Ετικέτες

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Η αγάπη σου με σκοτώνει "14. Η κατάκτηση"



Φτάσαμε κοντά στους δικούς του και αφού χαιρετηθήκαμε βγήκαμε έξω για να πάμε στην λιμουζίνα που είχανε νοικιάσει για την μετακίνηση μας... φτάνοντας κοντά στο αμάξι κάποιος που δεν αναγνώριζα μας άνοιξε την πόρτα και μας περίμενε να μπούμε.

«τι έγινε... ο Τάιλερ δεν σε άντεξε άλλο και σε παράτησε?» του ψιθύρισα και γύρισε αυτόματα και με κοίταξε κάνοντας μια γκριμάτσα στο στιλ... θα ήθελες?

«τότε γιατί δεν είναι εδώ?»

«τον έστειλα σε κάτι δουλειές»

«τον λυπάμαι τον κακομοίρη... ποιος ξέρει σε τι βρομοδουλειές τον έμπλεξες πάλι» τον ειρωνεύτηκα και έκανε μια γκριμάτσα

«πληρώνετε και κάνει μια τίμια δουλειά... τουλάχιστον αυτός δεν την πέφτει στο αφεντικό του» χα... χαχαχαχα.... τι είπε τώρα???

«μπορώ να μάθω το αστείο?» πέταξε ξερά νευριασμένος

«γι αυτό μου έκανες έρωτα εχθές?... του ρώτησα χωρίς να σταματάω να γελάω... κακομοίρη μου είσαι τρομερά απελπισμένος» συνέχισα και μπήκα μέσα στο αυτοκίνητο ακόμα γελώντας μέχρι δακρύων και οι δικοί του με κοιτάζανε καλά καλά.

«Μπέλα τι συμβαίνει?» ρώτησε περίεργη η Έσμε και είδα τα μάτια της να χαμογελάνε... πήγα να της απαντήσω αδιάφορα αλλά μόλις είδα το ύφος του Έντουαρτ την στιγμή που έκατσε δίπλα μου, ξέσπασα σε νέα γέλια και άρχισα να σκουπίζω τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλα μου... είσαι πολύ γελοίος... σκέφτηκα και προσπάθησα να ηρεμήσω τα γέλια μου αλλά δεν μπορούσα με τίποτα.

Σε όλην την παράσταση δεν ανταλλάξαμε ούτε βλέμμα άλλα ήμουν σίγουρη ότι σίγουρα κάτι θα σκαρφιζόταν το ηλίθιο μυαλό του για να πάρει το αίμα του πίσω... προσπάθησε Κάλεν και τα λέμε... πίσω έχει αχλάδα την ουρά... νομίζεις ότι θα το αφήσω αυτό να περάσει έτσι???

Όταν βγήκαμε έξω για να πάμε προς το αμάξι μιλάγαμε με την Έσμε και σχολιάζαμε την παράσταση που μας είχε συνεπάρει... εκεί που δεν πρόσεχα που πατάω το παπούτσι μου σφηνώθηκε και στο επόμενο μου βήμα έμεινε πίσω και εγώ σκόνταψα... με κράτησαν τα χέρια του και έμεινα για λίγο να τον κοιτάζω... εκείνος δεν τα έχασε καθόλου... μόλις στερέωσα το πόδι μου πάνω στο πεζοδρόμιο με άφησε και έσκυψε να πάρει το παπούτσι.

«για να δούμε αν είσαι η σωστή σταχτοπούτα» σχολίασε και αφού πέρασε αισθησιακά το χέρι του απο την γάμπα μου προς την φτέρνα μου το σήκωσε κοιτώντας με στα μάτια και μου χαμογέλασε.

Για να μην πέσω έβαλα το χέρι μου πάνω στον ώμο του και προσπάθησα σκληρά να μην δείξω την αναστάτωση που μου προκάλεσε... πήρε στο χέρι του το παπούτσι και το έβαλε στο πόδι μου χαμογελώντας αυτάρεσκα.

«μμμ... ταιριάζει τέλεια... άρα είσαι η σωστή σταχτοπούτα»

«και τι θα κάνεις τώρα γι αυτό?» τον προκάλεσα και τα μάτια του άστραψαν παιχνιδιάρικα.

«νομίζω ότι δεν έχω άλλη επιλογή απο το να σε παντρευτώ» σήκωσα το φρύδι μου προκλητικά και γέλασα δυνατά.

«μου κάνετε πρόταση γάμου κύριε Κάλεν?» έβαλε το χέρι του μέσα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και έβγαλε ένα βελούδινο κόκκινο κουτάκι και αμέσως σοβάρεψα.

«Ιζαμπέλα Μαρί Σουαν... είμαι αιώνιος σκλάβος σας... γέλασα δυνατά βάζοντας το χέρι μου στο στόμα και τον μπλόκαρα για λίγο αλλά συνέχισε... ξέρω ότι σας χρωστάω πολλά αλλά έχω σκοπό να σας αποζημιώσω για όλα... έκανε μια παύση και σοβάρεψα, ελπίζω να μην εννοεί να κάνει την εξομολόγηση τώρα ή μπορεί?... Μπέλα, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για όσα υπέφερες εξαιτίας μου... τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια και το στόμα μου έμεινε ανοιχτό... δεν είναι και τόσο κρυφό ότι είχα άστατη ζωή... για να ακριβολογώ μέχρι τώρα όλοι μου οι έρωτες ήταν αγορασμένοι και ήμουν αρκετά άδικος μαζί τους γιατί πάντα πίστευα ότι αυτή είναι η φύση της δουλειάς τους... αλλά απο την ημέρα που σε γνώρισα κατάλαβα το πόσο απαίσια τους φέρθηκα και μακάρι να μπορούσα να το διορθώσω αυτό αλλά ξέρεις ότι είναι λίγο δύσκολο... ωστόσο θέλω να επανορθώσω για όλα τα λάθη που έκανα σε σένα και στους δικούς μου... γι αυτό μπροστά σε όλους θέλω να σου ζητήσω συγνώμη που ήμουν ένα απαίσιο τέρας που κοίταζα μόνο την πάρτη μου αγνοώντας τα αισθήματα τον ανθρώπων που με αγαπούν τόσο πολύ»

«Έντουαρτ αρκετά σήκω πάνω» απαίτησα κλείνοντας τα μάτια μου και μου πήρε το χέρι μου μέσα στα δικά του και το έβαλε απάνω στην καρδιά του.

«Μπέλα... σε αγαπώ... και θέλω να με συγχωρέσεις για τον βιασμό... τον ξυλοδαρμό και τον ψυχικό τραυματισμό που υπέστης απο μένα... θέλω να με συγχωρέσεις που προσπάθησα να σε εξαγοράσω για να κοροϊδέψω τους δικούς μου εκμεταλλευόμενος την αγάπη σου... θέλω να σου αποδείξω ότι με έχεις αλλάξει Μπέλα... θέλω να μου δώσεις την ευκαιρία να σου δείξω το πόσο σε αγαπώ... σε παρακαλώ Μπέλα θα με παντρευτείς?» οι δικοί του είχαν σοκαριστεί... ο Καρλάηλ και ο Έμετ επειδή τα άκουγαν για πρώτη φορά και η Έσμε επειδή βρήκε το κουράγιο να τα εκφράσει δυνατά.

«νομίζω ότι έχεις κάτι ακόμα να πεις» του είπα σοβαρά... αφού αποφάσισες να εκθέσεις τον εαυτό σου τώρα θα τα πεις όλα... έσκυψε το κεφάλι και αφού πήρε μια βαθιά ανάσα ξανασήκωσε την ματιά του σε μένα και συνέχισε σοβαρά.

«όλα αυτά τα χρόνια πίστευα ότι εσύ είσαι η αιτία για όλα... αλλά είχα κάνει λάθος... απο την ημέρα που κοιμήθηκες μαζί σου Μπέλα κατάλαβα το λάθος που είχα κάνει... δεν έφταιγες εσύ... Μπέλα για όσα έκανα όλον αυτόν τον καιρό»

«τότε ποιος Έντουαρτ... ποιος κινεί τα νήματα?... ποιος είναι ο υπαίτιος?» τον προκάλεσα και με κοίταξε στα μάτια αναποφάσιστος

«εγώ... εγώ φταίω για όλα»

«δεν με πείθεις»

«είναι η αλήθεια Μπέλα... είχες δίκιο σε ότι είπες μέχρι σήμερα... κανείς άλλος δεν με ψυχολόγησε τόσο καλά όσο εσύ... όσα σου είπα εχθές ήταν αλήθεια Μπέλα... σε παρακαλώ πίστεψε με»

«αν είναι αλήθεια τότε πες μου γιατί τα γάμησες όλα?... γιατί κατέστρεψες κάθε προσπάθεια που έκανα για να σε πλησιάσω?»

«γιατί είμαι δειλός... γιατί πίστευα ότι τα έκανες όλα αυτά για να με εκδικηθείς... δεν πίστευα ότι με αγαπούσες»

«και τώρα τι άλλαξε? Γιατί τώρα ξαφνικά πιστεύεις ότι λέω την αλήθεια?»

«όταν  μου έστειλες το συμβόλαιο νόμιζα ότι ήταν ένα ακόμα παιχνίδι σου... όταν σήμερα το πρωί μου είπες ότι ήταν πλαστό τότε τα έχασα... δεν ήξερα τι να πιστέψω»

«και περίμενες μέχρι τώρα για να μου το πεις?... νόμιζες ότι θα έφευγα... γιατί δεν προσπάθησες να με σταματήσεις πριν κατέβω στην τραπεζαρία?»

«δεν ξέρω Μπέλα... απολογήθηκε ηττημένος... το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν θέλω να σε χάσω... δεν μπορώ να σε χάσω ξανά... σε παρακαλώ συγχώρεσε με»

«θα σε συγχωρέσω μόνο αν μου πεις κάτι ακόμα»

«ότι θες» είπε σοβαρά με κομμένη την ανάσα

«είπες ότι την ημέρα που με πήγες στο σπίτι σου... απο την μια ήθελες να μου κάνεις έρωτα αλλά απο την άλλη... απο την άλλη τι Έντουαρτ»

«όχι αυτό» παρακάλεσε μέσα απο τα δόντια του και αν δεν ήμουν τόσο κοντά του δεν θα είχα την δυνατότητα να το ακούσω... λύγισα τα γόνατα μου και έφερα το κορμί στο ίδιο ύψος με το δικό του... έβαλα το χέρι μου πάνω στο μάγουλο του και τον ανάγκασα να με κοιτάξει... η ματιά του κλειδώθηκε στην δική μου και ξεροκατάπιε... η ανάσα του είχε αρχίσει να γίνεται γρήγορη και η ματιά του άρχιζε να αλλάζει... κατάλαβε ότι δεν θα κάνω πίσω και τότε άρχισε να χάνει την υπομονή του.

«απο την άλλη τι Έντουρτ?» επανέλαβα και έσφιξε το σαγόνι του

«μη μου το κάνεις αυτό» παρακάλεσε

«θες να να είμαι μαζί σου?... κούνησε το κεφάλι του... τότε θέλω να είσαι ειλικρινής μαζί μου... απο την άλλη τι... γιατί κατέστρεψες εκείνη την ημέρα?» απαίτησα με περισσότερο πείσμα αλλά πάλι δεν απάντησε.

«Έντουαρτ... είπα θυμωμένα και έσμιξε τα φρύδια του... είπες ότι απο την μια ήθελες να μου κάνεις έρωτα άλλα απο την άλλη... απο την άλλη τι?... του πέταξα πιο αυστηρά αυτήν την φορά και έχασε την ψυχραιμία του... απο την άλλη τι Έντουαρτ, τι ήθελες να μου κάνεις?» φώναξα και τον κοίταξα νευριασμένα και τότε ξέσπασε

«ήθελα να σε σκοτώσω... είπε μέσα απο τα δόντια του με δολοφονικό ύφος, είχε χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον, το έλεγε και το ζούσε, τον είχα φέρει στα όρια του... το κορμί του άρχισε να γέρνει προς το δικό μου απειλητικά και οι δικοί του μας κοίταζαν χωρίς να καταλαβαίνουν τι γίνεται γιατί τα λόγια του βγήκαν απο μέσα του ψιθυριστά και κανείς δεν είχε ακούσει εκτός απο μένα τι είχε πει μόλις τώρα... αλλά βλέποντας την στάση του σώματος του και τα χέρια του που άρχισαν να ανηφορίζουν προς το λαιμό μου ο Καρλάηλ με κοίταζε καλά καλά να δει τις δικές μου αντιδράσεις... με ένα κούνημα των φρυδιών μου τον σταμάτησα και γύρισα την ματιά μου προς τον Έντουαρτ που πάλευε να βρει την ψυχραιμία του.

«ήθελες να με σκοτώσεις?» των ρώτησα νευριασμένα και η ματιού έγινε πιο έξαλλη καθώς κατάλαβε ότι το είπα πιο δυνατά απο ότι εκείνος ήθελε.

«ναι... μίλησε τώρα πιο δυνατά... ήθελα να σε σκοτώσω... σε έβλεπα να τελειώνεις και σε μισούσα τόσο πολύ γι αυτό... που ήθελα να βάλω τα χέρια μου πάνω στο λαιμό σου... συνέχισε ξέπνοα και κλείδωσε τα χέρια του πάνω στον λαιμό μου, ο Καρλάηλ προσπάθησε να τον σταματήσει αλλά για άλλη μια φορά τον σταμάτησα... να σου συνθλίψω το λαρύγγι σου... ταυτόχρονα με τα λόγια του το έκανε και πράξη... για λίγο η αναπνοή μου κόπηκε αλλά δεν έχασα την ψυχραιμία μου και τον άφησα να συνεχίσει χωρίς να τον διακόψω... να νιώσω στο πρόσωπο μου την τελευταία σου ανάσα» η ανάσα του είχε γίνει κοφτή και τα μάτια του είχαν κλειδώσει πάνω στα χέρια του που έσφιγγαν τον λαιμό μου.

«και μετά απο όλα αυτά πιστεύεις ότι θα δεχτώ να παντρευτώ έναν παρανοϊκό σαν και εσένα?... τον προκάλεσα περισσότερο και σήκωσε την ματιά του στην δική μου και τότε συνειδητοποίησε τι έκανε άλλα ήταν πολύ αργά για να το πάρει πίσω, τα χέρια του μηχανικά μείναν στην ίδια θέση αλλά πλέων είχαν σταματήσει να με πιέζουν...  ύστερα απο αυτήν την εξομολόγηση πιστεύεις ότι μπορείς να εξιλεωθείς και να σβήσεις ότι έχεις κάνεις? Νομίζεις ότι μετά απο όλα αυτά θα μπορέσεις ποτέ να ξαναγίνεις άνθρωπος? ή πιστεύεις ότι θα βρεις την γαλήνη μόνο και μόνο γιατί βρήκες το κουράγιο να τα εξομολογηθείς μπροστά στους μοναδικούς ανθρώπους που σε αγάπησαν πραγματικά και όλα αυτά τα χρόνια πάλευαν για σένα αλλά εσύ ήσουν πολύ τυφλός για να το δεις ή πολύ δειλός για να το παραδεχτείς?» είχε χάσει την φωνή του... είχε χάσει την λογική του δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί... η ανάσα του έγινε για μια ακόμη φορά γρήγορη και η σιωπή του μου δήλωνε ότι είχε πλέων ξεπεράσει τα όρια του.

«δεν θες να γιατρευτείς Έντουαρτ... δεν θες να πας παρακάτω... δεν με θες... δεν με αγάπησες ποτέ... όλα ήταν μια αυταπάτη... ένα ψέμα που ήθελες να κρατηθείς απο κάπου για να έχεις την δικαιολογία να κάνεις αυτό που κάνεις... εγώ ήμουν η αφορμή Έντουαρτ όχι η αιτία... γιατί αν όντως φταίω εγώ για την κατάντια σου τότε θα ήμουν ήδη νεκρή... ποιος είναι ο λόγος που σταματάς πάντα την τελευταία στιγμή? γιατί δεν με αποτελειώνεις τώρα?... Τι σε σταματάει Έντουαρτ?... έβαλα τα χέρια μου πάνω στα δικά του και πήρε μια βαθιά αναπνοή και έκλεισε τα μάτια για να συγκεντρώσει τις σκέψεις του... αποτελείωσε με Έντουαρτ... αν εγώ είμαι η αιτία για όλα σου τα προβλήματα κάντο τώρα... λύτρωσε μας και τους δύο απο αυτήν την τρέλα... άνοιξε απότομα τα μάτια του και έσφιξε τα δόντια του... κάντο... φώναξα... κάντο τώρα... επανέλαβα και τότε τα χέρια του για άλλη μια φορά άρχισαν να σφίγγουν το λαρύγγι μου αλλά όχι με πολύ δύναμη... τι περιμένεις Έντουαρτ? Κανείς δεν πρόκειται να σε σταματήσει... κάντο τώρα» συνέχισα να τον προκαλώ και τότε άρχισε να μουγκρίζει σαν αφηνιασμένο λιοντάρι... όλο του το σώμα έτρεμε και η αναπνοή του είχε σταματήσει.

Πάλευε με όλο του το είναι και έβλεπα τις φλέβες του πάνω στο μέτωπο του και στον λαιμό του που ήταν έτοιμες να εκραγούν... κοίταζε τα χέρια του και προσπαθούσε να το κάνει αλλά τα χέρια του δεν με έσφιγγαν περισσότερο.

«τώρα» απαίτησα και ξαφνικά έβγαλε μια σπαρακτική φωνή και έριξε πίσω το σώμα του στο πεζοδρόμιο και έκλεισε τα μάτια του με τα χέρια του παλεύοντας να βρει ξανά την αναπνοή του... με το χέρι μου έκανα σήμα στους δικούς του να μην κουνηθούν και να του δώσουν λίγο χρόνο για να συνέλθει.

Ο κόσμος που είχε μαζευτεί γύρω μας, εκεί που μας κοίταζε άφωνος, τώρα άρχισε να ψιθυρίζει μεταξύ του και αυτό έκανε τον Έντουαρτ πιο νευρικό... πήγα κοντά του και του απομάκρυνα τα χέρια απο το πρόσωπο του... με κοίταξε με μια παγωμένη ματιά και ήταν έτοιμος να αντιδράσει αλλά η ηρεμία μου τον ακινητοποίησε.

«έλα... πάμε να ξεκουραστείς» του είπα μαλακά και κουνόντας το κεφάλι με άφησε να τον βοηθήσω να σηκωθεί... ακόμα δεν είχε βρει τις ισορροπίες του και μόλις σηκώθηκε άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει απο μας

«Καρλάηλ» είπε με μια σπαρακτική φωνή η Έσμε... παρακαλώντας τον σιωπηλά να πάει να τον προλάβει.

«αφήστε τον... επενέβηκα εγώ και τους σταμάτησα... θέλει τον χρόνο του, για να τα βρει με τον εαυτό του... μην το ζορίσετε περισσότερο» οι δικοί του ένευσαν και όλοι κινήσαμε προς το αυτοκίνητο για να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο.

Στον γυρισμό ο Καρλάηλ δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε...

«εσύ φταις που τον άφησες όλα αυτά τα χρόνια ανεξέλεγκτο»

«και τι ήθελες να κάνω... ξέσπασε η κακομοίρα η Έσμε μέσα απο τα δάκρυα της... δεν μπορούσα να τον βλέπω να υποφέρει μέσα στην κλινική... θυμάσαι πως έκανε τότε» συνέχισε και έμεινα να την κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα

«ο Έντουαρτ νοσηλεύτηκε σε κλινική?» είπα σοκαρισμένη και με κοίταξαν όλοι τους

«δεν το ήξερες?» ρώτησε ο Καρλάηλ και κοίταξε την Έσμε και αυτήν την φορά την κοίταξα και εγώ και εκείνη σάστισε

«μου ορκίζετε ότι παίρνει κανονικά την αγωγή του... και όλη του η συμπεριφορά είναι άψογη όταν είναι μαζί μας» είπε παραπονιάρικα

«Έσμε... μετά απο όσα σου είπα ακόμα πιστεύεις ότι παίρνει κανονικά την αγωγή του?... γιατί δεν μου είπες τίποτα πιο πριν... Έσμε σε παρακαλώ άνοιξε τα μάτια σου και δες την αλήθεια... ο Έντουαρτ δεν μοιάζει να παίρνει καμία αγωγή... έχει ξεφύγει τελείως»

«μα και εσύ βρε κοπέλα μου πως πήγες και τον προκάλεσες έτσι... αφού τον βλέπεις δεν είναι στα καλά του... δεν φοβήθηκες μην σε στραγγαλίσει?» ρώτησε ο Έμετ σπάζοντας την σιωπή με απορία... ακόμα δεν μπορούσε να συλλάβει όσα συνέβησαν.

«Έμετ λέγε αντίστροφη ψυχολογία... πάντα πιάνει στον Έντουαρτ και παρόλο που το ξέρει όταν τα έχει χαμένα δεν μπορεί να το χειριστεί σωστά και πέφτει στην παγίδα... λες αν καταλάβαινα ότι θα το έκανε να σας σταμάταγα?»

«τότε γιατί το έκανες?» ρώτησε ο Καρλάηλ απο περιέργεια

«για να τον φέρω στα όρια του... για να δει ο ίδιος ότι κάνει λάθος και ότι δεν μπορεί να παίζει άλλο μαζί μου»

«πρέπει οπωσδήποτε να τον πείσουμε να μπει στην κλινική... αυτήν την φορά θα τον πάω σηκωτό θέλει δεν θέλει»

«όχι... τσίριξε η Έσμε... σε παρακαλώ θα τον σκοτώσει... μην του το κάνεις αυτό»

«και τι θες να κάνω Έσμε... μα πραγματικά σε βίασε?» με ρώτησε ξαφνικά και τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια

«κοίτα Κάρλαηλ ότι έγινε έγινε με την συγκατάθεση μου... δηλαδή περίπου... είπα νευρικά και πέρασα το χέρι μου μέσα απο τα μαλλιά μου... την ημέρα που με γνωρίσατε εγώ είχα πάει σε εκείνον στην θέση της κοπέλας που είχε αγοράσει... το παρακολουθούσα καιρό και ήθελα να τον κάνω να πληρώσει για ότι έκανε τότε... ήταν μια μεγάλη ανοησία μου... δεν έπρεπε να το είχα κάνει ποτέ... τα πράγματα ξέφυγαν και τέλος πάντων καταλήξαμε να κάνουμε έρωτα»

«έρωτα ή σε βίασε»

«στην αρχή δεν είχα επιλογή το παραδέχομαι... αλλά μετά ήταν με την θέληση μου» κοκκίνισα απο ντροπή δεν ήταν κάτι που θα μπορούσα να το παραδεχτώ έτσι ανοιχτά στους δικούς του αλλά δεν μπορούσα και να τον αφήσω εκτεθειμένο... αυτή ήταν και η αλήθεια

«και τι εννοούσε ότι προσπάθησε να σε εξαγοράσει»

«σε παρακαλώ Καρλάηλ δεν μου είναι εύκολο να μιλάω γι αυτά... ότι έγινε έγινε... τώρα είναι το θέμα τι θα κάνουμε? Πρέπει να τον κοιτάξει γιατρός... αλήθεια όταν τον κλείσανε στην κλινική τι πόρισμα βγάλανε?» ο Καρλάηλ και η Έσμε κοιτάχτηκαν για μία στιγμή αλλά η απάντηση του Έμετ με έκανε να γυρίσω προς το μέρος του και τελικά δεν κατάφερα να αποκωδικοποιήσω το βλέμμα τους.

«ψυχικά διαταραγμένος... όσο ήταν στο σπίτι με την αγωγή ήταν μια χαρά... αξέχαστα χρόνια... περνάγαμε τόσο ανέμελα... στο πανεπιστήμιο άρχισε πάλι λίγο να μου τα χαλάει αλλά όχι για πολύ... μετά το δεύτερο έτος ήταν και πάλι ο εαυτός του και απο τότε δεν ξαναπισωγύρισε»

«είσαι σίγουρος γι αυτό?» τον ρώτησα με περιέργεια

«για ποιο?»

«ότι δεν ξαναπισωγύρισε»

«όλα αυτά τα χρόνια που κάνουμε παρέα φαίνεται φυσιολογικός Μπέλα... ποτέ δεν ήμουν μέσα στην κρεβατοκάμαρα του για να δω τι κάνει με τις γκόμενες του... αλλά στην παρέα και στο γραφείο είναι πάντα άψογος»

«τι να πω» τα παράτησα και εγώ ηττημένη... δεν έχω λόγια πια» άφησα το κεφάλι μου να πέσει πάνω στο μαξιλάρι του καθίσματος και έκλεισα τα μάτια εξαντλημένη για να απομονωθώ απο τους άλλους... είναι προφανές ότι δεν ακολουθεί καμία αγωγή ... και σίγουρα πρέπει να τον δει κάποιος ιδικός άμεσα.

«Μπέλα»

«ναι Καρλάηλ»

«αν σε ενοχλήσει ξανά... μην διστάσεις να μας φωνάξεις να τον μαζέψουμε... αν χρειαστεί θα φύγουμε αύριο κι όλας για να λύσουμε αυτό το ζήτημα»

«μην ανησυχείς Καρλάηλ... καλός ή κακός... δεν μπορεί να με πειράξει»

«πως το λες με τόση σιγουριά»

«με έχει ανάγκη»

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Η αγάπη σου με σκοτώνει "13. Η κατάκτηση"




Τα τρυφερά του χάδια και τα ζεστά του χείλια άρχισαν να με ξυπνάνε... πάντα ήταν τόσο τρυφερός όταν κοιμόμουν... ποτέ όταν ήμουν ξύπνια... τι περίεργο... προσπάθησα να το παρατείνω όσο μπορούσα για να το απολαύσω περισσότερο... αλλά το σώμα μου με πρόδωσε και τα χέρια μου βρέθηκαν με δική τους πρωτοβουλία πάνω στα μαλλιά του και άρχισαν να τον χαϊδεύουν τρυφερά... εκείνος πάγωσε.

«μην σταματάς» κλαψούρισα παραπονιάρικα και χαμογέλασε.

«ξύπνα σταχτοπούτα... έχουν περάσει τα μεσάνυχτα και η άμαξα σου έγινε ξανά κολοκύθα»

Η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο... σταμάτησα να αναπνέω και ξαφνικά τα μάτια μου άνοιξαν και τον κοίταξα παγωμένη, ανίκανη να πιστέψω τα λόγια του... τα χέρια μου μείναν μετέωρα αριστερά και δεξιά απο το πρόσωπο του και όλο μου το σώμα και όλες μου οι αισθήσεις νεκρώθηκαν.

«η πτήση σου φεύγει σε δύο ώρες... προλαβαίνεις να πάρεις πρωινό... θα πάω να προετοιμάσω τους δικούς μου για την αναχώρηση σου... πάρε όσο χρόνο χρειάζεσαι για να ετοιμαστείς... θα μας βρεις στην τραπεζαρία» συνέχισε και φεύγοντας απο την αγκαλιά μου παρατήρησα ότι ήταν ήδη ντυμένος.

Τον παρακολουθούσα μηχανικά... τα πνευμόνια μου άρχισαν να διαμαρτύρονται και το στόμα μου είχε ξεραθεί... έκλεισα τα μάτια μου και κούνησα το κεφάλι μου για να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου... τι είπε μόλις τώρα???

Πήρα μια βαθιά αναπνοή και άνοιξα τα μάτια μου ακριβώς την στιγμή που έβαλε το χέρι του στο πόμολο για να ανοίξει την πόρτα... ξαφνικά το μυαλό μου πήρε φωτιά και το σώμα μου ξεπάγωσε... σηκώθηκα απο το κρεβάτι και έκλεισα ξανά την πόρτα ξαφνιάζοντας τον... γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε περίεργος.

«θα φύγω... αν αυτό είναι που θες, θα το κάνω»

«Μπέλα τι προσπαθείς να κάνεις?»

«το ίδιο θα σε ρώταγα και εγώ αλλά δεν έχει πια σημασία»

«πρέπει να πάω να προετοιμάσω τους δικούς μου... είπε ψυχρά... και τον εαυτό μου για την εξομολόγηση που έχω να κάνω... οπότε αν μου επιτρέπεις» συνέχισε και κοίταξε το χέρι μου πάνω στο πόμολο.

«δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα απο όλα αυτά... δεν μου χρωστάς τίποτα» με κοίταξε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι.

«είμαι άντρα με αρχές... έσπασα το συμβόλαιο και τώρα θα πληρώσω το τίμημα... δεν θέλω χάρες απο σένα» γέλασα ειρωνικά

«πόσο λίγο με ξέρεις... του πέταξα και πήγα προς την ντουλάπα και μόλις έβγαλα την βαλίτσα μου έξω πήρα το συμβόλαιο και την ταυτότητα μου στα χέρια μου και πήγα κοντά του ξανά... είναι ίδια?» τον ρώτησα και του την πέταξα στα μούτρα... σήκωσε απο το πάτωμα την ταυτότητα και το συμβόλαιο και τα κοίταξε καλά καλά.

«έβαλες ψεύτικη υπογραφή... γιατί?»

«γιατί ήξερα ότι θα τα σκατώσεις... ήξερα ότι δεν θα μπορούσες να μείνεις για πολύ μακριά απο αυτό που πραγματικά είσαι... ήξερα ότι για μια ακόμα φορά θα με διαλύσεις... αλλά είμαι εδώ... κοίτα με Έντουαρντ... είμαι εδώ... εσύ που είσαι???»

«τότε γιατί το έκανες?»

«ήθελα να πιστεύω ότι υπήρχε ελπίδα... ήθελα να πιστεύω ότι αυτό θα ήταν αρκετό... ήθελα να πιστεύω ότι η αγάπη μου ήταν αρκετή να νικήσει τον δαίμονα... αλλά ο δαίμονας είναι πιο δυνατός... για άλλη μια φορά έχασα... δεν πειράζει... τουλάχιστον ξέρω ότι προσπάθησα... τώρα μπορώ να προχωρήσω έχοντας το κεφάλι μου ψηλά... δεν είμαι εγώ αυτή που το βάζει στα πόδια... Έντουαρντ... αλλά εσύ... ελπίζω τουλάχιστον τώρα που γεύτηκες τον έρωτα... να σταματήσεις να γαμάς την ζωή σου... αν όχι... λυπάμαι... αλλά εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο... ως εδώ ήταν Έντουαρντ... το τελευταίο κομμάτι που με κρατούσε... διαλύθηκε... έγινε χίλια κομμάτια... δεν έχω απο που να κρατηθώ... δεν έχω τίποτα άλλο να ελπίζω... με διέλυσες Έντουαρντ... ελπίζω τώρα να πήρες την εκδίκηση σου και να με αφήσεις ήσυχη να συνεχίσω την ζωή μου»

«θα σε δω κάτω» είπε μόνο και μου έδωσε πίσω το συμβόλαιο και την ταυτότητα μου.

Τα πήρα στο χέρι μου με νεύρο και του γύρισα την πλάτη... δεν ήξερα αν ήταν ακόμα εκεί ή όχι... πήγα στην ντουλάπα και άρχισα να βγάζω με δύναμη τα ρούχα και να τα πετάω στο πάτωμα... δεν είχα άλλο κουράγιο να κρυφτώ... έπρεπε να ξεσπάσω.

Μετά απο δεν ξέρω και εγώ πόση ώρα, έκατσα στο πάτωμα και κοίταξα γύρω μου τα διαλυμένα μου ρούχα να κείτονταν στο πάτωμα σε ένα σωρό... τα μόνα ρούχα που είχαν μείνει άθικτα ήταν το τζιν και η μπλούζα που είχα αφήσει στο μπάνιο εχθές το βράδυ και τα εσώρουχα μου που ήταν στην συρταριέρα... σηκώθηκα και πήρα μια βαθιά αναπνοή... ανάλαφρη και αποφασισμένη.

Έκανα ένα γρήγορο ντουζ... στέγνωσα τα μαλλιά μου με το μπιστολάκι και αφού έβαλα καθαρά εσώρουχα πήρα τα υπόλοιπα που υπήρχαν μέσα στο συρτάρι και τα έριξα άτσαλα μέσα στην βαλίτσα... έκατσα στο σκαμπό μπροστά στον καθρέφτη και άρχισα να βάφομαι... κάλυψα τους μαύρους κύκλους και τα σημάδια φθοράς απο το ξέσπασμα και βάζοντας μόνο μάσκαρα και το κόκκινο κραγιόν μου που απεχθάνεται... κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και γέλασα με ικανοποίηση.

«δεν είμαι απο αυτές που τα παρατάνε κύριε Κάλεν... ζήσε με αυτό» είπα με αυτοπεποίθηση και αφού ντύθηκα και έβαλα τα σταράκια μου... έβαλα το βαλιτσάκι με τα καλλυντικά και τα παπούτσια μου που ήταν ακόμα στην ντουλάπα μέσα στην βαλίτσα... την έκλεισα και άρχισα να προχωρώ προς την πόρτα αφήνοντας τα πάντα πίσω μου.

Όταν κατέβηκα στην ρεσεψιόν... κανόνισα τις λεπτομέρειες και κατευθύνθηκα προς την τραπεζαρία... πριν ανοίξω την πόρτα... πήρα μια βαθιά αναπνοή... φόρεσα το μεγαλύτερο μου χαμόγελο και μπήκα με το κεφάλι ψηλά.

Η Έσμε με κοίταζε ανήσυχη...

«Μπέλα μου... αναφώνησε και ήρθε και με πήρε μια ζεστή αγκαλιά μόλις έφτασα στο τραπέζι τους... ο Έντουαρντ με κοίταζε εξονυχιστικά... έλα κάτσε, θα φας πρωινό?» με ρώτησε ανήσυχη

«όχι ευχαριστώ Έσμε μου είμαι λιγάκι βιαστικιά» της είπα χαμογελώντας και μελαγχόλησε.

«έχεις ώρα για την πτήση σου... κάτσε λίγο μαζί μας» παρακάλεσε

«για την ακρίβεια... έχω σκοπό να πάω στα μαγαζιά... το βράδυ στο Μπελ Ρουζόν... θα ανεβάσουν την λίμνη των κύκνων και θέλω να πάρω ένα καλό φόρεμα... θα θέλετε να με συνοδεύσετε?... τα εισιτήρια θα τα βάλω εγώ» είπε με ένα χαμόγελο και γύρισα την ματιά μου προς το μέρος των υπολοίπων παραβρισκομένων που είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα.

«μα Μπέλα... ο Έντουαρντ μας είπε» ξεκίνησε η Έσμε και γυρίζοντας προς την μεριά της, της χαμογέλασα παρηγορητικά.

«τον Έντουαρντ παράτησα, όχι την εταιρία, Έσμε... ακόμα δουλεύω για σας ή μήπως όχι?» συνέχισα και κοίταξα τον Καρλάηλ ο οποίος με την σειρά του κοίταζε γύρω του χωρίς να ξέρει τι να πει.

«φυσικά δουλεύεις ακόμα για μας» απάντησε αγνοώντας το βλέμμα του Έντουαρντ.

«και από όσο θυμάμαι... αυτό... είναι ένα επαγγελματικό ταξίδι... και εγώ σαν επαγγελματίας δεν έχω σκοπό να το καταστρέψω... έχω ακόμα εκκρεμότητες και δεν σκοπεύω να σας εκθέσω... αν φυσικά συμφωνείτε και εσείς» απευθύνθηκα ξανά στον Καρλάηλ και μου χαμογέλασε.

«φυσικά και συμφωνούμε καλή μου» επιβεβαίωσε και του χαμογέλασα θερμά... ο Έμετ δεν μπορούσε να κρύψει το αυτάρεσκο χαμόγελο του αλλά ούτε και ο Έντουαρντ τον δικό του εκνευρισμό.

«οπότε αν έχεις τελειώσει... θα ήθελες να πάμε για ψώνια τώρα?» γύρισα την ματιά μου προς την Έσμε και κατένευσε σαστισμένη χωρίς να ξέρει τι να πει.

«θα σας δούμε στο μεσημεριανό» γύρισα την ματιά μου προς τους υπόλοιπους και αφού μας χαιρέτησαν όλοι... εκτός από τον Έντουαρντ που είχε καταπιεί την γλώσσα του φύγαμε αξιοπρεπώς.

Στον καφέ ανάμεσα στα ψώνια η Έσμε λύθηκε...

«είσαι σίγουρα καλά?»

«καλύτερα δεν γίνεται» της επιβεβαίωσα πίνοντας μια γουλιά απο τον καφέ μου.

«ο Έντουαρντ μας είπε»

«Έσμε μου χωρίς παρεξήγηση... αλλά δεν μου καίγεται καρφί τι σας είπε... τελείωσε οριστικά»

«τότε γιατί δεν έφυγες?»

«γιατί πάνω από όλα είμαι επαγγελματίας... αύριο έχουμε να κλείσουμε μια μεγάλη συμφωνία και τα συμβόλαια τα έχω εγώ... θα προτιμούσες να τους παρατήσω και να τους αφήσω εκτεθειμένους???»

«και η παράσταση?»

«κάνω μπαλέτο απο τα τέσσερα μου... η μητέρα μου ήταν μπαλαρίνα και επέμενε να κάνει και μένα... αλλά δεν μου άρεσε και τόσο πολύ και τα παράτησα... η αγαπημένη μου παράσταση είναι η λίμνη τον κύκνων... δεν θα το έχανα με τίποτα... και εφόσον είμαστε μαζί σκέφτηκα να σας προσκαλέσω... που είναι το κακό?» την ρώτησα ανάλαφρα και με κοίταξε μπερδεμένη.

«τότε καλύτερα να πάμε να βρούμε φόρεμα και για τις δύο... είπε κλείνοντας το μάτι της και χαμογέλασα... αλήθεια τόσα ρούχα τι τα θες?» ρώτησε με απορία και μου έδειξε με το βλέμμα της τις τσάντες που ήταν δίπλα μου.

«τα παλιά είναι σκισμένα στο δωμάτιο του Έντουαρντ... κάπως έπρεπε να εκτονωθώ» της είπα και γέλασα με τον εαυτό μου αλλά εκείνη μελαγχόλησε.

«Μπέλα» είπε θλιμμένα και της έτριψα το μπράτσο παρηγορητικά.

«τώρα είμαι καλά» της επιβεβαίωσα και με έκλεισε στην αγκαλιά της.

Ήθελε όσο τίποτα αυτό να λειτουργήσει κάπως... ίσως και περισσότερο απο όσο το ήθελα εγώ... αλλά δεν ήταν γυναίκα που ζούσε στα παραμύθια... ήξερε καλά τον Έντουαρντ και ήξερε ότι θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο... αλλά όπως και εγώ έτσι και εκείνη απλά είχε την ελπίδα... και δεν μπορούσε να ρίξει την ευθύνη απάνω μου... ξέρει ότι προσπάθησα... είναι η μόνη που ξέρει όλην την αλήθεια... και είναι η μόνη που με καταλαβαίνει όσο κανείς άλλος.

«θα του δώσεις και άλλη ευκαιρία» διαπίστωσε στο τέλος και της χαμογέλασα.

«δεν είμαι απο τις γυναίκες που τα παρατάνε... αλλά αυτήν την φορά θα πρέπει εκείνος να παλέψει Έσμε... δεν έχω άλλο κουράγιο να παλέψω μόνη μου»

«ήθελε να σου κάνει πρόταση γάμου»

«τι?» είπα και κόντεψα να πνιγώ με τον καφέ μου

«αυτό μας είπε όταν ήρθε το πρωί στο τραπέζι»

«δεν καταλαβαίνω» είπα τρομερά σοκαρισμένη

«μας είπε ότι μαλώσατε και ότι χωρίσατε... και μας ενημέρωσε ότι μαζεύεις τα πράγματα σου για να φύγεις... και όταν τον ρώτησα γιατί δεν έκανε κάτι για να σε σταματήσει, μου είπε ότι θα το κάνει πριν φύγεις»

«δηλαδή περίμενε να έρθω στο τραπέζι και να κάτσω ήρεμα και ωραία και να φάω πρωινό σαν να μην έγινε τίποτα και την στιγμή που θα σας αποχαιρετούσα θα έσκαγε το παραμύθι??? Τι γελοίος Χριστέ μου»

«το ίδιο του είπα και εγώ... το τράβηξε πάρα πολύ αυτήν την φορά Μπέλα και δεν σε αδικώ αν κάνεις πίσω τώρα»

«δεν πρόκειται να κάνω πίσω... αλλά δεν πρόκειται να συνεχίσω άλλο το παραμύθι του... δεν θα δεχτώ Έσμε»

«δεν σε αδικώ... αλλά μήπως το τραβάς και εσύ το σκοινί αυτήν την φορά?»

«να σου θυμίσω τι μου έκανε εχθές ή σήμερα το πρωί?» την ρώτησα και σταμάτησε για μια στιγμή... φυσικά και είχαμε μιλήσει για την χθεσινή μέρα, στην διάρκεια που ψωνίζαμε και τώρα ήταν αναποφάσιστη.

«είναι πληγωμένος... Μπέλα... προσπάθησε να τον δικαιολογήσει... όλα αυτά τα χρόνια νόμιζε ότι τον είχες προδώσει εσύ... νόμιζε ότι τον είχες παρατήσει... και τώρα παλεύει πολύ σκληρά να τα βρει με τον εαυτό του»

«πως??? Δουλεύοντας με??? Τι περιμένει ότι θα κάνουμε έναν γελοίο γάμο και θα λυθούν όλες μας οι διαφορές??? Ακόμα με μισεί Έσμε κατάλαβε το... ακόμα με θεωρεί υπαίτια για όλα... ακόμα αρνείται να καταλάβει ότι δεν είμαι εγώ αυτή που τον πρόδωσε»

«δώστου το να το καταλάβει» παρακάλεσε

«πως Έσμε μου... πες μου πως... τι άλλο να κάνω πια???»

«είσαι εδώ... αυτό για αρχή αρκεί» ξεφύσησε και τα παράτησε γιατί ήξερε ότι είχα δίκιο

«όχι για εκείνον» απάντησα αυτόματα και έπεσα στην πλάτη της καρέκλας βαριά.

«πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω πως του ήρθε να σου κάνει πρόταση γάμου»

«Έσμε μου... είπα απιβδισμένα... για τον Έντουαρτ όλα είναι ένα παιχνίδι... είναι σίγουρος ότι θα αρνηθώ και γι αυτό το κάνει»

«δεν νομίζω ότι καταλαβαίνω»

«αν αρνηθώ τότε θα μπορεί να γυρίσει μετά και να σας πει... ορίστε εγώ προσπάθησα εκείνη είναι που τα παρατά... και έτσι θα βγει λάδι δεν το καταλαβαίνεις?»

«έχεις δίκιο» είπε με μια γκριμάτσα και τα παράτησε... τι άλλο να κάνει πια και αυτή η γυναίκα... του έχει δοθεί ολοκληρωτικά και το μόνο που εισπράττει είναι η κοροϊδία του... έλεος πια.

Στο μεσημεριανό δεν εμφανίστηκε και είχαμε ένα ήρεμο γεύμα... το βράδυ όμως με είχε ενημερώσει η Έσμε ότι θα ερχόταν μαζί μας και αυτό ήταν καλό σημάδι... φόρεσα το μπλε μακρύ φόρεμα που είχα πάρει γι αυτήν την περίσταση και έβαλα τα ‘γυάλινα’ γοβάκια μου και γέλασα... σίγουρα αυτό θα του δώσει αφορμή για σχόλια.

Όταν βγήκα απο το δωμάτιο μου, που ήταν στον ίδιο όροφο με τον δικό του και προχώρησα προς το ανσανσερ, άκουσα μια πόρτα να κλείνει αλλά δεν γύρισα πίσω μου να δω αν ήταν εκείνος... πάτησα το κουμπί του ασανσερ και περίμενα... η ανάσα του γαργάλησε το αυτί μου και με κόπο προσπάθησα να ελέγξω τον εαυτό μου για να μην προδωθώ.

«μμμμ... περίεργη επιλογή παπουτσιών... είσαι σίγουρη ότι θα δούμε την λίμνη των κύκνων και όχι την σταχτοπούτα?» ρώτησε με βαθιά φωνή και χαμογέλασα.

«είμαι σίγουρη ότι θα ζήσω το σωστό παραμύθι απο εδώ και πέρα» του απάντησα χωρίς να γυρίσω να τον κοιτάξω και μπήκα στην καμπίνα του ασανσερ την στιγμή που άνοιξαν οι πόρτες και εκείνος με ακολούθησε... με προσπέρασε και ακούμπησε την πλάτη του στο τοίχο και την στιγμή που πάτησα το κουμπί για τον σωστό όροφο, έμεινα μπροστά στις πόρτες αφήνοντας τον πίσω μου.

Δεν άντεξε για πολύ και ήρθε και κόλλησε το σώμα του κοντά μου... με ακούμπησε ανεπαίσθητα αρχίζοντας πάλι να μου μιλάει με σταθερή και ζεστή φωνή κοντά στο αφτί μου... εξιτάροντας όλες μου τις αισθήσεις.

«η καμαριέρα βρήκε δύο άθικτα φορέματα απο τον τυφώνα που πέρασε απο το δωμάτιο μου και με ρώτησε τι θα ήθελε να τα κάνω»

«ανήκουν στην παλιά μου ζωή δεν τα χρειάζομαι πια... μπορείς να τα κρατήσεις και να τα χαρίσεις στον επόμενο σάκο του μποξ που θα βρεις για να εκτονωθείς... λίγο με νοιάζει» χαμογέλασε με το σχόλιο μου και συνέχισε.

«και τα εσώρουχα που άφησες στο μπάνιο μου?»

«είναι χρησιμοποιημένα... μπορείς να τα κρατήσεις για να τα μυρίζεις κάθε φορά που θα θες να θυμηθείς πως μυρίζει μια γυναίκα που έχει τελειώσει απο τα μαγικά σου χέρια» τσιτώθηκε αλλά δεν αντέδρασε.

«ώστε παραδέχεσαι ότι δεν μπορείς να μείνεις μακριά απο τα μαγικά μου χέρια» δήλωσε και γέλασα

«παραδέχομαι οτι τα χέρια σου είναι μαγικά και με κάνουν να τελειώνω... αλλά όχι ότι και δεν μπορώ να τα αντικαταστήσω... το έκανα μια φορά... μπορώ να το ξανακάνω και δεύτερη με μεγαλύτερη ευκολία αυτήν την φορά... όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιήσεις ότι έχω ‘τελειώσει’ μαζί σου... τόσο πιο γρήγορα θα συνεχίσεις την ζωή σου και εσύ όπως την συνεχίζω... εγώ»

«έχεις τελειώσει μαζί μου? είσαι σίγουρη γι αυτό?» ρώτησε και η ανάσα του με έκανε να αναστενάξω.

«πολλές φορές... γύρισα το σχόλιο του κάνοντας την απάντηση μου να έχει διαφορετική έννοια απο το αρχικό μου σχόλιο... ειρωνεία δεν είναι???... του είπα και γύρισα προς το μέρος του χαμογελώντας αυτάρεσκα... αυτός που νομίζει ότι δεν μπορεί να ικανοποιεί τις γυναίκες... με κοίταξε άγρια... διόρθωση... που δεν θέλει να ικανοποιεί τις γυναίκες... καταφέρνει μόνο με την ανάσα του μέσα στο αυτί μου να με κάνει να τελειώνω στην στιγμή» του είπα και σήκωσα το ένα μου φρύδι προκλητικά περιμένοντας την αντίδραση του.

«λες ψέματα»

«αλήθεια?... γιατί δεν το διαπιστώνεις μόνος σου?... είμαστε μόνοι μας... ξέρεις τι πρέπει να κάνεις για να το επιβεβαιώσεις» τον προκάλεσα και έκανε ένα βήμα προς τα πίσω αμυντικά.

Η καμπίνα σταμάτησε και οι πόρτες άνοιξαν αλλά εγώ δεν κουνήθηκα απο την θέση μου... περίμενα ακόμα την δική του αντίδραση... με προσπέρασε και βγήκε βιαστικά απο το ασανσερ εντελώς εκνευρισμένος και γέλασα κουνόντας το κεφάλι μου.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Η αγάπη σου με σκοτώνει "12. Η κατάκτηση"




Ήμουν άδεια χωρίς εκείνον... το δωμάτιο ξαφνικά έγινε τόσο κρύο... έτριψα τους καρπούς μου και έμεινα να κοιτώ το κενό... δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει αλλά δεν ήμουν ικανή να κουνηθώ.

Σηκώθηκα και έβαλα ένα τζιν και μια μπλούζα... φόρεσα και τα σταράκια μου και πήγα στο μπαράκι του ξενοδοχείου... ήμουν σίγουρη ότι θα τον έβρισκα εκεί... όταν μπήκα μέσα στο μπαρ... τον βρήκα να κάθετε στην ίδια θέση που καθόμουν εγώ εχθές... έπινε ουίσκι και κάπνιζε ένα τσιγάρο... πήρα μια βαθιά ανάσα και πήγα δίπλα του.

«μπορώ?» τον ρώτησα και με κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια του... ανασήκωσε τελικά τους ώμους του και γύρισε το κεφάλι του μπροστά παίρνοντας μια ρουφηξιά απο το τσιγάρο του... ο μπάρμαν ήρθε αμέσως να μου πάρει παραγγελία και ζήτησα να μου φέρει ότι έπινε και εκείνος.

«δεν ήξερα ότι καπνίζεις» του είπα την ατάκα που χρησιμοποίησε και εκείνος εχθές και χαμογέλασε.

«αλήθεια Μπέλα... πόσα ξέρεις για μένα?» ρώτησε χωρίς να με κοιτάει.

«αρκετά» παραδέχτηκα και πήρα μια ρουφηξιά απο το ποτό που μου έφερε ο μπάρμαν και γύρισα και εγώ την ματιά μου μπροστά.

«σου μίλησαν οι δικοί μου?»

«όχι... δεν τους άφησα» με κοίταξε με απορία και γέλασε ειρωνικά

«γιατί?»

«δεν ήθελα να σε λυπάμαι... ποτέ δεν σε λυπήθηκα Έντουαρντ... και ούτε πρόκειται να το κάνω τώρα»

«τότε γιατί είσαι εδώ?»

«προφανώς για τον ίδιο λόγο που είσαι και εσύ» του είπα αδιάφορα και πήρα ένα τσιγάρο απο το πακέτο του και το άναψα.

«πως κατάφερες να το ξεπεράσεις?» ρώτησε και τον κοίταξα στα μάτια

«είσαι σίγουρος ότι θες να μάθεις?» τον ρώτησα και ένευσε

«δεν θα σου αρέσει και πολύ... τον προειδοποίησα αλλά επέμενε να με κοιτάζει υπομονετικά... εσύ είσαι αυτός που με έκανε να το ξεπεράσω»

«πως?»

«εκείνη την εποχή ήμασταν και οι δύο στα ίδια χάλια... αλλά μετά την φάρσα σου κατάλαβα ότι εσύ ήσουν σε χειρότερη κατάσταση απο μένα και αυτό έφτασε να με συνεφέρει... βλέποντας εσένα έβλεπα το πως θα εξελισσόμουν και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου... αυτό που με έκανε να σε ερωτευτώ απο την αρχή είναι γιατί στα μάτια σου έβλεπα τον εαυτό μου... ποτέ δεν ένιωσα να σε λυπάμαι... όπως εγώ δεν ήθελα να με λυπούνται έτσι και εγώ δεν ήθελα να σε λυπηθώ»

«και γιατί έφυγες»

«δεν ήταν στο χέρι μου Έντουαρντ... ήμουν ανήλικη... έπρεπε να ακολουθήσω την εντολή του πατέρα μου... τι ήθελες να κάνω... μετά την παράσταση είχε γίνει έξαλλος... προσπαθούσε να με αναγκάσει να του πω ποιος ήταν ο υπεύθυνος για να πάει στο σχολείο να τον τιμωρήσει... όταν αρνήθηκα να του το πω»

«αρνήθηκες??» με ρώτησε δύσπιστα

«ναι αρνήθηκα»

«τότε πως το έμαθε?»

«τι εννοείς το έμαθε? Εγώ δεν του το είπα ποτέ»

«δεν ξέρεις ότι ήρθε στο σχολείο και απαίτησε την αποβολή μου?»

«όχι... δεν μου είπε ποτέ κάτι τέτοιο... το μόνο που μου είπε ήταν να διαλέξω ή το όνομα του υπευθύνου για όλα αυτά ή την αλλαγή του σχολείου... εγώ διάλεξα να αλλάξω σχολείο»

«δεν μιλάς σοβαρά» είπε σοκαρισμένος

«μιλάω πολύ σοβαρά... τι λόγο έχω να σου πω ψέματα... αν δεν με πιστεύεις πάρε τηλέφωνο τον πατέρα μου να σου το επιβεβαιώσει»

«Μπέλα ο πατέρας σου ξέρει ότι ήμουν εγώ πίσω απο όλα αυτά... ήρθε και με βρήκε... αν δεν ήταν ο Καρλάηλ να μπει στην μέση σίγουρα θα με σάπιζε στο ξύλο» τον κοίταγα σοκαρισμένη... πως το έμαθε ο πατέρας μου???

«δεν μου είπε ποτέ τίποτα γι αυτό... δεν το ήξερα» είπα και γύρισα απο την άλλη μεριά και τράβηξα άλλη μια ρουφηξιά απο το τσιγάρο και συγκέντρωσα τις σκέψεις μου

«σε πιστεύω» είπε τελικά και έκανε την ίδια κίνηση με μένα και πήρε μια βαθιά ανάσα.

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί χαμένοι στις δικές μας σκέψεις μέχρι που το ποτήρι μου άδειασε και έμεινα να το κοιτάω...

«θες άλλο ένα?» ρώτησε και γύρισα να τον κοιτάξω

«θα πάω απάνω... θα έρθεις?» τον ρώτησα και ένιωσα ένα τσίμπημα στην καρδιά

«δεν ξέρω» είπε και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο.

«οκ» είπα τότε και σηκώθηκα και άρχισα να προχωρώ προς την πόρτα...

Γύρισα στο δωμάτιο διαλυμένη... του έδωσα άλλη μια τελευταία ευκαιρία... αν και τώρα δεν την εκμεταλλευτεί δεν έχω άλλη δύναμη για να κρατήσω... δεν έχω τίποτα πια.

Μπήκα στο ντουζ και άφησα το νερό να πέφτει πάνω στο πρόσωπο μου να καλμάρει την ένταση μου και τότε ένιωσα τα χέρια του να με τυλίγουν... όλο μου το σώμα συγκλονίστηκε... τα χείλια του πάνω στον ώμο μου τρυφερά με κατακτούσαν και όλες μου οι αισθήσεις πήραν φωτιά... μόνο να ήξερε... μόνο να καταλάβαινε πόσα πολλά μπορούσα να του δώσω... μακάρι αυτό να ήταν αρκετό για εκείνον.

Άφησα το σώμα μου να εκφράσει όλη την αγάπη που ένιωθα για εκείνον και ένα βογκητό ήρθε να σπάσει την σιωπή και ο λυγμός που βγήκε απο μέσα του με έκανε να δακρύσω.

«κάνε μου έρωτα Έντουαρντ» τον παρακάλεσα και με γύρισε προς το μέρος του και παραμέρισε τα μαλλιά μου απο το πρόσωπο... δεν είπε τίποτα... καμία λέξη δεν βγήκε απο τα χείλια του.

Τα χείλια του πάνω στα δικά μου εκφράζανε όλα τα λόγια που ήθελε να μου πει... όλες τις σκέψεις που ήθελε να μοιραστεί και η καρδιά μου έγινε κομμάτια... τύλιξα τα χέρια μου γύρω απο τον λαιμό του και ανταποκρίθηκα με όλο μου το είναι.

Με κράτησε απο τους γοφούς μου και με ανέβασε στην αγκαλιά του... τύλιξα τα πόδια μου γύρω απο την μέση του και με κόλλησε πάνω στον τοίχο... άφησα τα χείλια του και αναστέναξα βαθιά... τα χέρια του με έσφιγγαν και με κράταγαν σταθερή... δεν ήθελε να με αφήσει... δεν είχε την δύναμη να με αφήσει να φύγω... είμαι εδώ... φώναζα με την σκέψη μου... είμαι εδώ μωρό μου... έλεγα ξανά και ξανά αλλά η φωνή μου είχε σβήσει και δεν είχα την δύναμη να το πω δυνατά.

Τα χείλια του πάνω στον λαιμό μου με κατακτούσαν και εγώ βογκούσα... τον ένιωσα να μπαίνει μέσα μου και τότε φώναξα δυνατά... τον ήθελα τόσο πολύ... τον είχα τόση ανάγκη... μόνο να ήξερε πόσο ανάγκη τον είχα... χωρίς εκείνον ήμουν μισή... χωρίς εκείνον δεν υπήρχα... μακάρι να ήξερε... μακάρι αυτό να ήταν για εκείνον αρκετό.

Έπεσα πάνω στον ώμο του και απελευθέρωσα όλα μου τα συναισθήματα... δεν άφησα τίποτα για τον εαυτό μου... του παρέδωσα όλο μου τον είναι και εκείνος με κατακτούσε ξανά και ξανά.

Οι ωθήσεις του... δυνατές... δήλωναν απελπισία... δήλωναν ανάγκη... δήλωναν αγάπη... με κρατούσε σφιχτά και εγώ τον αγκάλιαζα περισσότερο... είμαι εδώ αγάπη μου... είμαι εδώ αν το θες... του φώναζα με την σκέψη μου και εκείνος λες και το άκουγε με κατακτούσε με περισσότερο πάθος... βογκώντας δυνατά... είμαι εδώ.

Ανασήκωσα το πρόσωπο μου και τον κοίταξα μέσα στα μάτια... τα χέρια μου μέσα στα μαλλιά του τον κράταγαν δυνατά... μέσα στην ματιά του είχε τόσο πόνο... η καρδιά του στο στήθος χτύπαγε τόσο γρήγορα... που με έκανε να πονάω για εκείνον.

«κάνε με δική σου» παρακάλεσα και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα... τα χείλια του, σύνθλιψαν τα δικά μου και τα χέρια του έσφιγγαν περισσότερο την μέση μου... έκανε τις ωθήσεις του πιο γρήγορες και η ανάσα του γινόταν ακόμα πιο γρήγορη... έκλεισε τα μάτια του σφιχτά... και βόγκηξε δυνατά.

«τελείωσε για μένα... απαίτησε... θέλω να σε ακούσω να τελειώνεις... παρακάλεσε... θέλω να είμαι εγώ αυτός που θα σε κάνει να τελειώσεις» είπε πιο άγρια και όλο μου το σώμα συγκλονίστηκε

Τα λόγια του ήταν σαν εντολή... το σώμα μου αντέδρασε σε κάθε του λέξη και η κορύφωση μου ήταν τόσο κοντά... άνοιξα τα μάτια μου και τον κοίταξα βαθιά στα μάτια, αφήνοντας τον εαυτό μου ελεύθερο να φτάσει στην κορύφωση του... με μια κραυγή έγειρα το κεφάλι προς τα πίσω και τότε άρχισε να τρέμει... ο οργασμός μου με είχε συνεπάρει και δεν καταλάβαινα τι γινόταν γύρω μου... άρχισα να τρέμω και εγώ και μόλις η καυτή μου λάβα τον τύλιξε φώναξε δυνατά... μούγκρισε σαν θυμωμένο λιοντάρι αλλά δεν τα παράτησε... συνέχισε να με παίρνει με περισσότερη δύναμη και τότε ένιωσα την δική του έκρηξη να καίει όλο μου το είναι.

Το σώμα μου σε αντίδραση άρχισε πάλι να τρέμει και κλείδωσα τα χέρια μου και τα πόδια μου γύρω απο το σώμα του για να κρατηθώ και εκείνος τύλιξε τα χέρια του γύρω μου και με συγκράτησε στην αγκαλιά του... οι αναπνοές μας πάλευαν να βρουν τους κανονικούς τους ρυθμούς αλλά κανείς απο τους δύο μας δεν ήταν πρόθυμος να κουνηθεί... το νερό συνέχιζε να πέφτει απάνω μας και τα χέρια μας αντάλλασσαν τρυφερά χάδια... κανείς δεν μίλαγε... κανείς δεν είχε την δύναμη να εκφράσει τα συναισθήματα που μας είχαν συνεπάρει... δεν ξέρω πόση ώρα ήμασταν στην ίδια θέση... αλλά ευχόμουν αυτό να είναι η αρχή... ευχόμουν αυτό να μην είναι το τέλος.

Μου έδωσε ένα τρυφερό φιλί στον λαιμό μου και αναστέναξε...

«έλα να ξαπλώσεις» είπε με βαθιά φωνή και με άφησε να σταθώ στα πόδια μου... τον κοίταζα μέσα στα μάτια, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω την ματιά του... αλλά για άλλη μια φορά δεν υπήρχε τίποτα εκεί για να διαβάσω.

Έκλεισε το νερό και πέρασε μια πετσέτα γύρω απο το σώμα μου και άρχισε να με στεγνώνει, χωρίς να αφήνει την ματιά μου... πήρα μια βαθιά αναπνοή και απομακρύνθηκε απο κοντά μου γυρίζοντας την πλάτη του και άρχισε να στεγνώνει το δικό του σώμα... δεν μπορούσα να καταλάβω που τον είχαν οδηγήσει οι σκέψεις του αλλά κάτι μέσα μου με έκανε να αγωνιώ... δεν ήθελα αυτό να είναι το τέλος... ευχόμουν μόνο να να είναι η αρχή... στέγνωσα γρήγορα τα μαλλιά μου με μια πετσέτα και όταν την άφησα στην θέση της έβαλα το χέρι μου μέσα στο δικό του και γύρισε να με αντικρίσει.

«έλα μαζί μου» του είπα τρυφερά και τον παρέσυρα στο κρεβάτι.

Όταν τον έβαλα να ξαπλώσει... ξάπλωσα και εγώ δίπλα του και τον τράβηξα στην αγκαλιά μου... το δέχτηκε χωρίς αντίσταση και τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω μου ενώ το κεφάλι του ακούμπησε πάνω στο στερνό μου και αναστέναξε.

«Μπέλα» ξεκίνησε αλλά δεν τον άφησα να συνεχίσει

«σε παρακαλώ... μην χαλάς την στιγμή» τον παρακάλεσα.

Για την υπόλοιπη μέρα δεν κουνηθήκαμε... αφήσαμε τις ώρες να περάσουν χωρίς να πούμε τίποτα άλλο... τα τηλέφωνα είχαν πάρει φωτιά αλλά κανείς απο τους δύο μας δεν αντιδρούσε... αφήσαμε τον εαυτό μας να πάρει όσα περισσότερα μπορούσαμε απο αυτήν την στιγμή... χαμένοι στις δικές μας σκέψεις, μέχρι που το σκοτάδι μας τύλιξε και εξαντλημένοι αποκοιμηθήκαμε.

ESCAPE POLH FANTASMA