτήσεις της και άφησα ένα γελάκι να μου ξεφύγει.
«Είναι της μητέρας μου. Το άλλαξα όταν αποφάσισα να αποχωριστώ μια για πάντα αυτήν…» τόνισα κοιτώντας με νόημα τα πλούτη που δέσποζαν γύρω μου. «… την ζωή» κατέληξα και τελικά η φούσκα ξεφούσκωσε.
Όλη η περιέργεια που υπήρχε γύρω από το όνομα μου, την ζωή μου και κατά συνέπεια εμένα, πήγε περίπατο. Το ενδιαφέρον της χάθηκε τελείως. Πως άλλωστε να μην πήγαινε περίπατο ιδίως αν είχε ήδη ακούσει όλα τα κουτσομπολιά του κύκλου της που λίγο ως πολύ έλεγαν την αλήθεια για το τι απέγινα μετά από την αποχώριση μου από την έπαυλη Κάλλεν.
Για την υπόλοιπη ώρα, τελικά μας άφησε ήσυχους. Με τον Τζέικοπ, όπου έδειξε να μην τον ενδιαφέρουν οι επιλογές μου, η ώρα μπορούσα να πω ότι πέρναγε ευχάριστα. Δεν ήταν κανένας σνομπ αλλά δεν έχανε και την ευκαιρία να επιδεικνύει όλη την δύναμη και τα πλούτη του. Όμως τίποτα από όλα αυτά δεν με ένοιαζαν. Ήθελα όσο τίποτα να περάσει η ώρα, να έρθουν και οι υπόλοιποι που περιμέναμε και να τελειώσει αυτό το θέατρο του παραλόγου.


Και πάνω που το σκέφτηκα η πόρτα χτύπησε ξανά και ο Τζέικοπ έσπευσε να υποδεχτεί τους καλεσμένους του ενώ εγώ με την Ρόζαλη μείναμε πίσω να τους περιμένουμε. Καθώς οι νεοφερμένοι έκαναν την είσοδο τους στο πλουσιοπάροχο σαλόνι έσπευσα να σηκωθώ για να τους χαιρετήσω αλλά μόλις είδα τα σοκολατί μάτια που λάτρευα να με κοιτάνε με σοκ γραμμένο ξεκάθαρα μέσα τους ένιωσα τα γόνατα μου να λυγίζουν.
Όχι…
«Έντουαρτ, να σου γνωρίσω από εδώ την μέλλουσα κυρία Μπλακ» άκουσα να λέει ο Τζέικοπ.
Τα λόγια του δεν έβγαζαν νόημα, αρνούμουν να βγάλω νόημα. Όχι. Κάποιος θα φωνάξει «Έκπληξη! Σου τη φέραμε!» και θα γελάσουμε και θα πάρω την Μπέλα στην αγκαλιά μου και θα είναι η Μπέλα μου με τα σοκολατί της μάτια που είναι διάφανα σα το νερό χωρίς μυστικά και ψέματα. Όχι όχι όχι…
Με κοίταζε σιωπηλή με μάτια βουρκωμένα… γεμάτα ενοχή και τότε ήξερα. Ώστε έτσι νιώθεις όταν γκρεμίζεται ο κόσμος γύρω σου… μοιάζει κόκκινο του θυμού, του αίματος και μαύρο της νύχτας, της απώλειας…
«Χάρηκα κυρία Μπλάκ» απάντησα νεκρά και της έτεινα το χέρι μου. Δεν το πήρε. Τα μάτια της κοίταζαν παντού εκτός από εμένα.
Την κοίταζα και έβλεπα ένα πράγμα εξωγήινο, το κορίτσι με τη φωτιά στα μάτια και τις αλυσίδες είχε αντικατασταθεί από ένα πλάσμα με νεκρά μάτια κενό και άψυχο. Δεν ήμουν σίγουρος αν εκείνο το κορίτσι που είχα απεικονίσει σε δεκάδες πίνακες είχε υπάρξει ποτέ ή αν ήταν μια ψευδαίσθηση που είχα δημιουργήσει στο μυαλό μου. Η τωρινή του όψη ήταν δηλητήριο στην καρδιά μου και έκανε το μυαλό μου να τρέχει με μυριάδες σκέψεις με τη λέξη ‘προδοσία’ να αντηχεί ξανά και ξανά.
Γύρισα προς τον Μπλάκ και με την πιο ατάραχη και αδιάφορη φωνή που μπόρεσα να επιστρατεύσω του είπα «Τελικά Τζέικομπ δε θα μπορέσω να κάνω το πορτρέτο που θες».
«Μα γιατί;» ρώτησε απορημένος χαμένος στην άγνοια του λες και το έδαφος δεν είχε χαθεί κάτω από τα πόδια μου, λες και ο κόσμος δεν είχε σταματήσει να βγάζει νόημα.
Κοίταξα έντονα την Μπέλα και εκείνη συναισθανόμενη τη ματιά μου πάνω της μετά από λίγο με κοίταξε στα μάτια. Χωρίς να αποχωρίζομαι τα μάτια της απάντησα στον Τζέικομπ.
«Δεν με εμπνέει το μοντέλο» είπα απλά και σχεδόν έτρεξα προς την έξοδο χωρίς δεύτερη κουβέντα, αδιαφορώντας για τους σοκαρισμένους παρευρισκόμενους.


Ήθελα να την φτύσω, να βγάλω από μέσα μου όλη την αηδία που με έκανε μέσα σε μια στιγμή να νιώσω αλλά δεν έκανα τίποτα από όλα αυτά. Ήταν άδικο. Άδικο. Η Μπέλλα μου… η δική μου Μπέλλα ήταν άλλη μια χρυσοθήρας; Αυτό ούτε στον χειρότερο μου εφιάλτη δεν θα μπορούσα ποτέ να το πιστέψω. Η καρδιά μου μαινόταν στο στήθος μου και το κεφάλι μου γύριζε ακόμα σαν τρελό. Το μυαλό μου αδυνατούσε να συνδέσει τις πληροφορίες και να καταλήξει στην αλήθεια... Μα πως μπορούσε να μου το κάνει αυτό!!
«Έντουαρντ… Έντουαρντ… Έντουαρντ σε παρακαλώ άκουσε με...» την άκουγα να φωνάζει πίσω μου και η φωνή της που ώρες πριν βογκούσε το όνομα μου ηδονικά και μου ορκίζονταν ότι ήταν μόνο δική μου με αηδίαζε.
«Έντουαρντ σε παρακαλώ» την άκουσα ξανά να λέει πιο κοντά μου αυτή την φορά και ένιωσα το άγγιγμα της στο μπράτσο μου.
Οι συνηθισμένες σπίθες που συνόδευαν το άγγιγμα της έφεραν μια μαύρη φωτιά στο αίμα μου. Πως τόλμα να με αγγίζει, να στέκεται μπροστά μου μετά από όλα αυτά που έκανε. Αλλά και εγώ τι μαλάκας θεέ μου, πως μπόρεσα να ήμουν τόσο τυφλός!!
«Μην με ακουμπάς!» είπα μέσα από τα δόντια μου χωρίς να μπορώ να την κοιτάξω γιατί ήμουν σίγουρος ότι αν την αντίκριζα τώρα θα έκανα κάτι που θα μετάνιωνα σκληρά. Ποτέ δεν είχα σηκώσει χέρι σε γυναίκα αλλά ο πόνος που έμοιαζε να πηγάζει από τα μύχια της ψυχής μου απαιτούσε εκδίκηση, απαιτούσε εκείνη να νιώσει τον ίδιο πόνο που ένιωθα τώρα εγώ.
«Έντουαρντ σε παρακαλώ, σ' αγαπώ, σε παρακαλώ άσε με να σου εξηγήσω» επανέλαβε ακόμα μια φορά με τα δάκρυα να είναι εμφανή στη φωνή της. Μ' αγαπάει; Θα μου εξηγήσει; Τι θα μου εξηγούσε ακριβώς ότι τόσο καιρό έπαιζε μαζί μου; Ότι με κορόιδευε μπροστά στα μάτια μου; Πόσο θα πρέπει να γέλασε με τις φίλες της πίσω από την πλάτη μου με το πόσο μαλάκας ήμουν που έχαβα τα ψέματα της;
Τα μάτια μου σφάλισαν, το σώμα σφίχτηκε και με όση αυτοσυγκράτηση μου είχε απομείνει τράβηξα το χέρι μου μακριά της.
«Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ στα μάτια, δε θέλω να ξανακούσω τη φωνή σου, δε θέλω να ξέρω ότι υπάρχεις. Αν τολμήσεις να με ξαναπλησιάσεις θα φροντίσω να είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνεις ποτέ! Με κατάλαβες;» της απάντησα με όλο το δηλητήριο που ανέδιδαν οι πληγές που είχε ανοίξει στην καρδιά μου.
Έλαβα το τρεμούλιασμα της φωνής και τον λυγμό που ξέσπασε από εκείνη ως συναίνεση και ακόμα χωρίς να την κοιτάζω άρχισα να περπατώ μακριά της. Λίγα βήματα παραπέρα γύρισα να της πω κάτι τελευταίο.
«Μπέλλα» φώναξα και στο άκουσμα του ονόματος της σήκωσε το κεφάλι της και για μια στιγμή είδα τα μάτια της να φωτίζονται με ελπίδα. Κούνησα το κεφάλι μου με αηδία και με όλη την αγάπη που είχα για εκείνη να έχει μετατραπεί εν ριπή οφθαλμού σε μίσος, της πέταξα.
«Καλά Στέφανα».

ESCAPE POLH FANTASMA